ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΚΥΘΗΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ
ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Ὁ ἀθεϊσμὸς
κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο
Ἱεροδ. Ἱεροθέου
Κρητικοῦ,
Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ.
Κυθήρων & Ἀντικυθήρων
Ἡ σύγχρονη πνευματικὴ πραγματικότητα εὑρίσκεται ἐνώπιον μιᾶς ἔντονης ἐπανεμφανίσεως καὶ συστηματικῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ ἀθεϊστικοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖο δὲν ἐκλαμβάνεται πλέον ὡς μία ἁπλή ἰδιωτικὴ ἄρνηση τῆς θείας ὑπάρξεως, ἀλλ’ ὡς ἕνα δομημένο ἰδεολογικὸ καὶ φιλοσοφικὸ σύστημα. Ὁ ἀθεϊσμὸς ἐπιδιώκει νὰ θεμελιώσει τὴν ἀπόρριψη τοῦ θείου ἐπὶ τῆς ἀπολυτοποιήσεως τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς ἐμπειρικῆς ἐπαληθευσιμότητος, ἐγκλωβίζοντας τὴν ἀλήθεια τῆς ὑπάρξεως ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς ὑλικῆς πραγματικότητος. Ἔναντι τῆς προκλήσεως αὐτῆς, ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ θεώρηση, ἐκφραζομένη πλήρως στὴ διδασκαλία τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, προβάλλει τὴν ὁριοθέτηση τῶν γνωστικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀναδεικνύει τὸ ὀντολογικὸ χάσμα μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου.
Ὁ ἅγ. Ἰωάννης
ἐπιστρατεύει ὀξυτάτη ὁρολογία προκειμένου νὰ καταδείξει τὸ παράλογο τῆς ἀθεΐας.
-Κι ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὸ θέμα ἐρευνᾶται μόνο ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς ἀθεΐας, ὅπως
νοεῖται στὸ ἁγιογραφικὸ «εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ.
52,2)-. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴ σαφὴ μαρτυρία τῆς θείας Γραφῆς,
«Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν», καὶ παρὰ ταῦτα ἀρνεῖται
νὰ πιστεύσει στὸ ῥῆμα της, τότε ἐκπίπτει τῆς λογικῆς καταστάσεως. «Ἀποστράφηθι
λοιπὸν αὐτὸν ὡς μαινόμενον καὶ ἐξεστηκότα» (Εἰς Γένεσιν 2,3, PG
53,30). Ἐκεῖνος ποὺ ἀπιστεῖ πρὸς τὸν Δημιουργὸ τῶν ὅλων καὶ κατηγορεῖ τὴν ἀλήθεια
ὡς ψεῦδος στερεῖται οἱασδήποτε συγγνώμης, καθότι ἡ στράτευσή του ἐναντίον τοῦ
προφανοῦς ἀποτελεῖ τρανὸ δεῖγμα ἐσκεμμένης παραφροσύνης. Ἡ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ ἐκλαμβάνεται
ὡς «λαμπρὸν δεῖγμα μανίας», ἀφοῦ ὁ νοῦς τοῦ ἀθέου, τυφλωμένος ὑπὸ τῆς οἰήσεως,
ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβει τὰ στοιχειώδη (Εἰς Γένεσιν 1,2, PG
54, 583). Ἀντιστρέφοντας τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἀπίστων τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι
κατηγοροῦσαν τοὺς χριστιανοὺς γιὰ τὴν Πίστη τους, ὁ ἱερὸς πατὴρ ἀποδεικνύει ὅτι
ἡ ἴδια ἡ ἀπιστία εἶναι προϊὸν πνευματικῆς καχεξίας: «ἄρα ἀσθενοῦς διανοίας τὸ
μὴ πιστεύειν, καὶ μικρᾶς καὶ ταλαιπώρου». Ὅταν οἱ ἄπιστοι ἐγκαλοῦν τοὺς
πιστοὺς γιὰ τὴν Πίστη τους, οἱ χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ ἀντεγκαλοῦν ἐκείνους γιὰ
τὴν ἀπιστία, χαρακτηρίζοντάς τους ὡς ταλαιπώρους, μικροψύχους, ἀνοήτους καὶ ἀσθενεῖς.
Ἐνῷ ἡ Πίστη χαρακτηρίζει μία ὑψηλὴ καὶ μεγαλοφυὴ ψυχή, ἡ ἀπιστία προέρχεται ἀπὸ
μία «ἀλογωτάτην καὶ εὐτελῆ» διάνοιαν, ἡ ὁποία ἔχει καταπέσει «πρὸς τὴν
τῶν κτηνῶν ἄνοιαν» (Εἰς Ρωμαίους 8,6, PG
60, 462). Ἡ πνευματικὴ ὑγεία ταυτίζεται ἀπολύτως μὲ τὴν εὐσέβεια, ἐνῷ ἡ ἀθεΐα ὁρίζεται
ὡς ἡ χείριστη μορφὴ παθολογίας· «ὑγεία μὲν ψυχῆς εὐσέβεια, νόσος δὲ ἐσχάτη
καὶ ἀῤῥωστία τὸ τὸν Θεὸν μὴ εἰδέναι» (Εἰς τὸ «Κύριε, οὐχὶ τοῦ ἀνθρώπου ἡ
ὁδὸς αὐτοῦ», 2, PG 56, 157). Πρόκειται ἑπομένως γιὰ ἕνα
νόσημα βαρύτατο, τὸ ὁποῖο ἐπιφέρει τὸν πλήρη σκοτισμὸ τοῦ ἀνθρωπίνου λογικοῦ.
Συνεπῶς, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἄρνηση τοῦ Κυρίου ἀποτελοῦν τὴν «ἀρχὴν μωρίας» (Εἰς
Ρωμαίους 21, 5, PG 60, 600). Ὁ ἄθεος, νομίζοντας ὅτι
μέσω τῆς αὐτονομήσεώς του καθίσταται σοφός, καταντᾶ ὁ ἔσχατος τῶν μωρῶν, καθότι
«οὐδὲν γάρ ἐστιν ἀνιαρόν, ἀλλ’ ἢ τὸ τῷ Θεῷ προσκρούειν» (Εἰς Β΄ Κορ.
1,4, PG 61, 388). Τὸ νὰ βρίσκεται κανεὶς ἀντιμέτωπος μὲ τὸν Θεὸ
εἶναι τὸ μόνο πραγματικὰ θλιβερό, διότι στερεῖ ἀπὸ τὴν ψυχὴ τὸ ἔρεισμά της καὶ
τὴν παραδίδει στὴ δίνη τῶν δικῶν της σαθρῶν λογισμῶν.
Τὸ
παράλογο τῆς ἀθεΐας, πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς χρυσοστόμιας θεωρίας, δὲν ἀντέχει
στὴ βάσανο τῆς λογικῆς κριτικῆς, καθότι καταρρίπτεται ἀπὸ πλειάδα ἀδιάψευστων ἀποδείξεων
τὶς ὁποῖες ὁ Δημιουργὸς ἐνέσπειρε στὴν κτίση καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ ἐμμονὴ
τῆς ἀθεΐας νὰ προσπερνᾶ αὐτὰ τὰ τεκμήρια ἀποδεικνύει τὴν πλήρη πνευματική της ἀφροσύνη.
Σύμφωνα μὲ βασικὰ λογικὰ ἀξιώματα καὶ τὸν φυσικὸ νόμο, κανένα ὂν ἢ φαινόμενο δὲν
δύναται νὰ προέλθει ἐκ τῆς ἀνυπαρξίας ἄνευ αἰτίας, καθὼς αὐτόματη ζωὴ καὶ
γένεση δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἄπειρο σύμπαν δὲν δημιουργήθηκε μόνο του ἢ ἀπὸ τύχη, ἀλλὰ
προϋποθέτει ἀναγκαίως ἕναν Σοφὸ καὶ Παντοδύναμο Δημιουργό. Ἡ θέα τοῦ
περιβάλλοντος κόσμου ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο πρὸς Ἐκεῖνον, ὅπως σημειώνει ὁ ψαλμωδὸς
«οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ...» καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «τὰ γὰρ ἀόρατα
αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται» (Ἔπαινος
9,2-3, PG 49, 105-106). Ὁ κόσμος διέπεται ἀπὸ ἀναλλοίωτους νόμους,
ἁρμονία, τάξη καὶ σκοπιμότητα. Ἀναρωτιέται ὁ ἅγ. Ἰωάννης, πῶς εἶναι δυνατὸν
στοιχεῖα ἀντιθετικὰ μεταξύ τους καὶ μία τέτοια τεράστια διακόσμηση νὰ ἡνιοχοῦνται
καὶ νὰ διευθύνωνται χωρὶς ἕναν κυβερνήτη; «Πῶς γὰρ ἂν ἔχοι λόγον, εἰπέ μοι,
τὰ τοσαῦτα στοιχεῖα καὶ τὴν τοσαύτην διακόσμησιν ἄνευ τινὸς τοῦ κυβερνῶντος καὶ
τὰ πάντα κρατοῦντος ἡνιοχεῖσθαι;» Ἕνα πλοῖο δὲν μπορεῖ νὰ διασχίσει τὰ
κύματα τῆς θαλάσσης χωρὶς τὸν κυβερνήτη του. Ἕνας στρατιώτης δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχει
τίποτε γενναῖο ἂν δὲν προΐσταται στρατηγός. Μία οἰκία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ
νὰ κτιστεῖ ἂν δὲν ὑπάρχει ὁ οἰκοδόμος καὶ κτίστης της (Εἰς Γένεσιν 3,4, PG
53, 36). Συνεπῶς, τὸ νὰ ἰσχυρίζεται κανεὶς ὅτι ὁ ἄπειρος αὐτὸς κόσμος καὶ ἡ ἐκπληκτικὴ
ἁρμονία τῶν στοιχείων κινοῦνται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ θείου
ἡνιόχου, ποὺ συγκρατεῖ τὰ ὁρώμενα κατὰ τὴ δική του σοφία, ἀποτελεῖ τὴν ἔσχατη
μορφὴ παραλογισμοῦ. Ὁλόκληρη ἡ κτίση ἀνακηρύττει τὸν Θεό, διότι «ἐκ μεγέθους
καὶ καλλονῆς κτισμάτων ἀναλόγως ὁ γενεσιουργὸς θεωρεῖται» (Ἑβρ.
11,6).
Ἡ ἀνατομία
τοῦ φαινομένου τῆς ἀθεΐας καὶ τῆς ἀπιστίας θὰ πρέπει ἀρχικῶς νὰ ἐρευνηθεῖ στὶς ὀντολογικὲς
καὶ μεταπτωτικὲς ἀλλοιώσεις τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Πρωτογενὴς καὶ γενεσιουργὸς αἰτία
τῆς πνευματικῆς αὐτῆς τυφλώσεως τυγχάνει ἡ προγονικὴ πτώση, τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα.
Ὁ ἅγ. Ἰωάννης, ἀκολουθώντας τὴν σταθερὰ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, συνδέει
εὐθέως τὴν ἀπώλεια τῆς θεογνωσίας μὲ τὴ μεταπτωτικὴ τραγικότητα, κατὰ τὴν ὁποία
ὁ ἄνθρωπος ἐκπίπτει τῆς ἀληθοῦς γνώσεως καὶ ἐγκλωβίζεται στὰ πεπερασμένα ὅρια
μιᾶς αὐτονομημένης διανοίας. Ὁ προπατορικὸς κλονισμὸς ἐπέφερε σκοτισμὸ τῶν
γνωστικῶν καὶ πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος, παρασυρόμενος ἀπὸ
τὴν ἐλπίδα γιὰ πλείονα γνώση, ἐξέπεσε στὴ χαλεπὴ τοῦ θανάτου τυραννίδα. Ἡ
μεταπτωτικὴ ἐκείνη κατάσταση συνεπάγεται τὴν ἀπώλεια τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία
εἶχε προηγουμένως ὁ ἄνθρωπος στὸν Παράδεισο, βυθίζοντάς τον στὴν αἰσχύνη καὶ τὴ
γυμνότητα, ἐνῷ πρὸ τῆς ἀπάτης ὑπῆρχε ἀνώτερος πάσης αἰσχύνης (Εἰς Ἰωάννην
7,1, PG 59,63). Ὁ σκοτισμός τοῦ νοὸς ἐκδηλώνεται ἐναργῶς ὡς πνευματικὴ τύφλωση
καὶ «μανία», ἡ ὁποία διαστρέφει τὴ σχέση τοῦ ὑποκειμένου πρὸς τὴν κτίση καὶ τὸν
Κτίστη. Ὁ ἱερὸς πατὴρ σημειώνει χαρακτηριστικῶς ὅτι ἡ ἀπιστία ἀποτελεῖ ἀπόδειξη
σκοτισμοῦ· ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ θεραπεύεται ἀπὸ τὴ θεωρία τῶν κτισμάτων καὶ
νὰ ἀνάγεται μέσω ἐκείνων πρὸς τὸν Δημιουργό, ἐναπομένει ἐκθαμβούμενος ἁπλῶς ἀπὸ
τὸ κάλλος τῆς κτίσεως, τότε τὸ φῶς μετατρέπεται γι’ αὐτὸν σὲ σκότος. Ἡ ἐμμονὴ
στὴν αὐτόνομη ἐξέταση τοῦ ὁρωμένου κόσμου, χωρὶς τὴν πνευματικὴ ἀναγωγὴ στὸ
πρωτότυπο, συνιστᾶ ἑκούσια ἀλογία καὶ τύφλωση, καθότι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος «τῷ
φωτί πρὸς σκότος ἐχρήσατο» (Εἰς Γένεσιν 1,1, PG 54, 581-582).
Ὁ ἅγ. Ἰωάννης
ὁ Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει ὅτι οἱ «ἔξωθεν», οἱ μακρὰν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς
θείας Χάριτος εὑρισκόμενοι, ὑποτάσσονται στὰ πάθη τῆς σαρκὸς καὶ τῆς διανοίας, ὑπηρετοῦντες
ἐκεῖνα. Παραλλήλως, ἐγκλωβίζονται στὴν τυφλὴ ἀκολουθία τῶν δικῶν τους λογισμῶν
καὶ ἀνθρωπίνων συλλογισμῶν. Ἡ ὑπόταξή τους ἀφ’ ἑνὸς στὰ πᾶθη καὶ ἡ λογοκρατικὴ-νοησιαρχικὴ
ἀφ’ ἑτέρου αὐταπάτη τοὺς καθιστᾶ παντελῶς ἀνίκανους νὰ ἀποδεχθοῦν καὶ νὰ
χωρέσουν οἱανδήποτε ὑπερβατικὴ ἀλήθεια περὶ Θεοῦ, καθότι τὸ θεῖο μυστήριο κεῖται
ἀσυγκρίτως ὑπὲρ τὸν ἀνθρώπινο λογισμὸ (Εἰς Ἐφεσίους 23,1, PG
62,164-165). Ἡ ἀμαύρωση τοῦ κατ’ εἰκόνα ὁλοκληρώνεται διὰ τῆς ἐπικρατήσεως τῶν
παθῶν καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τὸν Θεό, παραδίδεται στὴν ἐπήρεια τοῦ
διαβόλου, πάσχοντας μύρια δεινὰ (Εἰς Ἰωάννην 68,2, PG 59,376-377), μὲ ἀποτέλεσμα
νὰ μὴν εἶναι πλέον κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του, ἐφόσον ὁ διάβολος τὸν δεσμεύει στὴν
κακία, διαπράττοντας αὐτὸ ποὺ θέλει «ἡ οἰκοῦσα αὐτῷ ἁμαρτία» (Ρωμ.
7,17).
Ἡ
κυριώτερη μεθοδολογικὴ ἀστοχία τοῦ ἀθεϊστικοῦ στοχασμοῦ ἐντοπίζεται στὴν ἀδυναμία
κατανοήσεως τοῦ σαφῶς πεπερασμένου τῆς γνωστικῆς ἱκανότητας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀθεϊστὴς
διανοητής, ἀπολυτοποιώντας τὶς ἐνδογενεῖς λογικὲς καὶ αἰσθητηριακές του
δυνάμεις, ἀπαιτεῖ τὴν προσέγγιση τοῦ θείου μέσω τῶν μεθόδων ἐκείνων οἱ ὁποῖες ἰσχύουν
ἀποκλειστικῶς γιὰ τὴν ἔρευνα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Ἐνταῦθα ὅμως συντελεῖται ἕνα
μέγα κατηγορηματικὸ σφάλμα, τὸ ὅτι δηλαδὴ ἐπιχειρεῖται ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ ἀκτίστου
στὰ μέτρα καὶ τὶς κατηγορίες τοῦ κτιστοῦ. Ἡ ἀπαίτηση τοῦ ὀρθολογιστοῦ νὰ ἐξαρτήσει
τὴν Πίστη ἀπὸ τὴν ὀρθολογιστικὴ ἀποδεικτικὴ διαδικασία ἀποστερεῖ τὸν λογισμὸ ἀπὸ
τὴν πνευματική του σταθερότητα, καθότι τὸ θεῖο εἶναι κατ’ οὐσίαν μυστήριο ἀνεξήγητο.
Ὁ ἅγ. Ἰωάννης, ἀναλύοντας τὴν πνευματικὴ αὐτὴν πραγματικότητα, ἀποφαίνεται
χαρακτηριστικῶς: «Οὐκ ἔστιν εἶναι στερρὸν τὸν λογισμοὺς ἀπαιτοῦντα. Ἰδοὺ γὰρ
τὰ σεμνὰ ἡμῶν πάντα πῶς ἔρημα λογισμῶν καὶ πίστεως ἔχεται μόνης». Ποιὰ
λογικὴ θὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἄναρχος, ἀπερίγραπτος καὶ ἄπειρος; (Εἰς
Κολ. 5,3, PG 62, 333). Κατὰ τὸν χρυσολόγο πατέρα, ἡ θεία φύση «οὐχ
ὑποβάλλεται ζητήσει, οὐ δουλεύει λογισμῶν ἀκολουθίαις». Ἡ δόξα τοῦ
προσκυνουμένου Θεοῦ ὑπερέχει ἀσυγκρίτως κάθε ἀνθρώπινης διανοητικῆς συλλήψεως, ὑπερβαίνουσα
«πᾶσαν ὁμοῦ καὶ ἀγγελικὴν κατάστασιν καὶ ὑπερκόσμιον ἔννοιαν καὶ πᾶσαν ὑπερουράνιον
δύναμιν» («Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς», 4, PG
56,418). Ὁ ὀρθολογικὸς στοχασμός, ἐγκλωβισμένος στὰ σχήματα τῆς κτιστῆς λογικῆς,
ἀδυνατεῖ νὰ προσπελάσει τὰ ἰδιώματα τῆς θεότητας, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται ὡς
παράδοξα καὶ ἀκατανόητα. Μόνον οἱ ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ εἶναι καταληπτὲς καὶ ἡ ἐνέργειά
του μεθεκτή, μέσω τῶν ὁποῖων γνωρίζεται ὁ Θεός, ἀλλὰ ἀπαιτοῦνται οἱ ἀνάλογες
προϋποθέσεις. Ὁ αὐτονομημένος ὀρθολογισμός,
ὁδηγούμενος ἀπὸ μία ἐγωϊστικὴ διάθεση πλήρους ἐλέγχου τῶν πάντων, διολισθαίνει
σὲ μία καταστροφικὴ γιὰ τὴ θεογνωσία ὁδό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιχειρεῖ νὰ
προσεγγίσει τὰ θεῖα μυστήρια γυμνὸς ἀπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς Πίστεως, ἐρευνώντας μὲ
θρασύτητα τὶς ἀπρόσιτες ἀλήθειες, τυφλώνεται πνευματικά. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης στηλιτεύει αὐτὴ τὴ
μεθοδολογικὴ παρεκτροπή, ἐπισημαίνοντας ὅτι ἡ πολυπραγμοσύνη αὐτὴ ἐπιφέρει τὰ ἀντίθετα
ἀποτελέσματα· «ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, ὁ πάντα θέλων εἰδέναι καὶ πάντων κατατολμῶν, οὗτος
οὐκ οἶδε μάλιστα τί ἐστι Θεός» (Εἰς Β΄ Τιμ. 8,4, PG
62, 647). Ἡ ἀλαζονικὴ ἀπαίτηση τοῦ ὀρθολογιστοῦ
νὰ κατανοήσει διὰ τῆς λογικῆς τὸ «τί ἐστι» Θεός, ὄχι μόνον δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ
γνώση, ἀλλὰ καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο παντελῶς ἀδαῆ περὶ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία οὐσία
παραμένει ἀνέκφραστη καὶ ἀπρόσιτη καὶ ἡ ἐμμονὴ στὴ λογικὴ ἐξερεύνησή της ἀποκόπτει
τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ μόνη ὁδό, ποὺ εἶναι ἡ διὰ τῆς Πίστεως μετοχὴ στὸ ἀκατάληπτο
μυστήριο.
Παράλληλα
μὲ τὴ μεθοδολογικὴ ἀστοχία τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἡ χρυσοστομικὴ γραμματεία ἀναδεικνύει
τὸν ἀμαρτωλὸ καὶ διεφθαρμένο βίο ὡς ἕνα ἐκ τῶν κυριωτέρων γενεσιουργῶν αἰτίων τῆς
ἀθεΐας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἡ ἀπώλεια τῆς
πίστεως ἀποτελεῖ τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς σταδιακῆς ἠθικῆς διαβρώσεως, ἡ ὁποία
σκοτίζει τὸν νοῦ καὶ ἀποκόπτει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν πηγή τοῦ θείου φωτός. Ὑπάρχει μία ὀργανικὴ καὶ ἀμφίδρομη
σχέση μεταξὺ τῆς ἠθικῆς καταπτώσεως καὶ τῆς δογματικῆς ἀλλοτριώσεως. Ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται στὴν ἀπιστία, ὅταν
ἐπιθυμεῖ νὰ δικαιολογήσει τὰ πάθη του ἢ ὅταν ὁ νοῦς του κυριευθεῖ ἀπὸ τὸν ἔρωτα
τῆς ἐπίγειας δόξας· «τοῦτο μάλιστα αἴτιον τῆς ἀπιστίας αὐτοῖς ἦν, ὁ
διεφθαρμένος βίος καὶ ὁ τῆς δόξης ἔρως». (Εἰς Γένεσιν 2, PG 53,30). Ἡ ἐμμονὴ στὴν κακία γεννᾶ τὴν ἀπιστία,
καὶ ἀντιστρόφως, ἡ ἀπιστία ἀποθρασύνει τὸν ἄνθρωπο στὴν τέλεση τῆς ἁμαρτίας, ἐγκλωβίζοντας
τὴν ψυχὴ σὲ ἕναν φαῦλο κύκλο. Ἡ ἄρνηση τῆς Πίστεως τότε λειτουργεῖ ὡς
προκάλυμμα ἐφησυχασμοῦ, ἤτοι προκειμένου ἐκεῖνος ποὺ ἁμαρτάνει νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ
τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως καὶ τὸν φόβο τῆς μελλούσης κρίσεως, ἐπιλέγει
συνειδητῶς νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ (Εἰς Ματθαῖον 72, PG 58,667). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐμμένει στὸν
διεφθαρμένο βίο, ἡ συνείδησή του ἀλλοιώνεται. Ὅσοι ἐθελοτυφλοῦν ἔναντι τῶν
θείων ἀποδείξεων, δὲν τὸ πράττουν λόγῳ διανοητικῆς ἀδυναμίας, ἀλλὰ ἐξαιτίας
πονηρᾶς προαιρέσεως καὶ διαστροφῆς τοῦ κριτηρίου τῆς ἀληθείας (Εἰς Ἑβραίους,
10, PG 63,87). Αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ σήψη, ποὺ κατεργάζεται ἡ ἁμαρτία, τὸ πονηρὸ
συνειδὸς καὶ οἱ διεφθαρμένες πράξεις, ἀποστερεῖ τὴν ψυχὴ ἀπὸ κάθε πνευματικὸ ἀντίδοτο,
ὁδηγώντας την νομοτελειακὰ στὴν πλήρη πνευματικὴ καταστροφή, στὸ βάραθρο τῆς ἀπιστίας
(«Ἔχοντες τό αὐτό πνεῦμα τῆς πίστεως...», 1, PG 51, 280).
Μία ἐπιπλέον
οὐσιώδης πτυχὴ τῆς αἰτίας τῆς ἀθεΐας, ὅπως αὐτὴ ἀνατέμνεται στὴ χρυσοστομικὴ
γραμματεία, ἐντοπίζεται στὴν ὁλοσχερῆ προσκόλληση τοῦ ἀνθρώπου στὰ παροδικά καὶ
ἐφήμερα τοῦ παρόντος αἰῶνος. Ἡ
κοσμικὴ αὐτὴ ἀπορρόφηση τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι «τῷ κόσμῳ μόνῳ
προσηλωμένοι, καὶ τὰ τοῦ κόσμου φρονοῦντες», τυφλώνει τὰ πνευματικὰ αἰσθητήρια
καὶ ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου θολώνεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐμπαθῆ σχέση μὲ τὴν ὕλη
περισσότερο ἀπὸ κάθε τὶ ἄλλο, καθότι «οὐδὲν γὰρ οὕτω θολοῖ διάνοιαν, ὡς τὸ
προστετηκέναι τοῖς παροῦσι». Ἡ
προσκόλληση δηλαδὴ στὰ παρόντα ἐνεργεῖ ὡς πνευματικὸς βόρβορος, ὁ ὁποῖος ἐπικάθεται
ἐπὶ τοῦ διορατικοῦ τῆς ψυχῆς, καθιστώντας την παντελῶς ἀνίκανη νὰ θεωρήσει τὶς ὑπερκόσμιες
ἀλήθειες. Ἡ ζημία τότε ποὺ ὑφίσταται
ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν προσήλωση στὰ κοσμικὰ δὲν ἐντοπίζεται σὲ ἐλάσσονα μεγέθη, ἀλλ’
«ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀγαθῶν», ἐπιρρωνύοντας αὐτὸ ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ ρήση
«οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ» (Εἰς Ἰωάννην 8,2, PG
59, 68).
Κατὰ ταῦτα,
ἡ συστηματικὴ ἀνατομία τοῦ ἀθεϊστικοῦ φαινομένου, ὅπως αὐτὴ μορφοποιεῖται ἐπὶ τῇ
βάσει τῆς χρυσοστομικῆς γραμματείας, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ,
θὰ λέγαμε, ὑπαρξιακὴ καὶ πνευματικὴ παθολογία. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μὲ τὴν ὀξυδερκὴ
ποιμαντική του διορατικότητα, ξεπερνᾶ τὰ ἐπιφανειακὰ σχήματα τῶν ἑκάστοτε
φιλοσοφικῶν ἀντιρρήσεων καὶ διεισδύει στὸν ἐσωτερικὸ πυρήνα τοῦ ἀνθρώπου, ἐκεῖ ὅπου
λαμβάνουν χώρα οἱ πραγματικὲς πνευματικὲς ἀλλοιώσεις.
Συγκεφαλαιώνοντας
λοιπὸν τὰ αἴτια τῆς ἀθεΐας, διαβλέπουμε ὅτι ἀναφέρονται σὲ τρεῖς ἀλληλένδετους ἄξονες:
τὴ λανθασμένη μεθοδολογία, τὴν ἠθικὴ διάβρωση καὶ τὸν ἐγκλωβισμὸ στὸν παρόντα αἰώνα. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο, ὁ ἐγωιστικὸς καὶ αὐτονομημένος
ὀρθολογισμός, ὁ ὁποῖος ἐπιχειρεῖ ἀλαζονικῶς νὰ ὑπαγάγει τὸ ἄκτιστο στὰ
πεπερασμένα μέτρα τῆς κτιστῆς λογικῆς, καταλήγει στὸν σκοτισμὸ τοῦ νοῦ. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερο, ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ
διεφθαρμένος βίος ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Θεό, γιὰ νὰ
δικαιολογήσει τὰ πάθη του, ἀλλὰ καὶ ἡμαρτημένως τὸν ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ
σύγχυση καὶ συσκότιση τοῦ νοῦ, δηλαδὴ στὴν ψυχικὴ τύφλωση καὶ τὴν ἀπώλεια τοῦ
λογικοῦ. Ὡς πρὸς δὲ τὸ τελευταῖο, ἡ ἐμπαθὴς
προσήλωση στὰ παρόντα καὶ ἐφήμερα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, ποὺ καθιστᾶ πάσχουσα τὴ
διάνοια καὶ ὑποδουλώνει τὴν ψυχὴ στὰ ὑλικὰ πράγματα, καθιστᾶ τὴν τελευταία
παντελῶς ἀνίκανη νὰ τείνει πρὸς τὰ οὐράνια.
Συνεπῶς, ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἀθεΐας καὶ ἡ θεραπεία τοῦ νοσήματος αὐτοῦ ἀπαιτεῖ τὴν
καθολικὴ ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης ἢ μὲ ἄλλα λόγια τὴν ἐλεύθερη μετοχὴ
τοῦ ἀσθενοῦντος ἀνθρώπου στὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, μέσω τοῦ ὁποίου ἡ ἀνθρώπινη
φύση ἀνηῦρε ἐν τῷ Χριστῷ τὴν ἁρμονία καὶ τὴν κανονική της λειτουργία, τὸ ὁποῖο ὅμως
ἀποτελεῖ ἄλλο θέμα ἀπὸ τὸ διαπραγματεύσιμο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου