9 Φεβ 2026

Μια ομάδα μοναζουσών στο Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως του Σολοβκὶ

                                                                        ΙΒΑΝ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ ΑΝΤΡΕΕΒΣΚΙ

ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ ΜΟΝΑΖΟΥΣΩΝ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΚΙ

(Ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ θρησκευτικοῦ ἀγῶνα κατὰ τοῦ μπολσεβικισμοῦ)

   Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1929, στὸ νησὶ Σολοβκί, στὸ Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως, ἔφτασε μιὰ ὁμάδα μοναχῶν, περίπου 30 γυναῖκες. Ἀπὸ ὁρισμένα στοιχεῖα μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει ὅτι οἱ περισσότερες ἦσαν «Μοναχὲς τοῦ Σαμόρντινο», δηλαδὴ μοναχὲς ἀπὸ τὸ γυναικείο μοναστήρι τοῦ Σαμόρντινο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν ὀνομαστὴ Ἔρημο τῆς Ὄπτινα.

Μὲ αὐτὲς τὶς μοναχὲς ἡ διοίκηση τοῦ στρατοπέδου εἶχε μιὰ ὁλόκληρη ἱστορία, ποὺ χαρακτηρίζει ὁρισμένες πλευρὲς τοῦ θρησκευτικοῦ ἀγῶνα κατὰ τοῦ μπολσεβικισμοῦ στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’20. Αὐτὲς οἱ μοναχὲς δὲν τοποθετήθηκαν στὸν κοινὸ γυναικεῖο θάλαμο, ἀλλὰ κρατοῦνταν χωριστά.

Μόλις ἔφτασαν, ξέσπασε ἕνα σοβαρὸ περιστατικό. Ὅταν, ὅπως συνηθιζόταν, ἄρχισαν νὰ τὶς ἐλέγχουν καὶ νὰ τὶς ἀνακρίνουν γὰ τὴν σύνταξη τοῦ δελτίου τους, ἐκεῖνες ἀρνήθηκαν νὰ δώσουν τὰ λεγόμενα «στοιχεῖα ταυτότητας», δηλαδὴ νὰ ἀπαντήσουν σὲ ἐρωτήσεις γιὰ τὸ ἐπώνυμο, τὸ ὄνομα, τὸ πατρώνυμο, τὸ ἔτος καὶ τὸν τόπο γέννησης, τὴ μόρφωση, τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ποινικὸ μητρῶο, τὸ ἄρθρο τῆς καταδίκης, τὴ διάρκεια τῆς ποινῆς κ.τ.λ.

Στὶς ἐρωτήσεις γιὰ τὸ ἐπώνυμο ἀπαντοῦσαν μόνο τὰ ὀνόματά τους: «μήτηρ Μαρία, μήτηρ Ἀναστασία, μήτηρ Εὐγενία» καὶ οὕτω καθεξῆς. Στὶς ὑπόλοιπες ἐρωτήσεις δὲν ἀπαντοῦσαν καθόλου. Μετὰ ἀπὸ φωνὲς καὶ ἀπειλές, ἄρχισαν νὰ τὶς χτυποῦν, ἀλλὰ τότε ἐκεῖνες σώπασαν ἐντελῶς καὶ ἔπαψαν ἀκόμη καὶ νὰ λένε τὰ ὀνόματά τους.

Τὶς ἔκλεισαν στὸ πειθαρχεῖο, τὶς βασάνισαν μὲ πείνα καὶ δίψα. Μὲ ἀγρυπνία, ἀκόμη καὶ μὲ ξυλοδαρμοὺς ποὺ προκαλοῦσαν σωματικὲς βλάβες· δηλαδή, ἐφάρμοσαν πάνω τους σχεδὸν ὅλους τοὺς τρόπους «ἐπηρεασμοῦ», ἀλλὰ ἐκεῖνες παρέμεναν ἀλύγιστες στὴν ἐμμονή τους καὶ μάλιστα τόλμησαν νὰ ἀρνηθοῦν κάθε καταναγκαστικὴ ἐργασία (γεγονὸς πολὺ σπάνιο στὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως).

Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἐμένα, τὸν φυλακισμένο γιατρό, μαζί με τὸν καθηγητὴ δρα Ζιζιλένκο (ποὺ εἶχε ἐξοριστεῖ στὸ Σολοβκὶ ἐπειδή, ἐνῶ ἦταν ἀρχίατρος τῆς φυλακῆς Ταγκάντσοφ στὴ Μόσχα, εἶχε γίνει κρυφὰ μοναχὸς καὶ ἐπίσκοπος), μᾶς κάλεσαν στὸν διευθυντὴ τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος, ὅπου βρισκόταν καὶ ὁ διοικητὴς ὅλου τοῦ στρατοπέδου. Ἐμπιστευτικὰ μᾶς ζήτησαν νὰ κάνουμε μιὰ ἰατρικὴ ἐξέταση σὲ αὐτὲς τὶς μοναχές, ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι, ἂν ἦταν δυνατόν, θὰ ἦταν ἐπιθυμητὸ νὰ τὶς κρίνουμε ἀνίκανες γιὰ ἐργασία, ὥστε νὰ ὑπάρχουν ἐπίσημοι λόγοι νὰ τὶς ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴ βαριὰ σωματικὴ δουλειά, τὴν ὁποία δὲν ἤθελαν νὰ κάνουν.

Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τοῦ στρατοπέδου τοῦ Σολοβκὶ ποὺ ἡ διοίκησή του βρισκόταν σὲ τόσο δύσκολη θέση. Συνήθως, μὲ ὅσους ἀρνούνταν τὶς βαριὲς δουλειές (ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς ἦταν ποινικοὶ ἐγκληματίες), φέρονταν ἀπότομα καὶ σκληρά:

μετὰ ἀπὸ ἄγριο ξυλοδαρμὸ τοὺς ἔστελναν στὸ νησὶ Ἄνζερ, στὴν πειθαρχικὴ μονάδα, ἀπὸ ὅπου κανεὶς δὲν γύριζε ζωντανός. Μερικές φορὲς τὸ πρᾶγμα περιοριζόταν στὸ πειθαρχεῖο τῆς «Σεκίρκα» (τὸ «Βουνὸ τῆς Τσεκουριᾶς» – γνωστὴ τοποθεσία στὸ Σολοβκί). Μετὰ ἀπὸ 2–3 μῆνες παραμονῆς σὲ αὐτὸ τὸ πειθαρχεῖο, ὅσοι γύριζαν ζωντανοὶ γίνονταν «ἀρνάκια» καὶ δὲν ξαναρνούνταν ποτὲ τὴ δουλειά.

Τὸ γιατί δὲν ἔστελναν τὶς μοναχὲς-«ἀντάρτισσες» οὔτε στὸ Ἄνζερ οὔτε στὴ Σεκίρκα, ἦταν ἀκατανόητο.

Ὅταν ἔφυγε ὁ διοικητὴς τοῦ στρατοπέδου, ἐμεῖς οἱ γιατροὶ ρωτήσαμε γι’ αὐτὸ τὸν διευθυντὴ τοῦ ὑγειονομικοῦ, ποὺ ἦταν ἐπίσης γιατρὸς καὶ ὁ ὁποῖος, μετὰ τὴν ἔκτιση τῆς ποινῆς του γιὰ κάποιο ποινικὸ ἀδίκημα, εἶχε παραμείνει ὡς «πολιτικὸς ὑπάλληλος» καὶ κατεῖχε διοικητικὲς θέσεις, προιστάμενος τοῦ ὑγειονομικοῦ τομέα.

Μᾶς ἐξήγησε ὅτι μὲ τὶς μοναχὲς «τὸ θέμα εἶναι περίπλοκο», γιατὶ ἡ σιωπηλὴ καὶ συγκρατημένη διαμαρτυρία τους δὲν ἔμοιαζε καθόλου μὲ τὴ διαμαρτυρία ποὺ ἔκαναν μερικές φορές οἱ ποινικοί. Οἱ τελευταῖοι συνήθως προκαλοῦσαν φασαρίες, φώναζαν, ἔκαναν βανδαλισμούς. Αὐτὲς ὅμως ἦταν σιωπηλές, ἁπλές, ἤρεμες καὶ ἀπίστευτα πράες. Οὔτε μιὰ φωνή, οὔτε μιὰ λέξη παραπόνου.

«Εἶναι φανατικὲς μάρτυρες, σὰν νὰ ἐπιδιώκουν τὸ μαρτύριο», ἔλεγε ὁ διευθυντὴς τοῦ ὑγειονομικοῦ, «εἶναι κάποιου εἴδους ψυχοπαθεῖς-μαζοχίστριες. Ἀλλὰ καταλήγεις νὰ τὶς λυπᾶσαι ἀβάσταχτα… Δὲν ἄντεχα νὰ βλέπω τὴν ταπείνωση καὶ τὴν πραότητα μὲ τὴν ὁποία ὑπομένουν τὰ “μέτρα καταστολῆς”… Καὶ δὲν εἶμαι μόνο ἐγώ… Καὶ ὁ Βλαντιμὶρ Εγκόροβιτς (ὁ διοικητὴς τοῦ στρατοπέδου) δὲν μπόρεσε νὰ τὸ ἀντέξει. Μάλιστα μάλωσε μὲ τὸν διευθυντὴ τοῦ ISO (τμῆμα πληροφοριῶν καὶ ἀνακρίσεων)… Καὶ τώρα θέλει κάπως νὰ μαλακώσει καὶ νὰ τακτοποιήσει τὸ θέμα. Ἂν τὶς βγάλετε ἀνίκανες γιὰ σωματικὴ ἐργασία, θὰ τὶς ἀφήσουν στὴν ἡσυχία τους».

«Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀπαλλάξετε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐπιτροπή», εἶπε ὁ καθηγητὴς Ζιζιλένκο. «Εἶμαι καὶ ὁ ἴδιος μοναχὸς καὶ δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἐξετάσω γυναῖκες, καὶ μάλιστα μοναχές…»

Ὁ καθηγητὴς Ζιζιλένκο ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴν ἐπιτροπή, καὶ πῆγα μόνος μου νὰ ἐξετάσω τὶς μοναχές.

Ὅταν μπήκα στὸ παράπηγμα ὅπου τὶς εἶχαν συγκεντρώσει, εἶδα γυναῖκες ἐξαιρετικὰ σοβαρές, ἤρεμες καὶ συγκροτημένες, φορώντας παλιά, φθαρμένα, μπαλωμένα ἀλλὰ καθαρὰ μαῦρα μοναχικὰ ροῦχα.

Ἦσαν περίπου 30. Ἔμοιαζαν ὅλες μεταξύ τους καὶ ἡλικιακὰ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ἦσαν στὰ «παντοτινὰ 30 χρόνια», παρόλο ποὺ σίγουρα ὑπῆρχαν καὶ νεότερες καὶ μεγαλύτερες. Ἦσαν ὅλες τους, σὰν διαλεγμένες, ὄμορφες Ρωσίδες, μὲ μιὰ διακριτικὴ καὶ κομψὴ εὐρωστία, μὲ γερή καὶ ἁρμονικὴ κορμοστασιά, καθαρὲς καὶ ὑγιέστατες, σὰν τὰ ἄσπρα μανιτάρια τοῦ δάσους ποὺ δὲν τὰ ἔχει ἀγγίξει κανένα σκουλήκι. Σὲ ὅλα τὰ πρόσωπά τους ὑπῆρχε κάτι ἀπὸ τὴν ἔκφραση τῆς πονεμένης Παναγίας, καὶ αὐτὸς ὁ πόνος ἦταν τόσο εὐγενικός, τόσο συγκρατημένος καὶ σχεδὸν ντροπαλός, ποὺ αὐθόρμητα μοῦ ἦρθαν στὸ μυαλό οἱ στίχοι τοῦ Τιούτσεφ γιὰ τὰ φθινοπωρινὰ βάσανα τῆς ἀπαθοῦς φύσης, ποὺ συγκρίνονται μὲ τὰ βάσανα τῶν βαθιὰ εὐγενικῶν ἀνθρώπινων ψυχῶν:

«Φθορά, ἐξάντληση, καὶ πάνω σὲ ὅλα ἐκεῖνο τὸ πράο χαμόγελο τοῦ μαρασμοῦ, ποὺ στὰ λογικὰ ὄντα τὸ ὀνομάζουμε ὑψηλὴ ντροπαλότητα τοῦ πόνου»…

Αὐτὰ τὰ «λογικὰ ὄντα» μὲ τὴν «ὑψηλὴ ντροπαλότητα τοῦ πόνου» εἶχα μπροστά μου. Ἦσαν Ρωσίδες, καὶ μάλιστα οἱ καλύτερες Ρωσίδες, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ ποιητὴς Νεκράσοφ εἶπε: «Θὰ σταματήσει τ’ ἄλογο πάνω στὸν καλπασμό, θὰ μπεῖ μέσα στὸ σπίτι ποὺ καίγεται».

Καὶ τὶς ὁποῖες ὁ ἴδιος χαρακτήρισε ὡς: «τῆς ρωσικῆς γενιᾶς ποὺ ὅλα τὰ ὑπομένει» «πολυβασανισμένη μάνα».

Αὐτὲς οἱ μοναχὲς ἦσαν ὑπέροχες. Δὲν γινόταν νὰ μὴν τὶς θαυμάσεις. Εἶχαν πάνω τους ὅλη τὴ γοητεία τῆς ἀνέγγιχτης «αἰώνιας θηλυκότητας», ὅλη τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀνεκπλήρωτης μητρότητας, καὶ ταυτόχρονα κάτι ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ τελειότητα τοῦ κρύου μάρμαρου τῆς Ἀφροδίτης τῆς Μήλου καὶ, κυρίως, μιὰ θαυμαστὴ ἁρμονία καὶ καθαρότητα πνεύματος, ποὺ ἀνύψωνε τὴν ἐξωτερική τους ἐμφάνιση σὲ πνευματικὴ ὀμορφιά. Μιὰ ὀμορφιὰ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἄλλα συναισθήματα ἐκτὸς ἀπὸ βαθιὰ συγκίνηση καὶ εὐλάβεια.

«Καλύτερα νὰ φύγω γιὰ νὰ μὴν τὶς φέρω σὲ δύσκολη θέση, γιατρέ», μοῦ εἶπε ὁ ὑπεύθυνος τῆς ἀποστολῆς ποὺ μὲ ὑποδέχτηκε καὶ ἔπρεπε νὰ παρίσταται ὡς πρόεδρος τῆς ἰατρικῆς ἐπιτροπῆς.

Προφανῶς, ἀκόμη καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ τσεκίστα τὴν ἄγγιξε κάπως ἡ αὔρα τῆς σεμνότητας καὶ τῆς ἁγνότητας ποὺ ἀπέπνεαν αὐτὲς οἱ μοναχές. Ἔμεινα μόνος μαζί τους.

«Γειά σας, γερόντισσες», τὶς χαιρέτησα μὲ μιὰ βαθιὰ ὑπόκλιση. Ἐκεῖνες μοῦ ἀπάντησαν σιωπηλὰ μὲ μιὰ βαθιὰ ὑπόκλιση ἀπὸ τὴ μέση.

«Εἶμαι γιατρός. Μὲ ἔστειλαν νὰ σᾶς ἐξετάσω…»

«Εἴμαστε καλά, δὲν χρειάζεται νὰ μᾶς ἐξετάσετε», μὲ διέκοψαν πολλὲς φωνὲς μαζί.

«Εἶμαι πιστός, ὀρθόδοξος χριστιανὸς καὶ βρίσκομαι ἐδῶ φυλακισμένος γιὰ ἐκκλησιαστικὴ ὑπόθεση».

«Δόξα τῷ Θεῷ», ἀπάντησαν πάλι μερικὲς φωνές.

«Καταλαβαίνω τὴν ἀμηχανία σας», συνέχισα, «ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἐξετάσω σωματικά… Πέστε μου μόνο ἀπὸ τὶ τί ὑποφέρετε, κι ἐγὼ θὰ καθορίσω τὴν κατηγορία τῆς ἱκανότητάς σας γιὰ δουλειά…»

– «Δὲν παραπονιόμαστε γιὰ τίποτα. Εἴμαστε ὑγιεῖς».

– «Μὰ χωρὶς τὸν καθορισμὸ τῆς κατηγορίας ἐργασίας, μπορεῖ νὰ σᾶς στείλουν σὲ ἐξαιρετικὰ βαριὲς σωματικὲς δουλειές…»

– «Ἐμεῖς ἔτσι κι ἀλλιῶς δὲν πρόκειται νὰ δουλέψουμε, οὔτε σὲ βαριές, οὔτε σὲ ἐλαφριὲς δουλειές».

– «Γιατί;» ἀπόρησα.

– «Γιατί δὲν θὰ δουλέψουμε γιὰ τὴν ἐξουσία τοῦ ἀντιχρίστου»…

– «Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λέτε;» ἀνησύχησα. «Μὰ ἐδῶ στὸ Σολοβκὶ ὑπάρχουν πολλοὶ ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς, ἐξόριστοι γιὰ τὴν πίστη τους, καὶ ὅλοι δουλεύουν ὅπως μπορεῖ ὁ καθένας. Γιὰ παράδειγμα, ὁ ἐπίσκοπος Βίκτωρ τοῦ Βιάτκα δουλεύει λογιστὴς στὸ σχοινοποιεῖο, καὶ στὴν “Ἰχθυοπαραγωγὴ” δουλεύουν πολλοὶ παπάδες. Πλέκουν δίχτυα… Αὐτὴ εἶναι ἀποστολικὴ ἀσχολία. Τὶς Παρασκευὲς δουλεύουν ὁλόκληρα εἰκοσιτετράωρα, μέρα-νύχτα, γιὰ νὰ βγάλουν τὴ δουλειὰ παραπάνω καὶ νὰ ἐξασφαλίσουν χρόνο γιὰ προσευχή – τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου καὶ τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς»…

– «Δὲν τοὺς κατακρίνουμε. Δὲν κατακρίνουμε κανέναν», ἀπάντησε σοβαρὰ μιὰ ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μοναχές. «Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν θὰ δουλέψουμε μὲ τὸ ζόρι γιὰ τὴν ἐξουσία τοῦ ἀντιχρίστου».

– «Τότε, χωρὶς ἐξέταση, θὰ γράψω γιὰ ὅλες σας κάποιες διαγνώσεις καὶ θὰ βγάλω τὸ πόρισμα ὅτι εἶστε ἀνίκανες γιὰ βαριὲς δουλειές… Θὰ σᾶς βάλω ὅλες στὴ 2η κατηγορία ἐργασίας»…

– «Ὄχι, μὴ τὸ κάνετε. Συγχωρέστε μας, ἀλλὰ τότε θὰ ἀναγκαστοῦμε νὰ ποῦμε ὅτι γράψατε ψέματα… Εἴμαστε ὑγιεῖς, μποροῦμε νὰ δουλέψουμε, ἀλλὰ δὲν θέλουμε νὰ δουλέψουμε, καὶ δὲν θὰ δουλέψουμε γιὰ τὴν ἐξουσία τοῦ ἀντιχρίστου, ἀκόμη κι ἂν μᾶς σκοτώσουν γι’ αὐτό».

– «Δὲν θὰ σᾶς σκοτώσουν, θὰ σᾶς βασανίσουν μέχρι θανάτου», εἶπα μὲ χαμηλὴ φωνή, μὲ ψυχικὸ πόνο, ρισκάροντας νὰ μὲ ἀκούσουν.

– «Ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει νὰ ὑπομείνουμε καὶ τὰ βασανιστήρια», εἶπε ἐπίσης σιγανὰ μιὰ ἀπὸ τὶς μοναχές, ἡ πιὸ νέα.

Δάκρυα ἀνέβηκαν στὰ μάτια μου, ἕνας κόμπος στάθηκε στὸν λαιμό μου. Τὶς προσκύνησα σιωπηλά… Ἤθελα νὰ πέσω στὰ πόδια τους καὶ νὰ τὰ φιλήσω…

Εικόνα με τον Άγιο Ζωσιμά και τον Άγιο Σαββάτιο του Σολόφκι

Μετὰ ἀπὸ μιὰ ἑβδομάδα, ἦρθε στὸν θάλαμο τῶν γιατρῶν ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοπέδου καὶ μεταξὺ ἄλλων μᾶς εἶπε:

«Τί τραβήξαμε μὲ αὐτὲς τὶς μοναχές… Ἀλλὰ τώρα δέχτηκαν τελικά νὰ δουλέψουν: ράβουν καὶ καπιτονάρουν παπλώματα γιὰ τὸ κεντρικὸ νοσοκομεῖο. Μόνο ποὺ ἔβαλαν ὅρους, οἱ παλιογυναῖκες, νὰ εἶναι ὅλες μαζί, καὶ ὅτι θὰ ψέλνουν σιγανὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δουλειᾶς κάτι ψαλμούς… Ὁ διοικητὴς τὸ ἐπέτρεψε. Τώρα λοιπὸν ψέλνουν καὶ δουλεύουν».

Αὐτὲς οἱ μοναχὲς ἦσαν τόσο ἀπομονωμένες, ποὺ ἐμεῖς, οἱ γιατροὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ, ποὺ εἴχαμε μιὰ σχετικὴ «ἐλευθερία» κίνησης στὸ στρατόπεδο, παρὰ τὶς «γνωριμίες» μας μὲ κάθε λογῆς «ἀφεντικά», γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν μπορούσαμε νὰ μάθουμε κανένα νέο τους.

Καὶ μόνο μετὰ ἀπὸ ἕναν μήνα μάθαμε νέα. Η πέμπτη πράξη τῆς τραγωδίας τῶν μοναχῶν ἦταν ἡ ἑξῆς:

Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς νέες ἀποστολὲς στὸ Σολοβκὶ ἔφτασε ἕνας παπάς, ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι ὁ πνευματικὸς ὁρισμένων ἀπὸ τὶς μοναχές. Καὶ παρόλο ποὺ ἡ ἐπικοινωνία ἀνάμεσα σὲ ἕναν πνευματικὸ πατέρα καὶ τὰ πνευματικά του παιδιὰ φαινόταν ἐντελῶς ἀδύνατη στὶς συνθῆκες τοῦ στρατοπέδου, οἱ μοναχὲς κατάφεραν μὲ κάποιον τρόπο νὰ ζητήσουν ὁδηγίες ἀπὸ τὸν καθοδηγητή τους.

Τὸ νόημα τοῦ ἐρωτήματός τους ἦταν τὸ ἑξῆς: «Ἐμεῖς ἤρθαμε στὸ στρατόπεδο γιὰ νὰ μαρτυρήσουμε, κι ἐδῶ περνᾶμε καλά. Εἴμαστε μαζί, ψέλνουμε προσευχές, κάνουμε μιὰ δουλειὰ ποὺ μᾶς ἀρέσει: φτιάχνουμε παπλώματα γιὰ τοὺς ἀρρώστους… Πράττουμε σωστά ποὺ δεχτήκαμε νὰ δουλέψουμε στὶς συνθῆκες τῆς ἀντίχριστης ἐξουσίας τῶν στρατοπέδων; Μήπως πρέπει νὰ ἀρνηθοῦμε κι αὐτὴ τὴ δουλειά

Ὁ πνευματικὸς ἀποδείχτηκε ἀκόμη πιὸ ζηλωτής ἀπὸ τὶς πνευματικές του κόρες, καὶ ἀπάντησε μὲ κατηγορηματικὴ ἀπαγόρευση νὰ κάνουν ἀκόμη κι αὐτὴ τὴ δουλειά. Καὶ οἱ μοναχὲς ἀρνήθηκαν κάθε ἐργασία.

Ἡ διοίκηση ἔμαθε ποιός ἔφταιγε γι’ αὐτό. Τὸν παπὰ τὸν ἐκτέλεσαν. Ἀλλὰ ὅταν τὸ εἶπαν στὶς μοναχές, ἐκεῖνες εἶπαν: «Τώρα πιὰ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἀπαγόρευσή του». Τότε ἡ διοίκηση ἔχασε κάθε ὑπομονὴ καὶ ἐξαγριώθηκε. Χώρισαν τὶς μοναχὲς τὴ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη καὶ τὶς μετέφεραν κάπου, μία-μία. Κανένα νέο τους, παρὰ τὶς προσπάθειές μας, δὲν μπορέσαμε νὰ ξαναμάθουμε. Χάθηκαν χωρὶς κανένα ἴχνος.

Πέρασαν πολλὰ χρόνια ἀπὸ τότε. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου πολλὰ σβήστηκαν, ξεχάστηκαν, θάμπωσαν, ἀλλὰ οἱ μορφὲς αὐτῶν τῶν μοναχῶν (προφανῶς ὄντως τοῦ Σαμόρντινο) στέκονται μπροστά μου ζωντανὲς μέχρι πόνου καὶ μοῦ προκαλοῦν πάντα τὸ ἴδιο περίπλοκο συναίσθημα.

Καταλαβαίνοντας ἀπόλυτα ὅτι στὶς πράξεις τους ὑπῆρχε ἕνας ἀκραῖος ζήλος, ὁ ὁποῖος ἂν γινόταν πλήρως ἀποδεκτὸς θὰ ἰσοδυναμοῦσε μὲ καταδίκη τῶν μαρτύρων-ὁμολογητῶν ποὺ πέθαναν δουλεύοντας στὰ στρατόπεδα, ταυτόχρονα δὲν μπορῶ παρὰ νὰ ὑποκλιθῶ μπροστὰ στὴ σταθερή τους στάση νὰ ἀρνοῦνται τὴ δουλειά κάτω ἀπὸ τὴν ἀντίχριστη ἐξουσία. Βλέπω σ’ αὐτὸ τὴν πιὸ ἰσχυρὴ ἀπὸ ὅλες τὶς διαμαρτυρίες κατὰ τοῦ μπολσεβικισμοῦ. Ἂν εἴχαμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ Ρῶσοι ἔστω καὶ μιὰ στάλα ἀπὸ τέτοια διαμαρτυρία, ὁ μπολσεβικισμὸς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει.

 

Χρόνια μετὰ, ἀπὸ τὰ χείλη ἑνὸς Ἀμερικανοῦ κρατουμένου, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ σοβιετικὸ στρατόπεδο ἐργασίας, λαμβάνουμε τὴν ἀκόλουθη συμπληρωματικὴ πληροφορία, ποὺ ρίχνει φῶς στοὺς πνευματικοὺς καρποὺς τῆς ἀσκητικῆς σταθερότητας ἐκείνων τῶν μοναχῶν.

Τὸ Θαῦμα τῶν (τριῶν) μοναχῶν

Ὅταν ἡ συζήτηση ἐρχόταν στὴν πίστη, κάτι ποὺ συνέβαινε ἀρκετὰ συχνά, ἄκουγα γιὰ μία ἐκπληκτικὴ περίπτωση, γιὰ ἕνα θαῦμα ποὺ συνέβη στὴ Βορκουτά. Ἀληθινά, ὁ Κύριος βρισκόταν ἐκεῖ μαζί μας! Καὶ ἡ θέρμη μὲ τὴν ὁποία μοῦ διηγοῦνταν αὐτὴ τὴν ἱστορία δὲν ἄφηνε ἀμφιβολία ὅτι τὸ Σιδηροῦν Παραπέτασμα δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσει τὸν Θεὸ ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς χώρας καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὶς καρδιὲς τῶν κατοίκων της.

Αὐτὸ συνέβη τὸν Νοέμβριο τοῦ 1950, ἀμέσως μόλις φτάσαμε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι στὸ στρατόπεδο. Ἐκεῖνες οἱ τρεῖς μοναχὲς ἔφτασαν ἐπίσης ἐκεῖ μὲ καταδίκη σὲ καταναγκαστικὰ ἔργα. Χιλιάδες γυναῖκες στὴ Βορκουτά, ἂν καὶ δὲν δούλευαν στὰ ὀρυχεῖα, ἔκαναν βαριὲς δουλειές, καὶ οἱ μοναχὲς καταδικάστηκαν νὰ ἐργάζονται σὲ ἕνα ἐργοστάσιο ποὺ παρῆγε τοῦβλα γιὰ τὶς οἰκοδομικὲς ἐργασίες στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀρκτικοῦ Κύκλου.

Ὅταν οἱ μοναχὲς ὁδηγήθηκαν γιὰ πρώτη φορὰ στὸ ἐργοστάσιο πλινθοποιίας, δήλωσαν στὸν ἐπιστάτη ὅτι θεωροῦσαν κάθε ἐργασία γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος ὡς ἐργασία γιὰ τὸν διάβολο καὶ, καθὼς ἦταν δοῦλες τοῦ Κυρίου καὶ ὄχι τοῦ σατανᾶ, δὲν σκόπευαν νὰ ὑπακούσουν στὶς ἐντολὲς τοῦ ἐπιστάτη τους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀπειλή.

Ἀπογυμνωμένες ἀπὸ τὰ μοναχικά τους ἐνδύματα, οἱ μοναχὲς ἦταν ἐνδεδυμένες τὴν πίστη. Ἦταν πρόθυμες νὰ ὑπομείνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ τηρήσουν τὸν ὅρκο τους, καὶ πράγματι δέχτηκαν μαρτύρια – μία ζωντανὴ μαρτυρία μεγάλου σθένους. Κάθε πρωί, στὴν ἀπαίτηση νὰ πᾶνε γιὰ δουλειὰ στὸ ἐργοστάσιο, στοὺς λάκκους μὲ τὸν πηλὸ ἢ σὲ ἄλλα βαριὰ διακονήματα, ἀπαντοῦσαν μὲ ἄρνηση. Ἡ ἄρνησή τους, φυσικά, σήμαινε ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστοῦν πιὸ βαριὲς δοκιμασίες. Ἐξοργισμένος ἀπὸ τὴν ἐμμονή τους καὶ φοβούμενος τὴν ἐπιρροὴ στοὺς ἄλλους ἐργάτες, ὁ φρούραρχος διέταξε νὰ τοὺς φορέσουν ζουρλομανδύα. Τὰ χέρια τους δέθηκαν πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη, καὶ οἱ ἱμάντες μὲ τοὺς ὁποίους δέθηκαν οἱ καρποὶ τεντώθηκαν πρὸς τὰ κάτω καὶ δέθηκαν γερά στοὺς ἀστραγάλους, ἔτσι ὥστε τὰ πόδια τους νὰ εἶναι λυγισμένα πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη καὶ οἱ ὦμοι ἐξαρθρωμένοι, κάτι ποὺ προκαλοῦσε μαρτυρικὸ πόνο.

Οἱ μοναχὲς σφαδάζαν ἀπὸ τοὺς πόνους, ἀλλὰ οὔτε μία λέξη διαμαρτυρίας δὲν βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη τους. Τότε ὁ φρούραρχος διέταξε νὰ ρίξουν νερό, ὥστε τὸ βαμβακερὸ ὑλικὸ τῶν μανδυῶν νὰ συρρικνωθεῖ· περίμενε ὅτι οἱ μοναχὲς θὰ οὔρλιαζαν ἀπὸ τὴν πίεση στὰ βασανισμένα σώματά τους, ἀλλὰ ἐκεῖνες μόνο σιγὰ στέναξαν καὶ ἔπεσαν σὲ λήθαργο. Τὰ δεσμὰ χαλάρωσαν καὶ οἱ ἀδελφὲς συνῆλθαν. Μετὰ ἀπὸ λίγο τὶς ἔδεσαν ξανά, κι ἐκεῖνες πάλι μὲ ἀνακούφιση βυθίστηκαν σὲ εὐλογημένη λιποθυμία. Τὶς κράτησαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση περισσότερο ἀπὸ δύο ὧρες, ἀλλὰ οἱ φύλακες δὲν τόλμησαν νὰ παρατείνουν τὰ βασανιστήρια, καθὼς ἡ κυκλοφορία τοῦ αἵματος εἶχε διακοπεῖ καὶ οἱ γυναῖκες ἦταν σχεδὸν ἐτοιμοθάνατες. Τὸ κομμουνιστικὸ καθεστὼς χρειαζόταν δούλους – ὄχι νεκρούς.

Τέλος, ὁ φρούραρχος ἀποφάσισε ὅτι τὰ βασανιστήρια ἔπρεπε νὰ τελειώσουν. Εἴτε οἱ μοναχὲς θὰ δέχονταν νὰ δουλέψουν, εἴτε ἔπρεπε νὰ θανατωθοῦν. Διέταξε νὰ ὁδηγηθοῦν σὲ ἐξωτερικὲς ἐργασίες καὶ, σὲ περίπτωση ἄρνησης, νὰ τὶς πάνε σὲ ἕναν λόφο καὶ νὰ τὶς ἀφήσουν ἀκίνητες νὰ στέκονται στὸν παγωμένο ἄνεμο τοῦ πρώιμου πολικοῦ χειμώνα. Τὶς ὑπέβαλαν κι σὲ αὐτὸ τὸ μαρτύριο. Ὅταν ἄρχισε νὰ χαράζει τὸ ὠχρὸ δειλινὸ τῆς σύντομης βόρειας μέρας, οἱ μοναχὲς φάνηκαν στὸν λόφο, γονατιστές. Ἡ φρουρὰ ἀνέβηκε ἐπάνω, νομίζοντας ὅτι οἱ ἀδελφὲς παγώνουν, ἀλλὰ ἐκεῖνες ἔδειχναν σὰν νὰ ζεσταίνονταν καὶ νὰ ἦταν ἄνετα. Τότε ὁ φρούραρχος διέταξε νὰ τοὺς βγάλουν τὰ γάντια καὶ τὰ καλύμματα τοῦ κεφαλιοῦ, ὥστε νὰ νιώσουν ἀκόμη πιὸ ἔντονα τὸ κρύο τοῦ παγωμένου ἀέρα. Καθ᾽ ὅλη τὴν ὀκτάωρη ἐργάσιμη μέρα κάθονταν γονατιστὲς στὸν λόφο ποὺ τὸν σάρωναν οἱ ἄνεμοι καὶ προσεύχονταν. Κάτω, οἱ γυναῖκες ποὺ ἔσκαβαν τὸν πηλὸ ὑπέφεραν ἀπὸ τὸ κρύο.

Ὅταν τὸ βράδυ ἡ φρουρὰ πῆγε στὸν λόφο γιὰ νὰ πάρει τὶς μοναχές, περίμεναν ὅτι θὰ εἶχαν πάθει κρυοπαγήματα στὰ αὐτιά, τὰ χέρια καὶ τὰ ἄκρα. Ἀποδείχθηκε ὅμως ὅτι δὲν εἶχαν πάθει τὸ παραμικρό. Τὴν ἑπόμενη μέρα οἱ μοναχὲς στάθηκαν πάλι γονατιστὲς ὀκτὼ ὧρες στὸν ἄνεμο χωρὶς κάλυμμα κεφαλῆς καὶ χωρὶς γάντια, σὲ πολὺ χαμηλὴ θερμοκρασία. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἐπίσης δὲν ἔπαθαν κανένα σοβαρὸ κρυοπάγημα. Τότε, τὴν τρίτη μέρα, τὶς ἔβγαλαν πάλι ἔξω, καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ τοὺς ἀφαίρεσαν καὶ τὰ μαντήλια.

Μέχρι τότε ἡ εἴδηση εἶχε διαδοθεῖ σὲ ὅλα τὰ τοπικὰ στρατόπεδα. Ὅταν στὸ τέλος τῆς τρίτης μέρας, τῆς πιὸ κρύας μέρας ὅλου ἐκείνου τοῦ χειμώνα, οἱ μοναχὲς ὁδηγήθηκαν πάλι στὰ παραπήγματα χωρὶς κανένα ἴχνος κρυοπαγήματος, ὅλοι ψιθύριζαν ὅτι ἀληθινὰ ὁ Κύριος φανέρωσε θαῦμα σὲ αὐτὰ τὰ μέρη.

Σὲ ὅλη τη Βορκουτά δὲν ὑπῆρχε ἄλλο θέμα συζήτησης. Ἀκόμη καὶ οἱ σκληροὶ προϊστάμενοι ἀπὸ ἄλλα στρατόπεδα ἔψαχναν ἀφορμὴ νὰ πᾶνε στὸ ἐργοστάσιο γιὰ νὰ δοῦν κρυφὰ τὶς τρεῖς μορφὲς στὸν λόφο. Οἱ γυναῖκες ποὺ δούλευαν κάτω σταυροκοπιοῦνταν καὶ ψιθύριζαν μὲ εὐλάβεια προσευχές. Ἀνησυχία ἔνιωσε ἀκόμη καὶ ὁ φρούραρχος. Χωρὶς νὰ εἶναι θρησκευόμενος ἄνθρωπος, ἦταν τουλάχιστον προληπτικὸς καὶ καταλάβαινε πολὺ καλὰ ὅτι ἦταν μάρτυρας τῆς ἐνέργειας μίας Δύναμης ὄχι ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Τὴν τέταρτη μέρα οἱ ἴδιοι οἱ φύλακες φοβήθηκαν τὴν ὑπερκόσμια δύναμη ποὺ ἐξέπεμπε ἀπὸ αὐτὲς τὶς γυναῖκες καὶ ἀρνήθηκαν κατηγορηματικὰ νὰ τὶς ἀγγίξουν ἢ ἀκόμη καὶ νὰ τὶς πλησιάσουν. Ὁ φρούραρχος φοβήθηκε κι ὁ ἴδιος νὰ δώσει ἐντολὴ νὰ τὶς βγάλουν πάλι στὸν λόφο. Τὰ βασανιστήρια σταμάτησαν καὶ δὲν τὶς ἐμπόδιζαν πιὰ νὰ προσεύχονται.

Ὅταν ἔφυγα ἀπὸ τὴ Βορκουτά χρόνια μετὰ, ἐκεῖνες οἱ μοναχὲς βρίσκονταν ἀκόμη στὸ ἐργοστάσιο πλινθοποιίας, ἀλλὰ καμία τους δὲν δούλευε γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος. Τὶς ἀντιμετώπιζαν μὲ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια. Ἡ φρουρὰ εἶχε ἀπαγόρευση νὰ τὶς ἀγγίζει ἢ νὰ τὶς ἐνοχλεῖ. Μαγείρευαν μόνες τὸ φαγητό τους καὶ ἔραβαν ἀκόμη καὶ τὰ ροῦχα τους. Προσεύχονταν καὶ ἔδειχναν ἤρεμες καὶ εὐλογημένες. Αἰχμάλωτες στὸ σῶμα, στὸ πνεῦμα ἦταν ἐλεύθερες. Κανεὶς στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση δὲν ἦταν τόσο ἐλεύθερος στὴν πίστη του ὅσο ἐκεῖνες.

Πῶς ἐπηρέασε τὸ παράδειγμά τους τὴν ἀσταθῆ πίστη χιλιάδων καταδίκων καὶ φυλάκων στὴ Βορκουτά, δὲν τολμῶ κἂν νὰ τὸ περιγράψω. Ἀργότερα, ὅταν ἔτυχε νὰ συνομιλήσω μὲ τὸν ἐπιμελητὴ τοῦ στρατοπέδου καὶ μὲ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς πιὸ πεπεισμένους Ρώσους κομμουνιστὲς γιὰ τὴν πίστη, κανείς τους δὲν ἔχανε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀναφέρει τὸ Θαῦμα τῶν (τριῶν) μοναχῶν.

Πηγή: Андреевский И.М. Группа монахинь в Соловецком концлагере / Православная Русь. 1947. № 13. – Группа монахинь в Соловецком концлагереИван Михайлович Андреевскийчитать, скачать

Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. https://www.entaksis.gr/solovki/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com