19 Απρ 2026

Μετανάστευση, ασφάλεια και δικαιώματα: η μετατόπιση της νομολογίας του ΕΔΔΑ

Μετανάστευση, ασφάλεια και δικαιώματα: η μετατόπιση της νομολογίας του ΕΔΔΑ

Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός

Μια νέα μελέτη του European Center for Law and Justice ήρθε πρόσφατα στη δημοσιότητα για να τεκμηριώσει τη ριζική αλλαγή πλεύσης της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ως προς τις απελάσεις αλλοδαπών που έχουν εγκληματήσει. Πρόκειται για ζήτημα που τελευταία έχει προκαλέσει μεγάλο προβληματισμό στα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης καθώς αφορά τη διαχείριση του μεταναστευτικού με επιπτώσεις στην ασφάλεια των πολιτών, στη συνοχή των κοινωνιών και στην κυριαρχική εξουσία τους να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία των εθνικών τους συμφερόντων.

Τον Μάιο του 2025 εννέα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης σε ανοιχτή επιστολή τους άσκησαν δριμεία κριτική σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ σχετικές με τη μετανάστευση. Εκεί εξηγούν ότι το Δικαστήριο έχει περιορίσει υπερβολικά τη δυνατότητα των εθνικών κυβερνήσεων να αντιμετωπίζουν την εγκληματικότητα των αλλοδαπών και καταγγέλλουν την εξέλιξη της ερμηνείας της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) από το Δικαστήριο. Επισημαίνουν ότι έχει διευρυνθεί κατά πολύ το πεδίο εφαρμογής της ΕΣΔΑ μέσω της ερμηνείας της από τους δικαστές του ΕΔΔΑ πέραν των προθέσεων των συντακτών της.

Επιπλέον, επισημαίνουν ότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ πλέον επιβάλλουν υπερβολικούς περιορισμούς στη δυνατότητα των κρατών να αποφασίζουν ποιον να απελάσουν από την επικράτειά τους ενώ δηλώνουν ότι δίνουν προτεραιότητα, αφενός, στο δικαίωμα για ασφάλεια των θυμάτων, δηλ. της συντριπτικής πλειοψηφίας των νομοταγών πολιτών τους και, αφετέρου, στη σταθερότητα της κοινωνίας.

Η ανοιχτή επιστολή αποτέλεσε επί της ουσίας την πολιτική απάντηση στην απόφαση του ΕΔΔΑ Sharafane κατά Δανίας, με την οποία καταδίκασε τη Δανία επειδή απέλασε έναν Ιρακινό διακινητή κοκαΐνης, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε εξασφάλιση πως θα μπορούσε να επιστρέψει μετά τη λήξη της απαγόρευσης εισόδου.

Με την εν λόγω ανοιχτή επιστολή έχουμε για τη δεύτερη φορά στην ιστορία του Συμβουλίου της Ευρώπης την ανάληψη πολιτικής πρωτοβουλίας εκ μέρους πολλών κρατών για αμφισβήτηση των αποφάσεων του δικαιοδοτικού του οργάνου. Η πρώτη έλαβε χώρα το 2009, με αφορμή την υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, όταν το Δικαστήριο αρχικά είχε κρίνει ότι η παρουσία του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες παραβίαζε τα δικαιώματα αγνωστικιστών γονέων. Λαμβάνοντας υπόψη τις αντιδράσεις των κρατών, το Δικαστήριο, σε απόφαση της Μείζονος Σύνθεσης το 2011, έκρινε τελικά ότι η Ιταλία μπορούσε νόμιμα να δίνει προεξέχουσα ορατότητα στα σύμβολα της θρησκείας της πλειοψηφίας της κοινωνίας εντός του σχολικού περιβάλλοντος. Δηλαδή, αναθεώρησε πλήρως την αρχική του απόφαση.

Η μελέτη του European Center for Law and Justice εξηγεί αναλυτικά ότι το ΕΔΔΑ περιορίζει τις απελάσεις αλλοδαπών εγκληματιών μέσω μιας ευρείας ερμηνείας του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ). Εξετάζεται η διαδικασία μέσω της οποίας δημιουργήθηκε, επί τη βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, ένα είδος δικαιώματος παραμονής ή επιστροφής στην Ευρώπη.

Συγκεκριμένα, πριν το 1985 το Δικαστήριο δεν ήλεγχε τις απελάσεις αλλοδαπών βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ αλλά αργότερα διαμόρφωσε νομολογιακά κριτήρια ελέγχου για τέτοιες αποφάσεις. Από το 2021 και έπειτα καταδικάζει κράτη που δεν επιτρέπουν την επιστροφή μετά από απέλαση ενώ παράλληλα άρχισε να ελέγχει και τις εθνικές αποφάσεις για την άρνηση αναγνώρισης ιθαγένειας, περιορίζοντας έμμεσα τις απελάσεις.

Μέχρι το 1985, η νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ήταν σύμφωνη με τις προθέσεις των συντακτών της Σύμβασης. Έτσι, οι τρεις πρώτες καταδίκες από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 8, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αφορούσαν την απαγόρευση σε κρατούμενο να αλληλογραφεί με τον δικηγόρο του, τους περιορισμούς που εμπόδιζαν μια μητέρα να μεταβιβάσει ελεύθερα την περιουσία της στην κόρη της ή την έλλειψη πραγματικής πρόσβασης σε διαδικασία δικαστικού χωρισμού για μια σύζυγο που αντιμετώπιζε έναν αλκοολικό και βίαιο σύζυγο. Όλα αυτά τα ζητήματα όπως άλλα παρεμφερή που χειρίστηκε το Δικαστήριο αφορούσαν άμεσα την προσωπική και ιδιωτική σφαίρα των ατόμων.

Στην υπόθεση Abdulaziz, Cabales and Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου (1985), το ΕΔΔΑ έκρινε για πρώτη φορά ότι μια απέλαση αλλοδαπών μπορεί να παραβιάζει το άρθρο 8 της Σύμβασης. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είχε υποστηρίξει ότι ούτε το άρθρο 8 ούτε κάποιο άλλο άρθρο εφαρμόζεται στο πεδίο της μετανάστευσης. Το Δικαστήριο απέρριψε αυτή τη θέση και δήλωσε αρμόδιο να ελέγχει τις απελάσεις με βάση το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Η απόφαση αυτή δεν προκάλεσε σημαντικές αντιδράσεις τότε και ο έλεγχος των απελάσεων βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ δεν αμφισβητήθηκε από τα κράτη.

Το 1988 στην υπόθεση Berrehab κατά Ολλανδίας το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ολλανδία επειδή δεν χορήγησε άδεια παραμονής σε Μαροκινό υπήκοο, του οποίου η κόρη ζούσε στο Άμστερνταμ με τη μητέρα της. Έκτοτε, η νομολογία του Δικαστηρίου διαμόρφωσε κάποιες κατευθυντήριες αρχές για τον έλεγχο των απελάσεων, με στόχο κυρίως την εξέταση της αρχής της αναλογικότητας, δηλ. τη στάθμιση μεταξύ δημόσιας ασφάλειας και ιδιωτικής/οικογενειακής ζωής.

Στην υπόθεση Boultif κατά Ελβετίας (2001), το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ελβετία για παραβίαση της οικογενειακής ζωής ενός Αλγερινού, παντρεμένου με Ελβετίδα, ο οποίος είχε καταδικαστεί για διάφορα αδικήματα. Σε αυτή την απόφαση το Δικαστήριο διαμόρφωσε οκτώ κριτήρια που πρέπει να πληρούνται κατά την απέλαση ενός αλλοδαπού που έχει τελέσει αδικήματα: τη φύση και τη σοβαρότητα του εγκλήματος, τον χρόνο που πέρασε από το αδίκημα και τη συμπεριφορά του προσώπου, τη διάρκεια παραμονής στη χώρα, την ιθαγένεια των εμπλεκομένων, την οικογενειακή κατάσταση και τη διάρκεια του γάμου, το αν ο/η σύζυγος γνώριζε το τελεσθέν αδίκημα, την ύπαρξη παιδιών και την ηλικία τους και τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε η οικογένεια στη χώρα απέλασης.

Λίγα χρόνια αργότερα το ΕΔΔΑ με την απόφαση Üner κατά Ολλανδίας θα προσθέσει δύο ακόμα κριτήρια: την ισχύ των κοινωνικών, πολιτιστικών και οικογενειακών δεσμών με τη χώρα υποδοχής και τη χώρα προορισμού και το συμφέρον/ευημερία των παιδιών της οικογένειας του αλλοδαπού.

Μέχρι το 2021, η εφαρμογή των δέκα κριτηρίων από το ΕΔΔΑ δεν είχε οδηγήσει ποτέ στην καταδίκη κράτους λόγω του μόνιμου χαρακτήρα μιας απαγόρευσης επιστροφής.

Το 2021, το Δικαστήριο άλλαξε προσέγγιση στην υπόθεση Abdi κατά Δανίας. Ο Σομαλός Mohamed Abdi είχε καταδικαστεί για σοβαρά ποινικά αδικήματα (διακίνηση ναρκωτικών, παράνομη κατοχή πλήρως οπλισμένου πυροβόλου όπλου, κλπ.) Απελάθηκε από τη Δανία με μόνιμη απαγόρευση επιστροφής, όπως προέβλεπε ο εθνικός νόμος. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η ισόβια απαγόρευση εισόδου στη Δανία ήταν δυσανάλογη καθώς δεν είχε προηγηθεί η λήψη ηπιότερων μέτρων (π.χ. προειδοποίηση ή προσωρινή απέλαση) και άρα η Δανία όφειλε να τροποποιήσει τη νομοθεσία της.

Τρεις μήνες αργότερα στην υπόθεση Savran κατά Δανίας, η Μείζων Σύνθεση του ΕΔΔΑ καθιέρωσε την αρχή ότι η οριστική (μόνιμη) απέλαση είναι ασύμβατη με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Ο Savran ήταν Τούρκος υπήκοος και είχε καταδικαστεί στη Δανία για σοβαρά εγκλήματα συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρας επίθεσης. Το ΕΔΔΑ όμως έκρινε ότι η μονιμότητα της απαγόρευσης επιστροφής ήταν προβληματική καθώς δεν υπήρχε δυνατότητα επανεξέτασης και η απέλαση θεωρήθηκε υπερβολικά επαχθής.

Στις 12 Νοεμβρίου 2024, το ΕΔΔΑ εξέδωσε αποφάσεις σε τρεις υποθέσεις (Sharafane κατά Δανίας, Savuran κατά Δανίας και Al-Habeeb κατά Δανίας) που αφορούσαν την απέλαση αλλοδαπών παραβατών από τη Δανία, υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Σε αυτές τις τρεις δικαστικές κρίσεις το ΕΔΔΑ διαμόρφωσε μιας μορφής «εγγύησης επιστροφής» για κάθε απελαθέντα παραβάτη.

Πλέον το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μόνο τις οριστικές απελάσεις, αλλά προσθέτει και μια προϋπόθεση για τις προσωρινές απελάσεις: την υποχρέωση να διασφαλίζεται ότι ο απελαθείς παραβάτης θα μπορεί να επιστρέψει μετά τη λήξη της απαγόρευσης εισόδου. Ο απελαθείς πρέπει να έχει επαρκείς προοπτικές επιστροφής. Επομένως η μεταναστευτική πολιτική των εθνικών αρχών δεν πρέπει να είναι υπερβολικά αυστηρή, διαφορετικά η απέλαση κινδυνεύει να είναι de facto μόνιμη και συνεπώς αντίθετη με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ όπως σήμερα ερμηνεύεται.

Στις 29 Ιανουαρίου 2025, η κυβέρνηση της Δανίας ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης Sharafane κατά Δανίας στη Μείζονα Σύνθεση του ΕΔΔΑ. Στο υπόμνημά της υποστήριζε ότι η απόφαση του Τμήματος «εγείρει σοβαρά και σημαντικά ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης, ιδίως όσον αφορά το κυριαρχικό δικαίωμα του κράτους να ελέγχει την είσοδο, τη διαμονή και την απέλαση αλλοδαπών», παρότι το δικαίωμα αυτό αποτελεί «εδραιωμένο κανόνα του διεθνούς δικαίου».

Η αίτηση της Δανίας απορρίφθηκε από το κολέγιο της Μείζονος Σύνθεσης του ΕΔΔΑ στις 17 Μαρτίου 2025, γεγονός που κατέστησε την απόφαση Sharafane κατά Δανίας οριστική. Η πενταμελής επιτροπή αποτελούνταν, μεταξύ άλλων, από τον Mattias Guyomar, Γάλλο δικαστή που έγινε τον Μάιο 2025 Πρόεδρος του ΕΔΔΑ και τον Αλβανό δικαστή Darian Pavli που είχε εργαστεί επί μακρόν στο Open Society του George Soros.

Όσον αφορά τους κατέχοντες διπλή ιθαγένεια και έχουν διαπράξει αδικήματα, η στέρηση της ιθαγένειάς τους αποτελεί προϋπόθεση για την απέλασή τους ως αλλοδαπών. Οι προσφυγές ανθρώπων με διπλή υπηκοότητα κατά της στέρησης της ιθαγένειάς τους κρίνονταν από το ΕΔΔΑ σταθερά απαράδεκτες αφήνοντας τη σχετική εξουσία αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια των κρατών. Η νομολογία αυτή παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι το 1999. Με την απόφαση Karassev κατά Φινλανδίας, το ΕΔΔΑ άνοιξε το δρόμο για τον έλεγχο των αποφάσεων αφαίρεσης ιθαγένειας υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Στην απόφαση Genovese κατά Μάλτας (2011), το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι «η άρνηση χορήγησης ιθαγένειας μπορεί να εγείρει ζήτημα υπό το άρθρο 8 λόγω της επίδρασής της στην ιδιωτική ζωή ενός προσώπου, έννοια αρκετά ευρεία ώστε να περιλαμβάνει ορισμένες πτυχές της κοινωνικής του ταυτότητας».

Έκτοτε, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει ότι μια απόφαση στέρησης ιθαγένειας θεωρείται «απώλεια στοιχείου της ταυτότητας» των ενδιαφερομένων, δηλαδή «παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής τους».

Η μελέτη του European Center for Law and Justice καταλήγει ότι το ΕΔΔΑ αντιμετωπίζει την ΕΣΔΑ ως «ένα ζωντανό εργαλείο που πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των σημερινών συνθηκών ζωής» σύμφωνα με μια «δυναμική και εξελικτική» προσέγγιση. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης επεκτείνει υπερβολικά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ παρεμβαίνοντας στην μεταναστευτική πολιτική των κρατών. Το γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα κράτη στην ΕΣΔΑ δεν είχαν την πρόθεση να δεσμευτούν για την εφαρμογή του άρθρου 8 στις απελάσεις αλλοδαπών, δεν έχει για το Δικαστήριο καμία σημασία.

Οι εθνικές κυβερνήσεις πλέον βρίσκονται στο εξής δύσκολο σταυροδρόμι: είτε να αναγνωρίσουν στους αλλοδαπούς καταδικασθέντες για ποινικά αδικήματα ένα δικαίωμα παραμονής στο ευρωπαϊκό έδαφος είτε να καταγγείλουν την ΕΣΔΑ ώστε να μην δεσμεύονται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Οι αντιδράσεις πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων πάντως φαίνεται πως ώθησε το Συμβούλιο της Ευρώπης να εντάξει στην ημερήσια διάταξη της επόμενης επίσημης Συνόδου της Επιτροπής των Υπουργών στη Μολδαβία (15 Μαΐου 2026) το ζήτημα των απελάσεων καταδικασμένων για εγκλήματα αλλοδαπών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com