Όσιος Συμεών ο Στυλίτης
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
«Η Εκκλησία την 1η Σεπτεμβρίου εορτάζει έναν από τους πιο παράξενους Αγίους
της. Τον Όσιο Συμεών τον Στυλίτη. Έναν άνθρωπο που πέρασε δεκαετίες επάνω σε
έναν στύλο, εκτεθειμένος στον ήλιο, στον άνεμο, στο κρύο και στη βροχή. Και
εύλογα ο σημερινός άνθρωπος απορεί. «Μα καλά, αυτό ήταν αγιότητα;» Όχι, βρε
παιδιά. Ο Συμεών δεν αγίασε επειδή ανέβηκε στον στύλο. Αγίασε επειδή εκεί επάνω
κατέβασε τον εαυτό του. Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο.
Γεννήθηκε στα τέλη του τέταρτου αιώνα, στην περιοχή της Συρίας, από απλή οικογένεια. Παιδί ακόμη έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του. Δεν γνώριζε μεγάλες θεολογικές συζητήσεις. Γνώριζε όμως τη σιωπή, την εργασία και εκείνη την εσωτερική πτωχεία που αφήνει χώρο στον Θεό. Μια ημέρα μπήκε σε έναν ναό και άκουσε τους Μακαρισμούς. «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι». «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ». «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες». Ρώτησε τότε πώς μπορεί ένας άνθρωπος να φθάσει σε αυτή τη ζωή. Του μίλησαν για την άσκηση και τον μοναχισμό. Και ένας λόγος του Ευαγγελίου έγινε ξαφνικά ολόκληρη η βιογραφία του. Έτσι εργάζεται πολλές φορές ο Θεός. Δεν αλλάζει πρώτα τις περιστάσεις της ζωής μας. Αλλάζει το κέντρο της.
Ο νεαρός Συμεών πήγε σε μοναστήρι και παραδόθηκε στην άσκηση με φοβερή ορμή. Νήστευε, αγρυπνούσε, προσευχόταν και πίεζε τον εαυτό του πέρα από τα συνηθισμένα ανθρώπινα μέτρα. Τόσο αυστηρή έγινε η άσκησή του, ώστε ανησύχησαν ακόμη και έμπειροι μοναχοί. Εδώ χρειάζεται μεγάλη διάκριση. Η Εκκλησία δεν μας δίνει τους βίους των Αγίων ως εγχειρίδια προς κατά γράμμα αντιγραφή. Δεν μας λέει να κάνουμε ό,τι έκανε ο Συμεών. Μας αποκαλύπτει μέχρι πού μπορεί να φθάσει η ανθρώπινη δίψα για τον Θεό. Η άσκηση δεν είναι τιμωρία του σώματος. Είναι απελευθέρωση ολόκληρου του ανθρώπου από ό,τι διεκδικεί να γίνει θεός στη θέση του Θεού. Το σώμα δεν είναι εχθρός. Είναι κτίσμα που θα αναστηθεί. Τα πάθη είναι εκείνα που ζητούν θεραπεία, ώστε η επιθυμία να ξαναβρεί τον αληθινό προσανατολισμό της.
Ο Συμεών αναζήτησε μεγαλύτερη ησυχία. Έφυγε, κλείστηκε για ένα διάστημα σε
μικρό κελί και αργότερα αποσύρθηκε σε ερημικότερο τόπο. Ήθελε να μείνει μόνος
με τον Θεό. Και τότε άρχισε να συμβαίνει κάτι που μοιάζει σχεδόν με θεϊκό
αστείο. Όσο περισσότερο ο Συμεών έφευγε από τους ανθρώπους, τόσο περισσότερο οι
άνθρωποι τον αναζητούσαν. Έρχονταν άρρωστοι, φτωχοί, απελπισμένοι και
αδικημένοι. Άλλοι ζητούσαν θεραπεία και άλλοι έναν λόγο. Άλλοι ήθελαν απλώς να
ακουμπήσουν κάπου τον πόνο τους. Ο Συμεών ζητούσε έρημο και ο Θεός τού έστελνε
ολόκληρη την οικουμένη. Γιατί η αληθινή ησυχία δεν είναι άρνηση της σχέσεως.
Είναι η κάθαρση της καρδιάς, ώστε να μπορείς επιτέλους να αγαπήσεις τον άλλον
χωρίς να τον χρησιμοποιείς.
Για να προστατεύσει την ησυχία του, ο Συμεών ανέβηκε κάποτε σε έναν στύλο.
Αργότερα σε υψηλότερο. Και εκεί έμελλε να παραμείνει επί δεκαετίες. Από αυτή
την ακραία μορφή ασκήσεως γεννήθηκε η μεγάλη παράδοση των Στυλιτών. Αλλά ο
στύλος του Συμεών δεν ήταν θρόνος. Ήταν τόπος εκούσιας στερήσεως και σταυρικής
ακινησίας. Δεν ανέβηκε για να βρίσκεται πάνω από τους ανθρώπους. Ανέβηκε για να
μάθει ότι βρίσκεται κάτω από τον Θεό. Εξωτερικά υψωνόταν και εσωτερικά
κατέβαινε. Αυτή είναι όλη η γεωμετρία της αγιότητας. Ο κόσμος ανεβαίνει για να
γίνει μεγάλος. Ο Άγιος κατεβαίνει για να χωρέσει μέσα του ο Μεγάλος.
Εκεί επάνω προσευχόταν αδιάκοπα. Έκανε αμέτρητες μετάνοιες. Το σώμα του
έφερε βαθιά τα σημάδια της ασκήσεως. Οι εποχές άλλαζαν και εκείνος παρέμενε.
Όμως η ακινησία του δεν ήταν αδράνεια. Ήταν μια παράξενη εγρήγορση ολόκληρης
της υπάρξεως ενώπιον του Θεού. Ο Συμεών είχε περιορίσει δραματικά τον εξωτερικό
του χώρο, αλλά είχε διευρύνει απέραντα τον εσωτερικό. Αυτό κάνει η Χάρη. Δεν
κάνει τον άνθρωπο λιγότερο άνθρωπο. Τον ελευθερώνει από τη στενότητα του εαυτού
του.
Και τότε η έρημος γέμισε κόσμο. Κάτω από τον στύλο συγκεντρώνονταν άνθρωποι
διαφορετικών λαών, κοινωνικών τάξεων και θρησκευτικών καταβολών. Έρχονταν
φτωχοί και άρχοντες, χριστιανοί και ειδωλολάτρες, ασθενείς και άνθρωποι
συντετριμμένοι. Ο Συμεών διέκοπτε την άσκησή του για να τους ακούσει. Δίδασκε,
συμβούλευε, συμφιλίωνε ανθρώπους και μεσολαβούσε υπέρ αδικημένων. Έλεγχε ακόμη
και τους ισχυρούς όταν καταπίεζαν τους φτωχούς. Και εδώ ο βίος του ανατρέπει
μια μεγάλη παρεξήγηση. Η φυγή από τον κόσμο δεν σημαίνει εγκατάλειψη του
κόσμου. Σημαίνει άρνηση να αγαπήσεις τον κόσμο με τους όρους του κόσμου.
Γι’ αυτό ο ασκητής που δεν είχε σχεδόν τίποτε έγινε άνθρωπος στον οποίο
κατέφευγαν χιλιάδες. Εκείνος που εγκατέλειψε την κοινωνική ισχύ απέκτησε
πνευματική παρρησία απέναντι ακόμη και σε αυτοκράτορες. Δεν είχε στρατό, αξίωμα
ή περιουσία. Είχε όμως εκείνη την ελευθερία που γεννιέται όταν δεν περιμένεις
πλέον τίποτε από την εξουσία. Οι ισχυροί μπορούσαν να του αφαιρέσουν πολλά. Δεν
μπορούσαν να του αφαιρέσουν τίποτε που εκείνος θεωρούσε δικό του. Αυτός είναι ο
φοβερότερος άνθρωπος για κάθε κοσμική εξουσία. Εκείνος που δεν χρειάζεται
τίποτε από αυτήν.
Η φήμη του απλώθηκε μακριά και οι διηγήσεις του βίου του μιλούν για
θεραπείες και θαυμαστά σημεία. Ο Συμεών όμως αρνιόταν να οικειοποιηθεί τη Χάρη.
Όταν οι άνθρωποι απέδιδαν δύναμη στο χέρι του, εκείνος τούς παρέπεμπε στον Θεό.
Και εδώ φανερώνεται η μεγάλη διαφορά της αγιότητας από τη μαγεία. Η μαγεία
υπόσχεται στον άνθρωπο κατοχή δυνάμεως. Η αγιότητα αρχίζει όταν ο άνθρωπος
παύει να θέλει να κατέχει ακόμη και τα δώρα του Θεού. Ο Άγιος δεν έχει τη Χάρη.
Η Χάρη έχει τον Άγιο.
Αυτό είναι και το μυστήριο της θεώσεως. Ο άνθρωπος δεν μεταβάλλεται σε Θεό
κατά φύσιν ούτε εξαφανίζεται μέσα στο θείο. Παραμένει πλήρως άνθρωπος και
γίνεται, κατά Χάριν, κοινωνός της θείας ζωής. Το κτιστό δεν γίνεται άκτιστο.
Μετέχει όμως πραγματικά στις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Και αυτή η μετοχή δεν
ακυρώνει το ανθρώπινο πρόσωπο. Το ολοκληρώνει. Γι’ αυτό η θέωση δεν παράγει
πνευματικούς υπερανθρώπους. Παράγει ανθρώπους που μπορούν επιτέλους να
αγαπήσουν χωρίς να τοποθετούν παντού τον εαυτό τους. Όσο περισσότερο κατοικεί ο
Θεός στον άνθρωπο, τόσο περισσότερο χώρο βρίσκει μέσα του ο άλλος.
Υπήρξε όμως ένας άνθρωπος που έφθασε κάτω από τον στύλο και έκανε αυτή την
αποταγή τρομερά προσωπική. Ήταν η μητέρα του, η Μάρθα. Είχε χρόνια να δει το
παιδί της και ήρθε ζητώντας μόνο να το αντικρίσει. Ο Συμεών δεν κατέβηκε ούτε
επέτρεψε να παραβιαστεί ο ασκητικός κανόνας για χάρη της. Της μήνυσε πως, αν
αξιωθούν, θα ιδωθούν στην αιώνια ζωή. Σκληρό ακούγεται αυτό, βρε παιδιά. Και
δεν χρειάζεται να το κάνουμε γλυκό για να γίνει άγιο. Η Μάρθα όμως δεν
αγανάκτησε. Έμεινε εκεί, κοντά στον στύλο, μέσα στη σιωπή και στην προσευχή.
Και εκεί εκοιμήθη. Όταν το έμαθε ο Συμεών, ζήτησε να φέρουν το σώμα της μπροστά
στον στύλο. Τότε ο ασκητής έκλαψε. Προσευχόταν επάνω από τη νεκρή μητέρα του
και τα δάκρυά του κατέβαιναν εκεί όπου ο ίδιος δεν είχε κατεβεί. Και η παράδοση
λέει κάτι συγκλονιστικό. Ένα χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της Μάρθας. Την έθαψαν
κοντά στον στύλο του παιδιού της. Η μάνα που δεν μπόρεσε να αγκαλιάσει τον γιο
της εν ζωή έμεινε τελικά θαμμένη κάτω από την άσκησή του. Και ο Συμεών μάς
θυμίζει εδώ κάτι δύσκολο. Η αποταγή δεν είναι αναισθησία και η απάθεια δεν
είναι απουσία αγάπης. Στην πατερική γλώσσα, απάθεια σημαίνει αγάπη καθαρμένη
από την ιδιοποίηση. Δεν αγαπώ λιγότερο τον άνθρωπό μου. Μαθαίνω να μην τον
θεωρώ δικό μου. Γιατί ακόμη και η μητέρα και το παιδί δεν ανήκουν τελικά ο ένας
στον άλλον. Ανήκουν και οι δύο στον Θεό.
Έτσι εξηγείται το παράδοξο του Συμεών. Εγκατέλειψε σχεδόν κάθε ανθρώπινη
άνεση, αλλά δεν έγινε μισάνθρωπος. Έγινε βαθύτερα φιλάνθρωπος. Απομακρύνθηκε
από τον κόσμο, αλλά δεν έπαψε να πονά για τον κόσμο. Στένεψε τη ζωή του σε λίγα
μέτρα πέτρας και άνοιξε την καρδιά του σε ολόκληρη την οικουμένη. Εμείς πολλές
φορές κάνουμε το αντίθετο. Έχουμε σπίτια, δρόμους, ταξίδια, τηλέφωνα και
χιλιάδες τρόπους επικοινωνίας. Κι όμως δυσκολευόμαστε να χωρέσουμε έναν άνθρωπο
που μας κουράζει. Ο Συμεών είχε ελάχιστο χώρο γύρω του και απέραντο χώρο μέσα
του. Εμείς αποκτήσαμε απέραντο χώρο γύρω μας και στενέψαμε μέσα μας.
Κάποτε, ύστερα από δεκαετίες επάνω στον στύλο, οι άνθρωποι τον είδαν
σκυμμένο όπως τόσες άλλες φορές. Περίμεναν να τελειώσει την προσευχή του. Ο
Συμεών όμως δεν σηκώθηκε. Είχε κοιμηθεί εν Κυρίω. Το σώμα που τόσα χρόνια
στεκόταν ανάμεσα στη γη και στον ουρανό είχε επιτέλους αναπαυθεί. Ο στύλος
έμεινε άδειος. Αλλά εκείνο το κομμάτι της συριακής γης δεν ήταν πλέον το ίδιο.
Ένας άνθρωπος είχε αποδείξει εκεί ότι το Ευαγγέλιο μπορεί να γίνει όχι απλώς
πεποίθηση, αλλά τρόπος υπάρξεως.
Και σήμερα ο Συμεών ασφαλώς δεν μας ζητά να ανεβούμε σε στύλους. Μερικοί,
εδώ που τα λέμε, ανεβαίνουμε μόνοι μας σε αρκετούς. Ανεβαίνουμε στον στύλο των
γνώσεών μας, της κοινωνικής μας θέσεως, της ηθικής μας υπεροχής. Ανεβαίνουμε
ακόμη και στον στύλο της ευσεβείας μας. Κι από εκεί εξετάζουμε ποιος νηστεύει,
ποιος πιστεύει σωστά και ποιος είναι αρκετά καλός χριστιανός. Ε, αυτός είναι
άλλος στύλος. Ο Συμεών ανέβηκε στον δικό του για να σταυρώσει το εγώ. Εμείς
ανεβαίνουμε συχνά στον δικό μας για να το επιδείξουμε.
Γι’ αυτό το συναξάρι του είναι τόσο σύγχρονο. Δεν μας καλεί να μιμηθούμε
την εξωτερική μορφή της ασκήσεώς του. Μας καλεί να αναζητήσουμε τον δικό μας
εσωτερικό στύλο. Εκεί όπου έχουμε υψώσει τον εαυτό μας και κοιτάζουμε τους
άλλους από πάνω. Εκεί όπου η γνώμη μας έγινε βεβαιότητα και η ευσέβειά μας
έγινε κρίση. Εκεί πρέπει να αρχίσει η κάθοδος. Γιατί ο χριστιανικός δρόμος έχει
αυτή την παράξενη κατεύθυνση. Για να ανέβεις προς τον Θεό, πρέπει πρώτα να
κατεβείς από τον εαυτό σου.
Και τότε καταλαβαίνεις γιατί ο Συμεών στέκεται ακόμη μπροστά στην Εκκλησία
επάνω στον παράξενο στύλο του. Δεν μας δείχνει το ύψος στο οποίο έφθασε
εκείνος. Μας δείχνει το βάθος στο οποίο καλείται να φθάσει η μετάνοια. Γιατί ο
Θεός δεν κατοικεί στις κορυφές της αυτοδικαιώσεώς μας. Κατοικεί στην καρδιά που
έμαθε να αδειάζει, να δέχεται και να αγαπά. Εκεί αρχίζει η θέωση. Εκεί η άσκηση
γίνεται αγάπη. Εκεί η έρημος γεμίζει πρόσωπα.
Παιδιά μου αυτό υπήρξε το μεγαλύτερο παράδοξο του Συμεών. Ανέβηκε τόσο
ψηλά, ώστε έμαθε να μη βλέπει κανέναν αφ’ υψηλού.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου