13 Σεπ 2026

Ὅταν ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ γίνεται θέαμα

 

Ὅταν ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ γίνεται θέαμα

Τοῦ κ. Θεοφάνους Γρηγορίου, θεολόγου

Ἡ τέχνη, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ἀφανίση  τὸν ψάλτην καὶ ὄχι νὰ τὸν ἀναδείξη

  Τὰ τελευταῖα χρόνια παρατηρεῖται στὴ σύγχρονη χριστιανικὴ πραγματικότητα ἕνα νέο φαινόμενο ὡς πρὸς τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ βυζαντινὴ ἐκκλησιαστικὴ μουσική. Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ ἐξέρχεται ὁλοένα καὶ περισσότερο ἀπὸ τὸν φυσικό της χῶρο, τὸν ναό, καὶ παρουσιάζεται σὲ συναυλιακὲς αἴθουσες καὶ σὲ μεγάλες δημόσιες ἐκδηλώσεις ὡς ἕνα καλλιτεχνικὸ θέαμα.

  Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἀσφαλῶς, τὸ ἐὰν ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ μπορεῖ νὰ παρουσιαστεῖ ἐκτὸς ναοῦ. Μπορεῖ καὶ ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ παρουσιάζεται καὶ νὰ μελετᾶται ὡς σημαντικὸ μέρος τῆς ἑλληνικῆς καὶ ὀρθόδοξης μουσικῆς παραδόσεως. Τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα εἶναι μὲ ποιὸν τρόπο παρουσιάζεται καὶ, κυρίως, τί εἰκόνα δημιουργεῖται στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ βυζαντινὴ ἐκκλησιαστικὴ μουσική.

  Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ δὲν δημιουργήθηκε, γιὰ νὰ ἀναδείξει τὸν ψάλτη. Δημιουργήθηκε γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὸν ἐκκλησιαστικὸ λόγο καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ψάλτης δὲν ἀποτελεῖ τὸ κέντρο της. Εἶναι ὁ διάκονος τοῦ μέλους καὶ τοῦ λόγου. Ἡ παρουσία του ὀφείλει, κατὰ τρόπο παράδοξο, νὰ ὁδηγεῖ στὴν ἀπουσία τοῦ προσωπικοῦ του «ἐγώ».

Αὐτὸ ἴσως εἶναι καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ βαθύτερα χαρακτηριστικὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς τέχνης: ἡ τέχνη δὲν καταργεῖται, ἀλλὰ αὐτοϋπερβαίνεται. Ἡ μουσικὴ δὲν παύει νὰ εἶναι ὑψηλὴ τέχνη· ὅμως δὲν γίνεται αὐτοσκοπός. Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ μέλους δὲν ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ κάνει τὸν ἀκροατὴ νὰ θαυμάσει τὸν ψάλτη, ἀλλὰ στὸ νὰ τὸν ὁδηγήσει πέρα ἀπὸ τὸν ψάλτη, πρὸς τὸ περιεχόμενο αὐτοῦ ποὺ ψάλλεται.

  Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ καλὸς ψάλτης, ὅσο περισσότερο ὑπηρετεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσική, τόσο λιγότερο πρέπει νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθεῖ πάνω της.

Ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸν λόγον εἰς τὴν προσωπικὴν προβολήν

  Στὴ σύγχρονη ἐποχή, ὅμως, φαίνεται νὰ διαμορφώνεται μία διαφορετικὴ λογική. Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ παρουσιάζεται μερικὲς φορὲς μὲ ὅρους ποὺ θυμίζουν περισσότερο συναυλιακὴ ἢ θεαματικὴ μουσικὴ παρὰ ἐκκλησιαστικὴ πράξη.

Μεγάλες σκηνές, ἐντυπωσιακὸς φωτισμός, πολυπληθεῖς παραγωγές, χρήση μουσικῶν ὀργάνων ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴν παραδοσιακὴ μορφὴ τῆς ψαλτικῆς, καθὼς καὶ μία ἰδιαίτερη ἔμφαση στὶς φωνητικὲς δυνατότητες τοῦ ἑρμηνευτοῦ, μποροῦν νὰ μετατοπίσουν τὸ κέντρο βάρους: ἀπὸ τὸ τί ψάλλεται στὸ ποιὸς ψάλλει καὶ πῶς ψάλλει.

Τότε ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ κινδυνεύει νὰ μετατραπεῖ ἀπὸ λειτουργικὸ καὶ θεολογικὸ μέσο σὲ μέσο προσωπικῆς καλλιτεχνικῆς προβολῆς.

Τὸ πρόβλημα γίνεται ἀκόμη μεγαλύτερο, ὅταν ἡ ἑρμηνεία ὑπερβαίνει τὰ ὅρια ποὺ θέτει τὸ ἴδιο τὸ μέλος. Κορῶνες ποὺ δὲν ὑπαγορεύονται ἀπὸ τὴ μουσικὴ σύνθεση, ὑπερβολικὲς φωνητικὲς ἐξάρσεις, προσωπικὲς ἀναλύσεις καὶ ἀλλοιώσεις τοῦ μέλους μποροῦν νὰ προσδώσουν στὸν ψάλτη πρωταγωνιστικὸ ρόλο.

Καὶ τότε γεννᾶται ἕνα εὔλογο ἐρώτημα: ἀκούουμε τὸ μέλος ἢ ἀκούουμε τὸν ἑρμηνευτή;

Ἡ περίπτωσις τοῦ π. Νικοδήμου Καβαρνοῦ

  Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τοῦ σύγχρονου αὐτοῦ τρόπου δημόσιας παρουσίασης ἀποτελεῖ ἡ δραστηριότητα τοῦ π. Νικοδήμου Καβαρνοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει συμβάλει σημαντικὰ στὴ διάδοση τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς σὲ ἕνα εὐρύτερο κοινό.

  Δὲν ἀμφισβητοῦμε οὔτε τὴν καλλιτεχνικὴ του ἱκανότητα οὔτε τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴ βυζαντινὴ μουσική. Οὔτε ὑποστηρίζουμε ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο παρουσιάζεται σὲ συναυλιακὲς ἐκδηλώσεις ταυτίζεται μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ψάλλει στὸν ναό. Ἡ διάκριση αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητη.

Ὁ προβληματισμός μας ἀφορᾷ τὶς δημόσιες συναυλιακὲς παραγωγὲς καὶ τὴν εἰκόνα τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς ποὺ μεταδίδεται μέσα ἀπὸ αὐτές.

Ὅταν μία παρουσίαση περιλαμβάνει ἐντυπωσιακὸ φωτισμό, σκηνικὴ παραγωγή, χρήση πιάνου ἢ ἄλλων μουσικῶν ὀργάνων καὶ μία ἑρμηνεία ποὺ δίνει ἰδιαίτερη ἔμφαση στὶς φωνητικὲς δυνατότητες τοῦ ψάλτη, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ὁ θεατὴς ποὺ δὲν γνωρίζει τὴ βυζαντινὴ παράδοση νὰ σχηματίσει μία εἰκόνα ἀρκετὰ διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ψαλτικῆς.

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ παρακολουθήσει μία τέτοια συναυλία μπορεῖ νὰ φύγει ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴ φωνὴ τοῦ ἑρμηνευτοῦ, ἀπὸ τὴν παραγωγὴ καὶ ἀπὸ τὸ συνολικὸ θέαμα. Εἶναι ὅμως αὐτὸ ποὺ θέλουμε νὰ τοῦ διδάξουμε γιὰ τὴ βυζαντινὴ μουσική;

Ἡ σιωπηλὴ ἀποστολὴ τοῦ ψάλτη

Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ ἔχει μία ἰδιαιτερότητα ποὺ τὴ διαφοροποιεῖ ἀπὸ πολλὲς μορφὲς μουσικῆς τέχνης. Ὁ ψάλτης δὲν καλεῖται νὰ γίνει «ἀστέρας». Δὲν καλεῖται νὰ κάνει ἐπίδειξη τῶν φωνητικῶν του δυνατοτήτων. Δὲν καλεῖται νὰ ἀποσπάσει τὸν θαυμασμὸ τοῦ ἀκροατηρίου.

Καλεῖται νὰ ὑπηρετήσει.

Καὶ ἴσως ἡ μεγαλύτερη ἐπιτυχία ἑνὸς ψάλτη εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἀκροατὴς παύει νὰ σκέπτεται τὸν ἴδιο τὸν ψάλτη.

Ὁ ψάλτης πρέπει νὰ γίνεται, κατὰ κάποιον τρόπο, διαφανής. Νὰ ἀκούγεται ἡ μουσική, νὰ ἀναδεικνύεται ὁ λόγος, νὰ φανερώνεται τὸ θεολογικὸ περιεχόμενο τοῦ ὕμνου καὶ ὁ ἴδιος νὰ ὑποχωρεῖ.

Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ψάλτης πρέπει νὰ εἶναι ἄχρωμος ἢ ἄφωνος. Σημαίνει ὅτι ἡ προσωπικὴ του καλλιτεχνικὴ ταυτότητα δὲν πρέπει νὰ ἐπισκιάζει τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς ποὺ ὑπηρετεῖ.

Ὅταν ἡ σκηνὴ ἀλλάζη τὴν φύσιν τῆς μουσικῆς

  Ἐδῶ βρίσκεται καὶ ἡ οὐσιαστικὴ δυσκολία τῶν συναυλιῶν βυζαντινῆς μουσικῆς.

Ὅταν ἡ μουσικὴ μεταφέρεται ἀπὸ τὸν ναὸ στὴ σκηνή, ἀλλάζει ἀναγκαστικὰ τὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀκούγεται. Ὁ φωτισμός, ἡ σκηνικὴ παρουσία, τὰ μουσικὰ ὄργανα, ἡ ἐνίσχυση τοῦ ἤχου καὶ ἡ συνολικὴ παραγωγὴ δημιουργοῦν ἕνα διαφορετικὸ αἰσθητικὸ περιβάλλον.

Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπὸ μόνο του κακό. Γίνεται ὅμως προβληματικὸ, ὅταν παρουσιάζεται ὡς αὐτονόητη εἰκόνα τῆς ἴδιας τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς.

Διότι τότε ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ δημιουργηθεῖ μία νέα «συναυλιακὴ βυζαντινὴ μουσική», ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ τὸ ὕφος καὶ τὸ ρεπερτόριο τῆς ψαλτικῆς, ἀλλὰ λειτουργεῖ μὲ διαφορετικὴ λογική: τὴ λογικὴ τῆς σκηνῆς, τῆς προσωπικότητας καὶ τοῦ θεάματος.

Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς χρειάζεται προσοχή.

Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ δὲν χρειάζεται νὰ ἐντυπωσιάσει.

Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ ἔχει ἤδη τὴ δική της δύναμη. Δὲν χρειάζεται ἐξωτερικὰ μέσα, γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀξία της.

Δὲν χρειάζεται πιάνο, γιὰ νὰ γίνει «σύγχρονη». Δὲν χρειάζεται ἐντυπωσιακοὺς φωτισμοὺς γιὰ νὰ γίνει «ἑλκυστική». Δὲν χρειάζεται φωνητικὲς ὑπερβολὲς, γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι ὁ ψάλτης διαθέτει μεγάλη φωνή.

Χρειάζεται κυρίως νὰ ἀκουστεῖ, ὅπως εἶναι.

Καὶ αὐτὸ ἴσως εἶναι τὸ δυσκολότερο πρᾶγμα.

Γιατὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν ψάλτη νὰ περιορίσει τὸ προσωπικό του στοιχεῖο, ὄχι ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν ἔχει ἀξία, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπάρχει κάτι μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτό: τὸ μέλος, ὁ λόγος, ἡ λατρεία καὶ τελικὰ ἡ Ἐκκλησία.

Οἱ πραγματικὰ μεγάλοι ψάλτες δὲν εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ κατορθώνουν νὰ κάνουν ὅλους νὰ μιλοῦν γιὰ τοὺς ἴδιους. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ κατορθώνουν νὰ κάνουν ὅλους νὰ ξεχνοῦν τοὺς ἴδιους.

Στὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ὁ ψάλτης μεγαλώνει ὅσο μικραίνει τὸ «ἐγώ» του.

Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ὑποτίμηση τῆς τέχνης. Εἶναι ἴσως ἡ ὑψηλότερη μορφὴ της.

Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ δὲν χρειάζεται νὰ γίνει θέαμα, γιὰ νὰ ἐπιβιώσει. Χρειάζεται νὰ παραμείνει αὐτὸ ποὺ ὑπῆρξε: ἕνας τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἀνθρώπινος λόγος καὶ ἡ ἀνθρώπινη φωνὴ ὑπηρετοῦν τὸν ἐκκλησιαστικὸ λόγο.

Γιατί, τελικά, ὁ σκοπὸς της δὲν εἶναι νὰ μᾶς κάνει νὰ θαυμάσουμε τὸν ψάλτη.

Εἶναι νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀκούσουμε Ἐκεῖνον ποὺ ὁ ψάλτης ψάλλει.

orthodoxostypos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com