
Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου (Ματθ.
17,14-23)
Ἀληθινὴ
εὐγένεια καὶ δικαία ὀργὴ
«Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…» (Ματθ. 17,17)
Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης
Οἱ Χριστιανοί, ἀγαπητοί μου, πρέπει νὰ εἶνε εὐγενεῖς. Ἀλλὰ τί ἐννοοῦμε λέγοντας εὐγενεῖς; ἐννοοῦμε ἆραγε τὴν εὐγένεια τὴν κοσμική, ποὺ σήμερα ἔχει ἐξελιχθῆ σ᾽ ἕνα εἶδος ἐπιστήμης καὶ διπλωματίας;
Ἡ κοσμικὴ εὐγένεια
διαφέρει ἀπὸ τὴν χριστιανική. Εὐγενὴς π.χ. κυρία ἢ δεποινίδα εἶνε αὐτὴ
ποὺ μιλάει μὲ λεπτότητα, ἡ γλῶσσα της στάζει μέλι, θαυμάζεται καὶ φημίζεται
στοὺς κοσμικοὺς κύκλους. Ἡ εὐγένειά της ὅμως εἶνε ἐπιφανειακή. Ἐὰν λίγο τὴν ἐνοχλήσῃς,
θίξῃς τὸν ἐγωισμό της, τότε αὐτὴ ἡ εὐγενὴς γίνεται θηρίο, τίγρις, κι ἀπὸ τὰ
βάθη της βγάζει λέξεις καὶ φράσεις σκληρὲς καὶ βάναυσες. Στὰ χείλη ἔχει εὐγένεια,
ἀλλὰ στὴν καρδιά της ὑπάρχει ἀγένεια, ἀγριότης, βαρβαρότης. Αὐτὴ εἶνε ἡ
κοσμκὴ εὐγένεια. Καὶ διαφέρει ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ εὐγένεια ὅσο ἕνα γνήσιο
νόμισμα ἀπὸ ἕνα κίβδηλο.
Ποιά λοιπὸν εἶνε ἡ χριστιανικὴ εὐγένεια;
* * *
Θέλετε νὰ δῆτε εὐγενῆ, τὸν κατ᾽ ἐξοχὴν
εὐγενῆ, πρότυπο εὐγενείας, ἀνθρώπου εὐγενοῦς; Εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς
Χριστός. Αὐτὸς εἶνε ὁ εὐγενής, ὁ εὐγενέστερος ἀπὸ ὅλους ὅσοι
πάτησαν ἐπάνω στὴ γῆ. Εἶνε ὁ εὐγενὴς λόγῳ θείας καταγωγῆς· «τὴν γενεὰν
αὐτοῦ τίς διηγήσεται;» θαυμάζει ὁ προφήτης Ἠσαΐας (Ἠσ. 53,8). Οἱ δικοί μας
γονεῖς εἶνε ἄσημοι καὶ ἡ καταγωγή μας ταπεινή· ἀλλὰ ἡ καταγωγὴ τοῦ Χριστοῦ εἶνε
οὐράνια, τόσον ὑψηλὴ ὅσο δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστῇ.
Ἀλλ᾽ αὐτὸς ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ
οὐρανίου Πατρὸς καὶ μονογενὴς Υἱὸς τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας, ὁ ἀπροσπέλαστος
βασιλεὺς τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ἔγινε προσιτὸς στὴν ἀνθρωπότητα·
κατέβηκε ὅλη τὴν κλίμακα, πλησίασε τὸν ἄνθρωπο ὅσο κανείς ἄλλος καὶ ἄγγιξε τὴν ἀνθρώπινη
ἀθλιότητα. Ὀρφανά, χῆρες, ἄρρωστοι, λεπροί, ποὺ τοὺς ἔδιωχναν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι
καὶ ζοῦσαν σὰν ἄγρια θηρία, ἄνθρωποι ἐγκαταλελειμμένοι, ἁμαρτωλοὶ ποὺ δὲν τοὺς
πλησίαζε κανείς, τελῶνες μισητοί, γυναῖκες διαβόητες γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά
τους, ὅλος αὐτὸς ὁ παραγκωνισμένος περιφρονημένος κ᾽ ἐξευτελισμένος κόσμος, εἶδαν
κοντά τους τὸ Χριστό. Τοὺς πλησίαζε, συνωμιλοῦσε μαζί τους, ἄγγιζε τὰ ἅγια
χέρια του στὰ κεφάλια φτωχῶν παιδιῶν· συναναστράφηκε τοὺς ψαρᾶδες, τοὺς
χωρικούς, τοὺς βοσκούς, μπῆκε μέσα στὰ σπίτια, πῆγε παντοῦ. Ἡ καταδεκτικότητά
του προκαλοῦσε κατάπληξι.
Καὶ ὅμως, ἀγαπητοί μου· ὑπάρχουν
περιστάσεις στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὁ εὐγενὴς αὐτός, χωρὶς ἀπὸ τὸ βάθος του νὰ
λείψῃ ἡ εὐγένεια, ἐν τούτοις στὴν ἐξωτερική του συμπεριφορὰ ἔδειξε ταραχή,
ἔνιωσε θυμό, μίλησε ἔντονα. Τέτοιες στιγμὲς ὅσοι τὸν ἤξεραν ἀποροῦσαν, πῶς αὐτὸς
ὁ πρᾷος καὶ ταπεινὸς ἔπαιρνε τέτοια ὄψι ἱερᾶς ὀργῆς καὶ ἀγανακτήσεως. Νὰ ἀναφέρω
περιπτώσεις;
√ Ἡ πρώτη
περίπτωσι ἢ μᾶλλον ἡ πρόχειρη περίπτωσι εἶνε στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο (βλ.
Ματθ. 17,14-23). Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα; Τὸ ἐπεισόδιο ποὺ ἀναφέρει
βρίσκεται στὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Κυρίου. Τρία χρόνια ὁ Χριστὸς
περιώδευσε τὴν Ἱερὰ Γῆ· πῆγε παντοῦ, δίδαξε· ἔκανε θαύματα, θεράπευσε ἀσθενεῖς,
ἔδωσε φῶς σὲ τυφλούς, ἄγγιξε αὐτιὰ μογγιλάλων, ἔβγαλε δαιμόνια, ἀνέστησε ἀκόμα
καὶ νεκρούς. Πίστεψαν; Δὲν πείστηκαν. Καὶ ὄχι μόνο οἱ ξένοι, ἀλλὰ κι αὐτοὶ ἀκόμα
οἱ δώδεκα μαθηταί, ποὺ τοὺς ἐξέλεξε νὰ εἶνε κοντά του ὡς ἕνα ἐπιτελεῖο καὶ
διάδοχοι συνεχισταὶ τοῦ ἱεραποστολικοῦ του ἔργου, ἦρθαν στιγμὲς ποὺ ἔδειξαν ὀλιγοπιστία. Καὶ
νά τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ποὺ λέει ὅτι, ὅταν βρέθηκε μπροστά τους ἕνα παιδὶ νὰ
σπαρταράῃ χάμω στὴ γῆ σὰν τὸ ψάρι καὶ νὰ βασανίζεται ἀπὸ φοβερὸ δαιμόνιο, οἱ
μαθηταὶ δὲν μπόρεσαν νὰ βγάλουν τὸ δαιμόνιο· καὶ ἡ ἀδυναμία τους αὐτὴ ἔγινε ἀφορμὴ
νὰ θριαμβεύουν οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ, νὰ καυχῶνται καὶ νὰ λένε, ὅτι τὸ δαιμόνιο
εἶνε ἰσχυρότερο ἀπὸ τὴ δύναμί τους. Καὶ ὁ Χριστός, ποὺ εἶδε αὐτὴ τὴν ὀλιγοπιστία
τῶν μαθητῶν καὶ τὴν ἀπιστία τῶν ἐχθρῶν, νὰ μὴν ὑπάρχῃ πίστι οὔτε ὡς «κόκκος
σινάπεως» (ἔ.ἀ. 13,31), ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ εἶπε μὲ παράπονο· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος
καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (ἔ.ἀ.
17,17). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ δὲν δείχνει ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἀγενής, ὄχι·
δείχνει, ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις στὶς ὁποῖες ὁ Χριστιανὸς μπορεῖ νὰ αἰσθάνεται
ἕνα κῦμα ἱερᾶς ὀργῆς καὶ ἀγανακτήσεως. Τὸ ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι προφῆτες· Ναί,
νὰ εἶσαι πρᾶος καὶ ταπεινός· ἀλλ᾽ ὅταν δίδεται μιὰ δικαία ἀφορμή, ἀφορμὴ νὰ ὑποστηρίξῃς
ὄχι ἀτομικὰ συμφέροντά σου ἀλλὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια, τὶς μεγάλες ἀλήθειες τῆς
πίστεώς μας, τότε, ὅπως λέει καὶ ὁ προφήτης Ἰωήλ, πρέπει καὶ ὁ πρᾶος νὰ
γίνεται μαχητής (Ἰωὴλ 4,11). Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, στὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ
Χριστός, προστέθηκαν πλῆθος ἄλλα. Ἂν λοιπὸν οἱ τότε ἦταν ἄξιοι ἐλέγχου, πολὺ
περισσότερο εἴμαστε ἐμεῖς· γιατὶ τὰ θαύματα ποὺ συνεχίζονται μέχρι σήμερα
μαρτυροῦν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός.
√ Ἄλλη
περίπτωσι ποὺ ὁ Χριστὸς ὠργίστηκε δικαίως εἶνε ὅταν πῆγε στὸ Ναὸ τοῦ Σολομῶντος
κι ἄκουσε ἐκεῖ φωνὲς ἀργυραμοιβῶν, βελάσματα προβάτων στὰ προαύλεια καὶ φωνὲς
ἄλλων ζῴων, ποὺ ἔφταναν ὣς μέσα κ᾽ ἐκάλυπταν φωνὲς ἱερέων καὶ ψαλτῶν. Ἦταν ἕνα
χάος, σὰν μιὰ δημόσια ἀγορά. Τότε ὁ Κύριος μπροστὰ σ᾽ αὐτὴ τὴ βεβήλωσι τοῦ
Ναοῦ ξέσπασε πάλι, πῆρε καὶ φραγγέλλιο στὰ χέρια καὶ ἔδιωξε τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας
λέγοντας ἐκεῖνα τὰ λόγια· «Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου»
(Ἰω. 2,16).
√ Τρίτη
περίπτωσι ποιά εἶνε; Ἐκεῖ πλέον ἡ ἱερά του ἀγανάκτησι ἔφτασε στὸ ζενίθ. Ὅταν
λίγο πρὸ τοῦ πάθους του μπῆκε στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ εἶδε μία ἀνάξια πολιτικὴ καὶ
θρησκευτικὴ ἡγεσία, ὅταν εἶδε ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς ἐμπόρους ποὺ ἐκμεταλλεύονταν
τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια καὶ ζοῦσαν μιὰ ζωὴ ὑποκρισίας καὶ ἀπάτης, τότε ὁ Χριστὸς εἶπε ἐκεῖνα
τὰ τρομερὰ «Οὐαί» (Ματθ. 23,13-29), ποὺ σὰν ἄλλο φραγγέλλιο ἔπεσαν στὰ
κεφάλια τῶν ἐνόχων ἐκείνων τῆς Ἰουδαϊκῆς φυλῆς.
Ναί, ἀδελφοί μου, αὐτὸς εἶνε ὁ
Χριστός, ὁ εὐγενέστερος τῶν εὐγενῶν, καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ παράδειγμα ποὺ ἀφήνει
καὶ σ᾽ ἐμᾶς ν᾽ ἀκολουθήσουμε. Ἂς τὸν μιμηθοῦμε λοιπόν. Νὰ εἴμαστε κ᾽ ἐμεῖς
εὐγενεῖς. Εὐγενεῖς πρῶτα – πρῶτα ἀπέναντι στοὺς γονεῖς μας, στὸν πατέρα
καὶ τὴ μητέρα ποὺ μᾶς γέννησαν. Δὲν εἶνε πολλὲς μέρες ποὺ ἦρθε ἕνας πατέρας στὴ
μητρόπολι. –Πόσο ὑποφέρουμε ἀπὸ τὸ κορίτσι μας! λέει. –Μὰ ἐγὼ τὸ βλέπω τὸ
κορίτσι σας καὶ εἶνε ἄγγελος. –Ἄ, λέει, ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι κάνει τὴν εὐγενῆ, ἀλλὰ
μέσ᾽ στὸ σπίτι εἶνε ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος. Ἐὰν μποροῦσα νὰ σᾶς μεταφέρω τὴ φωνή
της ἐδῶ στὸ γραφεῖο τῆς μητροπόλεως, θὰ ἔκλαιγες… Εὐγενῆ λοιπὸν τὰ παιδιὰ μέσ᾽
στὸ σπίτι, εὐγενῆ στὸ σχολεῖο ἀπέναντι σὲ δασκάλους καὶ καθηγητάς, εὐγενῆ ἀπέναντι
σὲ συνομηλίκους, εὐγενῆ σὲ ὅλους.
Καὶ ὄχι μόνο τὰ παιδιά. Εὐγενεῖς
ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι. Ἀλλά… ὄχι πάντοτε. Θὰ ἔρχωνται καὶ στιγμὲς ποὺ
μιμούμενοι τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων θὰ ἐφαρμόζουμε
τὸ «Ὀργίζεσθε καὶ μὴ ἁμαρτάνετε» (Ψαλμ. 4,5=Ἐφ. 4,26). Διότι ὑπάρχει ὀργὴ ἁμαρτωλή,
ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ὀργὴ ἁγία. Καὶ τότε ἀλλοίμονο στὸν ἄνθρωπο ὅταν δὲν ὀργίζεται.
Τὸ ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας· ὅποιος λαμβάνει δικαία ἀφορμὴ νὰ θυμώσῃ
καὶ δὲν θυμώνει, εἶνε φαῦλος καὶ διεφθαρμένος. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς λοιπὸν ἡ
εὐγένεια θὰ τρέπεται σὲ κῦμα ἱερᾶς ὀργῆς καὶ ἀγανακτήσεως. Πότε; Ὅταν ὁ
κόσμος, αὐτὴ ἡ διεφθαρμένη γενεὰ γιὰ τὴν ὁποία λέει σήμερα ὁ Κύριος, εἴτε μὲ
τὰ θέλγητρα εἴτε μὲ τὰ φόβητρά του, προσπαθῇ νὰ μᾶς παρασύρῃ ἀπὸ τὴν ὁδὸ τοῦ
καθήκοντος στήνοντας παγίδες μέσα στὶς ὁποῖες νὰ μᾶς συλλάβῃ καὶ νὰ μᾶς ἐξουθενώσῃ,
ὅταν ἡ κόλασι ἀνοίγεται καὶ οἱ δαίμονες ζητοῦν νὰ καταστρέψουν ὅ,τι τίμιο καὶ
ἱερὸ ὑπάρχει στὴν ψυχή μας, ὅταν ὁ σατανᾶς προσπαθῇ νὰ μᾶς ἐκτρέψῃ ἀπὸ τὴν ὁδὸ
τοῦ Κυρίου, τότε ἐμεῖς νὰ μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐπίτηδες τὸ
ἄφησα τελευταῖο.
√ Τέταρτη
περίπτωσι δόθηκε ἱερᾶς ὀργῆς καὶ ἀγανακτήσεως. Ποιός ἦταν ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ
ποὺ τὸν πρόδωσε; Ἦταν ὁ Ἰούδας. Καὶ τότε ἀπέναντί του ὁ Χριστὸς στάθηκε ἄψογος.
Εἶνε μία σκηνὴ ποὺ συγκινεῖ, προκαλεῖ δάκρυα. Τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης πῆγε
μὲ ἀπόσπασμα στρατιωτῶν ῥοπαλοφόρων μέσα στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Πλησίασε ὁ ὑποκριτὴς
τὸ Χριστὸ καὶ τοῦ ἔδωσε στὸ πρόσωπο φίλημα «ἀγάπης». Καὶ ὁ Χριστὸς τί εἶπε; Δὲν
τοῦ εἶπε, Φύγε ἀπὸ ᾽δῶ, προδότη!… Ἀλλὰ τί· «Φίλε, ἐφ᾽ ᾧ πάρει;» φίλε, γιὰ ποιό
σκοπὸ ἦρθες; (Ματθ. 26,50). Ὤ! θαυμαστὴ εἶνε ἡ εὐγένεια τοῦ Χριστοῦ ὅταν
προσωπικῶς προσβάλλεται ὡς ἄτομο.
Ἐπίσης τὴν ὥρα τῆς δίκης, στὸν ὑπηρέτη
ποὺ τόλμησε νὰ τὸν ῥαπίσῃ, δὲν μίλησε μὲ σκληρὴ γλῶσσα, ἀλλὰ μὲ αὐτοκυριαρχία
τοῦ εἶπε· «Ἐὰν μίλησα ἄσχημα, πές ποῦ ἔσφαλα· ἂν ὅμως μίλησα σωστά, γιατί μὲ
χτυπᾷς;» (Ἰω. 18,23).
Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ ἕνας ἄλλος
μαθητής του, ποὺ τὸν ἀγαποῦσε θερμά· καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ φλογερὸς Πέτρος. Σὲ
μιὰ στιγμὴ ὅμως, κοσμικὰ σκεπτόμενος καὶ αἰσθανόμενος, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι
εἶνε ἀνάγκη ν᾽ ἀφήσουν τὴν ἡσυχία, νὰ πᾶνε στὰ Ἰεροσόλυμα κ᾽ ἐκεῖ νὰ σταυρωθῇ ὑπὲρ
τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ Πέτρος ἀπὸ μιὰ κακῶς νοουμένη ἀγάπη εἶπε· –Μὴ γένοιτο· δὲν
θὰ πᾷς, θὰ σὲ κρατήσουμε ἐδῶ. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς ἀπήντησε· –«Ὕπαγε ὀπίσω μου,
σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων»
(Ματθ. 16,23). Πῶς ὠνόμασε ὁ Χριστὸς τὸν Πέτρο; «Σατανᾶ». Διότι τὴν ὥρα ἐκείνη,
χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνῃ, γινόταν ἀσυνείδητο ὄργανο τοῦ σατανᾶ – αὐτὸς δὲν ἤθελε
νὰ σταυρωθῇ ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ μὴ σωθῇ ἡ ἀνθρωπότης.
* * *
Κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, νὰ εἴμαστε
εὐγενεῖς. Καὶ οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες, στὶς ὁποῖες μάλιστα ἡ εὐγένεια ἀποτελεῖ
ἀγγελικὸ κόσμημα. Ἀλλὰ ὅλοι μέχρι ἑνὸς σημείου εὐγενεῖς. Ὅταν εἴτε στὸ
σπίτι εἴτε στὴν κοινωνία εἴτε στὸ σχολεῖο ὑπάρχουν πρόσωπα, ὅσο ἀγαπητὰ καὶ ἂν
εἶνε, –αὐτὰ εἶνε τὰ πιὸ ἐπικίνδυνα–, ποὺ μὲ γλῶσσα γλυκειὰ προσπαθοῦν νὰ μᾶς ἀποσύρουν
ἀπὸ τὴ γραμμὴ τοῦ καθήκοντος, εἴτε μάνα εἴτε πατέρας εἴτε δάσκαλος εἴτε
καθηγητὴς εἴτε συγγενὴς εἴτε φίλος, τότε νὰ ὀρθώνουμε ἀνάστημα, ἡ καρδιά μας νὰ
γίνεται Ἀτλαντικὸς ὠκεανός. Τότε νὰ δείξουμε ἱερὰ ὀργή, τότε νὰ ὑψώσουμε τὸ
φραγγέλιο τῆς γλώσσης. Νὰ γίνουμε κ᾽ ἐμεῖς μικροὶ μιμηταὶ τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ
ποῦμε· «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ» (ἔ.ἀ.).
(†) ἐπίσκοπος
Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία
ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Πρώτης – Φλωρίνης παρουσίᾳ κατασκηνωτριῶν τὴν
7-8-1977 πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 21-6-2026.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου