
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ
Ἡ ἱερὰ ἐλευθερία
εἶναι δῶρον Θεοῦ
«Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Β΄ Κορ. 5, 1). (:Δι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀποκάμνομεν. Διότι γνωρίζομεν καλά, ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος κατοικία τῆς ψυχῆς μας, ποὺ εἶναι κατοικία πρόσκαιρος καὶ διαλύεται εὔκολα σὰν σκηνή, ἤτοι τὸ σῶμα μας, γίνῃ ἐρείπιον ἀπὸ τὰ δεινὰ καὶ διαλυθῇ ἀπὸ τὸν θάνατον, ἔχομεν ὡς ἄλλην οἰκοδομήν, ποὺ μᾶς ἑτοιμάζεται ἀπὸ τὸν Θεόν, τὸ νέον ἀθάνατον σῶμα. Αὐτὸ πλέον θὰ εἶναι σπίτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκτισαν χεῖρες ἀνθρώπινοι, καὶ θὰ εἶναι αἰώνιον εἰς τοὺς οὐρανούς).
Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ἡ πρώτη μας
κατοικία εἶναι τὸ σῶμα μας, ὅπου στεγάζεται προσωρινὰ ἡ ψυχή μας. Ὑπάρχει καὶ
ἄλλος ἱερὸς χῶρος, ὅπου κατοικοῦμε καὶ σ’ αὐτὸν προσωρινά, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ
πατρίδα μας. Ποιὰ θὰ εἶναι ἡ μόνιμη κατοικία μας; “οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν
πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν” (Ἑβρ. ιγ΄, 14). Εἶναι ἡ οὐράνια
κατοικία.
Τρία εἶναι τὰ ἰδανικὰ τῶν Ἑλλήνων, Πίστη,
Πατρίδα καὶ Οἰκογένεια. Αὐτὰ τὰ τρία ἰδανικὰ ὡς Ἕλληνες πάντα τὰ
ὑπερασπιζόμαστε. Αὐτὰ τὰ ἰδανικὰ ἀνέδειξαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τῆς Ἱστορίας τῆς
Πατρίδας μας Μάρτυρες, Νεομάρτυρες καὶ Ἐθνομάρτυρες. Ἥρωες τῆς Πίστεως καὶ τῆς
Πατρίδας.
Γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ γιὰ
τῆς Πατρίδας τὴν ἐλευθερία. Πότε ἕνας ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος; Πνευματικά,
ὅταν ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Σωματικά, ὅταν μένη σὲ ἐλεύθερη πατρίδα. Ὅλα
αὐτὰ εἶναι δῶρα τοῦ Θεου. Γι’ αὐτὰ ἀγωνίζονται οἱ ἄνθρωποι καὶ ἔχει χυθῆ πολύ
αἷμα. Ἡ ἐλευθερία εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ ὅποιος τὴν στερεῖ, ἐκτελεῖ ἔργο τοῦ
διαβόλου.
- Τί λέγει ὁ ὅρκος τῆς Φιλικῆς
Ἑταιρείας; «Ὁρκίζομαι σὲ σένα, ἱερὴ πατρίδα! Ὁρκίζομαι στὰ
πολύχρονα βάσανά σου. Ὁρκίζομαι στὰ πικρὰ δάκρυα ποὺ χύνουν αἰῶνες τώρα τὰ
παιδιά σου. Ὁρκίζομαι νὰ ἀφιερώσω σ’ ἐσένα τὴ ζωή μου».
- Ὁ Φώτης Κόντογλου τονίζει:
«Στὴν ἐπανάσταση τοῦ Εἰκοσιένα, ὅπως καὶ στὴν
πολιορκία τῆς Πόλης, μαζὶ μὲ τοὺς λαϊκοὺς πολεμούσανε πλῆθος ρασοφορεμένοι,
καλογέροι, παπάδες καὶ δεσποτάδες, καὶ τραβούσανε μπροστὰ μὲ τὸν σταυρὸ στὸ
χέρι, κι ἀπὸ πίσω τους χύμιζε κλαίγοντας ὁ λαός, κ’ ἔψελνε:
Γιὰ τῆς Πατρίδος τὴν ἐλευθερίαν,
γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν,
γι’ αὐτὰ τὰ δύο πολεμῶ,
μ’ αὐτὰ νὰ ζήσω ἐπιθυμῶ·
κι ἄν δὲν τὰ ἀποκτήσω,
τί μ’ ὠφελεῖ νὰ ζήσω;
«Ἁγιασμένη Ἑλλάδα! Εἶσαι ἁγιασμένη γιατί
εἶσαι βασανισμένη. Κι ἡ κάθε γιορτή σου μνημονεύει κι ἕνα μαρτύριό σου. Τὰ πάθη
τοῦ Χριστοῦ τὰ ’κανες δικά σου πάθη, τὰ μαρτύρια τῶν Ἁγίων εἶναι τὰ δικά σου
μαρτύρια».
Ὅλα τὰ βιώματα τῶν ἡρώων τῆς Ἐπαναστάσεως δείχνουν
τὴν πίστη τους στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὴν Πατρίδα μας.
- Ὁ Μακρυγιάννης ἐτόνισε
στὸν Κωλέτη:
«Μάθαινα ἀπὸ ἀνθρώπους τίμιους ὅτι ἡ
κατήχηση τῶν ξένων ἐναντίον τῆς θρησκείας μας προοδεύει. Τότε κάπνισαν τὰ μάτια
μου. Πάγω εἰς τὸν Κωλέτη καὶ τοῦ λέγω… «δὲν μᾶς ἀφήνεις πλέον ἥσυχους νὰ
ζήσουμεν ἐδῶ εἰς τὴν ματοκυλισμένη μας πατρίδα μὲ τὴν θρησκεία μας, ἀλλὰ μᾶς
τσαλαπατᾶς καὶ μᾶς διαιρεῖς. Γνωρίζομεν τὶς ἐνέργειες τὶς μυστικὲς τῶν ξένων,
ὁπού ἐργάζονται διὰ τὴν θρησκεία μας – θρησκείαν δὲν ἀλλάζομεν ἡμεῖς, οὔτε τὴν
πουλοῦμεν».
- «Ἦταν Ἰούλιος τοῦ 1823 κι
ὁ Μᾶρκος Μπότσαρης, προχωρώντας πρὸς τὸ Καρπενήσι, γιὰ νὰ
πολεμήση τὸν Μουσταφὰ πασὰ τῆς Σκόδρας, πέρασε ἀπ᾿ τὸ Μοναστήρι τοῦ
Προυσοῦ, μπῆκε στὴ ἐκκλησιά, προσευχήθηκε, καὶ στὴ πόρτα βγαίνοντας
συναντᾶ ἕνα καλόγερο. Τοῦ δίνει μερικά νομίσματα καὶ τοῦ λέει:
-Πάρ’ τα, καλόγερε, νὰ τὰ μοιράσης στοὺς πτωχούς,
γιὰ τὴ ψυχὴ τοῦ Μάρκου Μπότσαρη.
-Τί; πέθανε ὁ Μᾶρκος; Τὸν ρωτάει ξαφνιασμένος ὁ
καλόγερος, ποὺ εἶχε ἀκούσει τόσα γι’ αὐτόν, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν γνωρίζη.
-Ὄχι, δὲν πέθανε, πηγαίνει ὅμως νὰ πεθάνη, τοῦ
ἀποκρίνεται ὁ Μᾶρκος».
- Ὁ Κολοκοτρώνης ἀρνήθηκε
κάθε συμβιβασμὸ στὸν Ἄμιλτων:
«Μίαν φοράν, ὅταν ἐπήραμεν τὸ Ναύπλιον,
ἦλθε ὁ Ἄμιλτων νὰ μὲ ἰδῇ· μοῦ εἶπε ὅτι: “Πρέπει οἱ Ἕλληνες νὰ ζητήσουν
συμβιβασμόν, καὶ ἡ Ἀγγλία νὰ μεσιτεύσῃ”. Ἐγὼ τοῦ ἀποκρίθηκα, ὅτι: “Αὐτὸ δὲν
γίνεται ποτέ, ἐλευθερία ἤ θάνατος. Ἐμεῖς, καπιτὰν Ἄμιλτων, ποτέ συμβιβασμὸν δὲν
ἐκάμαμεν μὲ τοὺς Τούρκους. Ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους ἐσκλάβωσε μὲ τὸ σπαθὶ καὶ
ἄλλοι, καθὼς ἐμεῖς, ἐζούσαμε ἐλεύθεροι ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά. Ὁ βασιλεύς μας
ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δὲν ἔκαμε, ἡ φρουρά του εἶχε παντοτεινὸν πόλεμον μὲ
τοὺς Τούρκους καὶ δύο φρούρια ἦτον πάντοτε ἀνυπότακτα”. Μὲ εἶπε: “Ποία εἶναι ἡ
βασιλικὴ φρουρά του, ποῖα εἶναι τὰ φρούρια”.
“Ἡ φρουρὰ τοῦ βασιλέως μας εἶναι οἱ λεγόμενοι
Κλέφται, τὰ φρούρια ἡ Μάνη καὶ τὸ Σούλι καὶ τὰ βουνά”. Ἔτσι δὲν μὲ ὡμίλησε
πλέον».
- Ὅταν ἀποφυλάκισαν τὸν Κολοκοτρώνη στ’
Ἀνάπλι (=Ναύπλιο) ὁ λαὸς τὸν ὑποδέχθηκε μὲ ἀκράτητη χαρὰ καὶ ἀτελείωτα
«ζήτω». Ὁ Κολοκοτρώνης δὲν ὑπερηφανεύθηκε ἀπὸ τὶς ἐπευφημίες, ἀλλὰ ἔδειξε
ὅλη τὴν ἀνεξικακία καὶ τὴ μεγαλοσύνη του. Λησμόνησε τὸν ἄδικο κατατρεγμὸ
καὶ συγχώρησε τοὺς συκοφάντες του. Στὴ Δοξολογία μάλιστα, ποὺ ἔγινε στὸν
Ἅγιο Νικόλαο τοῦ Ναυπλίου εἶπε τοῦτα τὰ ἀθάνατα λόγια: «Ἕλληνες! πρὶν ἔβγω
στ’ Ἀνάπλι, ἔρριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰ περασμένα. Κάνετε κι ἐσεῖς τὸ
ἴδιο! Στὸν δρόμο, ποὺ περνούσαμε νὰ ’ρθοῦμε στὴν ἐκκλησία, εἶδα νὰ σκάβουν
κάποιοι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ εἴπανε πὼς σκάβουν νὰ βροῦνε κρυμμένο
θησαυρό. Ἐκεῖ στὸν λάκκο μέσα ρίχτε κι ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ
βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!…».
- Ὁ Παπουλάκος κρούει
τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου γιὰ τὰ ἄθεα γράμματα τῆς σκοτεισμένης Δύσεως, ποὺ
δυστυχῶς πλεονάζουν καὶ σήμερα:
«Τὰ ἄθεα γράμματα ὑφαίνουνε τὸ σάβανο τοῦ
Γένους. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ γράμματα θὰ μάθουνε τὰ παιδιά μας; Κι ἄν ἀκόμα συναχτοῦν
ὅλοι οἱ ἄθεοι γραμματισμένοι καὶ στιφτοῦνε σὰν τὸ λεμόνι, δὲν θὰ πετύχουν νὰ
γράψουν μία ἀράδα ποὺ ν’ ἀξίζη μία γραμμὴ ἀπ’ τὰ βαγγέλια.
Ἀντὶς νὰ μαθαίνουνε στὰ παιδιά μας ἀπ’ τ’ ἅγια
συναξάρια, τὸ πῶς ζήσανε οἱ ἅγιοι τῆς Χριστιανοσύνης καὶ τὸ πῶς μαρτυρήσανε γιὰ
τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τοὺς μαθαίνουμε τὴν Ἱστορία τοῦ κολασμένου κόσμου».
«Τὰ ἄθεα γράμματα παραμέρισαν τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς
ἀγωνιστὲς καὶ βάλανε στὸ κεφάλι τοῦ ἔθνους ξένους καὶ ἄπιστους γραμματισμένους,
ποὺ πᾶνε νὰ νοθέψουνε τὴ ζωή μας. Τ’ ἄθεα γράμματα κόψανε τὸ δρόμο τοῦ
ἔθνους καὶ τ’ ἀμποδᾶνε νὰ χαρῆ τὴ λευτεριά του».
Θέλει ἀρετὴ καὶ τόλμη ἡ Ἐλευθερία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου