Τό Χρέος (Β΄). «Μέ λογισμό καί μ’ ὄνειρο»
Γράφει η Εὐδοξία Αὐγουστίνου,
Φιλόλογος-Θεολόγος
Δείτε το Α΄μέρος -Το Χρέος
«Τέτοια ἦταν ἡ θέσις, εἰς
τήν ὁποίαν ἔσταινε ὁ Σολωμός τούς πολιορκημένους· τό ὕψος τῆς ψυχῆς, καί ἐν
ταὐτῷ τά φυσικά αἰσθήματα εἰς ὅλη τους τήν σφοδρότητα. Αὐτό τό σέβας πρός ὅλα
τά ἰδιώματα τοῦ θείου πλάσματος ἀνάγκαζε τόν ποιητή νά μή θυσιάζει κανένα ἀπό
αὐτά», γράφει στά Προλεγόμενα ὁ Ἰάκωβος Πολυλᾶς.
Πράγματι οἱ ὑπερασπιστές
τοῦ Μεσολογγίου μέ τήν ἀπόλυτα ἐνσυνείδητη καί αὐτοπροαίρετη θυσία τους διατράνωσαν
τήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου στήν ἠθική βούληση, καθαγιάζοντας τήν ἰδέα τῆς ἐσωτερικῆς
ἐλευθερίας. Ἔτσι ὁ σμιλευτής τῶν «Ἐλεύθερων Πολιορκημένων» πρίν τήν Ἔξοδο
-συνεχίζοντας τήν προηγούμενη προσέγγισή μας- προλαβαίνει νά δεῖ καί νά μᾶς
μεταφέρει στιγμιότυπα ἀπό τό ἐθνικό Μαρτυρολόγιο πού ἐξελίσσονταν ἐκεῖ.
1)Ὁ Σουλιώτης κλαίει,
γιατί ἀπό τήν πείνα τό τουφέκι τοῦ ᾽γινε βαρύ.
2)Ἡ νέα εἶδε στόν ὕπνο της πώς ἕνας ἄγγελος τῆς ἔδωσε τά φτερά του, ἴσως γιά νά φύγει. Ἐκείνη διηγεῖται τό ὄνειρο στίς φίλες της καί προσθέτει πώς θά ᾽θελε νά εἶχε φτερά ἀγγέλου, μά ὄχι γιά νά φύγει.
3)Μιά γυναίκα, ἡ Μάρθα,
καταγίνεται μέ τά μυστήρια τῆς ὕπαρξης.
4)Ὁ πολέμαρχος τήν ὥρα τοῦ
συμβουλίου συγκινήθηκε, ἀναπολώντας παλιές θύμησες. Κατόπιν συνομιλεῖ μέ κά-
ποιον γιά τό φρόνημα τῶν γυναικῶν καί γιά τήν ὑπομονή πού ἔδειχναν στίς
τρομερές στερήσεις.
5)Καῖνε τά πράγματα πού ἀδυνατοῦσαν
νά πάρουν μαζί τους.
6)Οἱ γυναῖκες παρακαλοῦν
τούς ἄνδρες νά παρασταθοῦν στήν ὕστερη δέηση πού θά γινόταν. Τούς τό ἐπιτρέ-
πουν, μά οἱ γυναῖκες δειλιάζουν καί κλαῖνε, γεγονός πού ἐπηρεάζει τούς ἄνδρες.
Στό τέλος νικοῦν κι ἐκείνη τή δοκιμασία, ὅπως καί τόσες ἄλλες προηγουμένως καί
μένουν σταθεροί στήν ἀπόφασή τους νά κάμουν τήν Ἔξοδο καί νά ζήσουν ἤ νά
πεθάνουν ἐλεύθεροι.
«Ἐτούτη εἶν’ ἡ ὕστερη
νυχτιά·
ὅλα τ’ ἀστέρια βγάνει·
ὁλονυχτίς ἀνέβαινε ἡ δέηση,
τό λιβάνι».
7)Ὁ Ἀράπης τραβηγμένος ἀπό
τή μυρωδιά τοῦ λιβανιοῦ πλησίασε στό τεῖχος νά κρυφοκοιτάξει τί γινόταν μέσα.
8)Ὁ φοβερός κύκλος τῶν
πολιορκητῶν ἀφρίζει ἀπό τή λύσσα του:
«Κι ἐσχίσθη ἀμέσως κι ἔβαλε
στῆς Μάνας τά ποδάρια
τῆς πείνας καί τοῦ
σκοτωμοῦ
τά λίγα ἀπομεινάρια».
Οἱ
πολιορκημένοι ἕτοιμοι πιά, περίμεναν τήν τελευταία νύχτα, γιά νά χυμήξουν καί
νά σπάσουν τόν κλοιό τῶν πο λιορκητῶν. Μά ὥσπου νά φτάσει ἡ ὁρισμένη στιγμή, ἔμεναν
συγκεντρωμένοι καί σιωπηλοί, γιά νά μήν τούς ἐννοήσει ὁ ἐχθρός κι ἔλεγαν μέσα
τους:
«Γιά τήν αἰωνιότητα πού
μόλις
τά χωράει·
Στά μάτια καί στό πρόσωπο
φαίνοντ’ οἱ στοχασμοί
τους·…
Τά σπλάχνα τους κι ἡ
θάλασσα
ποτέ δέν ἡσυχάζουν».
Μέ τό φτάσιμο τῆς χαραυγῆς
φιλοῦν γιά τελευταία φορά τήν ἀγαπημένη τους γῆ:
«Μνήσθητι, Κύριε, εἶναι
κοντά·
Μνήσθητι, Κύριε, ἐφάνη!…
Εἶν’ ἕτοιμα στήν ἄσπονδη
πλημμύρα
τῶν ἀρμάτων,
δρόμο νά σχίσουν τά
σπαθιά,
κι ἐλεύθεροι νά μείνουν
ἐκεῖθε μέ τούς ἀδελφούς,
ἐδῶθε μέ τό χάρο».
Ἡ ὑπόθεση τοῦ
ποιήματος, δηλαδή, ἀρχίζει ἀπό τήν ἐλπιδοφόρα νίκη τῆς Κλείσοβας, περιπλέκεται
καί κορυφώνεται ἡ δράση της μέ τήν ἀποτυχία τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου νά ἐφοδιάσει
τούς πολιορκημένους καί τελειώνει μέ τήν Ἔξοδο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Σολωμός
ὑμνεῖ τό πνεῦμα τῆς ψυχικῆς ἀντοχῆς καί τῆς ἠθικῆς ἀνεξαρτησίας, δείχνοντας
τή μεγάλη του ὑπεροχή ἀπέναντι στήν κτη- νώδη ὑλική βία. Τό παρουσιάζει
μάλιστα στόν ἑλληνικό λαό σάν τή φωνή τῆς Ἑλλάδας πρός τά παιδιά της.
Ἀπό τεχνικῆς
ἀπόψεως οἱ «Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι» εἶναι τό σημαντικότερο ποίημα τῆς
νεότερης λογοτεχνίας μας καί τό πιό πρωτότυπο τῆς παγκόσμιας τῆς ἐποχῆς του.
Τελειότερο ποιητικό κάλλος δέν κατέχει ὁλόκληρη ἡ παγκόσμια λυρική δημιουργία.
Στά τελειοποιημένα ἀποσπάσματά του, πού ἔφτασαν στά χέρια μας, ἡ πλαστικότητα,
ἡ δραματικότητα κι ἡ μουσικότητα, τά πολυσύνθετα νοήματα τῶν ἐπιγραμματικῶν
στίχων εἶναι κάτι τό μοναδικό κι ἀπλησίαστο μέχρι στιγμῆς. Κι ἐνῶ στό σύνολό
του πρόκειται γιά ἕνα ποίημα μεγαλόπνοο, βαθυστόχαστο καί μέ ἀξιοθαύμαστη
συνθετικότητα, προσφέρει στόν ἀναγνώστη μοναδικές λεπτομερειακές καλλιτεχνικές
χαρές ὅσο κανένα ἄλλο νεοελληνικό ποίημα καί ἴσως ὅσο ἐλάχιστα τῆς παγκόσμιας
λογοτεχνίας.
Ποίημα ζωῆς τοῦ Σολωμοῦ
καί ἐλευθερίας τῶν Ἑλλήνων ἀποτελοῦν οἱ «Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι». Ἀναδείχτηκαν
ἐλεύθεροι περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά στή ζωή τους καί γενναῖοι παραπάνω ἀπό
κάθε ἄλλο θνητό. Ἡ στιγμή τῆς θυσίας τους μνημειώνεται ἐπάξια ἀπό τόν
ποιητή. Οἱ θεσπέσιες ἐπώνυμες καί ἀνώνυμες μορφές μετεωρίζονται μεγαλόπρεπα
ψηλά στόν οὐρανό τῶν ἡρώων. Ἔτσι τό σημαντικότερο γεγονός τοῦ Ἀγώνα
γιά τήν ἀνεξαρτησία τοῦ Ἔθνους μας, μέ μιά εὐτυχισμένη σύμπτωση, βρῆκε τόν ἀντάξιο
ψάλτη του, πού χάρισε στή νεοελληνική ποίηση τήν ἀξιολογότερη ποιητική της
δημιουργία.
Στίς σημειώσεις τοῦ
Σολωμοῦ βλέπουμε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς τόν πονεμένο ποιητή νά κλαίει:
«Ὅταν συλλογίζομαι ὅτι
θά γεννήσουν σκλάβους,
γεμίζουν τά μάτια μου
δάκρυα».
Ἡ συνέχεια ὅμως τῆς Φυλῆς
ἀποτυπώνεται στήν «Ἑλληνίδα Μητέρα»:
«Χαρές καί πλούτη νά χαθοῦν
καί τά βασίλεια κι ὅλα,
τίποτε δέν εἶναι, ἄν
στητή
μέν’ ἡ ψυχή
κι ὁλόρθη…
Ἄπειρους λάκκους, ἄπειρους
γεμίζουν οἱ νεκροί μας·
πέφτουμ’ ἐμεῖς,
τό ἔργο μας γιά τήν
πατρίδα μένει…».
Ὄντως, ὁ ἄνθρωπος
μετουσιώνεται σέ πραγμάτωση Ἰδέας, τῆς Ἐλευθερίας, καταξιώνοντας μέ τόν θάνατό
του τό νόημα τῆς ζωῆς· καί ἡ ἄρνηση τῆς φυσικῆς ζωῆς μπροστά στήν ἐλευθερία
καί τήν αἰωνιότητα τῆς ψυχῆς εἶναι αἰώνια ζωή. Ἔτσι, οἱ ἐλεύθεροι πολιορκημένοι
καθίστανται γιά μᾶς ὕψιστη παρακαταθήκη, ἡ ὁποία μᾶς χρεώνει νά συνειδητοποιήσουμε
ὅτι καλούμαστε νά ἀποδειχθοῦμε ὄχι μόνον ἄξιοι ἀπόγονοί τους ἀλλά καί ἄξιοι
πρόγονοι τῶν Ἑλλήνων πού θά τιμήσουν τά τριακόσια χρόνια ἀπό τήν ἡρωική Ἔξοδο
τοῦ Μεσολογγίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου