Στή νομική, ἐν γένει, ἐπιστήμη καί εἰδικότερα στούς ἐντεταλμένους
νομοθέτες ἤ δικαστικούς λειτουργούς εἶναι γνωστή καί οἰκεία ἡ ἔκφραση «βάσανος
σκέψης».
Ἡ ἔκφραση αὐτή σημαίνει ὅτι πρός καταρτισμό ἑνός
νομοσχεδίου ἤ πρός ἔκδοση μιᾶς δικαστικῆς ἀπόφασης ἀπαιτεῖται προηγουμένως νά ἔχει
ὑπάρξει ἕνα στάδιο βαθειᾶς καί ἐνδελεχοῦς μελέτης τοῦ ζητήματος πού θά ἔλθει
πρός ψήφιση νόμου ἤ πρός ἔκδοση ἀπόφασης.
«Βάσανος σκέψης» εἰδικότερα, σημαίνει ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος
ὑπεύθυνα ἔχει ἀναλάβει τό ὅλο θέμα, νόμου ἤ ἀπόφασης, θά πρέπει νά ἔχει
βασανίσει τόν νοῦν του, νά ἔχει σκεφθεῖ ἐπισταμένως, νά ἔχει ἑρμηνεύσει καί
μελετήσει τίς αἰτιολογικές ἐκθέσεις τοῦ νόμου, τήν ὑπάρχουσα νομολογία, ἑλληνική
καί ξένη, νά ἔχει προχωρήσει σέ σπουδαία νομική βοήθεια καί νά ἔχει ἀφουγκρασθεῖ
τήν φωνή τῆς συνείδησής του.
Ἔπειτα γιά τήν ἀρτιοτέρα προσέγγιση ἑνός δικαιϊκοῦ
ζητήματος πού ἀπασχολεῖ καί ἀνησυχεῖ τήν κοινωνία δέν εἶναι μειωτικό ἡ ἐπανεξέτασή
του, ἑνός νομικοῦ κεφαλαίου, ὡς ἐν προκειμένου τοῦ Ζ' κεφαλαίου τοῦ Ποινικοῦ
μας Κώδικα, οὔτε τυγχάνει ἀπαξιωτική ἡ διορθωτική κίνηση ἐπαναφορᾶς ἑνός ἤ
περισσοτέρων ἄρθρων νόμου τῆς συντεταγμένης πολιτείας.