21 Δεκ 2015

Οι επείγουσες «αναγκαιότητες» της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. (Σχόλιο σε εισήγηση Καθηγητού)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 21η Δεκεμβρίου 2015
       Στις πολλές πυρετώδεις προετοιμασίες για την σύγκληση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», η οποία ορίστηκε για τον ερχόμενο Ιούνιο, (Πεντηκοστή του 2016), προστέθηκε και πρόσφατο Συμπόσιο, όπως δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο «Θεολογικά Δρώμενα». Σύμφωνα με το ιστολόγιο: «Επιστημονικό Συμπόσιο με τίτλο “Προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο”, με αφορμή την προγραμματισθείσα για το έτος 2016 Αγία και Μεγάλη Σύνοδο διοργανώνεται από το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών στην Ιερά Μονή Βλατάδων κατά το χρονικό διάστημα 3-5 Δεκεμβρίου 2015. Σύμφωνα με την οργανωτική επιτροπή του συμποσίου στις εργασίες του θα παρουσιαστούν και θα αναλυθούν τα θέματα που έχει αποφασισθεί να συζητηθούν στις εργασίες της Συνόδου» (http://blogs.auth.gr/moschosg). Από τις πολλές εισηγήσεις του Συμποσίου περιοριζόμαστε να σχολιάσουμε μία, αυτή του ομοτίμου Καθηγητού του Α.Π.Θ. κ.  Γεωργίου Μαρτζέλου,  με τίτλο «Η αναγκαιότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων», αφήνοντας τον σχολιασμό των άλλων σε άλλα αρμόδια πρόσωπα.

      ΠΑΜΣ_91 
Ο ως άνω καθηγητής θεωρεί ότι «η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου είναι απολύτως αναγκαία, για να μπορέσει η Ορθοδοξία να ανταποκριθεί στα αιτήματα των καιρών, δίνοντας μια δυναμική μαρτυρία της θεανθρώπινης παρουσίας της μέσα στον παραπαίοντα πνευματικά, ηθικά και κοινωνικά σύγχρονο κόσμο», αφού κατά τους ισχυρισμούς του “για πρώτη φορά ύστερα από μία χιλιετία και πλέον εκπρόσωποι όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών θα συνέλθουν να συζητήσουν και να λάβουν από κοινού αποφάσεις για σημαντικότατα θέματα που απασχολούν εδώ και δεκαετίες το Ορθόδοξο πλήρωμα, αλλά και τη σημερινή ανθρωπότητα….”». Στη συνέχεια απαριθμεί τα άκρως αναγκαία και επείγοντα αυτά θέματα που χρήζουν συνοδικής επιλύσεως και αντιμετωπίσεως. Είναι « “η βία που ασκείται πολλές φορές εν ονόματι της θρησκείας”, η  “ραγδαία εκκοσμίκευση των χριστιανικών κοινωνιών”, η  “ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας”, η “ραγδαία ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας”, η “καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος”, η  “οικονομική κρίση και η κοινωνική αδικία”». Πέραν αυτών επιτακτική είναι η ανάγκη «η Ορθόδοξη Εκκλησία να διατρανώσει την ενότητά της και να εκφραστεί με ενιαίο λόγο στο σύγχρονο κόσμο». Αναφερόμενος παρά κάτω στη θεματολογία της Συνόδου, θεωρεί ότι αυτή «ανταποκρίνεται πλήρως στα ανωτέρω προβλήματα και τις προκλήσεις της εποχής μας», επειδή «όλα τα θέματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αναφέρονται σε σύγχρονα ζητήματα σχετιζόμενα είτε με την οργάνωση και τη θεσμική έκφραση της ενότητας της Ορθοδοξίας (Διασπορά, Αυτοκέφαλο, Αυτόνομο, Δίπτυχα), είτε με τη διασφάλιση της ορθόδοξης πνευματικότητας σε συνδυασμό με τις σύγχρονες ανάγκες του ορθοδόξου πληρώματος (Ημερολόγιο, Κωλύματα γάμου, Νηστεία), είτε με τις διαχριστιανικές σχέσεις, (διμερείς και πολυμερείς), είτε με την αξιόπιστη μαρτυρία της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο (με βάση βέβαια τα χριστιανικά ιδεώδη της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών)».
      Κατ’ αρχήν η εισήγηση του κ. καθηγητού παρουσιάζει βασικά κενά και ελλείψεις. Αποσιωπά άλλες «αναγκαιότητες», πολύ πιο ουσιαστικές και επείγουσες, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν την πρώτη προτεραιότητα σε σχέση με αυτές που αναφέρει.  Αναφέρουμε μερικές:  Πρώτη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη να αποτελεί η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος συνέχεια των προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι όπως θέτει και διαπραγματεύεται το θέμα ο κ. καθηγητής, η μέλλουσα Σύνοδος παρουσιάζεται ξεκάρφωτη και μετέωρη και όχι ως μία οργανική συνέχεια των προγενεστέρων, ως ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας επτά, η ορθότερα εννέα Οικουμενικών Συνόδων. Η παράλειψη αυτή αποτελεί σοβαρότατο λάθος που δεν δικαιολογείται για έναν καθηγητή της Δογματικής της περιωπής του κ. Μαρτζέλου. Όπως γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία και την Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας, κάθε επόμενη Οικουμενική Σύνοδος επικύρωνε τους δογματικούς όρους και τις κανονιστικές αποφάσεις των προγενεστέρων. Ουδέποτε δε διενοούντο οι άγιοι Πατέρες των εν λόγω Συνόδων να παραχαράξουν, η να αλλοιώσουν κάτι, έστω και στο ελάχιστο, από όσα εδογμάτισαν οι προγενέστεροι Πατέρες. Επομένως και  η μέλλουσα Σύνοδος μόνον τότε θα αποτελέσει πραγματική συνέχεια των προγενεστέρων, όταν επικυρώσει τους δογματικούς όρους των προγενεστέρων (συμπεριλαμβανομένων της Η  και Θ  Οικουμενικής) και δεν προχωρήσει σε θέσπιση νέων Κανόνων, οι οποίοι θα έρχονται σε αντίθεση και θα ακυρώνουν παλαιοτέρους Ιερούς Κανόνες.
Μια άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη οι ιεράρχες που θα συγκροτήσουν την Σύνοδο να είναι θεοφόροι, η τουλάχιστον να έχουν ορθόδοξο φρόνημα και να βαδίσουν πάνω στα χνάρια των αγίων Πατέρων. Τότε μόνον η Σύνοδος αυτή θα είναι όντως Σύνοδος γνησία και αυθεντική και όχι ψευδοσύνοδος. Σύνοδος κατά την οποία τα συνοδικά μέλη θα μελωδήσουν «μέλος εναρμόνιον θεολογίας». Και επομένως θα γίνει αποδεκτή από το εκκλησιαστικό πλήρωμα. Περιττό βέβαια να λεχθεί ότι εφ’ όσον οι ιεράρχες-μέλη της Συνόδου θα έχουν ορθόδοξο φρόνημα, κατ’ ανάγκη δεν θα έχουν οικουμενιστικό φρόνημα. Γιατί αν η Πανορθόδοξος Σύνοδος συγκληθεί για να αναγνωριστεί «κατ’ οκικονομίαν» το βάπτισμα των αιρετικών χωρίς προηγουμένη απόπτυση των αιρέσεων τους και η αναγνώριση εκκλησιαστικότητος σε κατεγνωσμένους αιρετικούς που εξισούται προς intercommunion, καλλίτερα να μη γίνει ποτέ. 
       Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη τα μέλη της Συνόδου να οριοθετήσουν την ορθόδοξη πίστη και να καταδικάσουν όλες τις σύγχρονες αιρέσεις της εποχής μας με επικεφαλής τον επάρατο Οικουμενισμό. Μια πολύ βασική διαπίστωση, σχετικά με το περιεχόμενο της θεματολογίας του τελικού καταλόγου των θεμάτων  είναι η παντελής απουσία φλεγόντων ζητημάτων δογματικής φύσεως και η  παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος και μερίμνης για την καταπολέμηση των ποικίλων συγχρόνων αιρέσεων, που μαστίζουν την Εκκλησία. Στις αρχαίες Οικουμενικές Συνόδους, βασική μέριμνα των αγίων Πατέρων, που συγκροτούσαν τις Συνόδους, ήταν κατά πρώτο λόγο η καταπολέμηση και εξουδετέρωση των αιρέσεων, που εμφανιζόταν στην εποχή τους, και κατά δεύτερο λόγο η ρύθμιση των άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων. Συνεπώς και στην εποχή μας, η πρώτη και βασική μέριμνα των πρωτεργατών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου θα έπρεπε να είναι η καταπολέμηση των ποικίλων συγχρόνων αιρέσεων, όπως είναι ο Παπισμός, ο οποίος παρά τους Διαλόγους εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εμμένει στην πλάνη  και να ασκεί δόλιο προσηλυτισμό εις βάρος της Ορθοδοξίας, αλλά και ο Προτεσταντισμός, ο Χιλιασμός, ο Μαρξισμός και η λοιπή Αθεΐα,  όπως είναι ο Νεοπαγανισμός, η Μασονία, ο Διεθνής Σιωνισμός, η Θεοσοφία και η Νέα Εποχή, το Ισλάμ, οι Σέκτες, οι Καταστροφικές Λατρείες, ο Νεοσατανισμός, αλλά και η παναίρεση του Οικουμενισμού και οι άλλες πλάνες της «κενής απάτης» αυτού του κόσμου. Η προρρηθείσα Σύνοδος, καθ’ όσον δεν προτάσσει και δεν προτίθεται να ασχοληθεί με τα μνημονευθέντα θέματα πίστεως και αιρέσεων, επ’ ουδενί μπορεί να θεωρηθεί αληθής Ορθόδοξος Σύνοδος και συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, με συνέπεια να απορριφθεί ως Ψευδοσύνοδος από το πλήρωμα της Εκκλησίας.
         Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη τα μέλη της Συνόδου να επισημάνουν την χρεοκοπία των μέχρι τώρα γενομένων διαλόγων και να τους τερματίσουν όχι μόνο ως αλυσιτελείς, αλλά και ως πηγή και αιτία φθοράς και διαβρώσεως του ορθοδόξου φρονήματος του πιστού λαού του Θεού. Την χρεοκοπία αυτή την ομολογούν και οι ίδιοι οι πρωτεργάτες των Διαλόγων, φάνηκε δε ξεκάθαρα και από τις εισηγήσεις των ομιλητών κατά την Σύναξη των ιεραρχών του οικουμενικού θρόνου (τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου 2015), με τις οποίες εδόθη στους ιεράρχες ενημέρωση περί της πορείας των Διαλόγων.  Η πείρα απέδειξε ότι η μακροχρόνια παραμονή μας στους κόλπους του Π.Σ.Ε., αλλά και ο μακροχρόνιος διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς οδήγησε αναπόφευκτα σε συμβιβασμούς και ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις στο δόγμα και στην εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία. Φθάσαμε στο τραγικό φαινόμενο να διατυπώνονται από Ορθοδόξους εκπροσώπους και πατριάρχες, αντορθόδοξες και βλάσφημες δηλώσεις και να υπογράφονται κοινά κείμενα με τους αιρετικούς, ξένα προς την παράδοση και την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Κραυγαλέα παραδείγματα οι αποφάσεις του Balamand του Λιβάνου, (1993), του Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας (2006), και του Πουσάν της Νοτίου Κορέας, (2014). Το δήθεν επιχείρημα ότι προβάλλεται δια των διαλόγων η Ορθοδοξία συντρίβεται από τη χειροτονία των γυναικών και την αναγνώριση του γάμου των ομοφυλοφίλων που υιοθέτησαν οι συνδιαλεγόμενοι με την Ορθοδοξία (!!!) και το αμετακίνητο του παπισμού.
         Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη να συμμετάσχουν ως μέλη της Συνόδου όλοι οι εν ενεργεία επίσκοποι των κατά τόπους εκκλησιών. Είναι θλιβερό το  γεγονός, ότι ακόμη και στη μέλλουσα να συγκληθεί Αγία και Μεγάλη Σύνοδο δεν θα συμμετάσχουν όλοι οι εν ενεργεία επίσκοποι των κατά τόπους Εκκλησιών, αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός αντιπροσώπων από  κάθε τοπική Εκκλησία. Η τελική απόφαση της Συνάξεως των Προκαθημένων (6-9 Μαρτίου 2014), να εκπροσωπηθεί η κάθε τοπική Εκκλησία με ένα πολύ περιορισμένο αριθμό μελών, (24 μέλη), και η κάθε τοπική Εκκλησία να έχει δικαίωμα μόνο μιας ψήφου, αποτελεί πρωτοφανή καινοτομία, ξένη προς την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας. Πότε στην ιστορία της Εκκλησίας αποκλείσθηκαν κανονικοί επίσκοποι από Τοπική, ή Οικουμενική Σύνοδο; Αν στην αρχαία Εκκλησία εφαρμοζόταν το σύστημα των αντιπροσωπειών των τοπικών Εκκλησιών, τότε οι αιρετικοί αρχιεπίσκοποι θα έστελναν ως αντιπροσώπους τους ομόφρονές τους επισκόπους και θα επικρατούσε η πλάνη. Αλλά και με ποιά κριτήρια θα επιλεγούν οι αντιπρόσωποι; Θα ψηφισθούν από τις κατά τόπους Συνόδους, η θα ορισθούν με κριτήριο την ενδοτικότητα σε θέματα πίστεως; Η προβαλλόμενη δικαιολογία, ότι δήθεν είναι πρακτικώς αδύνατη η επί το αυτό σύναξη πολλών εκατοντάδων, η και χιλιάδων αρχιερέων δεν ευσταθεί, διότι σήμερα οι μετακινήσεις με τα σημερινά συγκοινωνιακά μέσα είναι πολύ πιο εύκολη, γρήγορη και άνετη σε σύγκριση με τα μέσα της βυζαντινής περιόδου. Επίσης σήμερα σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις διατίθενται τεράστια σύγχρονα συνεδριακά κέντρα, άριστα εξοπλισμένα με συστήματα ταυτόχρονης μεταφράσεως σε πολλές γλώσσες, όπου μπορούν να λάβουν μέρος χιλιάδες σύνεδροι.
       Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα», είναι η μέλλουσα να συνέλθει σύνοδος να λάβει θέση και να αναγνωρίσει την οικουμενικότητα των θεωρουμένων ως Η΄ και Θ΄  Οικουμενικών Συνόδων των συνελθουσών επί μεγάλου Φωτίου το 879/80 και 1351 αντίστοιχα. Αμφότερες οι Σύνοδοι αυτές έχουν όλα εκείνα τα στοιχεία και τις προϋποθέσεις, που απαιτούνται, για να θεωρηθούν ως Οικουμενικές, όπως κατέδειξαν σχετικές μελέτες των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Πειραιώς κ. Σεραφείμ, Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου και Γόρτυνος κ. Ιερεμίου. Σχετικό αίτημα των παρά πάνω ιεραρχών για Συνοδική εξέταση του θέματος από τη Σύνοδο της Ιεραρχίας, με βάση τις εισηγήσεις των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου και Γόρτυνος κ. Ιερεμίου, τελικά απερρίφθη και δεν συζητήθηκε, με την πρόφαση, ότι η τοπική Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι αναρμοδία να εισηγηθεί τη συμπερίληψη στην ημερησία διάταξη της Πανορθοδόξου Συνόδου τέτοιου θέματος. Η πραγματική όμως αιτία είναι άλλη· όπως σημειώνει σε σχετικό άρθρο του ο Σεβασμιώτατος κ. Σεραφείμ: «Είναι προφανές και πρόδηλο ότι η μη τυπική αναγνώριση γίνεται για να μη “λυπηθούν” οι αντιθέως και δαιμονιωδώς καθυβρίζοντες τους Αγίους προεξάρχοντας των δύο Οικουμενικών Συνόδων Ιερό και Μέγα Φώτιο και Άγιο Γρηγόριο Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης τον Παλαμά ως δήθεν αιρεσιάρχας, όπως αυταποδείκτως προκύπτει από την “Δογματική διδασκαλία” της Ρωμαιοκαθολικής παρασυναγωγής».
         Επισημαίνει επίσης ο κ. Καθηγητής την απόλυτη αναγκαιότητα η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος «να διατρανώσει την ενότητά της και να εκφραστεί με ενιαίο λόγο στο σύγχρονο κόσμο». Αδυνατεί ωστόσο να υποπτευθεί, πόσα και ποίων διαστάσεων νέα σχίσματα θα προέλθουν στο σώμα της εκκλησίας από την μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδο, η οποία, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά μια νέα ψευδοσύνοδος τύπου Φεράρρας-Φλωρεντίας.  Όλα δείχνουν ότι η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος δεν έχει δυστυχώς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να είναι όντως ορθόδοξη. Όπως αποδείξαμε σε σχετική πρόσφατη μελέτη μας με τίτλο  «Η προετοιμαζόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος πιστή διάκονος του παναιρετικού Οικουμενισμού», η από πολλών δεκαετιών  προετοιμαζόμενη αυτή Σύνοδος διαποτίστηκε έντονα από την αιρετική ιδεολογία και πρακτική του Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Στηρίχθηκε σε σχέδια και καινοτομίες ξένες προς την Ορθόδοξη Παράδοση και τους ιερούς Κανόνες. Προωθήθηκε από πρόσωπα, που υπήρξαν θερμοί θιασώτες της παναίρεσης του Οικουμενισμού, ορισμένα δε εξ αυτών, όπως οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Μελέτιος (Μεταξάκης) και Αθηναγόρας (Σπύρου), υπήρξαν φημολογούμενα μέλη της σατανοκίνητης Μασονίας, γεγονός που προκαλεί φρίκη και μόνο στο άκουσμα!
         Πέραν αυτών, ποίου είδους «ενότητα» θα «διατρανώσει» η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, όταν τα κατά τόπους Πατριαρχεία και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα ερίζουν και φιλονικούν μεταξύ τους για πρωτεία και προβαδίσματα, ώστε να αδυνατούν να επιλύσουν το περιβόητο ζήτημα των Διπτύχων, την ιεραρχική δηλαδή σειρά μνημονεύσεώς των κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, αλλά και όταν μάχονται μεταξύ τους για εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες; Με ποιά παρρησία η πρωτόθρονη Εκκλησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα αρθρώσει λόγο περί «ενότητος», καθ’ ον χρόνον διεκδικεί πλήρη εκκλησιαστική κυριαρχία στις Ιερές Μητροπόλεις των λεγομένων «Νέων χωρών», έτσι ώστε να παρουσιάζεται το τραγελαφικό φαινόμενο οι ιεράρχες των «Νέων χωρών» να ανήκουν ταυτόχρονα σε δύο τοπικές ιεραρχίες και σε δύο εκκλησιαστικά σώματα; Με ποια παρρησία η πρωτόθρονη Εκκλησία θα αρθρώσει λόγο περί «ενότητος» καθ’ ον χρόνον βαρύνεται με το βαρύτατο αμάρτημα του παλαιοημερολογητικού σχίσματος; Το ζήτημα του ημερολογίου εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα μια ανοικτή πληγή στο σώμα της Εκκλησίας, που προκλήθηκε  από την όλως άκριτη, επιπόλαιη και βεβιασμένη ενέργεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου να υιοθετήσει το νέο ημερολόγιο, συμπαρασύροντας και ορισμένες τοπικές Εκκλησίες, χωρίς την ομόφωνη γνώμη όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει το εν λόγω σχίσμα.
         Είναι πολύ λυπηρό το γεγονός ότι ένας καθηγητής και μάλιστα ομότιμος, που διακόνησε επί δεκαετίες την ακαδημαϊκή Θεολογία, αγνοεί, η προσπερνά όλες τις παραπάνω επείγουσες αναγκαιότητες και προτάσσει άλλες, κατά πολύ δευτερεύουσες. Οι ορθόδοξοι καθηγητές θα πρέπει να είναι ως εκ της θέσεως και της επιστημονικής γνώσεώς των οι οφθαλμοί του εκκλησιαστικού σώματος, οι ακριβείς φύλακες των δογμάτων της πίστεως και των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας μας.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΡΤΖΕΛΟΥ
Γεώργιος Μαρτζέλος, Η αναγκαιότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων
Η εισήγηση του ομότιμου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας που έγινε στο Συνέδριο που διοργανώνει η Μονή Βλατάδων σε συνεργασία με το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών και τη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ  (3-5 Δεκεμβρίου 2015) στη Θεσσαλονίκη με θέμα «Προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο»
Εισαγωγή
Ως γνωστό, στην Ε΄ κατά σειρά από το 1992 Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών που συνήλθε υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου από τις 6 έως τις 9 Μαρτίου 2014 στον ιερό Ναό του Αγ. Γεωργίου στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης πάρθηκε μια κοσμοϊστορική απόφαση για ολόκληρη την Ορθοδοξία: Αποφασίστηκε να λάβει σάρκα και οστά το από πολλών ετών κυοφορούμενο όραμα της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας κατά την ημέρα της Πεντηκοστής του έτους 2016, εκτός βεβαίως απροόπτου. Ως χώρος συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου προτάθηκε μάλιστα, εφόσον το επιτρέψει το Υπουργείο Πολιτισμού της Τουρκίας, ο παλαιός Καθεδρικός Ναός της Αγίας Ειρήνης, στον οποίο έλαβε χώρα το 381 η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος.
Η κοσμοϊστορική σημασία της Συνόδου αυτής για ολόκληρη την Ορθοδοξία είναι προφανής: Για πρώτη φορά ύστερα από μία χιλιετία και πλέον εκπρόσωποι όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών θα συνέλθουν να συζητήσουν και να λάβουν από κοινού αποφάσεις για σημαντικότατα θέματα που απασχολούν εδώ και δεκαετίες το Ορθόδοξο πλήρωμα, αλλά και τη σημερινή ανθρωπότητα, λόγω των πρωτόγνωρων και πιεστικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει μέσα στο ραγδαίως μεταβαλλόμενο σύγχρονο κόσμο. Από την άποψη αυτή η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου είναι απολύτως αναγκαία, για να μπορέσει η Ορθοδοξία να ανταποκριθεί στα αιτήματα των καιρών, δίνοντας μια δυναμική μαρτυρία της θεανθρώπινης παρουσίας της μέσα στον παραπαίοντα πνευματικά, ηθικά και κοινωνικά σύγχρονο κόσμο.
α. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος μπροστά στις προκλήσεις και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου
Οι προκλήσεις και τα προβλήματα που καλείται επιτακτικά να αντιμετωπίσει η Ορθόδοξη Εκκλησία με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και να δώσει έτσι μια δυναμική μαρτυρία της παρουσίας της στο σύγχρονο κόσμο, περιγράφηκαν με πολύ σαφή και γλαφυρό τρόπο από τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο στην εναρκτήρια Ομιλία του κατά την ανωτέρω Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Κατ’ αρχήν, όπως επισημαίνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης, η βία πού ασκείται πολλές φορές εν ονόματι της θρησκείας συνιστά απειλητικό φαινόμενο για όλους ανεξαιρέτως τους Χριστιανούς και ιδιαίτερα τους Ορθοδόξους που τη βιώνουν με προσωπικές διώξεις, καταστροφές και βεβηλώσεις ιερών ναών, απαγωγές ή και φόνους κληρικών και μοναχών, ακόμη δε και αρχιερέων. Μπροστά σ’ αυτό το απειλητικό φαινόμενο για την υπόσταση των Ορθοδόξων Εκκλησιών καλούμεθα, όπως σημειώνει, «νά ὑψώσωμεν τήν φωνήν τῆς διαμαρτυρίας ἡμῶν, ὄχι ὡς μεμονωμένα πρόσωπα ἤ Ἐκκλησίαι, ἀλλ᾿ ὡς ἡ ἡνωμένη μία ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία»[1].
Εξάλλου ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως βέβαια και οι άλλες Εκκλησίες, από τη ραγδαία εκκοσμίκευση των χριστιανικών κοινωνιών είναι τεράστιος. Ως γνωστόν η Εκκλησία στις εκκοσμικευμένες χριστιανικές κοινωνίες τίθεται δυστυχώς όλο και περισσότερο στο περιθώριο της δημόσιας ζωής, ενώ οι θεμελιώδεις πνευματικές και ηθικές αρχές του Ευαγγελίου βαθμιαία εξοβελίζονται από τη ζωή των ανθρώπων. Ως εκ τούτου οφείλει η Ορθόδοξη Εκκλησία ανταποκρινόμενη στη φύση της και την αποστολή της να προβάλλει με μια φωνή τις θεμελιώδεις αυτές αρχές του Ευαγγελίου στο σύγχρονο κόσμο, ανεξάρτητα αν αυτές έρχονται ή όχι σε αντίθεση με συμφέροντα ή με κρατούσες αντιλήψεις.
Επίσης η Ορθόδοξη Εκκλησία, καίτοι, όπως τονίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης, χαρακτηρίζεται από την προσήλωσή της στην παράδοση του παρελθόντος, δεν σημαίνει ότι είναι απολιθωμένη Εκκλησία και αδιάφορη στις εκάστοτε προκλήσεις της ιστορίας που είναι ιδιαίτερα έντονες στις μέρες μας. Μία δε από τις προκλήσεις αυτές προέρχεται από τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και της στηριζόμενης σ’ αυτήν παγκοσμιοποίησης. Παρά τις ευεργετικές της συνέπειες ως προς τη διάδοση της γνώσης και της πληροφορίας, η τεχνολογία συνιστά σοβαρό κίνδυνο, γιατί αποτελεί δίαυλο μετάδοσης και επιβολής ξένων πολιτισμικών προτύπων που απειλούν να αλλοιώσουν την πολιτισμική ταυτότητα ενός λαού. Και την απειλή αυτή οφείλει επίσης να την αντιμετωπίσει η Εκκλησία. Πέρα όμως από την απειλή αυτή με την τεχνολογία συνδέεται και η ραγδαία ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας που συνεπάγεται την εμφάνιση σοβαρών βιοηθικών προβλημάτων που σχετίζονται με τις τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, τις μεταμοσχεύσεις ιστών και οργάνων, την ευθανασία, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα κ.ά., έναντι των οποίων οφείλει να λάβει υπεύθυνη θέση η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αν μάλιστα προσθέσει κανείς σ’ αυτά και τη συνεχιζόμενη μέρα με τη μέρα, λόγω της πλεονεξίας και του ευδαιμονισμού του σύγχρονου ανθρώπου, καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, παρά τις όποιες αποτρεπτικές διακηρύξεις και εξαγγελίες διεθνών οργανισμών ή ακόμη και των ισχυρών της γης, η διαφύλαξη και προστασία της «καλώς λίαν» δημιουργίας του Θεού για τον άνθρωπο αποτελεί πρώτιστο καθήκον της Εκκλησίας. Μάλιστα η Ορθοδοξία έχοντας πλούσια λειτουργική και ασκητική παράδοση είναι η μόνη αρμόδια σε σχέση με τις λοιπές Εκκλησίες και Ομολογίες να συμβάλει στην αντιμετώπιση του τόσο ζωτικού αυτού προβλήματος[2]. Γι’  αυτό άλλωστε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως γνωρίζουμε, πρώτο σ’ ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο ανέδειξε και προέβαλε από το 1989 και εξής την κρισιμότητα του θέματος αυτού με σειρά σημαντικών ενεργειών, όπως η καθιέρωση της αρχής της Ινδίκτου (1η Σεπτεμβρίου) ως ημέρας προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, η ανάθεση στον μακαριστό Υμνογράφο Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη να συντάξει σχετική Ακολουθία που ψάλλεται κατά την ημέρα αυτή, καθώς και η διοργάνωση πλήθους διεθνών οικολογικών συνεδρίων με διεθνούς κύρους εισηγητές. Αυτό σημαίνει ότι η Ορθοδοξία οφείλει και μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος.
Εκτός όμως των παραπάνω προβλημάτων η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει επίσης να αντιμετωπίσει με ιδιαίτερη ευαισθησία και τα προβλήματα που ανακύπτουν για το σύγχρονο άνθρωπο από την οικονομική κρίση και την κοινωνική αδικία, οι οποίες, όπως φαίνεται ιδιαίτερα στην εποχή μας, μαστίζουν ακόμη και ανεπτυγμένες οικονομικά κοινωνίες. Και δυστυχώς τα προβλήματα αυτά δεν είναι μόνο οικονομικά και κοινωνικά.είναι και ψυχολογικά και βαθύτατα, θα έλεγα, υπαρξιακά, γιατί θίγουν την αξιοπρέπεια και αυτοεκτίμηση των ανθρώπων που γίνονται θύματα του παγκόσμιου οικονομικού κατεστημένου. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά και πάλι ο Οικουμενικός Πατριάρχης, «Ἡ Ἁγιωτάτη ἡμῶν Ἐκκλησία ὀφείλει νά ἐνωτισθῇ μετά προσοχῆς καί συμπαθείας τά προβλήματα, τά ὁποῖα δημιουργεῖ διά τόν ἄνθρωπον ἡ οἰκονομική δομή τοῦ συγχρόνου κόσμου. Όλοι παριστάμεθα μάρτυρες, τῶν ἀρνητικῶν συνεπειῶν διά τήν ἀξιοπρέπειαν καί τήν ἐπιβίωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ὡς ἐκ τῶν οἰκονομικῶν κρίσεων, αἱ ὁποῖαι συνθλίβουν τόν ἄνθρωπον εἰς πολλάς περιοχάς τῆς γῆς καί μάλιστα εἰς χώρας ἐκ τῶν θεωρουμένων ὡς οἰκονομικῶς «ἀνεπτυγμένων». Ἀνεργία τῶν νέων, αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πτωχῶν, ἀβεβαιότης διά τήν αὔριον, πάντα ταῦτα μαρτυροῦν ὅτι πολύ ἀπέχει ἡ σύγχρονος ἀνθρωπότης ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦτο δέ οὐχί ἄνευ εὐθύνης καί ἡμῶν, οἵτινες ἐξαντλοῦντες πολλάκις τήν ποιμαντικήν μέριμναν ἡμῶν περί τά «πνευματικά» λησμονοῦμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην τροφῆς καί στοιχειωδῶν ὑλικῶν μέσων, διά νά ζήσῃ ἐν ἀξιοπρεπείᾳ, ὡς πρόσωπον – εἰκών Θεοῦ»[3]. Για τους λόγους αυτούς οφείλει η Ορθόδοξη Εκκλησία, πιστή στις αρχές του Ευαγγελίου, χωρίς να δίνει την εντύπωση ότι αδιαφορεί για τα πνευματικά ζητήματα, να διακηρύξει το ενδιαφέρον της για την απάλειψη της κοινωνικής αδικίας και την επικράτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης ανά τον κόσμο. Άλλωστε το ενδιαφέρον της αυτό δεν είναι ξένο προς τη φύση και την πνευματική αποστολή της στον κόσμο, γιατί είναι στην ουσία του ζήτημα πνευματικό. Όπως πολύ χαρακτηριστικά υπογράμμισε ο Μπερντιάγιεφ, δίνοντας την ορθόδοξη διάσταση στο ενδιαφέρον για την επίλυση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, «Ἡ φροντίδα γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ πλησίον, ἀκόμα καὶ ἡ ὑλικὴ ἢ σωματική, στὴν οὐσία ἔχει κάτι τὸ πνευματικό. Ἡ ἀγωνία γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τοῦ ψωμιοῦ μου εἶναι ἕνα πρόβλημα ὑλικό. Ἡ ἀγωνία ὅμως γιὰ τὸ ψωμὶ τοῦ ἄλλου εἶναι ἕνα πρόβλημα πνευματικό»[4]. Μάλιστα πρέπει να επισημάνουμε ότι η θέση αυτή υπογραμμίζεται  σχεδόν αυτολεξεί και στην Απόφαση της Ε΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Σαμπεζύ-Γενεύη, 10-17 Οκτωβρίου 2015) που αναφέρεται στην αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο[5].
β. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και η ενότητα της Ορθοδοξίας
Ωστόσο, για να μπορέσει η Ορθοδοξία να ανταποκριθεί επιτυχώς στις προκλήσεις αυτές και να έχει ο λόγος της απήχηση στο σύγχρονο κόσμο, πρέπει να παρουσιαστεί ενωμένη και με μια φωνή, υπερβαίνοντας τα προβλήματα που σχετίζονται με τις εθνικές ιδιαιτερότητες των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και την κάνουν να φαίνεται προς τα έξω κατακερματισμένη και αδύναμη. Το σύστημα της αυτοκεφαλίας που είναι βαθειά ριζωμένο μέσα στην εκκλησιολογική και κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν πρέπει να αποβαίνει εις βάρος της εν τη πράξει κοινωνίας και συνεργασίας των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών ή πολύ περισσότερο να αποτελεί αιτία ανταγωνισμού μεταξύ τους, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν ολόκληρη την Ορθοδοξία.
Από την άποψη αυτή η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αποτελεί εν προκειμένω μοναδική ευκαιρία, αλλά και το πιο ενδεδειγμένο εξ επόψεως κανονικής μέσο, προκειμένου η Ορθόδοξη Εκκλησία να διατρανώσει την ενότητά της και να εκφραστεί με ενιαίο λόγο στο σύγχρονο κόσμο. Ταυτόχρονα όμως συνιστά το μοναδικό και αναγκαίο όργανο εξίσου ριζωμένο μέσα στην εκκλησιολογική και κανονική της παράδοση, προκειμένου να αποτρέπονται διαλυτικά φαινόμενα που μαρτυρούν έλλειψη ορθοδόξου εκκλησιολογικής συνειδήσεως, όπως λ.χ. της μη ενεργού συμμετοχής ορισμένων αυτοκεφάλων Εκκλησιών σε ενέργειες που απορρέουν από πανορθόδοξα ληφθείσες αποφάσεις ή της μη τήρησης εκ μέρους τους πανορθοδόξων αποφάσεων, τις οποίες μάλιστα συνυπέγραψαν ή ακόμη και της αμφισβήτησης των κανονικών ορίων μεταξύ διαφόρων αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Όλα αυτά τα προβλήματα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενότητα της Ορθοδοξίας,  μπορούν να αντιμετωπιστούν και να επιλυθούν μόνο από ένα μείζον εξ επόψεως κανονικής συνοδικό όργανο, όπως αυτό της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Βεβαίως το συνοδικό σύστημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη φύση και τη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αλλά, όπως παρατήρησε προσφυώς και πάλι ο Οικουμενικός Πατριάρχης, αν και το σύστημα αυτό τηρήθηκε και τηρείται και σήμερα κατά το μάλλον και ήττον πιστά εντός των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, απουσιάζει ωστόσο εξολοκλήρου στις μεταξύ τους σχέσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργεί την εικόνα μιας Ορθοδοξίας πολλών Εκκλησιών και όχι μιας Εκκλησίας, πράγμα που είναι τελείως απαράδεκτο εξ επόψεως Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας[6]. Για το λόγο αυτό ακριβώς απευθυνόμενος στους Προκαθημένους των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών τονίζει την ανάγκη να ενισχυθεί ο συνοδικός θεσμός και πέρα από τα όρια των κατά τόπους αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ώστε να καλλιεργηθεί η συνείδηση της μιας Ορθοδόξου Εκκλησίας, πράγμα στο οποίο θα μπορούσε ασφαλώς να συντελέσει αποφασιστικά η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος[7].
ΠΑΜΣ_124
γ. Η θεματολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου
Για όλους λοιπόν τους παραπάνω λόγους, είτε σχετίζονται με τις προκλήσεις και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος είτε σχετίζονται με καθαρά ενδοορθόδοξα προβλήματα που θίγουν την ενότητα της Ορθοδοξίας, η αναγκαιότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου είναι προφανής. Γι’ αυτό και η θεματολογία της Συνόδου, που απασχόλησε ήδη περισσότερο από μια πεντηκονταετία το σύνολο των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών κατά τις προηγηθείσες πέντε Πανορθόδοξες Προσυνοδικές Διασκέψεις (1976-2015), ανταποκρίνεται πλήρως στα ανωτέρω προβλήματα και τις προκλήσεις της εποχής μας.
Συγκεκριμένα η θεματολογία της Συνόδου μέχρι και την Δ΄ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη (2009) απαρτιζόταν από τα εξής δέκα θέματα: α) Το ζήτημα της Ορθοδόξου Διασποράς, β) Το Αυτοκέφαλο και ο τρόπος ανακηρύξεώς του, γ) Το Αυτόνομο και ο τρόπος ανακηρύξεώς του, δ) Τα Δίπτυχα, ε) Το Ημερολογιακό ζήτημα, στ) Κωλύματα γάμου, ζ) Η σπουδαιότητα της Νηστείας και η τήρησή της σήμερα, η) Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, θ) Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση και ι) Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο. Η συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην επικράτηση της ειρήνης, της δικαιοσύνης της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών και στην άρση των φυλετικών και άλλων διακρίσεων. Τελικά όμως τα ανωτέρω δέκα θέματα περιορίστηκαν σε εννέα, επειδή η Ειδική Διορθόδοξη Επιτροπή που συνήλθε τον Απρίλιο 2015 αποφάσισε το 9ο θέμα (Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση) να συμπτυχθεί μέσα στο 8ο (Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο), λόγω της επιμονής των Εκκλησιών της Ρωσίας, της Βουλγαρίας και της Γεωργίας, οι οποίες για ποιμαντικούς κυρίως λόγους δεν ήθελαν να υπάρχει ξεχωριστό θέμα που να αναφέρεται στις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την Οικουμενική Κίνηση.
Όπως είναι φανερό, όλα τα θέματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αναφέρονται σε σύγχρονα ζητήματα σχετιζόμενα είτε με την οργάνωση και τη θεσμική έκφραση της ενότητας της Ορθοδοξίας (Διασπορά, Αυτοκέφαλο, Αυτόνομο, Δίπτυχα), είτε με τη διασφάλιση της ορθόδοξης πνευματικότητας σε συνδυασμό με τις σύγχρονες ανάγκες του ορθοδόξου πληρώματος (Ημερολόγιο, Κωλύματα γάμου, Νηστεία), είτε με τις διαχριστιανικές σχέσεις (διμερείς και πολυμερείς) είτε με την αξιόπιστη μαρτυρία της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο (με βάση βέβαια τα χριστιανικά ιδεώδη της ειρήνης, της δικαιοσύνης της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών)[8].
ΠΑΜΣ_26
Ήδη επτά από τα εννέα αυτά θέματα έχουν συζητηθεί και ολοκληρωθεί κατά τις προηγηθείσες Πανορθόδοξες Προσυνοδικές Διασκέψεις, κατά τις οποίες εγκρίθηκαν και τα σχετικά κείμενα που θα παραπεμφθούν προς κρίση και τελική επικύρωση στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Μόνο δύο από τα παραπάνω εννέα θέματα, το θέμα του τρόπου ανακηρύξεως μιας τοπικής Εκκλησίας ως Αυτοκεφάλου και το θέμα της σειράς μνημονεύσεως των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών στα Δίπτυχα, συνάντησαν σοβαρές δυσκολίες κατά τη συζήτησή τους, χωρίς ωστόσο κατά την κρίση των περισσοτέρων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών να αποτελούν εμπόδιο για τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Υπήρξαν επίσης κάποια από τα ανωτέρω επτά θέματα, όπως αυτά που αφορούν στις προκλήσεις και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου (λ.χ. Κωλύματα Γάμου, Διατάξεις περί Νηστείας) ή αυτά που αναφέρονται στις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους ετεροδόξους και την Οικουμενική Κίνηση, των οποίων τα σχετικά κείμενα που εγκρίθηκαν κατά τη Β΄ και την Γ΄ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη (1982 και 1986 αντίστοιχα) θα έπρεπε να επικαιροποιηθούν και να εκσυγχρονισθούν, δεδομένου ότι οι αποφάσεις σχετικά με τα θέματα αυτά λήφθηκαν σε παλιότερη εποχή που επικρατούσαν διαφορετικές συνθήκες[9]. Προς το σκοπό αυτό συγκροτήθηκε μια Ειδική Διορθόδοξη Επιτροπή, η οποία σε τρεις αλλεπάλληλες συσκέψεις της (2014-2015) ασχολήθηκε με την επικαιροποίηση και τον εκσυγχρονισμό των εν λόγω κειμένων, τα οποία εν όψει της παραπομπής τους στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο εγκρίθηκαν κατά την Ε΄ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη που συνήλθε στο Σαμπεζύ της Γενεύης από 10-17 Οκτωβρίου 2015[10].
Έτσι εξ επόψεως προετοιμασίας έχουν γίνει όλα τα αναγκαία βήματα σχετικά με το περιεχόμενο και τις αποφάσεις των υπό συζήτηση θεμάτων, προκειμένου η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος να αρχίσει συν Θεώ το έργο της κατά την Πεντηκοστή του 2016, με σκοπό όχι μόνο να διασφαλίσει και να εκφράσει θεσμικά την ενότητα της Ορθοδοξίας, αλλά και να δώσει μια αξιόπιστη και δυναμική μαρτυρία «περί της εν ημίν ελπίδος» στο σύγχρονο κόσμο.
Συμπέρασμα
Μετά από όσα είπαμε, έγινε, πιστεύουμε, αντιληπτό ότι ύστερα από τη συσσώρευση εσωτερικών προβλημάτων δεκαετιών που άπτονται της ενότητας της Ορθοδοξίας και πιεστικών εξωτερικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος και ύστερα από την τεράστια προετοιμασία πενήντα και πλέον ετών για την πραγματοποίηση αυτού του κοσμοϊστορικού γεγονότος η φωνή της Ορθοδοξίας μέσω της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου είναι άκρως επίκαιρη και αναγκαία. Κι’ αυτό γιατί, όπως σημειώνει στην κατακλείδα σχετικού άρθρου του ο αείμνηστος Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως, πρώην Ελβετίας,  Δαμασκηνός, με την οποία θα ήθελα κι’ εγώ να κλείσω την παρούσα εισήγησή μου, «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος τόσο με τη σύγκλησή της όσο και με το έργο της θα συμβάλη στην ανανέωση και στην ακτινοβολία του μηνύματος της Ορθοδοξίας όχι μόνο στο ορθόδοξο πλήρωμα, αλλά και σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Είναι πράγματι η ώρα της Ορθοδοξίας»[11].
[1] Βλ. www.amen.gr/article17136#sthash.Rmz056Eq.dpuf.
[2] Βλ. όπ. παρ.
[3] Βλ. όπ. παρ.
[4] Βλ. Το πεπρωμένο του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο, μτφρ. Ευτ. Γιούλτση, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσ/νίκη, 1980, σ. 13). Βλ. και Στ. Χ. Τσομπανίδη, Εκκλησιολογία και Παγκοσμιοποίηση. Οι Εκκλησίες στην οικουμενική πορεία για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση στην υπηρεσία των ανθρώπων και της γης, Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 96.
[5] Βλ. «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω. Η συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις επικράτησιν της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών, και άρσιν των φυλετικών και λοιπών διακρίσεων» (Κεφ. Στ΄, § 5): «… αν η μέριμνα δια την ιδικήν μας τροφήν είναι θέμα υλικόν, η μέριμνα διά την τροφήν του συνανθρώπου μας είναι θέμα πνευματικόν (Ιακ. 2, 14-18)».
[6] Βλ. όπ. παρ.
[7] Βλ. όπ. παρ.
[8] Βλ. Σεβ. Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, «Η αγία και μεγάλη σύνοδος της Ορθοδοξίας», στο Ορθοδοξία 2000: Παρελθόν – Παρόν – Μέλλον (Πρακτικά Διεθνούς Θεολογικού Συνεδρίου, Αθήναι 4-8 Μαΐου 2000), Εκδ. «Αποστολική Διακονία», Αθήναι 2002, σ. 385.
[9] Βλ. σχετικά Th. A. Meimaris, The Holy and Great Council of the Orthodox Church and the Ecumenical Movement, Ant. Stamoulis Publications, Thessaloniki 2013, σ. 123 κ.ε., 173 κ.ε.
[10] Βλ. Ανακοινωθέν ΕΠροσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως εν Σαμπεζύ Γενεύης, Εν Σαμπεζύ Γενεύης, τη 16η Οκτωβρίου 2015, στο http://www.churchofcyprus.org.cy/print. php?type=article&id=5629.  

[11] Βλ. όπ. παρ., σ. 391.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com