Σήμερα ο καθένας κάθεται και κατασκευάζει μία θρησκεία δική του.
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
«Σήμερα ο καθένας κάθεται και
κατασκευάζει μία θρησκεία δική του. Παίρνει λίγο από τον Χριστιανισμό, λίγο από
τη φιλοσοφία, λίγο από τις ανατολικές θρησκείες, προσθέτει και ό,τι του
υπαγορεύει ο λογισμός του και ύστερα λέει με βεβαιότητα:
«Εγώ έτσι πιστεύω». Μα, βρε παιδί
μου, η πίστη δεν είναι φαγητό, για να βάζει ο καθένας μέσα όποιο υλικό του
αρέσει. Ούτε ο Χριστός είναι μία αόριστη ιδέα, την οποία μπορεί ο καθένας να
προσαρμόζει στις επιθυμίες και στις αντιλήψεις του. «Για μένα, λέει, ο Χριστός
ήταν ένας καλός άνθρωπος, ένας κοινωνικός επαναστάτης, ένας σοφός δάσκαλος».
Άλλος λέει: «Ήταν ένας από τους πολλούς φωτισμένους της ανθρωπότητας». Αυτά δεν είναι πίστη. Είναι ανθρώπινες κατασκευές, γεννημένες συνήθως από την άγνοια και την υπερηφάνεια. Ο Χριστός δεν είπε ότι είναι μία από τις πολλές αλήθειες. Είπε ότι είναι η Αλήθεια. Δεν άφησε τον καθένα να Τον ερμηνεύει σύμφωνα με τα πάθη, τις ιδεολογίες και τις προσωπικές του προτιμήσεις. Ίδρυσε την Εκκλησία, έστειλε τους Αποστόλους, παρέδωσε το Ευαγγέλιο και τα Μυστήρια. Όποιος λοιπόν απορρίπτει την Εκκλησία, αλλά κρατά έναν Χριστό που έφτιαξε μόνος του, δεν ακολουθεί τον Χριστό. Ακολουθεί τον εαυτό του και ονομάζει πίστη την προσωπική του αυθαιρεσία.
Δεν μπορεί ο άνθρωπος να μην
εκκλησιάζεται, να μην εξομολογείται, να μη γνωρίζει ούτε τα στοιχειώδη της
πίστεως, να μην έχει ανοίξει ποτέ ολόκληρο το Ευαγγέλιο και ύστερα να
αποφαίνεται με αυθεντία για τον Χριστό, την Εκκλησία, τη Θεία Κοινωνία, τον
Παράδεισο και την κόλαση. Σε όλα τα άλλα οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι
χρειάζονται γνώσεις, σπουδές και πείρα. Για να μιλήσει κάποιος για την ιατρική,
πρέπει να έχει σπουδάσει. Για να χτίσει ένα σπίτι, πρέπει να γνωρίζει την
τέχνη. Μόνο για τον Θεό νομίζουν ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουν τίποτε. Επειδή
άκουσαν μία συζήτηση, παρακολούθησαν μία εκπομπή ή διάβασαν δυο αράδες στο
διαδίκτυο, φαντάζονται ότι έγιναν θεολόγοι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν
ρωτούν για να μάθουν, αλλά μιλούν για να επιβάλουν την άγνοιά τους. Η
πραγματική κατήχηση όμως δεν είναι μία ξερή διανοητική ενημέρωση ούτε μία σειρά
θρησκευτικών μαθημάτων. Προϋποθέτει συμμετοχή στη λειτουργική και μυστηριακή
ζωή της Εκκλησίας, μετάνοια, προσευχή, εξομολόγηση και ταπεινή μαθητεία. Η
πίστη δεν μαθαίνεται μόνο με τον νου. Βιώνεται μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Αν
ο άνθρωπος δεν αγωνιστεί να καθαρίσει την καρδιά του, ακόμη και πολλά βιβλία να
διαβάσει, θα τα ερμηνεύσει όλα σύμφωνα με τον λογισμό του. Μπορεί τότε να
χρησιμοποιήσει ακόμη και το Ευαγγέλιο, όχι για να διορθώσει τον εαυτό του, αλλά
για να δικαιολογήσει τις πλάνες και τα πάθη του.
Έρχεται κατόπιν ο άλλος και λέει:
«Πιστεύω στη μετενσάρκωση, αλλά θέλω να κοινωνήσω». Τι να του πεις; Η Εκκλησία
ομολογεί ανάσταση νεκρών και αιώνια ζωή, ενώ εκείνος πιστεύει ότι η ψυχή
μεταβαίνει διαδοχικά από το ένα σώμα στο άλλο. Απορρίπτει δηλαδή τη διδασκαλία
της Εκκλησίας, αλλά συγχρόνως απαιτεί να προσέλθει στο Άγιο Ποτήριο. Άλλος
λέει: «Δεν δέχομαι την εξομολόγηση, δεν πιστεύω στους Αγίους, δεν τιμώ την
Παναγία, δεν συμφωνώ με τις νηστείες, αλλά θέλω να κοινωνώ, επειδή είμαι καλός
άνθρωπος». Μα η Θεία Κοινωνία δεν είναι βραβείο καλής συμπεριφοράς, κοινωνική
επιβεβαίωση ή έθιμο που τηρούμε το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Είναι το Σώμα και
το Αίμα του Χριστού. Όποιος κοινωνεί, ομολογεί έμπρακτα ότι αποδέχεται την
πίστη της Εκκλησίας και ότι αγωνίζεται να ζήσει μέσα σε αυτήν. Δεν μπορεί να
αρνείται την πίστη της Εκκλησίας και συγχρόνως να απαιτεί τα Μυστήριά της.
Είναι σαν να δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει ένα σπίτι, δεν αποδέχεται την
οικογένειά του και περιφρονεί την τάξη του, αλλά απαιτεί να έχει θέση στο οικογενειακό
τραπέζι. Αυτά τα πράγματα δεν στέκουν. Η Εκκλησία δεν αποδιώχνει κανέναν. Καλεί
όμως όλους σε μετάνοια. Άλλο είναι να δέχεται τον άνθρωπο, για να τον
θεραπεύσει, και άλλο να ονομάζει την πλάνη του αλήθεια, μόνο και μόνο για να
μην τον δυσαρεστήσει.
Με την ίδια επιπολαιότητα μιλούν
και για τον διάβολο. «Εγώ, λέει, δεν πιστεύω ότι υπάρχει διάβολος. Ο διάβολος
είναι απλώς μία συμβολική εικόνα του κακού». Και το λέει αυτό άνθρωπος που δεν
έχει διαβάσει ούτε μία φορά ολόκληρο το Ευαγγέλιο. Αν το είχε διαβάσει με
στοιχειώδη προσοχή, θα γνώριζε τον πειρασμό του Χριστού στην έρημο, όπου ο
διάβολος Τον πλησιάζει και Τον πειράζει. Θα γνώριζε τις πολλές περιπτώσεις
δαιμονισμένων, τους οποίους θεραπεύει ο Κύριος. Θα έβλεπε ότι οι δαίμονες
αναγνωρίζουν τον Χριστό, Του μιλούν, Τον φοβούνται και Τον παρακαλούν. Θα
διάβαζε ακόμη την προειδοποίηση του Κυρίου προς τον Απόστολο Πέτρο ότι ο
σατανάς ζήτησε να δοκιμάσει τους μαθητές. Όλα αυτά τα παραμερίζουν και ύστερα
αποφαίνονται ότι ο διάβολος δεν υπάρχει. Δεν δέχονται δηλαδή ούτε το Ευαγγέλιο
ούτε τη μαρτυρία του ίδιου του Χριστού, αλλά επιμένουν να ονομάζονται
Χριστιανοί. Κρατούν από τον Χριστό μόνο ό,τι δεν ενοχλεί τον λογισμό τους και
απορρίπτουν ό,τι δεν χωρά στις θεωρίες τους. Δεν δέχονται τον Χριστό όπως
είναι, αλλά προσπαθούν να Τον διορθώσουν. Όταν όμως ο άνθρωπος φτάσει να
πιστεύει ότι γνωρίζει καλύτερα από το Ευαγγέλιο, τότε η υπερηφάνειά του έχει
γίνει σκοτεινότερη και από την άγνοιά του. Η άγνοια μπορεί να θεραπευτεί με τη
μάθηση. Η υπερήφανη άγνοια, επειδή νομίζει ότι γνωρίζει, αρνείται ακόμη και τη
θεραπεία.
Άλλοι πάλι λένε: «Αφού υπάρχει
Θεός, τότε ο Θεός δημιούργησε το κακό» ή «Γιατί επέτρεψε ο Θεός να υπάρχει το
κακό;». Με μία τέτοια πρόχειρη κουβέντα φορτώνουν στον Θεό όλα τα εγκλήματα,
τις αδικίες και τις συμφορές που γεννά η απομάκρυνση του ανθρώπου από Αυτόν. Ο
Θεός δεν δημιούργησε το κακό, επειδή το κακό δεν έχει δική του ουσία και
δημιουργική αρχή. Είναι στέρηση του καλού, διαστροφή της ελευθερίας και
απομάκρυνση από τον Θεό. Ούτε ο διάβολος δημιουργήθηκε κακός. Άγγελος
δημιουργήθηκε και με την υπερηφάνεια και την ελεύθερη επιλογή του απομακρύνθηκε
από τον Θεό. Και ο άνθρωπος δεν πλάστηκε ως μηχανή, για να εκτελεί αναγκαστικά
το καλό. Ο Θεός τού έδωσε ελευθερία, επειδή χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να
υπάρξει αληθινή αγάπη. Εμείς όμως θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι
μας υπαγορεύουν τα πάθη μας και, όταν έρθουν οι συνέπειες, κατηγορούμε τον Θεό.
Ο άνθρωπος προκαλεί πολέμους, αδικεί, εκμεταλλεύεται, σκοτώνει, διαλύει την
οικογένειά του, καταστρέφει τη φύση, παραδίδεται στα πάθη και ύστερα ρωτά με
παράπονο: «Γιατί τα επιτρέπει αυτά ο Θεός;». Αν ο Θεός εμπόδιζε με τη βία κάθε
κακή πράξη, οι ίδιοι άνθρωποι θα διαμαρτύρονταν ότι τους στέρησε την ελευθερία.
Θέλουν και την ελευθερία της παραβάσεως και την απαλλαγή από κάθε συνέπειά της.
Αυτό δεν είναι ειλικρινής αναζήτηση της αλήθειας. Είναι προσπάθεια να
δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα και να μεταθέσουν στον Θεό την ευθύνη που οι
ίδιοι αρνούνται να αναλάβουν.
Πρέπει λοιπόν να σταματήσει αυτή
η πνευματική προχειρότητα και αυθαιρεσία. Δεν μπορεί ο καθένας να παίρνει το
όνομα του Χριστιανού, να απορρίπτει όσα δίδαξε ο Χριστός και να απαιτεί από την
Εκκλησία να προσαρμοστεί στις προσωπικές του αντιλήψεις. Η Εκκλησία δεν έχει
δικαίωμα να μεταβάλει την αλήθεια, για να αναπαύσει την πλάνη οποιουδήποτε.
Έχει χρέος να αγαπά τον άνθρωπο, αλλά ακριβώς επειδή τον αγαπά, οφείλει να του
λέει την αλήθεια. Ο γιατρός που αγαπά τον άρρωστο δεν ονομάζει τον καρκίνο
υγεία. Του φανερώνει την ασθένεια και του προσφέρει τη θεραπεία. Έτσι και η
Εκκλησία δέχεται τον αμαρτωλό, αλλά δεν ευλογεί την αμαρτία. Συγχωρεί εκείνον
που μετανοεί, αλλά δεν δικαιώνει εκείνον που επιμένει να παρουσιάζει την πλάνη
ως πίστη. Όποιος θέλει ειλικρινά να γνωρίσει τον Χριστό, ας εγκαταλείψει την
αυτάρκεια, ας ανοίξει το Ευαγγέλιο, ας κατηχηθεί, ας εισέλθει στη λειτουργική
και μυστηριακή ζωή και ας πλησιάσει με ταπείνωση την Εκκλησία. Τότε δεν θα μιλά
πια για έναν Χριστό κατασκευασμένο από τον λογισμό του. Θα αρχίσει να γνωρίζει
τον αληθινό Χριστό, ο Οποίος δεν ήρθε για να επιβεβαιώσει τις θεωρίες μας, αλλά
για να μας ελευθερώσει από την πλάνη, την αμαρτία και την τυραννία του ίδιου
μας του εγωισμού.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου