
Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰω. 4,5-42)
Ὁ
Χριστὸς δέχεται τοὺς μετανοημένους ἁμαρτωλοὺς
Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης
Ἀκούσατε σήμερα, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ἰω. 4,5-42). Ἀλλὰ τί ὠφεληθήκατε; Γι ̓ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἐξηγήσουμε, νὰ τὸ ἐξηγήσουμε πολὺ ἁπλά.
* * *
Θ ̓ ἀρχίσουμε μ ̓ ἕνα παράδειγμα. Ποιό παράδειγμα; Ὑπάρχει
ἕνα πουλὶ ποὺ εἶνε γνωστὸ κ ̓ ἐδῶ στὴν περιφέρεια καὶ σ ̓ ἄλλα μέρη· εἶνε ἕνα ἀπὸ
τὰ ἄσχημα πουλιά, εἶνε τὸ κοράκι. Τὰ φτερά του εἶνε μαῦρα, κατάμαυρα· τὸ
κοράκι πετάει στὰ βουνὰ καὶ στὰ φαράγγια καὶ τρώει ψοφίμια· τὸ κοράκι ζῇ – πόσα
χρόνια νομίζετε; Διακόσα χρόνια ζῇ τὸ κοράκι! Γι ̓ αὐτὸ σὲ πολλὰ μέρη ὅταν εὔχωνται
κάποιον λένε· Κορακοζώητος! Δηλαδή, νὰ ζήσῃ σὰν τὸν κόρακα, διακόσα χρόνια. Ἔτσι
ὥρισε ὁ Θεός, νὰ ζῇ ὁ κόρακας διακόσα χρόνια. Ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Κόρακας εἶνε. Ἐνῷ
ἕνα ἄλλο πουλάκι ὄμορφο, τὸ ἀηδόνι, ζῇ λίγα χρόνια, ἀλλὰ κελαηδάει ὄμορφα καὶ μᾶς
εὐχαριστεῖ. Λοιπόν, ἀντὶ νὰ εἴμαστε κοράκια νὰ ζοῦμε χρόνια πολλά, ἄχρηστα
χρόνια, προτιμότερο νὰ ζοῦμε λιγώτερα χρόνια, νὰ εἴμαστε σὰν τὰ ἀηδονάκια ποὺ
κελαηδᾶνε μέσα στὸ δάσος.
–Ἀλλὰ γιατί, θὰ μοῦ πῇς, ἀρχίζεις μὲ κοράκια; Τὸ εὐαγγέλιο
δὲν λέει γιὰ κοράκια.
Καὶ ὅμως μέσ ̓ στὸ εὐαγγέλιο εἶνε σήμερα ἕνα κοράκι.
Βλέπουμε μέσα στὸ εὐαγγέλιο ἕνα κοράκι ποὺ ἔγινε περιστέρι. Ἐὰν σᾶς πῶ, ὅτι ἕνα
κοράκι ἔγινε περιστέρι, ποιός τὸ πιστεύει; κανείς. Καὶ ὅμως αὐτὸ λέει
σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ἕνα κοράκι ἔγινε περιστέρι. Ποιό εἶνε τὸ κοράκι; Μιὰ
γυναίκα. Ποιά; καμμία ἁγία; Ὄχι, ἁμαρτωλή, πολὺ ἁμαρτωλή. Πῶς τὴ λέγανε;
Σαμαρείτισσα. Πῆρε τὸ ὄνομα ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ κατάγεται. Τί ἦταν αὐτή;
Παντρεμένη. Πῆρε ἕνα ἄντρα, ἔκανε παιδιά. Ἔδιωξε τὸν πρῶτο ἄντρα. Πῆρε δεύτερο,
τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Πῆρε τρίτον ἄντρα, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Πῆρε τέταρτον ἄντρα,
τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Πῆρε πέμπτο ἄντρα, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Ἔζησε μὲ ἕξι ἄντρες.
Ἦταν λοιπὸν μιὰ γυναίκα πολὺ διεφθαρμένη. Τὴν ἤξεραν ὅλοι. Ντρεπόταν καὶ ἡ ἴδια.
Γι ̓ αὐτὸ δὲν πήγαινε τὸ πρωὶ στὴ βρύσι, ποὺ πήγαιναν οἱ γυναῖκες νὰ πάρουν
νερό, ἀλλὰ πήγαινε τὸ μεσημέρι ποὺ δὲν πάει καμμιά νοικοκυρὰ στὴ βρύσι, τότε, τὸ
μεσημέρι ποὺ ἔκαιγε ὁ ἥλιος τὸν κόσμο, τότε ἔπαιρνε τὴ στάμνα της καὶ ντροπαλὴ
– ντροπαλὴ πήγαινε στὸ πηγάδι νὰ βγάλῃ νερό. Αὐτὴ ἦταν ἡ γυναίκα – κοράκι.
Καὶ ξαφνικὰ γίνεται περιστέρι. Πῶς; Νά· ἕνα
μεσημέρι, Ἰούνιο μῆνα, ποὺ ἔκαιγε ὁ ἥλιος τὶς πέτρες, πῆρε κι αὐτὴ ντροπαλὴ τὴ
στάμνα, βγῆκε ἀπ ̓ τὸ χωριὸ καὶ πῆγε στὸ πηγάδι νὰ βγάλῃ νερὸ μὲ τὸν κουβᾶ της.
Ἐκείνη τὴν ὥρα νά ἕνας ἄνθρωπος κουρασμένος, ἱδρωμένος, καθόταν ἐκεῖ στὸ
πηγάδι. Ξένος ἦταν, ἄγνωστος. Ποιός ἦταν; Ὁ Χριστός. Δὲν τὸ κατάλαβε αὐτὸ
ἡ Σαμαρείτισσα. Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς λέει· –Δός μου νὰ πιῶ, διψῶ. Ἐκείνη, ἀπὸ τὴν
προφορὰ κι ἀπὸ τὰ ῥοῦχα του, κατάλαβε ὅτι δὲν εἶνε ἀπ ̓ τὸ χωριό· ἀπὸ μακριά, ἀπὸ
ξένη χώρα εἶνε, ἀπὸ τὴν Ἰουδαία, ποὺ αὐτοὶ μισοῦσαν· πάρα πολὺ μισοῦσαν οἱ
Σαμαρεῖτες τοὺς Ἰουδαίους. Παραξενεύτηκε λοιπόν.
–Πῶς ἐσύ, λέει, ἀπὸ μέρος ποὺ δὲν ἔχουμε σχέσι, ζητᾷς ἀπὸ
μένα νὰ σοῦ δώσω νὰ πιῇς;
Καὶ τότε ὁ Χριστὸς τί τῆς λέει·
–Ἐὰν ἤξερες ποιός εἶμαι, ἐσὺ θὰ ζητοῦσες ἀπὸ μένα καὶ
θὰ σοῦ ἔδινα τὸ ἀθάνατο νερό.
–Ἀθάνατο νερό; ὑπάρχει λοιπὸν ἀθάνατο νερό; νὰ πίνῃ
κανεὶς καὶ νὰ μὴ διψᾷ ποτέ καὶ νὰ μὴν πεθαίνῃ ποτέ; Δός μου το, λέει αὐτή.
Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ἀπαντᾷ·
–Θὰ σοῦ δώσω τὸ ἀθάνατο νερό, ἀλλὰ πήγαινε νὰ φωνάξῃς
πρῶτα τὸν ἄντρα σου.
–Δὲν ἔχω ἄντρα, ἀπαντᾷ αὐτή.
–Ναί, λέει ὁ Χριστός, σωστὰ τὸ εἶπες· πέντε ἄντρες εἶχες
κι ὁ ἕκτος αὐτὸς ποὺ τώρα συζῇς δὲν εἶνε νόμιμος σύζυγός σου.
Ἤξερε τὰ πάντα γι ̓ αὐτὴν ὁ Χριστός. Καὶ μόλις ἄκουσε
τὰ λόγια του, σκέφτηκε· Αὐτὸς εἶνε ἀπὸ μακριά· πῶς ξέρει τὴ ζωή μου; σίγουρα εἶνε
προφήτης. Ἄρχισε λοιπὸν μιὰ συζήτησι μὲ τὸ Χριστὸ πάνω σὲ μεγάλα θέματα τῆς
θρησκείας· κ ̓ ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν εἶπε αὐτή·
–Αὐτὰ τὰ δύσκολα ζητήματα δὲν μποροῦμε νὰ τὰ λύσουμε ἐμεῖς.
Περιμένουμε νὰ μᾶς τὰ λύσῃ ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὅταν θὰ ἔρθῃ.
–Ἐγὼ εἶμαι ποὺ σοῦ μιλῶ, λέει ὁ Χριστός.
Πάνω στὴν ὥρα ἦρθαν οἱ μαθηταί του.
Αὐτὴ λοιπὸν ἔκπληκτη ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψι ἀφήνει ἐκεῖ τὴ
στάμνα της καὶ τρέχει στὸ χωριό.
–Τρέξτε, φωνάζει, χωριανοί· ἐλᾶτε στὸ πηγάδι, νὰ δῆτε
κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔχω κάνει· μήπως αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός;
Καὶ τότε ὅλοι ἄφησαν τὶς δουλειές. Πῆγαν στὸ πηγάδι.
Κι ὅταν εἶδαν τὸ Χριστὸ καὶ ἄκουσαν τὰ λόγια του, πολλοὶ Σαμαρεῖτες πίστεψαν σ
̓ αὐτόν. Τοῦ ζήτησαν μάλιστα νὰ μείνῃ σ ̓ αὐτούς. Καὶ ἔμεινε ἐκεῖ δύο μέρες. Καὶ
τότε ἀπὸ τὰ λόγια του πίστεψαν πολὺ περισσότεροι. Καὶ ἔλεγαν στὴ γυναῖκα· Τώρα
πιὰ δὲν πιστεύουμε γιατὶ τὸ εἶπες ἐσύ· οἱ ἴδιοι ἀκούσαμε καὶ ἔχουμε πεισθῆ ὅτι
αὐτὸς ἀληθινὰ εἶνε ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός.
Ἡ γυναίκα αὐτὴ τί ἀπέγινε; ἔμεινε ἐκεῖ ποὺ ἔζησε μὲ τοὺς
πολλοὺς ἄντρες; Ὄχι πιά. Τὸ κοράκι ἔγινε περιστέρι. Ἔφυγε, ἄλλαξε
τελείως. Μετὰ τὴ θυσία καὶ τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ βαπτίστηκε, ἄλλαξε καὶ ὄνομα·
δὲν λέγεται πλέον Σαμαρείτισσα, ἀλλὰ λέγεται Φωτεινή, ἁγία Φωτεινή. Καὶ
τί ἔκανε; Πῆρε ἕνα ῥαβδὶ καὶ ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἀπὸ λαγκάδι σὲ λαγκάδι, ἀπὸ
βουνὸ σὲ βουνό, κι ἀπὸ ποτάμι σὲ ποτάμι, διέτρεξε πολιτεῖες καὶ χωριά, κήρυξε τὸ
Χριστὸ καὶ πίστεψε κόσμος, γυναῖκες – ἄντρες ἁμαρτωλοί, μικροὶ – μεγάλοι. Ἔκανε
μεγάλο καλό. Στὸ τέλος μάλιστα τὴ συνέλαβαν καὶ μαρτύρησε. Καὶ ποῦ; Μόνο ἂν ζῇ
κάποιος ἡλικιωμένος ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πῆγαν στρατιῶτες στὴ Μικρὰ Ἀσία, αὐτοὶ
ξέρουν ποιά ἦταν τότε ἡ πιὸ μεγάλη πόλις· εἶνε ἡ Σμύρνη. Ἔ, ἐκεῖ λοιπὸν
μαρτύρησε· στὴ Σμύρνη, ποὺ εἶχε καμμιὰ εἰκοσαριὰ ὄμορφες ἐκκλησιές. Ἡ πιὸ ὄμορφη
ἦταν ἡ Ἁγία Φωτεινή, ποὺ τέτοια ἅγια μέρα ὅλη ἡ Σμύρνη ἑώρταζε τὴ μνήμη τῆς ἁγίας
Φωτεινῆς.
* * *
Τί μᾶς διδάσκει, ἀδελφοί μου, τὸ εὐαγγέλιο σήμερα; Μᾶς
δείχνει, ὅτι ὁ Χριστὸς δέχεται τοὺς ἁμαρτωλούς. Ποιούς ἁμαρτωλούς; Ὑπάρχουν
δυὸ κατηγορίες ἁμαρτωλῶν· νούμερο ἕνα, νούμερο δύο. Σὲ ποιά ὑπαγόμαστε ἐμεῖς; Ὅλοι
ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε. Ἀλλὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ ἁμαρτάνουν καὶ γελᾶνε, κοροϊδεύουν,
γλεντᾶνε, βλαστημᾶνε, βγάζουν ἀφρὸ ἀπὸ τὸ στόμα, ἀκοῦνε τὴν καμπάνα νὰ χτυπάῃ
καὶ βρίζουν, δὲν σκέπτονται κανένα καλό, ἐξομολόγησι ἢ λόγο Θεοῦ – ὄχι ἐμεῖς νὰ
μιλᾶμε, ἑκατὸ κηρύγματα ν ̓ ἀκούσουν, δὲν ἀλλάζουν· ὀργίζονται, θυμώνουν, εἶνε ἕτοιμοι
νὰ πιάσουν πέτρες νὰ ῥίξουν καὶ καρφιὰ νὰ καρφώσουν, νὰ σταυρώσουν αὐτὸν ποὺ
κηρύττει. Αὐτοὶ εἶνε οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί. Εὔχομαι, κανείς ἀπὸ σᾶς νὰ
μὴν εἶνε τέτοιος.
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι ἁμαρτωλοί, ποὺ πέφτουν μὲν στὴν
ἁμαρτία, κάνουν τὸ κακό, ἀλλὰ μετὰ μετανοοῦν, συναισθάνονται τὸ κακό, κλαῖνε,
τρέχουν στὸν πνευματικό, ἀνοίγουν τὴν καρδιά τους, ἐξομολογοῦνται τ ̓ ἁμαρτήματά
τους, παίρνουν ἀπὸ τὸ Χριστὸ συγχώρησι, γίνονται πάλι πραγματικοὶ Χριστιανοί. Αὐτοὶ
εἶνε οἱ μετανοημένοι ἁμαρτωλοί, ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας
Φωτεινῆς.
Ἁμαρτωλὴ ἦταν ἐκείνη, πολὺ ἁμαρτωλή. Ἕνα κήρυγμα ἄκουσε,
μιὰ φορὰ εἶδε τὸ Χριστό, καὶ μετανόησε, ἄλλαξε. Τὸ παράδειγμα τῆς Σαμαρείτιδος ἁγίας
Φωτεινῆς, αὐτὸ τὸ ἅγιο παράδειγμα νὰ μιμηθοῦμε κ ̓ ἐμεῖς. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί,
καὶ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες, καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοί, καὶ μεγάλοι καὶ μικροί, καὶ
ἀξιωματοῦχοι καὶ ἰδιῶτες, ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ βυζανιάρικα μέχρι τὸν ἀσπρομάλλη
γέροντα, ὅλοι εἴμαστε μέσα στὴν ἁμαρτία.
* * *
Ἂς μετανοήσουμε. Πότε νὰ μετανοήσουμε; Τώρα, σήμερα, ὄχι
αὔριο. Τώρα ποὺ εἴμαστε ἀκόμα ζωντανοί· δὲν ξέρω ἂν θὰ εἴμαστε αὔριο, δὲν ξέρω ἂν
θὰ ζήσουμε. Τώρα ποὺ ἔχουμε τὰ χέρια νὰ κάνουμε τὸν τίμιο σταυρό, τώρα πού
̓χουμε τὰ πόδια νὰ τρέχουμε στὴν ἐκκλησία, τώρα ποὺ ἔχουμε τὰ μάτια νὰ
κλάψουμε. Κλάψαμε γιὰ πολλὰ πράγματα στὸν κόσμο· τὴ μάνα μας, τὸν πατέρα μας, τ
̓ ἀδέρφια μας, τοὺς συγγενεῖς μας· δὲν κλάψαμε τὴν ἁμαρτία ὅπως ἔκλαψε ἡ ἁγία
Φωτεινή.
Ἔχουμε χρόνο νὰ κλάψουμε, γλῶσσα νὰ μιλήσουμε στὸν
πνευματικό, νὰ ποῦμε τ ̓ ἁμαρτήματά μας ὅπως τὰ εἶπε τὰ δικά της ἡ ἁγία Φωτεινὴ
στὸ Χριστό. Ἔχουμε καρδιά; Ὦ καρδιά, καρδιὰ ἁμαρτωλή! Ν ̓ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστὸ
παραπάνω ἀπὸ τὸ παιδί μας, ἀπὸ τὸν πατέρα μας, ἀπὸ τὴ μάνα μας, παραπάνω ἀπ ̓ ὅλα·
νὰ δώσουμε τὴν καρδιά μας στὸ Χριστό. Τότε θὰ μοιάσουμε κ ̓ ἐμεῖς μὲ τὴ
Σαμαρείτισσα, τὴν ἁγία Φωτεινὴ ποὺ ἑορτάζει σήμερα, καὶ τότε ἡ χάρις τοῦ ἁγίου
Πνεύματος, ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς τοῦ ἁγίου θὰ εἶνε
μεθ ̓ ἡμῶν· ἀμήν, ἀγαπητοί μου.
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ.
Παρασκευῆς Λαιμοῦ - Πρεσπῶν τὴν 1-6-1975, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις
17-4-2026.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου