Έρχονται καμιά φορά άνθρωποι να εξομολογηθούν και, μόλις φτάσουμε στη
νηστεία, καταλαβαίνω ότι ο καθένας έχει περάσει από άλλη σχολή.
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
Έρχονται καμιά φορά άνθρωποι να εξομολογηθούν και, μόλις φτάσουμε στη νηστεία, καταλαβαίνω ότι ο καθένας έχει περάσει από άλλη σχολή. Ο ένας μου λέει: «Ο προηγούμενος πνευματικός μου, πάτερ, μου έλεγε τρεις μέρες πριν κοινωνήσω ούτε λάδι». Ο άλλος: «Εμένα μου είχε πει μία εβδομάδα». Μια γυναίκα μου είπε κάποτε ότι χρόνια ολόκληρα δεν κοινωνούσε, αν προηγουμένως δεν είχε κάνει μια συγκεκριμένη αυστηρή νηστεία, ακόμη κι όταν η Εκκλησία δεν είχε νηστεία. Τη ρώτησα: «Και ποιος σου το είπε αυτό;». «Ο πνευματικός μου». Έρχεται άλλος και μου λέει ότι κάποιος γέροντας του συνέστησε κάτι ακόμη αυστηρότερο, ένας άλλος έμαθε αλλιώς στο Άγιον Όρος, ένας τρίτος αλλιώς σε κάποιο μοναστήρι, και στο τέλος ο άνθρωπος έχει ένα κεφάλι γεμάτο κανόνες και μια καρδιά γεμάτη φόβο. «Πάτερ, έφαγα λάδι χθες. Μπορώ να κοινωνήσω;». «Πάτερ, ήπια γάλα επειδή πήρα το φάρμακό μου. Τώρα τι γίνεται;». «Πάτερ, η γυναίκα μου έβαλε κατά λάθος βούτυρο στο φαγητό και το κατάλαβα αφού έφαγα». Και λες: Χριστέ μου, τι κάναμε στους ανθρώπους; Τους δώσαμε τη νηστεία για να ελευθερωθούν από τα πάθη και τους μάθαμε να φοβούνται μια σταγόνα λάδι.
Να μην παρεξηγηθώ. Δεν λέω να
κάνουμε τη νηστεία όπως μας βολεύει. Αυτό είναι το άλλο άκρο και είναι εξίσου
λάθος. «Ο Θεός κοιτάζει την καρδιά», λέει ο άλλος, και τρώει ό,τι θέλει. Βέβαια
κοιτάζει την καρδιά ο Θεός, αλλά η καρδιά σου, βρε παιδί μου, είναι ενωμένη με
ένα σώμα, και αυτό το σώμα πρέπει κάποτε να μάθει ότι δεν μπορεί να παίρνει
όποτε θέλει ό,τι θέλει. Η νηστεία είναι αρχαιότατη πράξη της Εκκλησίας, ο ίδιος
ο Χριστός νήστεψε, η αποστολική ζωή γνωρίζει τη νηστεία και οι Πατέρες την
παραδίδουν ως πραγματική άσκηση και όχι ως ωραία ιδέα. Ο Μέγας Βασίλειος τη
συνδέει με την εγκράτεια και την αποχή από την κακία, όχι απλώς με την αλλαγή
τροφών. Άρα θα νηστέψεις. Θα πεινάσεις και λίγο. Δεν παθαίνουμε τίποτε αν
κάποτε το στομάχι μας ζητήσει κάτι και του πούμε «όχι». Μπορεί μάλιστα εκείνη
την ώρα να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε πόσες φορές μέσα στην ημέρα λέμε «ναι»
σε κάθε επιθυμία μας. Αλλά άλλο η νηστεία της Εκκλησίας και άλλο η δική μου
επινόηση περί νηστείας.
Κι εδώ το λέω πρώτα για εμάς τους
πνευματικούς. Να φοβόμαστε λίγο όταν βάζουμε κανόνες στους ανθρώπους. Εγώ
τουλάχιστον φοβάμαι. Γιατί είναι μεγάλη εξουσία να σου ανοίγει ένας άνθρωπος
την ψυχή του και εσύ, επειδή φοράς πετραχήλι, να μπορείς με μία κουβέντα να του
δημιουργήσεις κάτι που θα κουβαλάει είκοσι χρόνια ως θέλημα του Θεού. Του λες
«εσύ θα κάνεις αλάδωτο» και μπορεί αύριο να το θυμάσαι ούτε εσύ, εκείνος όμως
να το τηρεί δέκα χρόνια, επειδή νομίζει ότι αν το παραβεί παρακούει τον Χριστό.
Γι’ αυτό ο πνευματικός πρέπει να προσέχει πολύ να μη βαφτίζει θέλημα του Θεού
τον δικό του ζήλο. Δεν είναι κάθε αυστηρότητα διάκριση και δεν είναι κάθε
επιείκεια οικονομία. Μπορεί η αυστηρότητα να είναι ο εύκολος δρόμος, επειδή
πολύ ευκολότερα λες σε κάποιον «μη φας λάδι» παρά κάθεσαι να μάθεις ποιος
είναι.
Γιατί, για πες μου, αυτός ο
άνθρωπος που έχεις απέναντί σου ποιος είναι; Είναι μοναχός; Είναι μητέρα με
τρία παιδιά; Δουλεύει νύχτα; Είναι γέρος; Είναι νέος; Είναι άρρωστος; Παίρνει
φάρμακα; Έχει αρχίσει τώρα να πλησιάζει την Εκκλησία; Έχει μέσα του μετάνοια ή
έχει ήδη μια αρρωστημένη σχέση με τους κανόνες και ψάχνει διαρκώς κάτι ακόμη
για να αισθανθεί ασφαλής; Κι εσύ θα τους βάλεις όλους στην ίδια σειρά και θα
πεις «Δευτέρα αυτό, Τρίτη εκείνο, τρεις μέρες πριν τη Θεία Κοινωνία το άλλο»;
Αυτό δεν είναι διάκριση. Ο άνθρωπος δεν είναι στομάχι για να του δώσεις
κατάλογο τροφίμων. Ο πνευματικός πρέπει να δει ολόκληρο τον άνθρωπο και κάποτε
να καταλάβει ότι εκείνος που ζητά περισσότερη νηστεία μπορεί να μη χρειάζεται
περισσότερη νηστεία. Μπορεί να χρειάζεται περισσότερη ταπείνωση.
Μου λέει κάποιος: «Πάτερ, θέλω
κάτι πιο αυστηρό». Τον ρωτώ: «Γιατί;». «Για να αγωνιστώ περισσότερο». Ωραία.
Πήγαινε τότε να ζητήσεις συγγνώμη από τον αδελφό σου που δεν του μιλάς. Εκεί να
σε δω. Μη φας λάδι και είσαι ήρωας, αλλά ένα «συγχώρεσέ με» δεν μπορείς να
πεις; Κάνεις ξηροφαγία, αλλά στο σπίτι δεν σου μιλάει κανείς επειδή είσαι όλη
μέρα θυμωμένος; Κάθεσαι και ψάχνεις με τα γυαλιά αν το παξιμάδι έχει ίχνη
γάλακτος, αλλά δεν ψάχνεις αν η κουβέντα που είπες το πρωί άφησε πληγή στον
άνθρωπό σου; Ε, τότε καλύτερα να προσέξουμε, γιατί μπορεί να νηστεύει το στόμα
και να καλοτρώει ο εγωισμός.
Αυτό το πράγμα είναι πολύ λεπτό.
Η νηστεία κόβει το θέλημα, αλλά μπορεί ο άνθρωπος να κάνει και τη νηστεία
θέλημά του. Κι εκεί είναι που την παθαίνουμε. Αρχίζει: «Εγώ κάνω αλάδωτο».
Ύστερα: «Εγώ κάνω ξηροφαγία». Μετά ακούει ότι κάποιος ασκητής έτρωγε μία φορά
την ημέρα και θέλει να το κάνει κι αυτός. Σιγά σιγά η άσκηση που δόθηκε για να
γονατίσει το εγώ γίνεται το βάθρο επάνω στο οποίο ανεβαίνει το εγώ και κοιτάζει
τους άλλους από ψηλά. Και τότε έχουμε ένα εγώ πολύ ασκητικό, πολύ αδύνατο, πολύ
αλάδωτο, αλλά εγώ. Η ορθόδοξη παράδοση είναι πολύ αυστηρή ακριβώς εδώ: όταν η
άσκηση αποσυνδέεται από το έλεος και γίνεται ανθρώπινο κατόρθωμα, μπορεί να
οδηγήσει στην αυτοδικαίωση αντί στη θεραπεία.
Και μην παίρνουμε, σας παρακαλώ,
τα κατορθώματα των Αγίων για να βασανίζουμε τους ανθρώπους. Διαβάζουμε ότι ένας
ασκητής έτρωγε λίγο παξιμάδι κάθε δύο ημέρες. Ε, και; Εσύ είσαι εκείνος ο
ασκητής; Έχεις την προσευχή του; Έχεις την ταπείνωσή του; Έχεις τα δάκρυά του;
Έχεις την ακτημοσύνη του; Έχεις κόψει το θέλημά σου όπως εκείνος; Γιατί από όλη
τη ζωή του Αγίου πήρες μόνο το μενού; Αυτό είναι το ευκολότερο! Θέλεις να
μιμηθείς τον Άγιο; Μιμήσου πρώτα το ότι δεν κατέκρινε άνθρωπο. Μιμήσου την
υπακοή του, την αγάπη του, το ότι θεωρούσε τον εαυτό του χειρότερο από όλους,
και αν φτάσεις εκεί, συζητάμε και πόσα παξιμάδια θα φας.
Μία είναι λοιπόν η σχολή της
νηστείας, παιδιά μου. Η Εκκλησία. Όχι η σχολή του τάδε πνευματικού, η σχολή του
τάδε μοναστηριού, η σχολή του αυστηρού και η σχολή του επιεικούς. Η Εκκλησία
έχει παραλάβει και διαμορφώσει μέσα στους αιώνες συγκεκριμένη τάξη νηστείας, με
Τετάρτες και Παρασκευές, Μεγάλη Τεσσαρακοστή και τις άλλες νηστευτικές
περιόδους, με αυστηρότερες ημέρες και καταλύσεις. Η ίδια η ιστορία δείχνει ότι
αυτή η τάξη διαμορφώθηκε μέσα στην εκκλησιαστική ζωή και δεν αποτελεί ιδιωτική
εφεύρεση ενός προσώπου. Και ακριβώς γι’ αυτό ούτε ο λαϊκός μπορεί να λέει «εγώ
δεν τα χρειάζομαι αυτά» ούτε ο πνευματικός «εγώ θα προσθέσω άλλα πέντε». Να μην
κόβουμε από την Εκκλησία, αλλά να μην προσθέτουμε και στην Εκκλησία σαν να
ξέχασε εκείνη κάτι και περιμένει εμάς να το συμπληρώσουμε.
Βέβαια ο πνευματικός μπορεί να
δώσει ιδιαίτερη άσκηση. Αλίμονο αν δεν μπορούσε. Άλλος χρειάζεται περισσότερο
αγώνα, άλλος οικονομία, άλλος για ένα διάστημα κάτι συγκεκριμένο. Αλλά εκείνο
είναι φάρμακο για συγκεκριμένο άνθρωπο, όχι καινούργιος νόμος για όλους. Αν ο
γιατρός δώσει ένα φάρμακο στον άρρωστο του διπλανού κρεβατιού, δεν σηκώνεσαι τη
νύχτα να του το κλέψεις επειδή σκέφτηκες ότι «για να το έδωσε ο γιατρός, καλό
θα είναι». Μπορεί εσένα να σε σκοτώσει. Έτσι και στην πνευματική ζωή. Το ότι
ένας γέροντας έδωσε κάποτε σε έναν άνθρωπο έναν αυστηρό κανόνα δεν σημαίνει ότι
ανακαλύψαμε καινούργια εντολή του Χριστού. Δεν ξέρουμε τι είδε ο γέροντας, τι
του είχε εξομολογηθεί εκείνος ο άνθρωπος, για πόσο καιρό του το έδωσε και ποιος
ήταν ο σκοπός. Εμείς ακούμε μόνο «του είπε σαράντα μέρες αλάδωτο» και κρατάμε
τις σαράντα μέρες και το αλάδωτο. Τον άνθρωπο τον χάσαμε.
Και μετά φτάνουμε στη Θεία
Κοινωνία και γίνεται το πράγμα ακόμη πιο επικίνδυνο. «Πάτερ, πόσες μέρες πρέπει
να νηστέψω για να κοινωνήσω;». Καταλαβαίνω τι ρωτά ο άνθρωπος και δεν τον
κατηγορώ, γιατί έτσι τον μάθαμε. Αλλά πίσω από την ερώτηση μπορεί να κρύβεται
μια άλλη λογική: πες μου πόσες ημέρες χρειάζονται για να αποκτήσω το δικαίωμα
να πλησιάσω. Τρεις; Θα κάνω τρεις. Πέντε; Πέντε. Επτά; Επτά. Και μετά; Έτοιμος.
Σαν να σφραγίσαμε το διαβατήριο και περνάμε τα σύνορα.
Κι εγώ θυμάμαι εκείνον τον λόγο:
«Όσοι είστε έτοιμοι, ελάτε να κοινωνήσετε». Μα ποιος είναι έτοιμος; Εσύ που το
λες είσαι έτοιμος; Εγώ που λειτουργώ και κοινωνώ πρώτος είμαι έτοιμος; Έχω όλα
τα προσόντα για να σταθώ μπροστά στον Θεό και να πάρω μέσα μου το Σώμα και το
Αίμα του Χριστού; Αν ένας άνθρωπος έφτανε πράγματι να πιστέψει ότι νήστεψε
σωστά, προσευχήθηκε σωστά, εξομολογήθηκε σωστά και τώρα είναι άξιος, εκεί θα
άρχιζα να φοβάμαι περισσότερο. Γιατί δεν πλησιάζουμε το Ποτήριο παρουσιάζοντας
τα προσόντα μας. Πλησιάζουμε όπως ο τελώνης, όπως ο άσωτος, όπως η αιμορροούσα,
με το «Κύριε, δεν είμαι άξιος, αλλά ελπίζω στο έλεός Σου». Η νηστεία δεν
αγοράζει Θεία Κοινωνία. Η εξομολόγηση δεν αγοράζει Θεία Κοινωνία. Η προσευχή
δεν αγοράζει Θεία Κοινωνία. Όλα αυτά καθαρίζουν όσο μπορούν τα χέρια του
ζητιάνου. Το Ψωμί όμως παραμένει δώρο.
Γι’ αυτό και η αληθινή νηστεία
δεν με κάνει να αισθάνομαι περισσότερο άξιος. Αν γίνεται σωστά, με κάνει να
καταλαβαίνω περισσότερο πόσο έχω ανάγκη τον Θεό. Πεινά λίγο το σώμα και θυμάται
η ψυχή μια άλλη πείνα. Λέω στο σώμα μου «δεν θα πάρεις σήμερα όλα όσα ζητάς»,
για να μπορέσω κάποτε να πω και στον θυμό μου «δεν θα πεις όσα θέλεις», στη
φιλαργυρία μου «δεν θα κρατήσεις όσα θέλεις», στην κατάκρισή μου «δεν θα φας
σήμερα τον αδελφό σου». Εκεί αρχίζει να γίνεται η νηστεία πνευματική χωρίς να
παύει να είναι και σωματική. Γιατί το ένα δεν καταργεί το άλλο. Αν πεις «εγώ
νηστεύω από την κακία, άρα θα φάω κρέας», κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Αν πεις
«εγώ δεν τρώω κρέας, άρα μπορώ να κατακρίνω», πάλι τον κοροϊδεύεις. Η Εκκλησία
θέλει και το στόμα και την καρδιά.
Και θα σας πω ποιο είναι για μένα
ένα καλό σημάδι ότι η νηστεία αρχίζει να δουλεύει μέσα στον άνθρωπο. Δεν μιλάει
πολύ γι’ αυτήν. Δεν κοιτάζει τα πιάτα των άλλων. Δεν ξέρει ποιος έβαλε λάδι και
ποιος δεν έβαλε, ποιος κοινωνεί κάθε Κυριακή και αν «έπρεπε» να κοινωνήσει.
Αρχίζει να γίνεται λίγο πιο μαλακός με τους ανθρώπους και λίγο πιο αυστηρός με
τον εαυτό του. Συγχωρεί ευκολότερα, απαιτεί λιγότερα, θυμώνει δυσκολότερα,
δίνει κάτι περισσότερο στον φτωχό και, όταν δει τον άλλον να μην τηρεί εκείνο
που ο ίδιος τηρεί, δεν αισθάνεται ανώτερος αλλά λέει μέσα του: «Θεέ μου, ελέησέ
μας και τους δύο».
Αν, αντίθετα, ύστερα από σαράντα
ημέρες νηστείας έμαθες όλες τις ετικέτες των τροφίμων αλλά όχι λίγο περισσότερο
την καρδιά σου, αν ξέρεις ποιο ψωμί έχει γάλα αλλά δεν ξέρεις ποια κουβέντα σου
πλήγωσε τον αδελφό σου, αν το σώμα σου αδυνάτισε αλλά η γνώμη που έχεις για τον
εαυτό σου μεγάλωσε, τότε μη βιαστείς να καμαρώσεις για τη νηστεία σου. Κάπου
στον δρόμο χάσαμε τον σκοπό.
Γιατί στο τέλος ο Χριστός δεν θα
μας ρωτήσει πόσο καλό πρόγραμμα νηστείας καταφέραμε να κατασκευάσουμε πάνω από
εκείνο της Εκκλησίας. Και ο πνευματικός δεν θα δώσει λόγο μόνο για το αν ήταν
αρκετά αυστηρός. Θα δώσει λόγο και για τα βάρη που έδεσε στις πλάτες των
ανθρώπων χωρίς να χρειάζονται.
Γι’ αυτό λέω πρώτα στον εαυτό μου
και ύστερα στους άλλους πατέρες: μην κάνουμε τον ζήλο μας εντολή του Θεού.
Και στους ανθρώπους λέω:
νηστέψτε. Μην ψάχνετε δικαιολογίες για να μη νηστεύετε. Κρατήστε τη νηστεία της
Εκκλησίας όσο μπορείτε, με διάκριση εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται, και μην
κυνηγάτε κατορθώματα για να αισθανθείτε καλύτεροι χριστιανοί. Αν θέλετε περισσότερη
άσκηση, ζητήστε πρώτα περισσότερη αγάπη, περισσότερη συγχώρηση, περισσότερη
σιωπή, περισσότερη ελεημοσύνη.
Και όταν έρθει η ώρα να
πλησιάσετε το Ποτήριο, μην πείτε ποτέ μέσα σας:
«Τώρα είμαι έτοιμος».
Πείτε:
«Χριστέ μου, έκανα ό,τι μπόρεσα.
Και πάλι ανάξιος είμαι. Εσύ όμως με κάλεσες».
Αυτή είναι όλη η σχολή.
Και Δάσκαλος δεν είναι ούτε ο
αυστηρός πνευματικός ούτε ο επιεικής.
Είναι ο Χριστός.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου