
Ὁ Θεὸς εἰς τὴν σκέψιν τοῦ Levinas
Τοῦ κ. Παντελῆ
Τομάζου, ὑπ. Διδάκτ. Δογματικῆς Θεολογίας
Ὁ Emmanuel Levinas γεννήθηκε τὸ 1906 στὸ Κάουνας τῆς Λιθουανίας, σὲ ἑβραϊκὴ οἰκογένεια, καὶ ἀπὸ νωρὶς ἦλθε σὲ ἐπαφὴ τόσο μὲ τὴ ρωσικὴ λογοτεχνία ὅσο καὶ μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ παράδοση. Σπούδασε φιλοσοφία στὴ Γαλλία καὶ στὴ Γερμανία, ὅπου ἐπηρεάστηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴ φαινομενολογία τοῦ Edmund Husserl καὶ τὴ σκέψη τοῦ Martin Heidegger. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Ναζὶ καὶ πέρασε χρόνια σὲ στρατόπεδο αἰχμαλώτων, ἐνῶ πολλὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς του ἐξοντώθηκαν στὸ Ὁλοκαύτωμα. Μετὰ τὸν πόλεμο ἔζησε στὴ Γαλλία, ὅπου δίδαξε καὶ ἀνέπτυξε τὸ φιλοσοφικό του ἔργο, συνδυάζοντας τὴ φαινομενολογία μὲ βαθιὰ ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ προβληματική, ἕως τὸν θάνατό του τὸ 1995.
Ἔχοντας δεῖ ὁρισμένα
στοιχεῖα τῆς ζωῆς τοῦ Ἑβραίου φιλοσόφου, μποροῦμε νὰ παρουσιάσουμε συντόμως τὸν
πυρήνα τῆς φιλοσοφίας του.
Ἡ σκέψη τοῦ Emmanuel
Levinas γιὰ τὸν Θεὸ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ πρωτότυπες προσεγγίσεις τῆς ἔννοιας
τῆς ὑπερβατικότητας στὴ σύγχρονη φιλοσοφία. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν κλασσικὴ
μεταφυσικὴ παράδοση, ὁ Levinas δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸν Θεὸ ὡς ἀντικείμενο γνώσης
ἢ ὡς ἕνα ὑπέρτατο ὄν, ἀλλὰ ὡς μία ἀπόλυτα Ἄλλη πραγματικότητα, ποὺ διαφεύγει
κάθε προσπάθειας κατανόησης καὶ σύλληψης.
Στὸ κέντρο τῆς σκέψης
του βρίσκεται ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι «πέρα ἀπὸ τὸ εἶναι» (au-dela de l’etre).
Μὲ αὐτὴ τὴ διατύπωση, ὁ Levinas ἀποστασιοποιεῖται ἀπὸ τὴ δυτικὴ φιλοσοφικὴ
παράδοση, ἀπὸ τὸν Παρμενίδη ἕως τὸν Martin Heidegger, ἡ ὁποία ταύτισε τὴ σκέψη
μὲ τὸ εἶναι. Ἂν ὁ Θεὸς ἐντασσόταν σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, θὰ μετατρεπόταν σὲ ἕνα ὂν
μεταξὺ ἄλλων. Γιὰ τὸν Levinas, ὅμως, ὁ Θεὸς εἶναι ριζικὰ ὑπερβατικός: δὲν μπορεῖ
νὰ γίνει ἀντικείμενο σκέψης, οὔτε νὰ περιοριστεῖ σὲ ἔννοια.
Αὐτὴ ἡ ὑπερβατικότητα
ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ «ἴχνους». Ὁ Θεὸς δὲν ἐμφανίζεται ἄμεσα οὔτε
καθίσταται παρὼν μὲ πλήρη τρόπο· ἀφήνει μόνο ἕνα ἴχνος, ἕνα σημάδι ποὺ
παραπέμπει σὲ Αὐτὸν χωρὶς νὰ ταυτίζεται μαζί Του. Τὸ ἴχνος δηλώνει μία παρουσία
ποὺ ἔχει περάσει, χωρὶς ποτὲ νὰ γίνεται ἀντικείμενο κατοχῆς ἢ θέασης.
Ὁ κατεξοχὴν τόπος ὅπου
ἐμφανίζεται αὐτὸ τὸ ἴχνος εἶναι ἡ συνάντηση μὲ τὸν ἄλλο ἄνθρωπο. Ὁ Levinas
δίνει κεντρικὴ σημασία στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐμπειρικὸ
δεδομένο, ἀλλὰ μία ἠθικὴ ἀποκάλυψη. Τὸ πρόσωπο ἀπευθύνεται σὲ ἐμένα, μὲ καλεῖ
καὶ μὲ δεσμεύει. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ συνάντηση ἀναδύεται ἕνα πρωταρχικὸ πρόσταγμα:
«μὴ σκοτώσεις». Ἡ ἠθικὴ αὐτὴ ἀπαίτηση δὲν προέρχεται ἀπὸ ἀφηρημένους νόμους, ἀλλὰ
ἀπὸ τὴν ἄμεση σχέση μὲ τὸν ἄλλο.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ὁ
Levinas ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἠθικὴ εἶναι «πρώτη φιλοσοφία». Πρὶν ἀπὸ κάθε γνώση καὶ
πρὶν ἀπὸ κάθε ὀντολογία, προηγεῖται ἡ εὐθύνη γιὰ τὸν ἄλλον. Σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν
εὐθύνη φανερώνεται τὸ ἄπειρο, καὶ συνεπῶς ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς δὲν συναντᾶται μέσῳ τῆς
θεωρητικῆς σκέψης ἢ τῆς μεταφυσικῆς ἀναζήτησης, ἀλλὰ μέσα στὴν ἠθικὴ σχέση.
Κεντρικὴ εἶναι ἐπίσης
ἡ ἔννοια τοῦ ἀπείρου. Ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Rene Descartes, ὁ Levinas ὑποστηρίζει
ὅτι τὸ ἄπειρο δὲν εἶναι προϊόν τῆς συνείδησης, ἀλλὰ κάτι ποὺ τὴν ὑπερβαίνει καὶ
τὴν θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτηση. Τὸ ἄπειρο εἰσέρχεται στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία χωρὶς
ποτὲ νὰ περιορίζεται σὲ αὐτήν. Ὁ Θεός, λοιπόν, εἶναι τὸ ἄπειρο ποὺ ὑπερβαίνει
κάθε δυνατότητα κατανόησης.
Ἡ σκέψη τοῦ Levinas εἶναι
βαθιὰ ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ παράδοση, ἰδίως ἀπὸ τὸ Talmud. Ὡστόσο, δὲν
πρόκειται γιὰ θεολογία μὲ τὴν κλασσικὴ ἔννοια, ἀλλὰ γιὰ μία φιλοσοφικὴ ἐπεξεργασία
θρησκευτικῶν θεμάτων σὲ ἠθικὸ ἐπίπεδο. Ὁ Θεὸς δὲν ἀποδεικνύεται οὔτε
περιγράφεται, ἀλλὰ ὑποδηλώνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἄπειρη εὐθύνη πρὸς τὸν ἄλλον.
Συνοπτικά, οἱ βασικὲς
ἰδέες τοῦ Levinas γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι οἱ ἑξῆς:
■ Ὁ Θεὸς εἶναι
πέρα ἀπὸ τὸ εἶναι καὶ δὲν ἐντάσσεται στὴν ὀντολογία.
■ Ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται
ὡς ἴχνος καὶ ὄχι ὡς ἄμεση παρουσία.
■ Ἡ ἀποκάλυψή Του
συντελεῖται στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου.
■ Ἡ ἠθικὴ προηγεῖται
τῆς μεταφυσικῆς.
■ Ὁ Θεὸς
ταυτίζεται μὲ τὸ ἄπειρο ποὺ ὑπερβαίνει κάθε σκέψη.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ
Levinas προτείνει μία ριζικὰ διαφορετικὴ κατανόηση τοῦ Θεοῦ, ὅπου τὸ θεῖο δὲν
γίνεται ἀντικείμενο γνώσης, ἀλλὰ βιώνεται ὡς ἠθικὴ ἀπαίτηση καὶ εὐθύνη ἀπέναντι
στὸν ἄλλον ἄνθρωπο.
Ὀρθόδοξη σκοπιά
Πράγματι ὁ Θεὸς εἶναι
πέρα ἀπὸ τὸ εἶναι, καθότι, σύμφωνα μὲ τὴν ἑλληνικὴ πατερικὴ παράδοση, ἐὰν ὁ Θεὸς
εἶναι, ἐμεῖς τὰ κτίσματα δὲν εἴμαστε, καὶ ἐὰν ἐμεῖς τὰ κτίσματα εἴμαστε, τότε ὁ
Θεὸς δὲν εἶναι. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία δὲν ὑπάρχει ἀναλογία
τοῦ ὄντος. Τὰ κτίσματα, ἰδιαιτέρως τὰ λογικά, δὲν ὁμοιάζουν στὴν ἄκτιστη θεία οὐσία
μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης, ἀλλὰ εἶναι δεκτικὰ τῶν
ἀκτίστων θείων ἰδιωμάτων, ἐπειδὴ ἔχουν νόηση, φυσικὴ θέληση καὶ φυσικὴ ἐλευθερία
(αὐτεξούσιο), πράγματα ποὺ ἔχει καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἄκτιστο τρόπο. Συνεπῶς, πράγματι
στὴν ὀρθοδοξία δὲν ὑπάρχει ὀντολογία, ὅπως μᾶς ἔχει τονίσει ἐπανειλημμένα καὶ ὁ
π. Ἰ. Ρωμανίδης.
Ὅμως, ἡ περὶ τοῦ ἄλλου
διδασκαλία τοῦ Levinas δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου
πάντοτε. Ὁ Θεὸς δὲν ἐμφανίζεται ὡς ἴχνος καὶ ἔμμεσα, ἀλλὰ ἄμεσα καὶ ἀκτίστως.
Διαιρεῖ ἀδιαιρέτως καὶ μερίζει ἀμερίστως τὴ μία θεία του ἐνέργεια, οὕτως ὥστε τὸ
ἔλλογο κτίσμα νὰ μπορεῖ νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς πίστης καὶ τῶν
χαρισμάτων του. Συνεπῶς, ὑπάρχουν 1) ἄμεσες ἢ αὐτοφανεῖς θεῖες ἐλλάμψεις, τὶς ὁποῖες
τὶς θεωροῦν οἱ φωτιζόμενοι καὶ οἱ τεθεωμένοι καὶ 2) καθοδήγηση αὐτῶν ποὺ
καθαίρονται ἐκ μέρους τῶν ὁρώντων (κυριολεκτικῶς καὶ ὄχι μεταφορικὰ) τὸν Θεό, οὕτως
ὥστε νὰ μεθέξουν καὶ αὐτοὶ διὰ τῆς διαποίμανσης τῶν ἀξίων στὴν ἄκτιστη φανέρωση
τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦτο, διότι ἐὰν ὁ Θεὸς ἐμφάνιζε τὴ δόξα του σὲ αὐτοὺς
ποὺ καθαίρονται ἀπὸ τὰ πάθη τους, τότε θὰ ἦταν πηγὴ κόλασης, διότι δὲν θὰ μποροῦσαν
νὰ ἀντέξουν νὰ καθοροῦν ἀναξίως τὸ ἄκτιστο θεῖο φῶς. Ἡ ὀρθόδοξη πατερικὴ
διάκριση μεταξὺ ὁρώντων καὶ μὴ ὁρώντων τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθεῖ ἢ ἀκόμη
καὶ νὰ καταργηθεῖ, ἕνεκα τῆς σύγχρονης ἔμφασης στὸν ἄλλο.
Ἡ ἄμεση ἀποκάλυψη τοῦ
Θεοῦ, ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὸν Λεβινᾶς, ὅπως εἴδαμε, καθότι ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται
ΜΟΝΟ ἔμμεσα στὸν καὶ διὰ τοῦ ἄλλου. Ἡ «ἀλλολογία» τοῦ Λεβινᾶς, μαζὶ μὲ τὸ ἑβραϊκὸ
θρησκευτικὸ στοιχεῖο ποὺ χαρακτηρίζει τὴ σκέψη του, τὸν κάνει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἐνσάρκωση
τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, γιατί θεωρεῖ τὸν Θεὸ ριζικὰ ὑπερβατικὸ καὶ ἄπειρο,
πέρα ἀπὸ κάθε δυνατότητα περιορισμοῦ ἢ ταύτισης μὲ τὸ πεπερασμένο. Γιὰ τὸν
Levinas, ἡ ἐνσάρκωση θὰ μείωνε τὴν ἀπόλυτη Ἑτερότητα τοῦ θείου, καθιστώντας τὸ
Θεὸ ἁπλῶς ὁρατὸ ἢ κατανοητὸ σὲ ὀντολογικοὺς καὶ ἱστορικοὺς ὅρους, πρᾶγμα ποὺ θὰ
μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴ χειραγώγηση τοῦ θείου ἀπὸ ἀνθρώπινα συμφέροντα. Ἀντίθετα,
ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πραγματοποιεῖται μέσα στὴν ἠθικὴ σχέση μὲ τὸν Ἄλλο: τὸ
πρόσωπο τοῦ ἄλλου φανερώνει τὴν παρουσία τοῦ ἄπειρου καὶ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ εὐθύνη.
Ἔτσι, ὁ Θεὸς παραμένει πάντα πέρα ἀπὸ γνώση ἢ θεώρηση, καὶ ἡ φανέρωσή Του εἶναι
ἠθική, ὄχι σωματικὴ ἢ ἱστορική.
Εἶναι ἀπορίας ἄξιο πῶς
εἶναι δυνατὸν διάφοροι ὀρθόδοξοι μεταπατερικοὶ θεολόγοι νὰ παραπέμπουν συχνὰ στὸν
Levinas,
(παραδείγματος χάριν Ζηζιούλας), φιλόσοφος ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὴν ἄμεση ἐνεργειακὴ
παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν κτίση καὶ τὴν ἴδια τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου, δύο ἀπὸ τὰ
πιὸ θεμελιώδη δόγματα τοῦ χριστιανισμοῦ. Πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ ἐκλεκτισμός
πρέπει νὰ ἔχει ὅρια, διότι πρῶτον γινόμαστε περίγελως στοὺς ἴδιους τούς
φιλοσόφους καὶ δεύτερον ὁδηγοῦμε σὲ σύγχυση τοὺς χριστιανοὺς πιστούς.
Δὲν μποροῦμε νὰ ἀφομοιώνουμε
ἀκρίτως φιλοσοφικὰ στοιχεῖα ἀπὸ διάφορα συστήματα, δίχως νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὴν
ἀσυμβατότητά των μὲ τὸν χριστιανισμό. Κάτι τέτοιο ἰσοδυναμεῖ μὲ προδοσία τόσο
τοῦ περιεχομένου τῆς πίστης ὅσο καὶ τῆς σκέψης τῶν φιλοσόφων.
Ἔχοντας δεῖ ὅλα τὰ ἀνωτέρω
ἐκτεθέντα, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀκατάσχετη ἀλλολογία τῶν μεταπατερικῶν
θεολόγων ἔχει ἐντέλει ἀθεϊστικὲς ἀπολήξεις, διότι βασίζεται σὲ ἀθεϊστικὲς
προκείμενες.
Σημείωσις: 1. Ὁ ἐκλεκτικισμὸς εἶναι
ἡ στάση ἢ ἡ μέθοδος, κατὰ τὴν ὁποία ἐπιλέγουμε στοιχεῖα ἀπὸ ποικίλες φιλοσοφικὲς
ἢ πνευματικὲς παραδόσεις καὶ τὰ συνθέτουμε σὲ ἕνα προσωπικὸ «πὰζλ» ἰδεῶν, τὸ ὁποῖο
ἀναπόφευκτα μπορεῖ νὰ περιέχει ἀντιφάσεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου