2 Οκτ 2026

Πέστε μου έναν λόγο γιατί η Ρωσία θέλει να κάνει πόλεμο με την Ευρώπη. Ποιος κερδίζει από τον φόβο του πολέμου;

Πέστε μου έναν λόγο γιατί η Ρωσία θέλει να κάνει πόλεμο με την Ευρώπη

Γεώργιος Αποστολάκης

Η Ευρώπη στον δρόμο της πολεμικής οικονομίας

Μέρος Α΄

Πέστε μου έναν λόγο γιατί η Ρωσία θέλει να κάνει πόλεμο με την Ευρώπη

Το κείμενο αυτό είναι το πρώτο μιας τριλογίας για τη μεγάλη στροφή της Ευρώπης προς την πολεμική οικονομία. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται αν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία ότι η Ρωσία επιδιώκει πράγματι πόλεμο με την Ευρώπη. Στο δεύτερο θα δούμε ποιοι ωφελούνται πολιτικά, θεσμικά και οικονομικά από τη μονιμοποίηση του φόβου του πολέμου. Και στο τρίτο θα επιχειρήσουμε να μεταφράσουμε σε πραγματικούς αριθμούς τι σημαίνει το νέο όριο του 5% του ΑΕΠ για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα.

«Το να αμφισβητεί κανείς την απειλή που συνιστά η Ρωσία για την Ευρώπη είναι ανεύθυνο», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ στις 29 Σεπτεμβρίου.

Η φράση προκαλεί εντύπωση όχι μόνο επειδή χαρακτηρίζει τη Ρωσία ως μείζονα απειλή, αλλά επειδή περίπου ενοχοποιεί και την ίδια την αμφισβήτηση.

Και όμως, όταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες καλούνται να αυξήσουν δραστικά τις στρατιωτικές δαπάνες, να αναπτύξουν πολεμική βιομηχανία και να προετοιμαστούν για μακροχρόνια αντιπαράθεση, τότε η αμφισβήτηση δεν είναι ανευθυνότητα. Είναι υποχρέωση.

Και το πρώτο ερώτημα είναι απλό: Πέστε μου έναν συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η Ρωσία θέλει να κάνει πόλεμο με την Ευρώπη.

Όχι γιατί μπορεί να τον κάνει. Όχι γιατί διαθέτει στρατό, πυραύλους και πυρηνικά όπλα.

Ρωτώ: ποιο συμφέρον θα εξυπηρετούσε ένας τέτοιος πόλεμος; Τι θα κέρδιζε η Ρωσία;

Εδάφη; Είναι ήδη η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου.

Πρώτες ύλες; Διαθέτει τεράστια αποθέματα ενέργειας και φυσικών πόρων.

Αγορές; Ένας πόλεμος με την Ευρώπη θα κατέστρεφε ό,τι απέμεινε από τις οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις της.

Πολιτική επιρροή; Πώς ακριβώς θα αποκτούσε περισσότερη επιρροή στη Γερμανία, στη Γαλλία ή στην Ιταλία βομβαρδίζοντάς τες;

Και κυρίως: γιατί να επιλέξει μια σύγκρουση με το ΝΑΤΟ, γνωρίζοντας ότι αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε γενικευμένο ή ακόμη και πυρηνικό πόλεμο;

«Μα εισέβαλε στην Ουκρανία»

Είναι το ισχυρότερο αντεπιχείρημα. Και είναι σοβαρό.

Η εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 απέδειξε ότι η Ρωσία είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για γεωπολιτικούς στόχους. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αγνοήσει. Αλλά από εδώ μέχρι το συμπέρασμα ότι «η Ρωσία θέλει να εισβάλει στην Ευρώπη» υπάρχει ένα κρίσιμο κενό.

Η Ουκρανία δεν είναι κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Επίθεση σε χώρα του ΝΑΤΟ δεν θα σήμαινε έναν ακόμη περιφερειακό πόλεμο. Θα σήμαινε κίνδυνο άμεσης αναμέτρησης με ολόκληρη τη Συμμαχία.

Άρα το πραγματικό ερώτημα παραμένει: Γιατί να το επιδιώξει αυτό η Μόσχα;

Η εισβολή στην Ουκρανία είχε ήδη ένα αποτέλεσμα αντίθετο προς βασικά ρωσικά συμφέροντα: η Φινλανδία και η Σουηδία εγκατέλειψαν τη στρατιωτική τους ουδετερότητα και εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ.

Γιατί λοιπόν η Ρωσία να επιλέξει ένα ακόμη μεγαλύτερο βήμα, που θα οδηγούσε σε ακόμη βαθύτερη συσπείρωση όλης της Ευρώπης εναντίον της;

Άλλο δυνατότητα, άλλο πρόθεση

Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Το ότι ένα κράτος έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει ζημιά δεν σημαίνει ότι έχει και την πρόθεση να το κάνει.

Η Γαλλία και η Βρετανία διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τεράστια στρατιωτική ισχύ στην Ευρώπη. Δεν συμπεραίνουμε από αυτό ότι ετοιμάζονται να επιτεθούν στη Ρωσία.

Γιατί λοιπόν η ρωσική στρατιωτική ισχύς θεωρείται από μόνη της απόδειξη επικείμενης επίθεσης;

Μπορεί να δικαιολογεί επαγρύπνηση. Μπορεί να δικαιολογεί αποτροπή. Μπορεί να δικαιολογεί ισχυρή άμυνα. Δεν αποδεικνύει όμως επιθετική πρόθεση.

Και αυτό έχει σημασία, γιατί ακόμη και υπηρεσίες και κυβερνήσεις χωρών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή απέναντι στη Ρωσία δεν λένε σήμερα ότι επίκειται άμεση συμβατική επίθεση στο ΝΑΤΟ.

Προειδοποιούν για σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παραβιάσεις, drones και άλλες υβριδικές ενέργειες.

Αυτό είναι σοβαρό. Αλλά είναι κάτι διαφορετικό από το: «Η Ρωσία ετοιμάζεται να εισβάλει στην Ευρώπη».

Η Ευρώπη όμως ήδη οργανώνεται για μια νέα εποχή

Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025, τα κράτη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να κινηθούν έως το 2035 προς συνολικές αμυντικές και σχετικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ.

Πρόκειται για ιστορική αλλαγή. Δεν μιλάμε πια απλώς για αύξηση ενός στρατιωτικού προϋπολογισμού. Μιλάμε για αναδιοργάνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας γύρω από την άμυνα, τις υποδομές ασφαλείας, την αμυντική βιομηχανία και την πολεμική ετοιμότητα.

Και ακριβώς επειδή η αλλαγή αυτή είναι τόσο μεγάλη, απαιτείται μεγαλύτερη τεκμηρίωση. Δεν αρκεί η λέξη «απειλή».

Πρέπει να γνωρίζουμε: Ποια απειλή; Σε ποιο χρονικό ορίζοντα;
Με ποια στοιχεία; Και με ποια πραγματική πιθανότητα;

Ο κίνδυνος να δημιουργήσουμε αυτό που φοβόμαστε

Υπάρχει και κάτι ακόμη. Η ιστορία γνωρίζει καλά το λεγόμενο δίλημμα ασφαλείας.

Ο ένας εξοπλίζεται επειδή φοβάται τον άλλον. Ο άλλος βλέπει τους εξοπλισμούς και φοβάται περισσότερο. Απαντά με νέους εξοπλισμούς. Και κάθε πλευρά θεωρεί τις κινήσεις της άλλης απόδειξη ότι είχε εξαρχής δίκιο να φοβάται.

Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος στον οποίο κανείς δεν επιδιώκει αρχικά τον πόλεμο, αλλά όλοι προετοιμάζονται γι’ αυτόν τόσο έντονα ώστε αυξάνουν τον κίνδυνο να συμβεί.

Γι’ αυτό χρειάζεται ψυχραιμία.

Η Ρωσία δεν είναι ακίνδυνη. Η Ευρώπη έχει κάθε δικαίωμα να προστατεύεται. Αλλά άλλο η άμυνα και η αποτροπή και άλλο η καλλιέργεια της βεβαιότητας ότι ο μεγάλος πόλεμος είναι σχεδόν αναπόφευκτος.

Το ερώτημα παραμένει

Δεν ζητώ να εμπιστευθούμε τον Πούτιν. Δεν ζητώ να αφοπλιστεί η Ευρώπη.

Ζητώ κάτι πολύ απλούστερο: αν μας λέτε ότι η Ρωσία θέλει να επιτεθεί στην Ευρώπη, δείξτε μας το κίνητρο, τον στρατηγικό στόχο και τα συγκεκριμένα στοιχεία της πρόθεσης.

Διαφορετικά κινδυνεύουμε να κάνουμε ένα πολύ σοβαρό λάθος: να μετατρέψουμε έναν πιθανό κίνδυνο σε βεβαιότητα, τη βεβαιότητα σε φόβο, και τον φόβο σε μόνιμη πολιτική και οικονομική κατάσταση.

Και τότε προκύπτει το δεύτερο μεγάλο ερώτημα: Όταν η Ευρώπη οργανώνει οικονομίες και κοινωνίες γύρω από την προσδοκία μιας μακροχρόνιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης, ποιοι ωφελούνται από αυτή τη νέα πραγματικότητα;

Αυτό θα είναι το αντικείμενο του δεύτερου μέρους: «Ποιος κερδίζει από τον φόβο του πολέμου;»

………………………

Γεώργιος Αποστολάκης: Ποιος κερδίζει από τον φόβο του πολέμου;

Η Ευρώπη στον δρόμο της πολεμικής οικονομίας

Μέρος Β΄

Ποιος κερδίζει από τον φόβο του πολέμου;

Στο πρώτο μέρος της τριλογίας εξετάσαμε αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι η Ρωσία επιδιώκει έναν γενικευμένο πόλεμο με την Ευρώπη. Στο δεύτερο θέτουμε ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιοι ενισχύονται οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά από τη μεγάλη ευρωπαϊκή στροφή προς τους εξοπλισμούς; Στο τρίτο θα δούμε τι σημαίνει αυτή η στροφή σε πραγματικούς αριθμούς για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα.

Το ερώτημα χρειάζεται προσοχή. Δεν σημαίνει ότι όποιος κερδίζει από τους εξοπλισμούς δημιούργησε και την απειλή. Ούτε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν λόγους ανησυχίας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Όταν όμως εκατοντάδες δισεκατομμύρια αλλάζουν κατεύθυνση, νέες βιομηχανίες αναπτύσσονται και θεσμοί αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ, ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει: πού πηγαίνουν τα χρήματα και ποιοι ισχυροποιούνται;

Μια ιστορική στροφή

Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025 τα κράτη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να κινηθούν έως το 2035 προς συνολικές αμυντικές και συναφείς δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ: 3,5% για βασικές στρατιωτικές ανάγκες και έως 1,5% για υποδομές, ανθεκτικότητα, δίκτυα και αμυντική βιομηχανία.

Δεν πρόκειται επομένως για μια πρόσκαιρη αύξηση αγορών οπλικών συστημάτων. Πρόκειται για μακροχρόνια ανακατεύθυνση δημόσιων πόρων.

Οι πρώτοι ωφελημένοι είναι προφανώς οι αμυντικές βιομηχανίες.

Η σουηδική Saab, για παράδειγμα, ανακοίνωσε το 2026 αύξηση νέων παραγγελιών κατά 141% και άνοδο πωλήσεων σχεδόν 30%. Παράλληλα, ακόμη και εταιρείες έξω από την παραδοσιακή πολεμική βιομηχανία εξετάζουν πλέον την παραγωγή στρατιωτικών οχημάτων, drones και άλλων αμυντικών εφαρμογών.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι εταιρείες αυτές δημιουργούν τον φόβο του πολέμου. Δείχνει όμως ότι η τεράστια αύξηση των εξοπλισμών δημιουργεί αντίστοιχα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα.

Από την αμυντική δαπάνη στην αμυντική οικονομία

Η βαθύτερη αλλαγή βρίσκεται αλλού.

Το ΝΑΤΟ δεν ζητεί μόνο περισσότερες αγορές όπλων. Ζητεί αύξηση παραγωγής: νέα εργοστάσια, περισσότερα πυρομαχικά, αεράμυνα, πυραύλους, τεθωρακισμένα και μεγαλύτερη βιομηχανική δυναμικότητα.

Και εδώ βρίσκεται η διαφορά. Άλλο είναι μια προσωρινή αύξηση στρατιωτικών δαπανών λόγω κρίσης και άλλο η δημιουργία μόνιμης παραγωγικής υποδομής, η οποία για να επιβιώσει χρειάζεται διαρκείς παραγγελίες.

Ένα εργοστάσιο πυρομαχικών χρειάζεται συμβόλαια. Μια γραμμή παραγωγής πυραύλων χρειάζεται νέες παραγγελίες. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται συνέχεια της παραγωγής και οι τοπικές οικονομίες αποκτούν συμφέρον από τη διατήρησή της.

Έτσι οι εξοπλισμοί μετατρέπονται σταδιακά από ζήτημα άμυνας σε ζήτημα ανάπτυξης, θέσεων εργασίας και βιομηχανικής πολιτικής.

Δεν κερδίζουν μόνο οι βιομηχανίες

Η νέα πραγματικότητα ενισχύει και το θεσμικό οικοδόμημα της ευρωπαϊκής άμυνας: υπουργεία Άμυνας, στρατιωτικά επιτελεία, μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κοινές προμήθειες, στρατιωτικές υποδομές και προγράμματα παραγωγής.

Μπορεί κάποιος να θεωρεί αυτή την εξέλιξη αναγκαία. Δεν είναι όμως πολιτικά ουδέτερη. Μεταβάλλει τις προτεραιότητες της Ευρώπης.

Παράλληλα, η επίκληση εξωτερικού κινδύνου διευκολύνει τις κυβερνήσεις να δικαιολογούν αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες, νέο δημόσιο χρέος ή περιορισμό άλλων δημοσιονομικών επιλογών.

Και αυτό δεν σημαίνει ότι επινοούν την απειλή. Σημαίνει ότι ο φόβος ενός εξωτερικού κινδύνου δημιουργεί πολιτικό χώρο για αποφάσεις που σε διαφορετικές συνθήκες θα συναντούσαν μεγαλύτερη κοινωνική αντίσταση.

Γι' αυτό όσο μεγαλύτερες είναι οι θυσίες που ζητούνται από τους πολίτες, τόσο αυστηρότερη πρέπει να είναι και η απαίτηση τεκμηρίωσής τους.

Μια νέα πολιτική οικονομία

Όταν οι στρατιωτικές δαπάνες παγιώνονται, δημιουργείται ένα ολόκληρο οικοσύστημα: βιομηχανίες, εργοστάσια, εργαζόμενοι, ερευνητικά προγράμματα, κρατικές συμβάσεις, ευρωπαϊκά κονδύλια και στρατιωτικοί μηχανισμοί.

Κάθε τμήμα αυτού του συστήματος αποκτά φυσιολογικά συμφέρον από τη συνέχισή του. Δεν χρειάζεται καμία θεωρία συνωμοσίας. Αρκεί η δυναμική των συμφερόντων.

Και εδώ εμφανίζεται μια κρίσιμη ασυμμετρία. Οι εξοπλισμοί έχουν εργοστάσια, συμβάσεις, προϋπολογισμούς και θέσεις εργασίας. Η αποκλιμάκωση δεν διαθέτει αντίστοιχο οικονομικό οικοσύστημα. Κανένα εργοστάσιο δεν εξαρτάται από την παραγωγή λιγότερων πυραύλων. Καμία μεγάλη σύμβαση δεν υπογράφεται επειδή μειώθηκε η διεθνής ένταση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι επιδιώκεται ο πόλεμος. Σημαίνει όμως ότι, όταν εδραιώνεται μια μόνιμη οικονομία στρατιωτικής προετοιμασίας, η ειρήνη και η αποκλιμάκωση δεν διαθέτουν τα ίδια υλικά κίνητρα.

Το πραγματικό ερώτημα

Το σωστό ερώτημα λοιπόν δεν είναι: «Ποιος κατασκευάζει τη ρωσική απειλή;»

Δεν έχουμε στοιχεία για μια τέτοια απάντηση.

Το σοβαρό ερώτημα είναι διαφορετικό: Ποιοι αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική, πολιτική και θεσμική δύναμη όσο η Ευρώπη οργανώνεται γύρω από μια μακροχρόνια στρατιωτική αντιπαράθεση;

Και ακόμη περισσότερο: Πώς διασφαλίζουμε ότι τα συμφέροντα που δημιουργεί αυτή η νέα πραγματικότητα δεν θα αρχίσουν κάποτε να επηρεάζουν και την πολιτική που τη συντηρεί;

Γιατί στο τέλος κάποιος χρηματοδοτεί ολόκληρο αυτό το οικοδόμημα. Ο πολίτης.

Και εδώ αρχίζει το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας: Τι σημαίνει στην πράξη το 5% του ΑΕΠ; Πόσα δισεκατομμύρια σημαίνει για τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία; Και πόσα για την Ελλάδα, η οποία ήδη διαθέτει μεγάλο μέρος του εθνικού της πλούτου στην άμυνα;Γιατί οι αριθμοί των συνόδων κορυφής ακούγονται αφηρημένοι. Όταν όμως μεταφραστούν σε πραγματικά δισεκατομμύρια, γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της αλλαγής.

-iepomenimera.gr

-iepomenimera.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com