Χρήσιμοι ἐπισημάνσεις – 1ον
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π.
Διονυσίου Τάτση
α. Ἡ δύναμις τοῦ εὐσεβοῦς λογισμοῦ
Ἡ συνάντηση μὲ τὸ Χριστὸ εἶναι
προσωπικὸ θέμα. Οἱ σημερινοὶ κληρικοὶ καὶ οἱ εὐσεβεῖς λαϊκοὶ πόση συγκίνηση
νιώθουν, ὅταν βλέπουν τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ; Ἀκοῦν ἆραγε τὴ φωνή του, ὅταν
διαβάζουν τὸ Εὐαγγέλιο; Μήπως βρίσκονται σὲ κατάσταση ὕπνωσης, ἐνῶ γιὰ τὰ
βιοτικὰ θέματα, τόσο τὰ προσωπικά τους ὅσο καὶ τῶν συνανθρώπων τους, εἶναι
ξυπνητοὶ κι ἔχουν αὐξημένο ἐνδιαφέρον; Μήπως οἱ λειτουργοί Του βλέπουν τὸν
Χριστὸ στὸ σταυρὸ καὶ δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ κλάψουν; Μήπως οἱ πληγὲς καὶ
τὰ καρφιά, τὰ σημάδια τῆς θυσίας του, τὰ ἔχουν συνηθίσει καὶ μένουν ἀδιάφοροι, ὅταν
τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία καὶ μένουν ψυχροί, χωρὶς τὸ παραμικρὸ συναίσθημα;
Μήπως τελικὰ εἶναι ἀγνώμονες κι ἂς τοὺς ἐμπιστεύθηκε ἡ Ἐκκλησία τὴν ἱερωσύνη νὰ
τελοῦν τὸ ἱερὸ μυστήριο, ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια θυσία τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν
ἀνθρώπων. Μήπως εἶναι αἰχμάλωτοι τοῦ ἁμαρτήματος τῆς ἀχαριστίας;
Τελικὰ στοὺς περισσότερους
χριστιανοὺς λείπει ὁ εὐσεβὴς λογισμός, ποὺ διεγείρει τὸν συναισθηματικὸ κόσμο
τοῦ ἀνθρώπου, εὐαισθητοποιεῖ τὴν ψυχή του καὶ τὴν γεμίζει μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν
Σωτήρα Κύριο. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ὑποδεικνύει
τὸν τρόπο τῆς ζωῆς ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦν. Πρόκειται γιὰ πνευματικὴ πορεία τῆς
ψυχῆς. Ἡ πίστη στὸ Χριστὸ φέρνει τὴν ἀγάπη, ἡ ἀγάπη φέρνει τὴ συναίσθηση τῶν
παθῶν τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα σχετίζονται ἀπὸ τὴ φιλανθρωπία του. Ὁ πιστὸς θέλει νὰ
ἀνταποκριθεῖ, νὰ κάνει κάτι πρὸς τὸν Κύριο, νὰ μὴ εἶναι ἀχάριστος ἀπέναντί Του.
Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης λέει ὅτι «ὅταν ὁ ἄνθρωπος νιώσει τὸ μέγεθος τῆς
θυσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ μεγάλη ἀγάπη του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, τότε αἰσθάνεται
εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτήν, ἀλλὰ καὶ πόνο γιὰ τὴ δική του ἀχαριστία».1
Ὅταν ὡστόσο δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ
κατάσταση στὸ χριστιανό, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ πνευματικὴ ζωή, γιὰ τήρηση
τῶν ἐντολῶν καὶ γιὰ ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Πρέπει νὰ ἔχει στὸ νοῦ του
τὴν εὐχαριστία πρὸς τὸν Κύριο γιὰ τὴ θυσία του, νὰ τὸν εὐγνωμονεῖ καὶ ἀπὸ
στοιχειῶδες φιλότιμο νὰ διατηρεῖ τὴ σπίθα τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, ἡ ὁποία σιγὰ-σιγὰ
θὰ δυναμώνει καὶ θὰ γίνεται φλόγα, ποὺ θὰ κατακαίει τὶς ἐκδηλώσεις τῶν παθῶν,
χωρὶς πνευματικοὺς κλυδωνισμοὺς στὶς περιόδους τῶν πειρασμῶν.
Οἱ ἐμπειρίες ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἀγώνα εἶναι
ὡραῖες καὶ ἀποτελοῦν τὴν ἀναγκαία προϋπόθεση γιὰ περαιτέρω ἀγώνα. Μὲ τὴν πάροδο
τοῦ χρόνου ὁ ἀγωνιζόμενος ἀρχίζει νὰ γίνεται συνειδητὸς χριστιανός, ἀπορρίπτοντας
κάθε σκανδαλῶδες στὴ ζωή του καὶ συγχρόνως ἡ μετάνοια εἶναι μόνιμη κατάσταση στὴν
καρδιά του. Ἐπαναλαμβάνει τὸ «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» τοῦ τελώνη καὶ τὸ
«δόξα τῷ Θεῶ πάντων ἕνεκεν» τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
*
* *
β. Εὐγνωμοσύνη: Ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς
Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς
καθημερινὰ θέλει νὰ κάνει μία καλωσύνη, νὰ πεῖ μὲ διάκριση ἕνα πνευματικὸ λόγο,
νὰ διηγηθεῖ μὲ ταπείνωση ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς μὲ πρωταγωνιστὴ κάποιον ἐνάρετο ἄνθρωπο.
Ἐπίσης εἶναι πρόθυμος γιὰ διευκολύνσεις καὶ ἐξυπηρετήσεις τῶν ἄλλων συνανθρώπων
του, νὰ προσφέρει ὑλικὰ ἀγαθά, ὅταν μπορεῖ καὶ γενικὰ εἶναι ἄνθρωπος τῆς
προσφορᾶς καὶ τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης. Συχνὰ στοχάζεται τὸν περὶ τῆς μελλούσης
κρίσεως λόγο τοῦ Κυρίου μας, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θὰ χωριστοῦν σὲ εὐλογημένους καὶ
καταραμένους. Ἐπιθυμεῖ τὴν πρώτη κατηγορία καὶ προσπαθεῖ νὰ δείχνει ἀγάπη στοὺς
«ἐλάχιστους ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου» μὲ ἁπλὲς συγκεκριμένες πράξεις, ὅπως νὰ τρέφει
τοὺς πεινασμένους, νὰ ποτίζει τοὺς διψασμένους, νὰ περιμαζεύει τοὺς ξένους, νὰ
ντύνει τοὺς γυμνούς, νὰ ἐπισκέπτεται τοὺς ἀρρώστους, καὶ νὰ βλέπει καὶ νὰ
παρηγορεῖ τοὺς φυλακισμένους.2
Σημειώσεις:
1. Ἁγίου Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου,
Μοναχικὴ ἀφιέρωση, τόμος Α΄, Βασιλικὰ Θεσσαλονίκης 2024, σελ. 28. 2.
Ματθ. κε΄ 31-46.
Μὲ αὐτὲς τὶς
μικρὲς εὐεργεσίες ὁ χριστιανὸς ἐξασφαλίζει τὴν αἰώνια ζωή. Προϋπόθεση γιὰ τὴ
δραστηριότητα αὐτὴ εἶναι ὁ προσωπικός του πνευματικὸς ἀγώνας γιὰ τὴν τήρηση τῶν
ἐντολῶν καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. Συχνὰ ὅμως ἀντιμετωπίζει τὴν ἀχαριστία τῶν
εὐεργετηθέντων καὶ αὐτὸ τὸν ἐνοχλεῖ, ἂν δὲν πληγωθεῖ κι κιόλας. Ἀπὸ τοὺς
συγκεκριμένους ἀνθρώπους λείπει ἡ στοιχειώδης εὐγένεια καὶ στὴν καρδιὰ δὲν ὑπάρχει
ἡ ἀρετὴ τῆς εὐγνωμοσύνης. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει ὅτι «ἐκεῖνος ποὺ δὲν
παραδέχεται τὴν εὐεργεσία, βρίζει τὸν εὐεργέτη του»3 καὶ παρομοιάζει τὴν ἀχαριστία
μὲ πάχνη ποὺ ναρκώνει τὴν ψυχή. Ἡ ἀχαριστία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερηφάνειας
καὶ τῆς μεγάλης ἰδέας, ποὺ ἔχει διὰ τὸν ἑαυτό του ὁ ἄνθρωπος.4 Ὁ ἅγιος Παΐσιος ἐπίσης
λέει ὅτι «ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καὶ γι’ αὐτὴν χρειάζεται μεγαλύτερη
μετάνοια»5.
Ὁ
χριστιανὸς εἶναι εὐγνώμων ἀπέναντι στὸ Θεὸ γιὰ τὶς πολλὲς εὐεργεσίες, ποὺ
καθημερινὰ δέχεται. Συχνὰ ὅμως τὶς συνηθίζει καὶ ἀτονεῖ ἡ εὐχαριστία του πρὸς τὸν
οὐράνιο Πατέρα, μὲ κίνδυνο νὰ αἰχμαλωτιστεῖ ἀπὸ τὴν ἀχαριστία. Χρειάζεται ἐγρήγορση.
Ἡ ἀνάμνηση τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι πνευματικὰ πολυωφελής. Ὁ Ἱερὸς
Χρυσόστομος ἀναφέρει σχετικά: «Ἡ ἀνάμνηση τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ θὰ εἶναι ἀρκετή,
γιὰ νὰ γίνει σὲ μᾶς δάσκαλος τῆς ἐνάρετης ζωῆς καὶ δὲν θὰ μᾶς ἀφήνει ποτὲ νὰ
περιπέσουμε σὲ ἀδιαφορία καὶ λησμοσύνη καὶ νὰ φθάσουμε μόνοι μας στὸ στρατόπεδο
τῆς κακίας. Γιατί ἡ προσεκτικὴ καὶ ἄγρυπνη ψυχὴ ὄχι μόνον τότε, ὅταν δηλαδὴ τὰ
πράγματα εἶναι εὐνοϊκά, δείχνει εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ ἂν παρουσιαστεῖ
κάποια ἀντίθετη περίσταση τῶν πραγμάτων, καὶ τότε τὴν ἴδια εὐχαριστία
προσφέρει, χωρὶς νὰ καταβάλεται καὶ νὰ ἀποχαυνώνεται ἀπὸ τὴ μεταβολὴ τῶν
πραγμάτων, ἀλλά, ἀντίθετα, μὲ αὐτὴ ἐνδυναμώνεται περισσότερο, ἀναλογιζόμενη τὴν
ἀνέκφραστη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σὰν πλούσιος καὶ πάνσοφος καὶ ἐφευρετικὸς
μπορεῖ καὶ μὲ ἀντίθετα πράγματα νὰ δείξει τὴ φιλανθρωπία του, ἂν καὶ ἐμεῖς δὲν
μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν ἀκριβῆ σημασία καὶ τὸ νόημά τους»6. Καὶ συνεχίζει ὁ
ἅγιός μας, λέγοντας ὅτι ἡ ἀνάμνηση τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ γίνεται πηγὴ ἀρετῆς
καὶ θεοσέβειας, «εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς παρακινήσει νὰ ἀναλάβουμε τοὺς κόπους τῆς ἀρετῆς
καὶ νὰ μᾶς προετοιμάσει νὰ περιφρονήσουμε ὅλα τὰ παρόντα καὶ νὰ στραφοῦμε μὲ
πόθο πρὸς Αὐτὸν ποὺ μᾶς εὐεργέτησε μὲ τόσα ἀγαθὰ καὶ νὰ δείχνουμε πρὸς Αὐτὸν
θερμὴ ἀγάπη, ποὺ θὰ αὐξάνει κάθε μέρα»7.
Ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων
μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη ἐπηρεάζει θετικὰ τὴν εὐσέβεια τοῦ ἀνθρώπου.
Σημειώσεις:
3. Βασιλείου Δ.
Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Α΄, Ἀθήνα 1993,
σελ. 768. 4. Ὅπ. παρ., σελ. 769. 5. Ἁγίου Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου, Μοναχικὴ ἀφιέρωση,
τόμος Α΄, Βασιλικὰ Θεσσαλονίκης 2024, σελ. 34. 6. Βασιλείου Δ. Χαρώνη,
Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμου Γ΄, Ἀθήνα 1995, σελ. 39. 7.
Αὐτόθι.
………………….
γ. Τὸ πνευματικὸν
ἔργον τῆς Ἐκκλησίας
Οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι,
ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ κληρικοί, θεωροῦν ὅτι τὸ κύριο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ εἶναι
κοινωνικὸ καὶ νὰ προσφέρει ὑλικὰ ἀγαθὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ δὲν μιλοῦν διὰ
πνευματικὰ ἀγαθὰ καὶ προφανῶς ἀγνοοῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία κυρίως καὶ προπαντὸς ἔχει ὡς
σκοπὸ νὰ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στὴ σωτηρία μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν καὶ τὸν ἀγώνα
τους γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς ἁμαρτίας. Δὲν εἶναι ἵδρυμα κοινωνικῆς πρόνοιας καὶ
δὲν πρέπει νὰ ἀντικαθιστᾶ τὴν πολιτεία ἢ νὰ συμπληρώνει τὸ ἔργο ἐκείνης.
Δείχνει ὅμως ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν παροχὴ ὑλικῶν ἀγαθῶν,
χωρὶς ὅμως νὰ θέτει σὲ δεύτερη μοῖρα τὸ πνευματικό της ἔργο.
Ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς
ἄξιους κληρικούς της ποιμαίνει τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ πάντοτε μὲ τὸ λόγο, τὸ
παράδειγμα, τὴν ἁγιαστικὴ χάρη τῶν ἱερῶν μυστηρίων, τὴν προβολὴ τῶν βίων τῶν ἁγίων,
τὴν παράδοσή της καὶ τὸ καθοδηγητικό της φῶς.
Δὲν εἶναι εὔκολο
νὰ πεισθοῦν οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι γιὰ τὸ πνευματικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, γιατί
πρέπει προηγουμένως νὰ ἀναθεωρήσουν τὶς ἐπιλογές τους στὴ ζωή, κάτι ποὺ δὲν τὸ ἐπιθυμοῦν.
Ὅταν ἕνας κληρικὸς συνομιλεῖ μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διαπιστώνει ὅτι ἔχουν
πλήρη ἄγνοια τοῦ σωτηρίου ἔργου τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐρωτήσεις τους εἶναι χαμηλοῦ ἐπιπέδου,
ὅπως καὶ οἱ ἀντιρρήσεις τους στὰ λόγια τοῦ συνομιλητῆ τους.
Κάτι παρόμοιο
συμβαίνει καὶ μὲ μερικοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἐπισκέπτονται τὰ διάφορα μοναστήρια,
στὰ πλαίσια τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ. Ἔχουν μία ἀνώφελη περιέργεια νὰ μάθουν
γιὰ τὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν καὶ κάποτε προσπαθοῦν νὰ τοὺς πείσουν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ
στραφοῦν στὸν κόσμο κι ἐκεῖ νὰ προσφέρουν κοινωνικὲς ὑπηρεσίες! Καὶ τὸ παράδοξο
εἶναι ὅτι ζητοῦν ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς κοινωνικὸ ἔργο, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι εἶναι
περιορισμένοι στὸν ἐπαγγελματικό τους χῶρο κι ἐνδιαφέρονται μόνο γιὰ τὴν οἰκογένειά
τους!
Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ
ἁγιορείτης πολλὲς φορὲς ἄκουγε κοσμικοὺς ἀνθρώπους νὰ τὸν προτρέπουν νὰ βγεῖ στὸν
κόσμο κι ἐκεῖ νὰ διδάσκει καὶ νὰ προσφέρει. Οἱ ἀπόψεις τους τὸν ἐνοχλοῦσαν καὶ
προσπαθοῦσε νὰ τοὺς πείσει ὅτι ἡ πνευματικὴ προσφορὰ τῶν μοναχῶν στὸν κόσμο εἶναι
πολὺ μεγάλη. Εἶναι χαρακτηριστικὴ μία σχετική του διήγηση:
«Ἦρθαν μία φορὰ
στὸ Καλύβι δύο δημοσιογράφοι. Τὸν ἕνα τὸν γνώριζα ἀπὸ παλιά, ὁ ἄλλος ἦταν φίλος
του καὶ ἐρχόταν γιὰ πρώτη φορὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὸς μὲ ρώτησε:
-Τί κάνετε ἐδῶ
πέρα, πάτερ; Γιατί ἤρθατε ἐδῶ;
Τοῦ εἶπα:
– Ἤρθαμε γιὰ νὰ
πεθάνουμε
Ἐκεῖνος συνέχισε:
– Δὲν θὰ ἦταν
καλύτερα νὰ βγαίνατε ἔξω στὸν κόσμο, ποὺ ἔχει τόσες ἀνάγκες; Θὰ προσφέρατε πάρα
πολλά.
Τοῦ ἀπάντησα:
– Καὶ ἐδῶ οἱ
μοναχοὶ ἔχουν προορισμὸ νὰ προσεύχονται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο.
Ἐκεῖνος εἶπε:
– Δὲν μπορῶ νὰ τὸ
καταλάβω αὐτό.
Τότε τοῦ εἶπα:
– Ἄλλη δουλειὰ
κάνουν τὰ φανάρια στοὺς δρόμους καὶ ἄλλη δουλειὰ κάνουν οἱ φάροι, ποὺ εἶναι ψηλὰ
στὰ βράχια καὶ φωτίζουν τὰ πελάγη». 8
Ὁ ἴδιος Ἅγιος
Παΐσιος ἀποδείχθηκε φάρος ψηλὰ στὸ βράχο καὶ καθοδήγησε χιλιάδες ἀνθρώπους στὸ ἀσφαλὲς
λιμάνι τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἴδιος δὲν εἶχε βγεῖ στὸν κόσμο, ἀλλὰ ὁ κόσμος πήγαινε
στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι τῆς Παναγούδας! Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του
συνεχίζει νὰ παρηγορεῖ τοὺς ἄνθρωπους, ποὺ ἐπισκέπτονται τὸν τάφο του καὶ ἀποθέτουν
τὸν πόνο τους καὶ τὰ προβλήματά τους στὶς θεοπειθεῖς πρεσβεῖες του πρὸς τὸν οὐράνιο
Πατέρα. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἦταν μεγάλη. Ἔλεγε: «Ἡ δική μου καρδιὰ
σκιρτᾶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Καὶ ὁ νοῦς μου γυρίζει συνέχεια σὲ ἄνθρωπους ποὺ
ταλαιπωροῦνται. Τόσο κόσμο εἶδα αὐτὲς τὶς μέρες ποὺ εἶμαι ἐδῶ, μικρούς,
μεγάλους· ἄλλους τοὺς πόνεσα, ἄλλους τοὺς χάρηκα, ὅλους τοὺς ἔνιωσα δικούς μου.
Ἀνάλογα μὲ τὴν ἡλικία τους αἰσθανόμουν σὰν παππούς, σὰν πατέρας, σὰν ἀδελφός».9
Τόνιζε ἐπίσης τὸ ἔργο τοῦ μοναχοῦ μέσῳ τῆς προσευχῆς. «Ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ
δώσει μὲ τὴν προσευχή του ὁλόκληρους καταρράχτες στὸν κόσμο ποὺ πεθαίνει ἀπὸ τὴν
ἀνομβρία»10. Πείθει τὸν Θεὸ νὰ ραγίσει τὴν καρδιὰ ἑνὸς σκληρόκαρδου πλούσιου,
γιὰ νὰ βοηθήσει κάποιους ποὺ βρίσκονται σὲ μεγάλη ἀνάγκη».11 Ἐπιστρατεύει τὶς
θεῖες δυνάμεις, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν ἄνθρωποι».12
Σημειώσεις:
8. Ἁγίου Παϊσίου
τοῦ ἁγιορείτου, Μοναχικὴ ἀφιέρωση, τόμος Α΄, Βασιλικὰ Θεσσαλονίκης 2024, σελ.
34-35. 9. Ὅπ. παρ., σελ. 208. 10. Ὅπ. παρ., σελ. 36. 11. Αὐτόθι. 12. Ὅπ. παρ.,
σελ. 37.
4ον.-Τελευταῖον
δ. Ἐνάρετος: τὸ «ζωντανὸν κήρυγμα»
Ὅσοι χριστιανοὶ ἀνησυχοῦν γιὰ τὴν πορεία τοῦ κόσμου, ποὺ καθημερινὰ ἀπομακρύνεται
ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι ἐκεῖνο πού μπορεῖ νὰ ἀνακόψει τὸ ρεῦμα
τῶν σύγχρονων ἀνθρώπων πρὸς τὴν ἁμαρτία εἶναι τὸ φωτεινό τους παράδειγμα.
Χρήσιμος εἶναι ὁ λόγος, ἀφυπνιστικό μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα κήρυγμα, ἀλλὰ ὁ
χριστιανικὸς βίος εἶναι ποὺ πείθει τοὺς καλοπροαίρετους νὰ στραφοῦν πρὸς τὸ
Θεό. Ὁ ἐνάρετος ἐπίσκοπος, ὁ ἄξιος κληρικός, ὁ εὐλαβὴς μοναχὸς καὶ ὁ εὐσεβὴς
λαϊκὸς ἔχουν μεγάλη δύναμη, πολλὲς φορὲς χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦν. Συνήθως εἶναι
ἄφωνοι κήρυκες, ταπεινοὶ ἐργάτες τοῦ Θεοῦ, ἀθόρυβοι, ἀφιλόδοξοι, δυναμικοὶ μέσῳ
τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἄσκησης.
Αὐτὰ τὰ «ζωντανὰ κηρύγματα» στὴν ἐποχή μας δὲν εἶναι πολλά. Ὑπάρχει ὅμως ἡ
πνευματικὴ ζύμη τῶν ἁγίων καὶ μπορεῖ νὰ προέλθει ὁ πνευματικὸς καρπός, πού θὰ
βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ἀξία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, νὰ τὶς ἀποδεχτοῦν
καὶ σταθερὰ νὰ τὶς τηροῦν στὴ ζωή τους. Δηλαδή, νὰ εἶναι στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ
δὲν σημαίνει ὅτι θὰ ἀπαρνηθοῦν τὶς ὑποχρεώσεις τους ἢ θὰ ἐπιλέξουν τὸν ἀναχωρητισμό.
Ἀντίθετα θὰ ἐκτελοῦν κανονικὰ τὰ καθήκοντά τους, ἔχοντας περισσότερη εὐαισθησία,
θὰ βρίσκουν πάντα χρόνο γιὰ τὴν ἀγαθοεργία καὶ θὰ διατηροῦν τὸ λυχνάρι τους ἀναμμένο
κι ὅταν ἀκόμα θὰ λυσσομανοῦν οἱ ἄνεμοι τῶν πειρασμῶν ἢ ὅταν τὰ ἀλλεπάλληλα
κύματα τῶν δοκιμασιῶν τοὺς διαταράσσουν.
* * *
ε. Διδασκαλία μὲ ἦθος ψυχῆς
Ἡ διδασκαλία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἔχει ἀποτελέσματα χρειάζεται τὸ
φωτεινὸ παράδειγμα τοῦ ὁμιλητῆ. Ὅταν αὐτὸ λείπει, ἡ διδασκαλία εἶναι ἀνωφελής.
Δὲν πείθει τοὺς ἀκροατές. Μπορεῖ νὰ ἐντυπωσιάζει μερικὲς φορές, χωρὶς ὅμως
μόνιμο ἀποτέλεσμα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ πνευματικὸ ὁδηγό, γιὰ νὰ
παρακινοῦνται στὸ ἀγαθὸ καὶ νὰ ξεπερνοῦν τὶς δυσκολίες καὶ τοὺς πειρασμούς. Ὁ Ἱερὸς
Χρυσόστομος τονίζει σχετικά: καὶ ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνος ποὺ διατάσσεται νὰ
βαδίσει δύσβατο δρόμο, ἂν δεῖ προηγουμένως κάποιον ποὺ τὸν ἔχει βαδίσει,
διευκολύνεται νὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ προθυμοποιεῖται περισσότερο, ἔτσι
προκειμένου καὶ γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν, ἐκεῖνοι ποὺ
βλέπουν ἄλλους νὰ προηγοῦνται, εὐκολότερα ἀκολουθοῦν»[13].
Τὸ παράδειγμα διδάσκει μὲ μοναδικὸ τρόπο. Ἡ ἀρετὴ τοῦ ὁμιλητῆ, ὁ καθαρός
του βίος καὶ ἡ ἁγνὴ πρόθεσή του ἀποτελοῦν τὴν πιὸ ἰσχυρὴ σάλπιγγα. Πρέπει νὰ
προηγοῦνται τὰ ἔργα του καὶ νὰ ἀκολουθεῖ ἡ διδασκαλία. Ἡ φωνὴ τῶν θεοφιλῶν
πράξεών του εἶναι φῶς, ὁδηγὸς καὶ ἀπόδειξη τῶν ὅσων διδάσκει. Ἡ θεωρία μόνη δὲν
εἶναι κάτι σπουδαῖο. Εἶναι ἕνα εὔκολο ἔργο. Τὸ δύσκολο εἶναι νὰ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ
τὰ ἔργα. Πολλὲς φορὲς μάλιστα τὰ ἔργα κάνουν περιττὰ τὰ λόγια. Διδάσκουν ἐκεῖνα
διὰ τῆς σιωπῆς!
Δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ὁ δάσκαλος τῆς ἀρετῆς!
Οἱ συνειδητοὶ χριστιανοὶ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς κοσμικούς, οἱ ὁποῖοι
διακρίνονται ἀπὸ τὰ ἐξωτερικά τους ἀξιώματα, χωρὶς νὰ δίνουν σημασία στὴν
παιδεία καὶ στὸ ἦθος τους. Δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει ἡ συμπεριφορά τους, ἀλλὰ ἡ
προσωπική τους ἀνάδειξη καὶ ἐφήμερη δόξα. Ἐνῶ οἱ χριστιανοὶ γίνονται γνωστοὶ ἀπὸ
τὸ «ἦθος τῆς ψυχῆς τους».
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει ὅτι «ὁ πιστὸς ἀκτινοβολεῖ, ὄχι μόνον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ
πῆρε ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ πρόσφερε καὶ ἐπιτέλεσε ὁ ἴδιος, καὶ
πρέπει νὰ διακρίνεται καὶ νὰ γνωρίζεται ἀπὸ ὅλα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ βάδισμα, ἀπὸ τὸ
βλέμμα, ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση, ἀπὸ τὴν ὁμιλία»[14].
* * *
στ΄ Ὄψιμοι ρασοφόροι
Μερικοὶ εὐσεβεῖς χριστιανοί, ὅταν τελειώνουν οἱ ἐπαγγελματικές τους ὑποχρεώσεις
καὶ συνταξιοδοτοῦνται, ἀρχίζουν νὰ σκέπτονται τὴν ἱερωσύνη καὶ τὸ μοναχισμό, ὅταν
μάλιστα δὲν ἔχουν συγγενικὰ πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ περάσουν
«χριστιανά τὰ τέλη τῆς ζωῆς τους, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα,
εἰρηνικὰ» καὶ νὰ ἔχουν «καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ».
Ἔχουμε παραδείγματα συνταξιούχων τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ τομέα νὰ ἐπιθυμοῦν
τὴν ἱερωσύνη ἢ τὸ μοναχισμὸ καὶ ἐκδηλώνουν αὐξημένο ζῆλο ποὺ συνήθως εἶναι ἐφήμερος.
Ἀγνοοῦν ὅτι τὸ ράσο ἀπαιτεῖ τὴν ἀπάρνηση τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος, κάτι ποὺ στὴ
μεγάλη ἡλικία εἶναι δύσκολο νὰ ἐπιτευχθεῖ. Οἱ συγκεκριμένοι ὄψιμοι ρασοφόροι
διατηροῦν τὶς προσωπικές τους ἰδέες, δὲν ἀρνοῦνται τὶς ἐπιλογὲς ποὺ εἶχαν στὴ
ζωή τους καὶ ἀναπαύονται στὶς ἀνέσεις τῆς κοσμικῆς ζωῆς. Ἐμφανίζονται συνήθως ὡς
προοδευτικοὶ καὶ ἔχουν πρόχειρες λύσεις σὲ χρονίζοντα προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας.
Μετὰ τὶς πρῶτες ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴ χειροτονία τους ἢ τὴ μοναχική τους κουρά, ἀρχίζουν
νὰ ἐμφανίζονται μικρὰ καὶ μεγάλα σκάνδαλα, ποὺ ἔχουν ἀρνητικὴ ἀπήχηση στὸ λαό,
γιατί ἦταν ἀπρόσμενα. Κάθε προσπάθεια νὰ ἀκολουθήσουν τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας
ἀποβαίνει μάταιη. Εἶναι σὰν νὰ ἐπιδιώκεις τὸ φουσκωμένο χείμαρρο νὰ τὸν ὁδηγήσεις
ἔξω ἀπὸ τὴ βαθιὰ κοίτη του. Εἶναι ἀδύνατο.
Ἰδιαίτερη προσοχὴ χρειάζεται σ’ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸν πολὺ
ἀνηφορικὸ δρόμο τοῦ μοναχισμοῦ στὰ τέλη τῆς ζωῆς τους, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν καὶ
τὴν αἰώνια ζωή! Δὲν ἀποκλείεται καὶ ἡ ἐπιλογὴ γιὰ νὰ ἔχουν περίθαλψη στὸ
μοναστήρι, ὅταν τοὺς ἐγκαταλείψουν οἱ σωματικές τους δυνάμεις καὶ ὄχι σπάνια καὶ
οἱ πνευματικές. Δηλαδὴ χρησιμοποιοῦν τὸ μοναστήρι σὰν γηροκομεῖο, ἐπιβαρύνοντας
πολλοὺς μοναχοὺς μὲ πρόσθετα καθήκοντα! Ὁ ὑπεύθυνος γέροντας ἀντιμετωπίζει αὐτοὺς
τοὺς ἀνθρώπους μὲ διάκριση καὶ ἀγάπη καὶ τοὺς ἀποτρέπει νὰ ἀκολουθήσουν τὸ
μοναχισμό, τονίζοντας ὅτι καὶ στὸν κόσμο μποροῦν νὰ ζήσουν μοναχικά, χωρὶς ἰδιαίτερους
πνευματικοὺς κινδύνους. Γιατί τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι νὰ φορέσουν τὸ ράσο, ὅσο τὸ
νὰ ἀποβάλουν τὸ κοσμικὸ φρόνημα.
Σημειώσεις:
13. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου,
τόμος Γ΄, Ἀθήνα 1995, σελ. 630. 14. Ὅπ. παρ., σελ. 631.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου