Πρωτ.
Στέφανος Στεφόπουλος
ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 10,30-32
Ἰδόντες δὲ ἀντιπαρῆλθον
Η ασθένεια, στην πιο σκληρή και ανίατη μορφή της, δεν αποτελεί μόνο μια δοκιμασία της σάρκας, αλλά μια βίαιη αναμέτρηση με την αλήθεια των ανθρώπινων σχέσεων. Υπάρχει μια αδιόρατη στιγμή, λίγο μετά το πρώτο σοκ της είδησης, όπου ο πάσχων αρχίζει να νιώθει μια παράξενη παγωνιά. Δεν είναι η παγωνιά του νοσοκομείου, αλλά εκείνη η σταδιακή απόσυρση των προσώπων, η σιωπή που απλώνεται εκεί που άλλοτε υπήρχε ο θόρυβος της οικειότητας. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιεί κανείς πως η αδυναμία του δεν προκαλεί μόνο συμπόνια, αλλά και
μια ενστικτώδη φυγή των άλλων.
Στην πνευματική παράδοση, η στάση του ανθρώπου απέναντι στον πόνο του πλησίον περιγράφεται με μια λέξη που συμπυκνώνει όλη την τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης: «Ἀντιπαρῆλθον». Στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, ο ιερέας και ο λευίτης δεν προσπερνούν απλώς τον πληγωμένο· επιλέγουν να αλλάξουν δρόμο. Αυτή η σωματική μετατόπιση προς την απέναντι πλευρά είναι η αρχέγονη δήλωση της αμηχανίας μας. Ο πόνος του άλλου γίνεται ένας καθρέφτης που δεν αντέχουμε να κοιτάξουμε, γιατί μας θυμίζει τη δική μας ευθραυστότητα. Έτσι, το «ἀντιπαρῆλθον» γίνεται η εύκολη λύση, μια συνειδητή αποφυγή της εμπλοκής με το δράμα που δεν μπορούμε να διορθώσουμε.
Αυτή η τάση για απόσταση διατρέχει όλη τη βιβλική ιστορία της οδύνης. Ο Ιώβ, το αιώνιο σύμβολο του πάσχοντος, περιγράφει με σπαραγμό πώς οι «γνωστοί» και οι «οικείοι» μετατράπηκαν σε ξένους. Ακόμη και εκείνοι που στάθηκαν δίπλα του, το έκαναν με έναν τρόπο που τον άφηνε περισσότερο μόνο καθώς με λόγια θεωρητικά, με κρίσεις και αναλύσεις προσπαθούσαν να εξηγήσουν το ανεξήγητο, αντί να αγκαλιάσουν τη σιωπή του.
εἱστήκεισαν δὲ πάντες οἱ γνωστοὶ αὐτοῦ ἀπὸ μακρόθεν Κατά Λουκάν 23:49
Αλλά και στην κορύφωση του Θείου Πάθους, η εγκατάλειψη λαμβάνει διαστάσεις. Στον κήπο της Γεσθημανή, το παράπονο του Χριστού, «οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ’ ἐμοῦ;», αντηχεί ως η διαχρονική κραυγή κάθε ανθρώπου που παλεύει με τον θάνατο και βλέπει τους αγαπημένους του να βυθίζονται στον ύπνο της αδιαφορίας ή του φόβου. Και αργότερα, κάτω από τον Σταυρό, η σημείωση του Ευαγγελιστή ότι οι γνώριμοι στέκονταν «ἀπὸ μακρόθεν» περιγράφει με ακρίβεια αυτή την «απόσταση ασφαλείας». Οι άνθρωποι θέλουν να βλέπουν, αλλά δεν θέλουν να αγγίζουν· θέλουν να συμπάσχουν, αλλά από μια απόσταση που δεν θα θαμπώσει τη δική τους κανονικότητα.
ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. Κατά Λουκάν 10,30-32
Στη ζωή, αυτή η βιβλική «απόσταση ασφαλείας» μεταφράζεται σε μια αργή αλλά σταθερή εξαφάνιση. Στην αρχή, το ενδιαφέρον είναι έντονο, σχεδόν θορυβώδες. Όμως, καθώς η ασθένεια παύει να είναι «νέο» και γίνεται μια μόνιμη κατάσταση, οι δεσμοί αρχίζουν να ξεφτίζουν. Άνθρωποι με τους οποίους υπήρχαν κοινές πνευματικές αναζητήσεις, καθημερινές εξομολογήσεις και δεσμοί ετών, ξαφνικά γίνονται απόμακροι.
Η επικοινωνία γίνεται σπάνια και, όταν συμβαίνει, αποκτά έναν χαρακτήρα διεκπεραιωτικό. Ο πάσχων νιώθει ότι η ασθένειά του μετατρέπεται σε μια τυπική ερώτηση στο περιθώριο της συζήτησης, μια αναφορά που γίνεται σχεδόν βιαστικά, σαν υποχρέωση που πρέπει να εξοφληθεί πριν την επιστροφή στα «θέματα των ζωντανών». Αυτό που πονάει περισσότερο είναι η αίσθηση ότι για τον κύκλο των φίλων, ο άνθρωπος έχει ήδη αρχίσει να διαγράφεται από το παρόν. Τον αντιμετωπίζουν ως κάποιον που ανήκει σε μια άλλη σφαίρα, σε μια ζώνη σκιών όπου οι υγιείς φοβούνται να εισέλθουν.
«ἀδελφοί μου ἀπέστησαν ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἔγνωσαν ἀλλοτρίους με ἢ φίλους· οἱ δὲ οἰκεῖοί μου ἀπροσποίητοι ἐγένοντο, οἱ δὲ εἰδότες μου τὸ ὄνομα ἐπελάθοντό μου… ἐβδελύξαντο δέ με οἱ εἰδότες με, καὶ οὓς ἠγάπουν, ἐπανέστησάν μοι.» Ιώβ 19, 13-14 &19
Γιατί όμως αυτή η φυγή; Ίσως γιατί η ανίατη αρρώστια είναι μια προσβολή στην πίστη μας για παντοδυναμία. Όταν κάποιος κοντινός μας δεν «γίνεται καλά», μας στερεί την ικανοποίηση ότι μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Μας αναγκάζει να σταθούμε γυμνοί μπροστά στο μυστήριο του πόνου. Οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμη και εκείνοι με πνευματικό υπόβαθρο, ανακαλύπτουν πως δεν διαθέτουν το απόθεμα ψυχής που απαιτείται για να συνοδεύσουν κάποιον στο Γολγοθά του. Προτιμούν να «περάσουν από την απέναντι πλευρά», κρατώντας μια ωραία ανάμνηση, παρά να αντικρίσουν το τσακισμένο πρόσωπο του φίλου τους στο τώρα.
Αυτή η «εγκατάλειψη των φίλων» είναι ένας δεύτερος θάνατος, πιο πικρός από τον πρώτο. Ο άνθρωπος που νοσεί δεν έχει ανάγκη από ιατρικά δελτία τύπου ή από επιφανειακές ευχές. Έχει ανάγκη από την παρουσία που δεν φοβάται τη φθορά. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που θα έχουν το σθένος να μην «ἀντιπαρέλθουν», αλλά να σταθούν εκεί, στη σιωπή, κάτω από τον Σταυρό, αρνούμενοι να τον αφήσουν μόνο στην πιο κρίσιμη ώρα της ύπαρξής του. Η αληθινή πνευματικότητα, τελικά, δεν κρίνεται στα λόγια και στις θεωρίες, αλλά στην ικανότητα να εκμηδενίζεις εκείνο το «από μακρόθεν». Να πλησιάζεις τόσο κοντά, ώστε ο πόνος του άλλου να γίνει και δικός σου, καταργώντας την απόσταση που γεννά ο φόβος του θανάτου.
https://www.entaksis.gr/antiparil8on/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου