Όταν η κοινωνία
μαθαίνει στα παιδιά της τη βία.
Ελένη Σκοτεινιώτη, εκπαιδευτικός
Τα δελτία ειδήσεων των τελευταίων χρόνων μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με καταλόγους κακουργηματικών πράξεων. Ξυλοδαρμοί, κακοποιήσεις, επιθέσεις, ακόμη και φόνοι έχουν γίνει σχεδόν καθημερινό περιεχόμενο της ενημέρωσης. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο η συχνότητα αυτών των περιστατικών, αλλά η ταυτότητα των δραστών.
Δεν πρόκειται πλέον για
σεσημασμένους εγκληματίες ή για πρόσωπα με βεβαρημένο παρελθόν. Πολύ συχνά οι
δράστες είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, νεαρά άτομα χωρίς προηγούμενες
ενδείξεις εγκληματικής συμπεριφοράς, που μέσα σε μια στιγμή έντονης ψυχικής φόρτισης
προβαίνουν σε πράξεις που υπερβαίνουν κάθε όριο κοινωνικής συμβίωσης.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι
ότι αυτή η βία εκδηλώνεται όλο και συχνότερα από εφήβους και ακόμη και από
παιδιά. Συμμορίες νεαρών επιτίθενται με μανία σε συνομηλίκους, σε αδύναμους
ανθρώπους ή ακόμη και σε ηλικιωμένους. Και όχι μόνο αυτό: πολλές φορές καταγράφουν
οι ίδιοι τις πράξεις τους με τα κινητά τηλέφωνα και τις προβάλλουν με καμάρι
στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η βία γίνεται θέαμα. Και το
θέαμα γίνεται «κατόρθωμα».
Έτσι, σήμερα, κάθε φιλήσυχος
πολίτης που κυκλοφορεί σε μια μεγαλούπολη, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες,
μπορεί εύκολα να αισθανθεί την απειλή μιας ομάδας νεαρών που δοκιμάζουν τα όρια
της ανοχής των γύρω τους. Στις πιο «ανώδυνες» περιπτώσεις πρόκειται για λεκτική
επιθετικότητα. Όμως, όπως δείχνουν οι στατιστικές, δεν είναι καθόλου απίθανο η
κατάσταση να εξελιχθεί σε σωματική βία.
Τα θύματα είναι συνήθως οι πιο
αδύναμοι: παιδιά, ηλικιωμένοι, αλλά και κάθε ενήλικος που θα τολμήσει
να τους κάνει παρατήρηση.
Πώς όμως φτάσαμε ως εδώ;
Πώς γίνεται μια σημαντική
μερίδα της νεολαίας να υιοθετεί μια τόσο απειλητική και απάνθρωπη συμπεριφορά;
Και πώς εξηγείται ότι σε μια εποχή που η εκπαίδευση μιλά περισσότερο από ποτέ
για ενσυναίσθηση, διαφορετικότητα και σεβασμό, βλέπουμε όλο και περισσότερα
περιστατικά βίας με δράστες ανηλίκους;
Οι ειδικοί έχουν προσπαθήσει
να δώσουν απαντήσεις. Εκπαιδευτικοί, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί
λειτουργοί και επιμελητές ανηλίκων έχουν αναλύσει πολλές από τις αιτίες της
σύγχρονης κοινωνικής παθογένειας. Ωστόσο, αυτή η γνώση παραμένει συχνά απομονωμένη
μέσα στους επιμέρους επιστημονικούς χώρους ή δεν αξιοποιείται από τους θεσμούς
που θα έπρεπε να τη μετατρέψουν σε συντονισμένη κοινωνική δράση.
Έτσι, η κοινωνία μένει
ουσιαστικά χωρίς μηχανισμούς άμυνας απέναντι στα αντικοινωνικά μηνύματα που
κατακλύζουν τους νέους.
Τα μηνύματα αυτά περνούν από
πολλούς δρόμους. Άλλοτε εμφανίζονται με το προσωπείο της επαναστατικότητας,
άλλοτε με την έλξη της παρανομίας ή με τη γοητεία της επίδειξης δύναμης
απέναντι στους αδύναμους.
Η εφηβεία είναι μια ηλικία που
αναζητά ένταση, πρόκληση και ταυτότητα. Ο νέος θέλει να ξεχωρίσει, να νιώσει
ότι ανήκει σε κάτι ιδιαίτερο και να διαφοροποιηθεί από τον κόσμο των ενηλίκων.
Σε άλλες εποχές αυτή η ανάγκη μπορούσε να διοχετευθεί σε μεγάλα ιδανικά – στην
κοινωνική δικαιοσύνη, στην ελευθερία, στην αλληλεγγύη.
Σήμερα, όμως, πολλά από αυτά
τα ιδανικά έχουν αποδυναμωθεί ή απαξιωθεί.
Το κενό αυτό έρχονται να
καλύψουν πρότυπα βίας και επιθετικότητας: η κουλτούρα των ναρκωτικών, της
υπερβολής, της επιδεικτικής ισχύος και της υποκουλτούρας που προβάλλεται ως
τρόπος ζωής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τραπ μουσική, η οποία σε μεγάλο
μέρος της εξυμνεί τη βία, τον πλουτισμό χωρίς κόπο και την περιφρόνηση προς
κάθε κοινωνικό κανόνα.
Τα συνοδευτικά βιντεοκλίπ
παρουσιάζουν συχνά μια εικόνα επιθετικής ανδροπρέπειας: κουκούλες, μαύρα ρούχα,
εικόνες έξω από φυλακές ή γήπεδα, ύφος σκληρό και απειλητικό. Για πολλούς
νεαρούς ακροατές αυτά μετατρέπονται σε πρότυπα συμπεριφοράς.
Όμως η ευθύνη δεν ανήκει μόνο
στη μουσική ή στη μαζική κουλτούρα.
Η πολιτεία απέτυχε να
πλησιάσει πολλά από αυτά τα παιδιά και τις οικογένειές τους. Δεν τους πρόσφερε
ουσιαστικές διεξόδους, ούτε πρότυπα ζωής που να εμπνέουν πίστη σε θετικές
αξίες.
Ταυτόχρονα, ένα μεγάλο μέρος
των κοινωνικών και πολιτικών ελίτ έχει συμβάλει, με τον τρόπο ζωής και τη στάση
του, στην απαξίωση θεμελιωδών αξιών: της τιμιότητας, της εργατικότητας, της
συνέπειας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο.
Συχνά λέγεται ότι «όλα
ξεκινούν από την οικογένεια». Όμως η οικογένεια δεν λειτουργεί μέσα σε
κοινωνικό κενό. Πολλές οικογένειες δεν στηρίζονται οικονομικά ή κοινωνικά από
την πολιτεία, ενώ ταυτόχρονα εκτίθενται καθημερινά σε ένα μοντέλο ζωής που
προβάλλεται από τα τηλεοπτικά μέσα.
Τα ριάλιτι, τα πρωινάδικα και
η κουλτούρα της showbiz έχουν αναδείξει ως πρότυπα πρόσωπα των οποίων το κύριο
χαρακτηριστικό είναι η επιδεικτική επιτυχία και η επιπολαιότητα. Σπάνια
προβάλλονται άνθρωποι του μόχθου, συνεπείς εργαζόμενοι ή δημιουργικοί πολίτες
που προσφέρουν ουσιαστικά στην κοινωνία.
Το αποτέλεσμα είναι να
διαχέεται ένα πνεύμα ατομικισμού, ηδονισμού και στρεβλής κατανόησης της
ελευθερίας.
Σε μια τέτοια νοοτροπία, η
έννοια του ορίου χάνεται. Τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς σαφή αίσθηση απαγορεύσεων,
χωρίς φόβο συνεπειών και χωρίς σεβασμό προς τους κανόνες της κοινωνικής ζωής.
Το σχολείο προσπαθεί συχνά να
αντισταθμίσει αυτές τις ελλείψεις. Με το αναλυτικό πρόγραμμα αλλά και με την
προσπάθεια των εκπαιδευτικών επιχειρεί να καλλιεργήσει πνεύμα συνεργασίας και
αλληλοσεβασμού. Όμως όλο και περισσότερα παιδιά φτάνουν στις σχολικές αίθουσες
ήδη φορτισμένα από τα προβλήματα του οικογενειακού και κοινωνικού τους
περιβάλλοντος.
Έτσι, το σχολείο καλείται να
αντιμετωπίσει καθημερινά συμπεριφορές που αντανακλούν μια βαθύτερη κοινωνική
κρίση.
Τα φαινόμενα αυτά δεν
περιορίζονται στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα ευρύτερο πρόβλημα των σύγχρονων
δυτικών κοινωνιών. Όμως αυτό δεν δικαιολογεί τη μοιρολατρική αποδοχή τους.
Η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί
να στηριχθεί μόνο στην οικογένεια ή μόνο στο σχολείο. Απαιτείται συνεργασία
όλων των θεσμών: εκπαιδευτικών, κοινωνικών υπηρεσιών, δικαιοσύνης, τοπικής
αυτοδιοίκησης και εκκλησίας.
Όταν εντοπίζεται ένα πρόβλημα
συμπεριφοράς, οι αρμόδιοι φορείς θα πρέπει να συνεργάζονται άμεσα για να
στηρίξουν το παιδί και την οικογένειά του, αλλά και να θέτουν σαφή όρια στην
αντικοινωνική συμπεριφορά.
Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο
να τεθούν όρια και στον τρόπο με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν τα
περιστατικά βίας. Η εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου πόνου και η υπερπροβολή
εγκληματικών πράξεων στο όνομα της «ενημέρωσης» δεν είναι έκφραση ελευθερίας
του Τύπου, αλλά κατάχρηση εξουσίας.
Μια δημοκρατική κοινωνία
οφείλει να προστατεύει την οικογένεια και τη νέα γενιά από τέτοιου είδους
επιρροές.
Δυστυχώς, πολλοί θεσμοί
αποδεικνύονται απρόθυμοι να αναλάβουν το κόστος μιας πραγματικής σύγκρουσης με
τα προβλήματα. Οι κυβερνήσεις φοβούνται το πολιτικό κόστος, οι κοινωνικοί
φορείς παραλύουν από την κομματοκρατία, ενώ η πνευματική ελίτ συχνά σιωπά.
Έτσι, η κοινωνία αφήνεται να
αντιμετωπίσει μόνη της μια κρίση που απειλεί τις ίδιες τις βάσεις της.
Ίσως, λοιπόν, η ελπίδα να
βρίσκεται αλλού: σε πρωτοβουλίες πολιτών που θα ξεκινήσουν από τη βάση της
κοινωνίας. Σε μικρές κοινότητες ανθρώπων που θα αποφασίσουν να συνεργαστούν για
να βελτιώσουν τη ζωή στη γειτονιά τους, στην πόλη τους, στον τόπο τους.
Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν είναι
εύκολες. Απαιτούν υπέρβαση εγωισμών, διάθεση συνεργασίας και έναν βαθμό
κοινωνικού ηρωισμού.
Αν όμως δεν υπάρξει αυτή η
κινητοποίηση, τότε η κοινωνία θα συνεχίσει να παρακολουθεί παθητικά την
εξάπλωση της βίας, μέχρι τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσει ότι το πρόβλημα δεν
αφορά πια «κάποιους άλλους», αλλά όλους μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου