Το μεταναστευτικό ως
πεδίο σύγκρουσης εθνικής κυριαρχίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Γράφει
ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός
Στην εγχώρια ειδησεογραφία πέρασε στα «ψιλά» η 135η ετήσια σύνοδος της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης που έλαβε χώρα στις 14-15 Μαΐου 2026 στο Κισινάου της Μολδαβίας. Εκεί οι Υπουργοί Εξωτερικών των 46 κρατών-μελών υιοθέτησαν μια κοινή πολιτική δήλωση για τη μετανάστευση, η οποία με διπλωματική γλώσσα στέλνει σαφή μηνύματα προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ως προς τις αποφάσεις του για τις απελάσεις.
Από
τη δήλωση κρατάμε τα εξής σημαντικά:
-
Τα κράτη επιβεβαιώνουν το «αναμφισβήτητο
κυριαρχικό τους δικαίωμα να αποφασίζουν και να ελέγχουν την είσοδο και τη
διαμονή αλλοδαπών υπηκόων στην επικράτειά τους» (§18).
-
Eκφράζουν
την ανησυχία τους για τα εμπόδια «να απελάσουν ή να εκδώσουν άτομο που έχει
καταδικαστεί ή κατηγορείται για σοβαρό αδίκημα» (§20).
-
Kαλούν
το ΕΔΔΑ να σεβαστεί «τις ιδιαιτερότητες των εθνικών νομικών συστημάτων και
παραδόσεων» (§33).
-
Τονίζουν ότι «η άφιξη μεγάλου αριθμού
μεταναστών αποτελεί μια σύνθετη και εξελισσόμενη πρόκληση για τα κράτη της
πρώτης γραμμής, συμπεριλαμβανομένου του κυριαρχικού τους δικαιώματος να
προστατεύουν τα εθνικά σύνορα και να αποφασίζουν ποιος εισέρχεται νόμιμα στην
επικράτειά τους, καθώς και της θεμελιώδους ευθύνης τους να διασφαλίζουν την
εθνική ασφάλεια και τη δημόσια ασφάλεια» (§34).
-
Υπογραμμίζουν ότι «είναι σημαντικό τα κράτη,
συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι εκτεθειμένα σε μαζικές αφίξεις, να
μπορούν να ακολουθήσουν νέες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση και ενδεχομένως
την αποτροπή της παράτυπης μετανάστευσης. Μεταξύ των νέων προσεγγίσεων που
έχουν προβλεφθεί από πολλά κράτη μέλη είναι η διεκπεραίωση αιτημάτων διεθνούς
προστασίας σε τρίτη χώρα, οι “κόμβοι επιστροφής” (“return hubs”) σε τρίτες
χώρες και η συνεργασία με χώρες διέλευσης».
Το
όλο ζήτημα ξεκίνησε να λαμβάνει ευρείες διαστάσεις ήδη από τον Μάιο του 2025,
όταν 9 κράτη-μέλη (Βέλγιο, Πολωνία, Ιταλία, Δανία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία,
Λιθουανία και Αυστρία) ζήτησαν με κοινή επιστολή
τους μια διαφορετική ερμηνεία της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
(ΕΣΔΑ), ώστε να μπορούν να απελαύνουν υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν τελέσει
ποινικά αδικήματα.
Οι
ηγέτες των υπογραφουσών χωρών, με προεξάρχουσες την Ιταλία και τη Δανία,
υποστήριζαν ότι το ΕΔΔΑ με τη νομολογία του έχει επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής
της Σύμβασης «πολύ μακριά σε σύγκριση με τις αρχικές προθέσεις» ενώ σημείωναν
ότι «η ερμηνεία του Δικαστηρίου περιόρισε την ικανότητά τους να λαμβάνουν
πολιτικές αποφάσεις στις δικές τους δημοκρατίες και με τον τρόπο αυτό επηρέασε
τους χειρισμούς με τους οποίους εμείς ως ηγέτες μπορούμε να προστατεύσουμε τις
δημοκρατικές μας κοινωνίες και τους πληθυσμούς μας».
Επί
της ουσίας, η εν λόγω επιστολή επισημοποίησε με εμφατικό τρόπο τη θέση
ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών ότι μερικές αποφάσεις του Δικαστηρίου έχουν
ναρκοθετήσει την αρμοδιότητα των εθνών-κρατών να λαμβάνουν κυριαρχικά αποφάσεις
σε πεδία πολιτικής που έχουν να κάνουν με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.
Στόχευση αυτής της πρωτοβουλίας ήταν να ξεκινήσει μια ευρύτερη συζήτηση στους
κόλπους του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με το πώς το διεθνές δίκαιο
ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ κατά τρόπο που περιορίζει τις εθνικές πολιτικές ιδίως
στα ζητήματα παροχής ασύλου και φύλαξης των συνόρων.
Πριν
από την επιστολή των 9 ηγετών είχε προηγηθεί στις 17 Μαρτίου 2025 μια απόφαση
του ΕΔΔΑ (Sharafane
v. Denmark) με την
οποία το Δικαστήριο αρνήθηκε να επανεξετάσει μια υπόθεση κατά της Δανίας,
κατοχυρώνοντας ένα «δικαίωμα επιστροφής» για τους αλλοδαπούς που απελάθηκαν
κατόπιν ποινικής καταδίκης. Δια της απόρριψης το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε ότι το
«δικαίωμα επιστροφής» των απελαθέντων αλλοδαπών στο ευρωπαϊκό έδαφος αποτελεί
πλέον νομολογία του Δικαστηρίου και προορίζεται να εφαρμοστεί σε όλα τα
κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Μετά από αυτή την εξέλιξη ήταν λογικό
και επόμενο να υπάρξει έντονη ανησυχία ιδίως στα κράτη που λόγω γεωγραφικής
θέσης δέχονται μεγάλες μεταναστευτικές πιέσεις.
Τον
Δεκέμβριο του 2025 με μία κοινή
δήλωση στο πλαίσιο της Διάσκεψης των Υπουργών Δικαιοσύνης του
Συμβουλίου της Ευρώπης, 27 κράτη-μέλη μεταξύ άλλων επεσήμαναν και τα εξής περί
της εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών: «Αναγνωρίζουμε το εξαιρετικά
ευαίσθητο γεωπολιτικό πλαίσιο και την ανάγκη να διασφαλιστεί σωστά η εθνική
ασφάλεια και η δημόσια ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου τα
ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες υπόκεινται σε κατάχρηση και
χρήση από εχθρικά καθεστώτα και μεμονωμένους αιτούντες με κρυφά κίνητρα, με
αρνητικές επιπτώσεις στο σύστημα της Σύμβασης».
Σύμφωνα
με πρόσφατο δημοσίευμα
του Economist (1/4/26), oι πιέσεις που δέχονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες
από τα μεταναστευτικά κύματα έχει «ανάψει» νομικές και πολιτικές συζητήσεις,
ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, για την αναθεώρηση της ΕΣΔΑ. Αποφάσεις του ΕΔΔΑ
έχουν «βάλει φρένο» σε πολλές περιπτώσεις στην απέλαση μεταναστών που έχουν
τελέσει ποινικά αδικήματα, με τη λογική ότι πρέπει να προστατευτεί το δικαίωμά
τους στην οικογενειακή ζωή (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ) και να μην αποχωριστούν από την
οικογένειά τους.
Στο
άρθρο επισημαίνεται ότι στη Βρετανία τόσο το κόμμα Reform UK που προηγείται
στις δημοσκοπήσεις όσο και οι Conservatives προτείνουν την αποχώρηση της χώρας
από την ΕΣΔΑ. Από την άλλη, τα αριστερά κόμματα στηρίζουν τη λογική των
αποφάσεων του ΕΔΔΑ ενώ ο ίδιος ο πρωθυπουργός Keir Starmer, ως πάλαι ποτέ
δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει κατά το παρελθόν συγγράψει για τα
ζητήματα αυτά ένα πόνημα 900 σελίδων.
Σε
πρόσφατη (30/3/26) παρέμβασή
του στην Telegraph, ο Sir Michael Ellis, Δικηγόρος, πρώην Υπουργός και
πρώην Γενικός Εισαγγελέας Αγγλίας και Ουαλίας, ισχυρίστηκε ότι τα ευρωπαϊκά
κράτη έχουν παραχωρήσει υπερβολική ισχύ στους δικαστές των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων. Σύμφωνα με όσα αναφέρει, το
ΕΔΔΑ με τις αποφάσεις του «μπλοκάρει» απελάσεις μεταναστών και δη μεταναστών
που έχουν τελέσει ποινικά αδικήματα και τοποθετεί τα δικαιώματα των παραβατών
πάνω από αυτά των νομοταγών και φορολογούμενων πολιτών. Κατηγορεί το Δικαστήριο
ότι δεν κάνει απλά εφαρμογή των διατάξεων της ΕΣΔΑ αλλά την ερμηνεύει με
πολιτικά κριτήρια ("left-wing activism"). Παρατηρεί, όμως, ότι
συνολικά στην Ευρώπη συμβαίνει μια μεγάλη στροφή πάνω στο ζήτημα αυτό και
υποστηρίζει ότι πρέπει να υπερισχύσει η δημοκρατία υπό την έννοια της εφαρμογής
της βούλησης των κυρίαρχων λαών και όχι η νομικίστικη λογική των δικαστών.
Θεωρεί
ότι η «αριστερή» αντίληψη για το κράτος δικαίου έχει μετατραπεί σε μια θεότητα,
την οποία είναι ιεροσυλία να επικρίνεις. Όμως, δεν είναι η ίδια η έννοια του
κράτους δικαίου που είναι προβληματική - αυτή παραμένει πιο σημαντική από ποτέ.
Κατά τη γνώμη του, οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι το πρόβλημα
είναι τα δικαστήρια που «υπερ-ερμηνεύουν» τους κανόνες δικαίου δίνοντας
πολιτικό πρόσημο στο κράτος δικαίου. Καταλήγει ότι οι ημέρες του Δικαστηρίου
μπορεί να είναι μετρημένες
Με
επίκεντρο τους ανωτέρω προβληματισμούς έλαβε χώρα στην αίθουσα του Δικηγορικού
Συλλόγου Αθηνών μια εκδήλωση
από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου με προσκεκλημένους τρεις
Έλληνες Δικαστές του ΕΔΔΑ: τον Χρήστο
Ροζάκη, π. Αντιπρόεδρο του ΕΔΔΑ (1998-2011) και Ομότιμο Καθηγητή Διεθνούς
Δικαίου στο ΕΚΠΑ, τον Ιωάννη Κτιστάκι, Πρόεδρο του 3ου Τμήματος του ΕΔΔΑ και
Αναπλ. Καθηγητή της Νομικής Σχολής στο ΔΠΘ και τον Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο π.
Πρόεδρο του ΕΔΔΑ και Καθηγητή της Νομικής Σχολής στο ΕΚΠΑ.
Κατά
τη διάρκεια της εκδήλωσης τέθηκε το εξής κρίσιμο ερώτημα: ασκεί το ΕΔΔΑ
πολιτική με τις αποφάσεις του; Στις απαντήσεις που έδωσε ο Λίνος-Αλέξανδρος
Σισιλιάνος και ο Χρήστος Ροζάκης φάνηκε μια σημαντική διαφοροποίηση. Ο πρώτος εμφατικά τόνισε ότι «το Δικαστήριο
δεν κάνει πολιτική και δεν πρέπει να κάνει πολιτική» ενώ ο δεύτερος αμέσως
αντέτεινε ότι «παρά τις προσπάθειες του Δικαστηρίου να είναι αντικειμενικό και
να μην πολιτικοποιεί τις υποθέσεις, αυτό είναι αδύνατο σε τελική ανάλυση».
Οδεύουμε
προς μια σύγκρουση των κρατών-μελών με τους Δικαστές του ΕΔΔΑ; Θα επηρεάσει
αυτή η πρόσφατη πολιτική δήλωση της Επιτροπής Υπουργών τη νομολογία του
Δικαστηρίου στα ζητήματα μετανάστευσης; Θα βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ της
προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της εθνικής κυριαρχίας των κρατών;
Υπεισέρχονται πολιτικές/ιδεολογικές σταθμίσεις στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ ή αυτές
λαμβάνονται με αμιγώς νομικά κριτήρια;
Πρόκειται
για ακανθώδη ερωτήματα που προβληματίζουν και μένει να παρακολουθήσουμε αν ποτέ
και πώς θα απαντηθούν…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου