
Τῶν ἀπ. Πέτρου &
Παύλου (Μτθ. 16,13-19)
«Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;»
(Ματθ. 16,13)
Ἑορτάζει, ἀγαπητοί μου, ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας τὴ μνήμη τῶν κορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου. Στὴν ὁμιλία αὐτὴ θὰ στρέψουμε τὴν προσοχή μας στὸν ἀπόστολο Πέτρο, τὸν ψαρᾶ τῆς Γαλιλαίας, τὸν υἱὸ τοῦ Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸ τοῦ Ἀνδρέα ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδά.
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος, παρ ̓ ὅλο ὅτι ἦταν ἔγγαμος, αὐτὸ δὲν τὸν ἐμπόδισε ν ̓ ἀκολουθήσῃ
τὸ Χριστό. Ἡ ἀγάπη του τὸν ἔκανε ν ̓ ἀψηφήσῃ θυσίες καὶ κινδύνους, νὰ
κηρύξῃ τὸ εὐαγγέλιο σὲ Ἰουδαίους καὶ ἐθνικούς, καὶ τέλος νὰ μαρτυρήσῃ γιὰ τὸν
Κύριο.
Εἶχε χαρακτῆρα θαρραλέο καὶ αὐθόρμητο. Ἦταν ὁμιλητικὸς καὶ ἐκφραστικὸς
περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητάς. Γι ̓ αὐτὸ τὸν χαρακτήρισαν ὡς «τὸ στόμα
τῶν ἀποστόλων». Διότι πράγματι μὲ τὰ λόγια του πολλὲς φορὲς ἐξέφραζε καὶ τοὺς
ἄλλους μαθητάς. Αὐτὸ βλέπουμε καὶ στὴν περικοπὴ τοῦ εὐαγγελίου ποὺ διαβάζεται
σήμερα (βλ. Ματθ. 16,13-19).
* * *
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς κατὰ τὸ τριετὲς διάστημα τῆς δημοσίας δράσεώς
του ἐργαζόταν συνεχῶς. Ἕνας πόθος ἔφλεγε τὴν καρδιά του. Καὶ ὁ πόθος αὐτὸς ἦταν
ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πῶς, δηλαδή, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ πιστέψουν στὸ χαρμόσυνο
ἄγγελμα ποὺ ἔφερε στὴ γῆ καὶ θὰ ἐγκαινιαστῇ ἕνα νέο πολίτευμα στὶς
σχέσεις ἀνθρώπου πρὸς ἄνθρωπο καὶ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό.
Τὸ ἄγγελμα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἔφερε στὴ Γῆ ὁ
Χριστός. Γιὰ τὴ βασιλεία αὐτὴ ἐργαζόταν συνεχῶς. Δίδασκε καθημερινῶς.
Δίδασκε στὰ σπίτια, στὶς συναγωγές, στοὺς δρόμους καὶ τὶς πλατεῖες, στὰ ἀκρογιάλια
τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, στὴν ἔρημο, στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος, δίδασκε παντοῦ. Καὶ
μόνο δίδασκε; Θεράπευε καὶ ἀρρώστους ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες,
ἀσθένειες ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ θεραπεύσῃ κανένας γιατρὸς τοῦ κόσμου τούτου.
Ὤ πόσο κοπίαζε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων! Ποτέ δὲν
κοπίασε ἄνθρωπος ὅσο ὁ Χριστός. Ὡς ἄνθρωπος δέ, ὅμοιος μ ̓ ἐμᾶς πλὴν τῆς ἁμαρτίας,
ἦταν ἑπόμενο νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ξεκουραστῇ κάπου προσωρινά. Γι
̓ αὐτὸ βλέπουμε ὁ Χριστὸς κάποτε – κάποτε νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὶς πόλεις καὶ ν ̓ ἀποσύρεται
σὲ ἐρημικὰ μέρη, κ ̓ ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του νὰ περνάῃ ὧρες, νὰ
διανυκτερεύῃ καὶ νὰ ἐπικοινωνῇ μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα. Καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του
μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ μόχθου ἔχει ἀνάγκη νὰ
διακόπτῃ κάποτε – κάποτε τὴν ἐργασία, νὰ ἀποσύρεται σὲ τόπους ἐξοχικοὺς
κ ̓ ἐκεῖ νὰ συγκεντρώνῃ τὸ πνεῦμα του. Συντελεῖ καὶ ὁ τόπος στὴν αὐτοσυγκέντρωσι,
στὸ «γνῶθι σαυτόν», στὴν προσευχὴ καὶ στὴ μελέτη. Ναί, συντελεῖ καὶ ὁ τόπος.
Γιὰ ἐκείνους, ἐννοεῖται, ποὺ ἔχουν καλὴ διάθεσι. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ δὲν ἔχουν καλὴ
διάθεσι, καὶ στὰ πιὸ ἐρημικὰ μέρη ἂν ἀποσυρθοῦν, δὲν πρόκειται νὰ πάψουν νὰ ἁμαρτάνουν
καὶ νὰ ἐγκληματοῦν.
Σὲ μιὰ τέτοια ἔξοδο τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν ὕπαιθρο, στὰ μέρη τῆς Καισαρείας τῆς
Παλαιστίνης, ὅταν ὁ Χριστὸς βρέθηκε μόνος μὲ τοὺς δώδεκα μαθητάς του, μακριὰ ἀπὸ
τὸ θόρυβο ποὺ δημιουργεῖ ἡ ζωὴ καὶ ἡ κίνησι τῶν πόλεων, ὁ Κύριος ἔκρινε
κατάλληλη τὴν περίστασι ν ̓ ἀπευθύνῃ στὸ στενὸ κύκλο τῶν μαθητῶν του τὸ ἐρώτημα·
«Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» (ἔ.ἀ. 16,13). Ποιά,
δηλαδή, ἰδέα ἔχουν γιὰ μένα οἱ ἄνθρωποι;
Ὁ Χριστὸς δὲν ῥωτάει ποιά ἰδέα ἔχουν γιὰ τὸ πρόσωπό του οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ
γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν πνευματικὴ ἡγεσία τοῦ Ἰσραήλ.
Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τυφλοὶ ἀπὸ ἐμπάθεια καὶ φθόνο, δὲν ἦταν σὲ θέσι νὰ ἐκτιμήσουν
ὅπως πρέπει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὸν κατηγοροῦσαν, τὸν διέβαλλαν, τὸν
καταδίωκαν καὶ ἐπιθυμοῦσαν τὴν ἐξόντωσί του. Ὁ Χριστός, ἀπευθύνοντας τὸ ἐρώτημα
αὐτό, ἐνδιαφερόταν νὰ μάθῃ ποιά ἰδέα ἔχουν γι ̓ αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ,
οἱ ὁποῖοι ἔκριναν πρόσωπα καὶ πράγματα χωρὶς τὴν ἐμπάθεια αὐτῶν ποὺ κατέχουν ἀξιώματα,
πλοῦτο καὶ δύναμι. Ἀλλιῶς κρίνει ὁ ἁπλοϊκὸς λαὸς καὶ ἀλλιῶς κρίνουν οἱ ἄρχοντες.
Οἱ μεγάλοι καὶ ἰσχυροὶ ἔχουν μεθύσει ἀπὸ τὴν ἐξουσία καὶ βλέπουν τοὺς ἄλλους μὲ
βλέμμα περιφρονήσεως. Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν τοῦ λαοῦ ῥωτάει τί ἰδέα ἔχουν.
Ὁ Χριστὸς βέβαια, σὰν Θεὸς ποὺ ἦταν, ἐγνώριζε τί ἰδέα εἶχε γι ̓ αὐτὸν ὁ
λαός. Ἀλλὰ κάνει τὸ ἐρώτημα, γιὰ νὰ τοῦ δοθῇ ἡ ἀφορμὴ νὰ διακηρύξῃ τὴν ἀλήθεια
γιὰ τὸ πρόσωπό του.
Στὸ ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ ἀπαντοῦν οἱ μαθηταί· Ὁ λαὸς ποὺ σ ̓ ἀκούει
καὶ βλέπει τὰ θαύματά σου, ἔχει μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸ πρόσωπό σου. Ἄλλοι
λένε, ὅτι εἶσαι ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστής. Ἄλλοι λένε, ὅτι εἶσαι ὁ Ἰερεμίας ἢ ἕνας ἀπὸ
τοὺς προφῆτες ποὺ ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν».
Καὶ ὁ Χριστὸς τώρα τοὺς ἐρωτᾷ· «Σεῖς τί λέτε ὅτι εἶμαι;». Τότε στὸ ἐρώτημα
αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ ὁ Πέτρος ἀπήντησε· «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ
τοῦ ζῶντος». Δηλαδή, ἐσὺ δὲν εἶσαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους,
ἀπὸ πατριάρχες καὶ προφῆτες. Εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Υἱὸς ὄχι ὅπως εἴμαστε ἐμεῖς
οἱ ἄνθρωποι, κατὰ χάριν, ἀλλὰ Υἱὸς φυσικός, ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Εἶσαι
ὁ Θεός.
Νά, ἀγαπητοί μου, νά γιατί τιμᾷ σήμερα ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀπόστολο Πέτρο.
Διότι ἐξέφρασε ῥητῶς καὶ σαφῶς τὴ μεγαλύτερη ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας, ὅτι ὁ
Χριστὸς εἶνε Θεός.
Ὁ Χριστός, ὅταν ἄκουσε τὴν ἀπάντησι αὐτὴ τοῦ Πέτρου, μακάρισε τὸν Πέτρο. Τοῦ
εἶπε· «Πέτρο, αὐτὸ ποὺ εἶπες δὲν σοῦ τὸ φανέρωσε ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Πατὴρ ποὺ εἶνε
στοὺς οὐρανούς. Καὶ πάνω στὴν ἀλήθεια αὐτή, ποὺ ὁμολογεῖς, θὰ οἰκοδομήσω, σὰν
πάνω σὲ αἰώνιο βράχο, τὴν Ἐκκλησία μου». Θεμέλιος λίθος τῆς Ἐκκλησίας θὰ
εἶνε ἡ πίστις αὐτή. Καὶ καμμιά σατανικὴ δύναμι δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ κλονίσῃ
τὴν Ἐκκλησία. Νά ἐπὶ λέξει ἡ ἀπάντησι τοῦ Χριστοῦ· «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ,
ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ ̓ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. κἀγὼ
δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν,
καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς…» (ἔ.ἀ. 16,16-17).
* * *
Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Χριστὸς ἀπηύθυνε στοὺς μαθητάς του τὸ ἐρώτημα «Τίνα με
λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι…;», ἔχουν περάσει δεκαεννέα καὶ πλέον αἰῶνες. Ἀλλὰ τὸ
ἐρώτημα ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερα νὰ εἶνε ἐπίκαιρο. Οἱ ἄνθρωποι καὶ τοῦ
παρόντος αἰῶνος, ὅταν κανεὶς τοὺς ῥωτήσῃ γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀπαντοῦν. Τί
ἀπαντοῦν;
Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ εἶνε σὰν τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους καὶ ἀκόμα
χειρότεροι ἀπ ̓ αὐτούς, ἄνθρωποι ποὺ κρύβουν σκορπιοὺς καὶ φίδια στὴν καρδιά. Αὐτοὶ
μισοῦν τὸ Χριστό. Τὸν διαβάλλουν, τὸν συκοφαντοῦν, ῥίχνουν στὸ ἄσπιλο
πρόσωπό του λάσπες. Λένε, δηλαδή, λόγια ἄπρεπα, ποὺ ἀνατριχιάζει ὁ ἄνθρωπος νὰ
τ ̓ ἀκούῃ.
Ἀλλ ̓ ἂν ἀφαιρέσουμε αὐτούς, θὰ δοῦμε ὅτι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ἔχουν ὑψηλὴ ἰδέα
γιὰ τὸ Χριστό. Τὸν ἐπαινοῦν, τὸν ἐγκωμιάζουν, τὸν θεωροῦν ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα
πνεύματα. Ἀλλὰ σταματοῦν μέχρι ἐκεῖ. Δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν, ὅτι εἶνε ὁ Υἱὸς
τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὅτι εἶνε ὁ Θεός.
Ἂν ὅμως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἤθελαν νὰ ἐξετάσουν τὰ πράγματα βαθύτερα, τότε θὰ
συμφωνοῦσαν κι αὐτοὶ μ ̓ ἐκεῖνο ποὺ διακήρυξε πρῶτος ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Γιατὶ ὑπάρχουν
μύριες ἀποδείξεις, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός.
Εἶνε Θεός! τὸ φωνάζει ἡ διδασκαλία του, μιὰ διδασκαλία ποὺ δὲν ἀκούστηκε
οὔτε θ ̓ ἀκουστῇ ἄλλη ἀνώτερη ἀπ ̓ αὐτήν.
Εἶνε Θεός! τὸ φωνάζουν τὰ θαύματά του. Εὐκολώτερο εἶνε νὰ μετρήσῃς τὰ
ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ παρὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας
τῶν αἰώνων ὁ Χριστός.
Εἶνε Θεός! τὸ φωνάζει ἡ ἁγία του ζωή, στὴν ὁποία δὲν διακρίνει κανεὶς
κανένα στίγμα ἁμαρτίας.
Εἶνε Θεός! τὸ φωνάζει ἡ ἀνάστασίς του καὶ ἡ ἱστορία εἴκοσι αἰώνων.
Κι ἂν ἀκόμα ὑποτεθῇ, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καταντήσουν σὲ ἀπιστία, τότε κι αὐτὲς
οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν· «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ
Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 & θ. Λειτ.).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ὁμιλία ληφθεῖσα ἀπὸ τὴν
Α΄ ἔκδοσι τοῦ βιβλίου Σταγόνες ἀπὸ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν (Ἀθῆναι 1982). Μικρὴ ἀναπλήρωσις
καὶ προσαρμογὴ 29-6-2002, ἐπανέκδοσις 28-4-2026.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου