ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ
ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 28η Σεπτεμβρίου 2026
(Θεολογική,
πατερική και ποιμαντική προσέγγιση)
Η σύγχρονη κοινωνία χαρακτηρίζεται από έντονη αναζήτηση τρόπων αυτογνωσίας, ψυχικής ανακούφισης και ερμηνείας των τραυματικών εμπειριών του ανθρώπου. Στο πλαίσιο αυτό έχουν αναπτυχθεί ποικίλες ψυχοθεραπευτικές και αυτογνωσιακές πρακτικές, μεταξύ των οποίων συναντάται και η λεγόμενη regression therapy, δηλαδή «θεραπεία παλινδρόμησης».
Ο όρος αυτός, ωστόσο, δεν χρησιμοποιείται
πάντοτε με το ίδιο περιεχόμενο. Μπορεί να αναφέρεται σε τεχνικές που αποσκοπούν
στην αναζήτηση και επεξεργασία βιωμάτων της παιδικής ηλικίας ή άλλων
παλαιότερων γεγονότων της ζωής ενός ανθρώπου. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, η
λεγόμενη past-life regression
επιχειρεί να οδηγήσει το άτομο σε υποτιθέμενες «αναμνήσεις» γεγονότων
που τοποθετούνται πριν από τη γέννησή του ή ακόμη και σε «προηγούμενες ζωές»,
τις λεγόμενες «ανάδρομες ζωές». Και εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η πρακτική
δεν αφορά πλέον μόνο μία μέθοδο ψυχολογικής διερεύνησης. Συνδέεται με μία
συγκεκριμένη μεταφυσική αντίληψη περί ανθρώπου, ψυχής, θανάτου και υπάρξεως, η
οποία σχετίζεται με τη θεωρία της μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσης.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να
αντιμετωπίζει το ζήτημα με θεολογική ακρίβεια, πατερική διάκριση και ποιμαντική
ευαισθησία. Δεν είναι ορθό να ταυτίζεται κάθε μορφή ψυχοθεραπείας με
μεταφυσικές πρακτικές. Εξίσου όμως δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί συμβατή με την
Ορθόδοξη πίστη η διδασκαλία ότι ο άνθρωπος έχει ζήσει προηγούμενες επίγειες
ζωές και μπορεί να τις «ανακαλέσει».
Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας
πήραμε από πρόσφατα δημοσιεύματα, σύμφωνα με τα οποία ζεύγος ιατρών, οι οποίοι
κατηγορούνται για τον θάνατο γνωστού μουσικού είχαν σχέση και με γνωστό
υπνωτιστή και υπνοθεραπευτή, ο οποίος ασκεί «θεραπεία παλινδρόμησης» (regression therapy).
Μάλιστα, σύμφωνα με δημοσιεύματα ο εν λόγω υπνοθεραπευτής ασκεί τον υπνωτισμό
για «θεραπεία» δια των «ανάδρομων ζωών»[1] και
κάνει λόγο για «μετενσάρκωση»[2],
που σημαίνει ότι έχει δώσει στις όποιες θεραπευτικές του πρακτικές και
μεταφυσικό χαρακτήρα.
Θεωρούμε τοιούτου είδους «θεραπείες»
απόλυτα ασύμβατες με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, έχοντας σοβαρές
επιπτώσεις στην πνευματικής μας πορεία και κυρίως στην σωτηρίας μας.
Γι’ αυτό συντάξαμε την ανακοίνωσή μας για
ενημέρωση των πιστών μας. Να ενημερώσουμε για την μοναδικότητα του ανθρωπίνου
προσώπου και για τις νόθες διδασκαλίες, οι οποίες προέρχονται από τα ανατολικά
θρησκεύματα (Ινδουισμός, Βουδισμός, Ζενισμός, κλπ) και έχουν ενταχθεί σε
κυρίαρχες πίστεις του πλέγματος της «Νέας Υδροχοϊκής Εποχής» και του
σύγχρονου Αποκρυφισμού.
Επιγραμματικά να αναφέρουμε πως η δοξασία
περί «μετενσαρκώσεως» ή «μετεμψυχώσεως» είναι κυρίαρχη στα ως άνω
θρησκεύματα και αποτελεί βασική ανθρωπολογική τους θεώρηση.
Σύμφωνα με αυτή, οι ψυχές προϋπάρχουν και
είναι «μέρος» του απρόσωπου θείου. Κατά καιρούς ενσαρκώνονται σε
ανθρώπινα σώματα, για να «εκπληρώσουν το ατομικό τους κάρμα κάποιας
προηγούμενης ζωής τους». Αυτή η διαδικασία είναι ασύλληπτα μακροχρόνια, οι
ψυχές βρίσκονται σε αέναο κύκλο μετενσαρκώσεων (σε διαφορετικά ανθρώπινα
σώματα) ή μετεμψυχώσεων ακόμα σε σώματα ζώων, πτηνών, ακόμα και φυτών, ή
ορυκτών), μέχρι να «εκπληρωθεί το ατομικό τους κάρμα». Η «απαλλαγή»
από αυτόν τον «οδυνηρό κύκλο» επιτυγχάνεται με τις ατομικές δυνάμεις του
κάθε ανθρώπου (π.χ. την γιόγκα, τον διαλογισμό, κλπ.). Και ως «απαλλαγή»
νοείται η εκμηδένιση του «ατομικού εγώ», δηλαδή της ύπαρξής του, με την «βύθιση»
στο απρόσωπο «κενό», το οποίο στον Ινδουισμό είναι το Βράχμα και στον
Βουδισμό το Νιρβάνα.
Αυτή η σοβαρή κακοδοξία αναιρεί την
ψυχοσωματική ενότητα και την μοναδικότητα του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε
τρομερά αδιέξοδα, σε ψευδαισθήσεις «αιώνιας επιβίωσης» και φυσικά τον
απομακρύνει από την Πρόνοια του αληθινού και προσωπικού Τριαδικού Θεού και τους
στερεί την σωτηρία.
Εξυπακούεται ότι το συγκεκριμένο σύστημα
δοξασιών, όχι μόνον είναι αντίθετο με την χριστιανική διδασκαλία, αλλά νοείται
ως σαφή δαιμονική κατάσταση. Και το πλέον τραγικό είναι ότι το υιοθετούν, από
άγνοια, και πολλοί πιστοί.
Ας δούμε ποια είναι η ορθόδοξη διδασκαλία
απέναντι σε αυτές τις σοβαρές και επικίνδυνες κακοδοξίες.
1. Η μοναδικότητα του
ανθρώπινου προσώπου
Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία θεμελιώνεται στη
βιβλική αποκάλυψη ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ»
(Γεν.1,27). Ο άνθρωπος δεν είναι μία απρόσωπη ψυχή η οποία χρησιμοποιεί
διαδοχικά διαφορετικά σώματα. Είναι ενιαίο και ανεπανάληπτο πρόσωπο, του οποίου
η σωματική και ψυχική διάσταση ανήκουν στην ίδια μοναδική ύπαρξη. Στην Ορθόδοξη παράδοση ψυχή και σώμα δεν
αποτελούν δύο ξένες ή εχθρικές πραγματικότητες. Ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική
ενότητα, αποτελείται από σώμα (υλικό στοιχείο) και από την ψυχή (πνευματικό
στοιχείο), αμφότερα ιερά. Αυτό έχει τεράστια σημασία για το ζήτημα της
μετενσάρκωσης.
Εάν ο άνθρωπος είναι ένα μοναδικό πρόσωπο,
τότε η αντίληψη ότι η ίδια ψυχή μπορεί να κατοικήσει διαδοχικά σε διαφορετικά
σώματα δημιουργεί ένα διαφορετικό ανθρωπολογικό σχήμα από εκείνο της Αγίας
Γραφής και της Εκκλησίας.
Ακριβώς γι’ αυτό η χριστιανική ελπίδα δεν
είναι η μετενσάρκωση αλλά η ανάσταση των νεκρών. Το Σύμβολο της Πίστεως
διακηρύσσει: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
Η ομολογία αυτή δεν αποτελεί δευτερεύουσα
λεπτομέρεια της χριστιανικής πίστεως. Αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της. Η
Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι η σωτηρία αφορά ολόκληρο τον άνθρωπο και
ολόκληρη τη δημιουργία. Δεν προσδοκά την αιώνια απελευθέρωση μιας ψυχής από το
σώμα μέσω διαδοχικών ενσαρκώσεων, αλλά την ανάσταση και μεταμόρφωση του
ανθρώπου εν Χριστώ. Η τελική αποκατάσταση, μετά την ανάσταση θα είναι
ψυχοσωματική, δηλαδή θα σωθεί μαζί με την ψυχή και το σώμα και θα αποτελούν πια αιωνίως μια άρρηκτη
ενότητα.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει χαρακτηριστικά: «ἀπόκειται
τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις» (Εβρ.9,27). Η επίγεια
ζωή του ανθρώπου είναι μία. Και ακριβώς επειδή είναι μία, έχει μοναδική και
ανεπανάληπτη αξία.
2. Ανάσταση και
μετενσάρκωση: δύο διαφορετικές αντιλήψεις
Είναι απαραίτητο να διακρίνουμε με σαφήνεια
δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις.
Η χριστιανική πίστη στην ανάσταση δεν είναι
αφηρημένη φιλοσοφική θεωρία. Έχει ως κέντρο της τον Αναστημένο Χριστό. Ο
Χριστός δεν «ξαναγεννήθηκε» σε άλλο σώμα. Αναστήθηκε. Και το σώμα της
Αναστάσεως ήταν πραγματικό. Ο Αναστημένος Κύριος έδειξε στους μαθητές Του τα
σημάδια των παθών και είπε: «Ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα
οὐκ ἔχει» (Λουκ.24,39).
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός,
αναπτύσσοντας τη διδασκαλία της Εκκλησίας, επιμένει ότι η Ανάσταση αφορά στο
σώμα και ότι πρόκειται για την επανασύνδεση ψυχής και σώματος. Διευκρινίζει
μάλιστα ότι δεν πρόκειται για την αντικατάσταση του ανθρώπου από κάποιον άλλο,
αλλά για ανάσταση αυτού του ίδιου σώματος, το οποίο θα μεταβεί από τη φθορά
στην αφθαρσία.
Η πατερική αυτή διδασκαλία βρίσκεται στον
αντίποδα της ιδέας ότι η ψυχή εγκαταλείπει οριστικά ένα σώμα και εισέρχεται σε
ένα άλλο.
Αντίθετα, η μετενσάρκωση
υποστηρίζει, σε διάφορες εκδοχές της, ότι η ψυχή ή κάποια μορφή προσωπικής
υπάρξεως εισέρχεται μετά τον θάνατο σε νέο σώμα και συνεχίζει έναν νέο επίγειο
βίο. Η χριστιανική ανάσταση, αντιθέτως, ομολογεί ότι ο ίδιος ο άνθρωπος, ως
ενιαίο πρόσωπο, ανασταίνεται διά της δυνάμεως του Θεού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αντιπαράθεση
της αρχαίας Εκκλησίας με φιλοσοφικές και θρησκευτικές αντιλήψεις που θεωρούσαν
το σώμα κατώτερο ή προσωρινό ένδυμα της ψυχής. Η χριστιανική πίστη δεν βλέπει
το σώμα ως φυλακή από την οποία πρέπει να απελευθερωθεί η ψυχή. Ο ίδιος ο Υιός
του Θεού προσέλαβε πραγματική ανθρώπινη σάρκα. Η Ενανθρώπηση αποτελεί, συνεπώς,
θεμελιώδη επιβεβαίωση της αξίας του σώματος και της υλικής δημιουργίας.
Το πρότυπο της χριστιανικής πίστεως είναι ο
ίδιος ο Χριστός. Ο Χριστός δεν μετενσαρκώθηκε. Αναστήθηκε. Η Ανάστασή Του
αποτελεί «ἀπαρχή» της αναστάσεως της ανθρωπότητας: «νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται
ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων» (Α΄ Κορ.15,20). Όπως Εκείνος αναστήθηκε
ψυχοσωματικά, έτσι θα αναστηθούμε και εμείς «εν Χριστώ» (Β΄Θεσ.4,16).
Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί την πραγματική
Ανάσταση του Χριστού κέντρο της πίστεως και θεμέλιο της ελπίδας του ανθρώπου.
Επομένως, η θεωρία των διαδοχικών επίγειων ζωών δεν μπορεί να ενσωματωθεί στην
ορθόδοξη διδασκαλία χωρίς να αλλοιωθεί ουσιωδώς το χριστιανικό μήνυμα περί
ανθρώπου, θανάτου, σωτηρίας και Αναστάσεως.
3. Η πατερική αντιμετώπιση
της μετεμψυχώσεως
Η απόρριψη της μετεμψυχώσεως δεν αποτελεί
σύγχρονη αντίδραση της Εκκλησίας σε ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο, όπως έχει
διαδοθεί και επικρατήσει εν πολλοίς παγκοσμίως. Η πατερική παράδοση έχει ήδη
αντιμετωπίσει τη σχετική αντίληψη.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η θεολογική
κριτική του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, ο οποίος πραγματεύεται εκτενώς τη
θεωρία της μετεμψυχώσεως και της προϋπάρξεως των ψυχών. Στα έργα του «Περὶ
ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως και Πρὸς τοὺς λέγοντας προϋφεστάναι τὰς ψυχὰς τῶν σωμάτων»,
ο Γρηγόριος ασκεί ανθρωπολογική και θεολογική κριτική στις σχετικές αντιλήψεις[3].
Ανάλογη κριτική συναντάται στον Μέγα
Βασίλειο[4],
στον Γρηγόριο τον Θεολόγο[5] και
στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο[6]. Η
σχετική πατερική γραμματεία αντιμετωπίζει τη μετεμψύχωση ως αντίληψη ξένη προς
τη χριστιανική διδασκαλία περί δημιουργίας, ανθρώπου, σώματος και αναστάσεως.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η σκέψη του
Γρηγορίου Νύσσης ότι η θεωρία της μετεμψυχώσεως συγχέει τις διαφορετικές
φύσεις των όντων και δεν ανταποκρίνεται στην ιδιαίτερη αξία και ταυτότητα του
ανθρώπινου προσώπου.
4. Η προΰπαρξη των ψυχών και
η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος
Χρειάζεται εδώ μία σημαντική
ιστορικοθεολογική διευκρίνιση. Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στην
Κωνσταντινούπολη το 553, αντιμετώπισε και ωριγενιστικές διδασκαλίες σχετικές με
την προΰπαρξη των ψυχών. Στην εκκλησιαστική παράδοση η διδασκαλία αυτή δεν
έγινε αποδεκτή ως ορθόδοξη. Η ίδια η ορθόδοξη συνοδική παράδοση διαφύλαξε έτσι
την αντίληψη ότι οι ανθρώπινες ψυχές δεν είναι προϋπάρχουσες πνευματικές
υπάρξεις οι οποίες εισέρχονται μεταγενέστερα στα σώματα, αλλά δημιουργούνται «εξ
άκρας συλλήψεως», το σώμα και η ψυχή δημιουργείται την στιγμή που αρχίζει η
ζωή στην μήτρα της μητέρας. Τα αναθεματιστικά κείμενα που συνδέονται με την
ωριγενιστική κρίση απορρίπτουν ρητά την αντίληψη περί προϋπάρξεως των
ανθρωπίνων ψυχών.
Ωστόσο, για λόγους θεολογικής ακρίβειας,
δεν πρέπει να διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος «καταδίκασε
τη regression therapy».
Πρόκειται για αναχρονιστική διατύπωση. Η σύγχρονη regression therapy
είναι διαφορετικό και πολύ μεταγενέστερο φαινόμενο.
Η ορθότερη διατύπωση είναι ότι η Εκκλησία
έχει ήδη απορρίψει τις θεολογικές προϋποθέσεις της προϋπάρξεως των ψυχών και
της μετεμψυχώσεως, ενώ η σύγχρονη πρακτική της past-life regression, όταν στηρίζεται σε αυτές τις αντιλήψεις,
έρχεται σε αντίθεση με την ορθόδοξη ανθρωπολογία.
5. Τι σημαίνει η «ανάμνηση
προηγούμενης ζωής»; Ποια η θέση της Επιστήμης;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο
της σύγχρονης συζητήσεως. Σύγχρονη
έρευνα για την ύπνωση και τη μνήμη: η ανάκληση υπό ύπνωση δεν αποτελεί από μόνη
της εγγύηση ιστορικής ακρίβειας και απαιτεί ιδιαίτερη επιστημονική προσοχή.
Ένας άνθρωπος μπορεί πράγματι να βιώσει
κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας έντονες εικόνες, συναισθήματα, αφηγήσεις ή
αισθήσεις οικειότητας. Το γεγονός ότι το βίωμα είναι έντονο και υποκειμενικά
απολύτως αληθινό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι αποτελεί ιστορική ανάμνηση.
Χρειάζεται, επομένως, να διακρίνουμε: το βίωμα από την ερμηνεία του βιώματος.
Κάποιος μπορεί ειλικρινά να πει: «Είδα
αυτή την εικόνα». Αυτό όμως δεν συνεπάγεται αυτομάτως: «Επομένως, έζησα
πραγματικά σε προηγούμενη εποχή».
Η σύγχρονη μελέτη της μνήμης έχει δείξει
ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί ως αλάνθαστο αρχείο του παρελθόντος.
Ειδικά σε συνθήκες ύπνωσης ή αυξημένης υποβολής, υπάρχει κίνδυνος η ανάκληση να
επηρεασθεί από προσδοκίες, υποδείξεις και άλλους παράγοντες.
Η American Psychological Association
επισημαίνει ότι οι αναμνήσεις που ανακαλούνται υπό ύπνωση δεν πρέπει να
θεωρούνται αυτομάτως ακριβείς ή ιστορικά αξιόπιστες. Αυτό σημαίνει ότι η ένταση
ενός βιώματος δεν αρκεί για να αποδειχθεί η ιστορική πραγματικότητα του
γεγονότος που το άτομο θεωρεί ότι θυμάται.
Η παρατήρηση αυτή δεν αποτελεί θεολογικό
επιχείρημα εναντίον της regression therapy.
Αποτελεί ζήτημα που αφορά στην ίδια τη φύση της ανθρώπινης μνήμης και πρέπει να
λαμβάνεται σοβαρά υπόψη σε κάθε υπεύθυνη ψυχοθεραπευτική πρακτική.
Επίσης, «Σύμφωνα με τη Mayo Clinic, η ύπνωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί
συμπληρωματικά σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για τη διαχείριση του πόνου, του
άγχους και του στρες, αλλά και σε συγκεκριμένες συμπεριφορικές παρεμβάσεις.
Ωστόσο, οι επαγγελματίες υγείας συχνά προτείνουν άλλες θεραπείες, όπως η
γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, πριν από την ύπνωση ή σε συνδυασμό με αυτήν. Η
ίδια ιατρική πηγή προειδοποιεί ότι η ύπνωση δεν είναι κατάλληλη για όλους και
ότι μπορεί να προκαλέσει, έστω σπάνια, ανεπιθύμητες αντιδράσεις όπως ζάλη,
πονοκέφαλο, ναυτία, έντονη υπνηλία, άγχος ή προβλήματα ύπνου. Ιδιαίτερη προσοχή
χρειάζεται όταν κάποιος χρησιμοποιεί την ύπνωση για να «δουλέψει» πάνω σε
τραυματικές ή ιδιαίτερα στρεσογόνες εμπειρίες του παρελθόντος, καθώς αυτό
μπορεί να προκαλέσει έντονη συναισθηματική αντίδραση»[7].
Και «Η ίδια η ιατρική βιβλιογραφία δείχνει ότι η υπνοθεραπεία δεν μπορεί να
αντιμετωπίζεται ως πανάκεια. Όπου υπάρχει πραγματικό ιατρικό πρόβλημα, η
διάγνωση, η παρακολούθηση και η θεραπεία παραμένουν υπόθεση των κατάλληλα
αδειοδοτημένων επαγγελματιών υγείας. Και αυτή ακριβώς η διάκριση αποκτά
ιδιαίτερη σημασία όταν η υπνοθεραπεία εμφανίζεται δίπλα σε σοβαρές ιατρικές
καταστάσεις και όχι απλώς ως μια συμπληρωματική πρακτική χαλάρωσης ή
διαχείρισης συμπτωμάτων»[8].
6. Η διάκριση μεταξύ
ψυχοθεραπείας και μεταφυσικής
Η Εκκλησία δεν έχει λόγο να απορρίψει
συλλήβδην την ψυχοθεραπεία, όταν αυτή λειτουργεί με τους κανόνες της ιατρικής
επιστήμης. Ο άνθρωπος μπορεί να υποφέρει από άγχος, τραυματικές εμπειρίες,
πένθος, φοβίες, καταθλιπτικά συμπτώματα ή άλλες ψυχικές δυσκολίες και είναι
απολύτως θεμιτό να ζητήσει βοήθεια από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία
ψυχικής υγείας. Απορρίπτει ανορθόδοξες πρακτικές και κυρίως όσες έχουν «μεταφυσικό»
χαρακτήρα, δηλαδή αποκρυφιστικό.
Η Ορθόδοξη ποιμαντική δεν απαιτεί από τον
άνθρωπο να επιλέξει μεταξύ πίστεως και επιστήμης. Χρειάζεται όμως να γίνεται
διάκριση ανάμεσα: στην επιστημονική ψυχοθεραπεία και στη μεταφυσική θεωρία,
στην επεξεργασία ενός πραγματικού τραυματικού βιώματος και στην αναζήτηση
μιας υποτιθέμενης προηγούμενης ζωής,
στην ψυχολογική ερμηνεία και στη θρησκευτική διδασκαλία, στη μνήμη και
στην υποβολή, στην ψυχική θεραπεία και στη θεωρία της μετενσάρκωσης.
Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη διότι μία
πρακτική μπορεί να παρουσιάζεται με θεραπευτική ορολογία, ενώ παράλληλα να
ενσωματώνει μία συγκεκριμένη μεταφυσική αντίληψη.
7. Η ασυμβατότητα της
μετενσάρκωσης με τη χριστιανική διδασκαλία
Η θεωρία της μετενσάρκωσης διαφοροποιείται
από την ορθόδοξη πίστη σε πολλά θεμελιώδη σημεία.
α) Ως προς τη ζωή. Η
Ορθοδοξία θεωρεί την επίγεια ζωή μοναδική και ανεπανάληπτη. Η μετενσάρκωση την
εντάσσει σε μία ακολουθία διαδοχικών ζωών.
β) Ως προς τον θάνατο.
Για την Εκκλησία ο θάνατος είναι ο έσχατος εχθρός που νικήθηκε διά της
Αναστάσεως του Χριστού. Δεν είναι απλώς μία μετάβαση σε μία νέα επίγεια
ενσάρκωση.
γ) Ως προς τη σωτηρία.
Η σωτηρία είναι δωρεά της χάριτος του Θεού και κοινωνία με τον Χριστό. Δεν
αποτελεί αποτέλεσμα ενός απρόσωπου μηχανισμού «καρμικής» ανταποδόσεως.
δ) Ως προς το σώμα.
Το σώμα δεν είναι προσωρινό περίβλημα το οποίο η ψυχή αποβάλλει και
αντικαθιστά. Η χριστιανική πίστη προσδοκά την ανάσταση του ανθρώπου. Η ορθόδοξη
διδασκαλία υπογραμμίζει ότι η σωτηρία δεν αφορά μόνο μία αφηρημένη «πνευματική»
πραγματικότητα, αλλά ολόκληρο τον άνθρωπο και την κτίση.
ε) Ως προς την ενοχή και
τη μετάνοια. Η χριστιανική μετάνοια αφορά την πραγματική ζωή του ανθρώπου
ενώπιον του Θεού. Δεν στηρίζεται στην αναζήτηση υποτιθέμενων αμαρτημάτων που
διαπράχθηκαν σε μία προηγούμενη ενσάρκωση.
8. Η ορθόδοξη έννοια της
θεραπείας
Η Εκκλησία χρησιμοποιεί από την αρχαιότητα
τη γλώσσα της θεραπείας. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη θεραπείας επειδή έχει
τραυματισθεί η σχέση του με τον Θεό, με τον συνάνθρωπο και με τον ίδιο του τον
εαυτό.
Η θεραπεία αυτή δεν συνίσταται στην
ανακάλυψη μιας «προηγούμενης ζωής». Συνδέεται με τη μετάνοια, την
άσκηση, την προσευχή, τη συγχώρηση, τη μυστηριακή ζωή και κυρίως με την
κοινωνία του ανθρώπου με τον Χριστό.
Η λέξη μετάνοια έχει εδώ ιδιαίτερη σημασία.
Δεν σημαίνει μία ψυχολογική επιστροφή στο παρελθόν για την ανακάλυψη κρυμμένων
ενσαρκώσεων. Σημαίνει αλλαγή του νου και του προσανατολισμού ολόκληρης της
υπάρξεως. Ο άνθρωπος δεν καλείται να επιστρέψει σε μία υποτιθέμενη προηγούμενη
ζωή. Καλείται να επιστρέψει στον Θεό.
9. Η ανάγκη της πνευματικής
διακρίσεως
Η Ορθόδοξη Παράδοση γνωρίζει ότι ο άνθρωπος
δεν πρέπει να αποδίδει αυτομάτως θεϊκή ή υπερφυσική προέλευση σε κάθε εσωτερικό
βίωμα. Και γι’ αυτό ο Απόστολος Ιωάννης προτρέπει: «Μὴ παντὶ πνεύματι
πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν» (Α΄ Ιωάν.4,1).
Η προτροπή αυτή αποτελεί θεμελιώδη αρχή
πνευματικής διακρίσεως. Δεν σημαίνει καχυποψία απέναντι σε κάθε ψυχολογική
εμπειρία. Σημαίνει ότι ο χριστιανός δεν πρέπει να μετατρέπει κάθε εσωτερική
εικόνα σε αποκάλυψη ούτε κάθε έντονο βίωμα σε μεταφυσική βεβαιότητα.
Ακριβώς εδώ συναντώνται η πατερική
διάκριση και η σύγχρονη επιστημονική προσοχή απέναντι στη μνήμη και στην
υποβολή.
10. Γιατί η μετενσάρκωση
ασκεί τόσο μεγάλη γοητεία;
Το ερώτημα δεν είναι μόνο «είναι αληθινή
η μετενσάρκωση;». Είναι και: Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος την έχει ανάγκη;
Σε αρκετές περιπτώσεις, η ιδέα της
μετενσάρκωσης φαίνεται να προσφέρει μια απάντηση στο πρόβλημα της αδικίας: εάν
κάποιος υποφέρει σήμερα, ίσως αυτό να οφείλεται σε πράξεις μιας προηγούμενης
ζωής. Σε άλλες περιπτώσεις προσφέρει την ελπίδα ότι ο άνθρωπος θα έχει
αμέτρητες ευκαιρίες για να διορθωθεί.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία προτείνει μια
διαφορετική απάντηση. Δεν λέει στον άνθρωπο: «Θα έχεις άλλη μία ζωή».
Του λέει: «Ο Θεός σε συναντά τώρα και σου προσφέρει αιώνια ζωή, εφόσον Τον
εμπιστευτείς».
Η μετάνοια δεν αναβάλλεται για μια
υποτιθέμενη επόμενη ενσάρκωση. Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος,
ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ.6,2).
Η χριστιανική ζωή είναι μοναδική ακριβώς
επειδή είναι πολύτιμη. Κάθε στιγμή μπορεί να γίνει στιγμή μετανοίας, αγάπης,
συγχωρήσεως και κοινωνίας με τον Θεό.
11. Η Εκκλησία δεν αρνείται
το μυστήριο — το φωτίζει
Υπάρχει ένας ακόμη κίνδυνος. Όταν ο
άνθρωπος αντιμετωπίζει το μυστήριο του θανάτου, μπορεί να αναζητήσει εύκολες
εξηγήσεις. Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως δεν φοβάται το μυστήριο. Δεν ισχυρίζεται
ότι γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια για το τι συμβαίνει μετά τον θάνατο. Γνωρίζει,
όμως, εκείνο που ο Θεός έχει αποκαλύψει: ότι ο θάνατος δεν είναι ο τελευταίος
λόγος, ότι ο Χριστός ανέστη, ότι ο άνθρωπος δεν χάνεται, ότι υπάρχει Ανάσταση
νεκρών, και ότι η ιστορία της ανθρωπότητας οδηγείται προς τη Βασιλεία του Θεού.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζει την
ορθόδοξη πίστη στην Ανάσταση υπογραμμίζοντας ότι το ίδιο το σώμα που υπέστη τη
φθορά θα αναστηθεί άφθαρτο.
Αυτή είναι η ελπίδα της Εκκλησίας. Όχι η
επανεκκίνηση ενός κύκλου υπάρξεων. Αλλά η νίκη επί του θανάτου.
12. Από την «ανάμνηση
προηγούμενων ζωών» στη μνήμη του Θεού
Ίσως το βαθύτερο ποιμαντικό μήνυμα
βρίσκεται εδώ. Ο άνθρωπος συχνά αναζητά να μάθει ποιος «ήταν» σε μια
άλλη ζωή.
Η Εκκλησία τον καλεί να ανακαλύψει ποιος
είναι εν Χριστώ. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει ή να αγνοεί πολλά για το
παρελθόν του. Υπάρχει όμως μία γνώση που υπερβαίνει όλες τις άλλες: ότι είναι
δημιούργημα του Θεού, ότι αγαπάται από τον Θεό, ότι καλείται σε κοινωνία με τον
Θεό, ότι ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, ότι ο θάνατος δεν έχει τον
τελευταίο λόγο, και ότι ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι ένας ατέρμονος
κύκλος επανενσαρκώσεων αλλά η κοινωνία με τον Δημιουργό του.
13. Μία σημαντική ποιμαντική
διάκριση
Η Εκκλησία οφείλει να αντιμετωπίζει με
σεβασμό τον άνθρωπο που έχει συμμετάσχει σε μία τέτοια πρακτική. Δεν είναι
ποιμαντικά ωφέλιμο να αντιμετωπίζεται ως «ένοχος» ή να χλευάζεται επειδή
αναζήτησε βοήθεια. Πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν σε τέτοιες πρακτικές επειδή
πονούν, φοβούνται, αναζητούν νόημα ή προσπαθούν να κατανοήσουν δύσκολες
εμπειρίες της ζωής τους. Και το χειρότερο: επειδή κάποιοι απογοητεύτηκαν από
λαθεμένη αντιμετώπιση από μέρους κάποιων εκκλησιαστικών παραγόντων (κληρικών,
πνευματικών θεολόγων, κατηχητών, κλπ.).
Η ποιμαντική στάση της Εκκλησίας πρέπει να
είναι θεραπευτική και όχι τιμωρητική. Οφείλει να ακούσει τον άνθρωπο, να
σεβαστεί το πραγματικό του βίωμα και ταυτόχρονα να τον βοηθήσει να διακρίνει
την ερμηνεία που δόθηκε σε αυτό από την αλήθεια της Ορθοδόξου πίστεως.
14. Συμπέρασμα
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, έχοντας ως θεμέλιο
την Αγία Γραφή, το Σύμβολο της Πίστεως, την πατερική παράδοση και τη συνοδική
της συνείδηση, δεν αποδέχεται τη θεωρία της μετενσάρκωσης ή της μετεμψυχώσεως,
την οποία θεωρεί ως εντελώς ασύμβατη με την διδασκαλία της.
Η πατερική παράδοση έχει ασκήσει εκτενή
κριτική στις σχετικές αντιλήψεις, ενώ η εκκλησιαστική παράδοση απέρριψε και τη
διδασκαλία περί προϋπάρξεως των ανθρωπίνων ψυχών.
Παράλληλα, η Εκκλησία δεν πρέπει να συγχέει
την επιστημονική ψυχοθεραπεία με τη μεταφυσική διδασκαλία της μετενσάρκωσης.
Εάν μία μορφή regression therapy χρησιμοποιείται ως ψυχοθεραπευτική μέθοδος για
την επεξεργασία πραγματικών βιωμάτων του παρελθόντος, το ζήτημα απαιτεί
επιστημονική αξιολόγηση και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί συλλήβδην ως «αντιχριστιανικό».
Εάν όμως η πρακτική παρουσιάζει ως
πραγματικές «αναμνήσεις προηγούμενων ζωών» τις εμπειρίες που προκύπτουν
κατά τη διάρκειά της, τις δίνει μεταφυσική διάσταση και τις εντάσσει σε μία
διδασκαλία περί μετενσάρκωσης, τότε η θεολογική θέση της Εκκλησίας είναι σαφής:
η αντίληψη αυτή δεν συμφωνεί με την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη.
Ο άνθρωπος δεν είναι μία ψυχή που
περιπλανιέται από σώμα σε σώμα. Είναι μοναδικό πρόσωπο, πλασμένο από τον Θεό,
αγαπημένο από τον Θεό και προορισμένο για κοινωνία με τον Θεό. Υπάρχει και
πορεύεται στη ζωή χάρις στις Άκτιστες Ενέργειες του Θεού και την αέναη Πρόνοιά
Του για τον καθένα.
Δεν χρειάζεται να ανακαλύψει ποιος
υποτίθεται ότι ήταν σε μία άλλη ζωή. Χρειάζεται να γνωρίσει ποιος είναι ενώπιον
του Θεού σήμερα. Δεν χρειάζεται να επιστρέψει σε μία υποτιθέμενη προηγούμενη
ενσάρκωση. Χρειάζεται να επιστρέψει στον Θεό διά της μετανοίας. Δεν προσδοκά
μία νέα γέννηση σε έναν άλλο επίγειο βίο.
Προσδοκά, σύμφωνα με το Σύμβολο της
Πίστεως, «ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Αυτή είναι η
χριστιανική ελπίδα. Αυτή είναι η ορθόδοξη απάντηση απέναντι στη μετενσάρκωση.
Και αυτή είναι η ποιμαντική πρόσκληση της
Εκκλησίας προς κάθε άνθρωπο που αναζητεί θεραπεία, νόημα και αλήθεια: όχι να
εγκλωβισθεί σε μία ατέρμονη αναζήτηση υποτιθέμενων προηγούμενων ζωών, αλλά να
ανακαλύψει μέσα στη σχέση του με τον Χριστό την οδό της μετανοίας, της
θεραπείας, της ελευθερίας και της Αναστάσεως.
Κλείνοντας την ανακοίνωσή μας, καλούμε
τους αγαπητούς μας αδελφούς χριστιανούς να μην ενδίδουν σε δοξασίες, οι οποίες
φαίνονται ελκυστικές και δίνουν την ψευδαίσθηση της επίλυσης σοβαρών υπαρξιακών
αποριών μας, όσον αφορά την ύπαρξη μας, τον σκοπό της ζωής μας, τον τελικό
προορισμό μας. Και τούτο διότι καραδοκούν οι διάφοροι να μας οδηγήσουν σε
υιοθέτηση λαθεμένων αντιλήψεων, οι οποίες συχνά έχουν πολύ σοβαρές συνέπειες
στην πνευματική μας πορεία και πρόοδο και εν τέλει στην ίδια την σωτηρία μας.
Απάντηση στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματά
μας και μάλιστα ρεαλιστική και πειστική, δίνει η Αγία μας Εκκλησία, η Οποία
είναι η ταμειούχος του αδιάψευστου λόγου του Θεού και της χάριτός Του. Σε αυτή
θα πρέπει να καταφεύγουμε για ασφαλή απάντηση των όποιων αποριών μας και να
επιζητούμε με ταπείνωση τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος, το Οποίο βρίσκεται
στην Εκκλησία και την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,17). Όταν
μετέχουμε αυτής της αλήθειας με ταπείνωση και πίστη, δεν σφάλουμε.
Στην Αγία μας Εκκλησία και πουθενά αλλού
δεν θα ακούσουμε το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα, την πιο χαρμόσυνη διαβεβαίωση του
Κυρίου και Λυτρωτή μας Χριστού: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή· ο πιστεύων
εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ, ου μη
αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν.11,25-26) και «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν
λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν
οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Ιωάν.5,24).
Ουδεμία λοιπόν ανθρώπινη δοξασία, όσο και
αν εμφανίζεται ελκυστική, δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτές τις θείες
διαβεβαιώσεις, την ελπίδα, την ασφάλεια και την χαρά από την ψυχή μας, οι
οποίες αποτελούν μέρος από τον καρπό του Αγίου Πνεύματος, που είναι «ἀγάπη,
χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια»
(Γαλ.5,22). Κανένας δεν θα δυνηθεί να μας πάρει αυτούς τους θείους καρπούς,
εκτός και αν τους απεμπολήσουμε εμείς και προτιμήσουμε τις απαισιόδοξες
δοξασίες, τις ανορθόδοξες πρακτικές και
ακολουθήσουμε τις άδηλες και αδιέξοδες ατραπούς του σύγχρονου
αποκρυφισμού.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων
και Παραθρησκειών
[2] «Μου έλεγε
πως ο πατέρας μου μπορεί να έχει μετενσαρκωθεί σε μένα, επειδή πέθανε στα χέρια
μου όταν ήμουν μικρή». https://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/esoteriki-asfaleia/proin-pelatissa-tou-ypnotherapeyti-mou-elege-oti-o-pateras-mou-mporei-na-exei-metensarkothei-se-mena/
[3] Γρηγόριος
Νύσσης, Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, ιδίως 88–101, και Πρὸς τοὺς λέγοντας
προϋφεστάναι τὰς ψυχὰς τῶν σωμάτων, 28–29.
[4] Μέγας
Βασίλειος, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Ἑξαήμερον, Η΄, 2, όπου αντιμετωπίζονται σχετικές
αντιλήψεις περί μετεμψυχώσεως.
[5] Γρηγόριος ὁ
Θεολόγος, Λόγος ΚΖ΄, 10, σχετικά με την απόρριψη της μετεμψυχώσεως.
[6] Ιωάννης
Χρυσόστομος, Εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, Β΄, 5· Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον,
ΞϚ΄, 3· Εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους, ΙΑ΄, 3
[8] Όπου ανωτέρω
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου