21 Φεβ 2017

H Άλωση του Μπιζανίου, όπως την διηγούνται όσοι την έζησαν!..

H Άλωση του Μπιζανίου, όπως την διηγούνται όσοι την έζησαν!..
Γράφει ο Αθανάσιος Δέμος
Η Νέα Τάξη επιδιώκει να μη μπαίνει «εθνόμετρο» στα βιβλία της ιστορίας. Η ιστορία να μπει σε διεθνή καλούπια. Στόχος να καλλιεργηθεί η αδιαφορία στα ελληνορθόδοξα ιδανικά. Να αποτρέψουν την προσήλωση στην ιδέα του Έθνους και την Ορθόδοξη παράδοση. Να ξεχάσουμε την ιστορία, τους ήρωες που μας χάρισαν την ελευθερία και τους ποταμούς αιμάτων που χύθηκαν για να αποκτήσουμε την ελευθερία.

Η ψυχή του Έλληνα, όμως, όταν στερηθεί όλα αυτά, χάνει τη ζωοδόχο πηγή που τον θερμαίνει, τον ζωογονεί και συνεχίζει να ζει με το κεφάλι ψηλά. Έχοντας υπόψη όλα αυτά, δεν θα πάψουμε, σε κάθε ευκαιρία, να ανοίγουμε τους κρουνούς της Ελληνορθόδοξης παράδοσης, για να δροσιζόμαστε από τα νάματά της.
* * *
Μέγας σταθμός στην ιστορία, όχι μόνον των Ιωαννίνων, αλλά και όλης της Ελλάδας, είναι ο επικός αγώνας γύρω από το Μπιζάνι και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων την 21 Φεβρουαρίου 1913. Πολλοί από όσους έζησαν τα γεγονότα άφησαν αφηγήσεις – περιγραφές. Όμως, η πιο λιτή και παραστατική περιγραφή είναι του Γιαννιώτη λόγιου Ευάγγελου Μπόγκα.
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1912, οι Βαλκανικοί τότε σύμμαχοι (Ελλάς, Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία) κήρυξαν γενική επιστράτευση. Στις 4 Οκτωβρίου οι τρεις άλλοι σύμμαχοι άρχισαν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Στις 5 Οκτωβρίου εκήρυξε και η Ελλάδα τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Ο ελληνικός στρατός συγκροτήθηκε σε δύο τμήματα. Το μεγαλύτερο, είχε παραταχθεί στα βόρεια σύνορα, προς τη Μακεδονία. Γιατί εκεί θα κρίνονταν η τύχη του πολέμου.
Το μικρότερο, με Αρχηγό τον στρατηγό Κων. Σαπουτζάκη, είχε προορισμό μάλλον να επιτηρεί τους Τούρκους της Ηπείρου. Ο ενθουσιασμός, όμως, των στρατιωτών θα ανάγκαζε τον Αρχηγό να επιχειρήσει σπουδαιότερα πράγματα. Έτσι, στις 5 Οκτωβρίου 1912 ο Σαπουτζάκης εξέδωσε μια απέριττη διαταγή «Από της μεσημβρίας της σήμερον, το στράτευμα τίθεται εις εμπόλεμον κατάστασιν απέναντι του τουρκικού στρατού...».
Η δύναμη του στρατού: 7.774 άνδρες, αξιωματικοί 213 «σπάθαι 141», βαρέα πυροβόλα 4, ελαφρά 18. Αυτό ήταν το στράτευμα. Μια δράκα από γενναίους που τους συντρόφευε η ευχή της Ελλάδος και τους περίμενε με λαχτάρα η σκλαβωμένη από το 1430 θυγατέρα της, η εύανδρος Ήπειρος.
Οι γενναίοι, με την πολεμική ιαχή των κατοίκων της Άρτας: Στα Γιάννινα! Στα Γιάννινα! Και με το τραγούδι στο στόμα: «Αφήνω γεια... κι εγώ πάγω στα Γιάννινα», διάβηκαν στις 6 Οκτωβρίου το θρυλικό γιοφύρι.
Ο χειμώνας του 1912-1913 ήταν εξαιρετικά βαρύς. Πώς θα κοιμηθούν απόψε στα χιονισμένα βουνά τα παιδιά; (οι στρατιώτες). Πού θα κρυφτούν από παγερό βοριά που κοκκαλώνει τα πάντα; Αυτός ήταν ο μεγάλος καημός των Γιαννιωτών, κάθε φορά που το κρύο δυνάμωνε. Οι Γιαννιώτισσες έκαναν σταυρούς και προσκυνήματα, μπρος στα εικονίσματα, για να φυλάει ο Θεός «τα παιδιά μας» που έχυναν αίμα και έδιναν τη ζωή τους, για την Ήπειρο. Έξω από τα Γιάννινα, χωριά ολόκληρα καιόντουσαν και το φτωχικό βιος των κατατρεγμένων Ηπειρωτών διαρπάζονταν. Την ημέρα που έπεφτε ηρωικά ο Μαβίλης στο Δίσκο (29 Νοεμβρίου 1912), οι Τούρκοι μετέφεραν στα Γιάννινα 3 χωρικούς από τα μέρη του Δρίσκου που τους κατηγορούσαν ως οδηγούς των Γαριβαλδινών και τους κρέμασαν στις κρεμάλες που έστησαν για όλο το διάστημα του πολέμου. Για να τρομοκρατήσουν τους Χριστιανούς, είχαν στήσει 3 κρεμάλες. Μία μπροστά στο Στρατοδικείο. Μία δεύτερη στην κεντρική πλατεία. Και μία στην είσοδο της πόλης.
Κατά εκατοντάδες συλλάμβαναν και φυλάκιζαν τους κατοίκους. Οι φυλακές του Κάστρου, τα επικατάρατα εκείνα ανήλιαγα και υγρά μπουντρούμια του Αλή Πασά, δεν χωρούσαν πια άλλους. Ήταν γεμάτα από προκρίτους, δημοσιογράφους, παπάδες. Ανάμεσά τους και ο φλογερός Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδων, μετέπειτα Ιωαννίνων και αργότερα Αρχιεπίσκοπος. Καταδικάστηκε σε θάνατο γιατί στο Μοναστήρι της Παλιουρής όρκιζε τα μέλη της «Ηπειρωτικής Εταιρείας», που ήταν η Φιλική Εταιρεία της Ηπείρου. Σώθηκε ύστερα από μήνυμα του Κωνσταντίνου προς τον Εσάτ Πασά, που τον καθιστούσε προσωπικά υπεύθυνο για τις συνέπειες της θανάτωσης του Σπυρίδωνα. Ο Σπυρίδων αρνείται να βγει από τη φυλακή, αν δεν αποφυλακιστούν και οι 27 θανατοποινίτες σύντροφοί του. Έπρεπε να ελευθερωθούν τα Γιάννινα για να γλυτώσουν όλοι.
Φυλακισμένος από τον Οκτώβριο 1912 και ο σπουδαίος Γιαννιώτης δημοσιογράφος και λογοτέχνης, φλογερός πατριώτης και εκδότης της εφημερίδας «Ήπειρος» Γεώργιος Χατζής-Πελερέν. Πελερέν στα γαλλικά σημαίνει Χατζής. Ως δημοσιογράφος υπέγραφε Χατζής. Ως λογοτέχνης υπέγραφε Πελερέν. Με τη μεσολάβηση του Γάλλου Προξένου Ντουσάπ γλύτωσε το θάνατο.
Το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου ο Γεώρ. Χατζής, ακούγοντας το ολονύκτιο κανονίδι της μεγάλης επίθεσης του Ελληνικού Στρατού, μετουσίωσε τα αισθήματά του στους παρακάτω στίχους:
«Τέτοιο γλυκό τραγούδι καμιά φλογέρα
ποτές έτσι δεν γλύκανε ανθρώπων την καρδιά,
όπως απόψ’ η τρομερή που σχίζει τον αέρα
ολόγυρα στα Γιάννενα η αγριοκανονιά!
Ποτές κανένα φέξιμο μέσ’ στο σκοτάδι
της φυλακής δεν έρριξε στο σκλάβο έτσι λαρό
όπως ετούτη η τρομερή φωτιά, π’ απόψε βράδυ
φλογεί όλα τα Γιάννενα με φώτο φοβερό!..
Γλυκό κανόνι να’ξερες πόσο γλυκειά η λαλιά σου!
* * *
Στο μεταξύ, μέσα στο αφόρητο κρύο, στα καλντερίμια πεταγμένοι οι φυλακισμένοι αργοπεθαίνουν. Ένας σιωπηλός παπάς συνόδευε, κάθε τόσο, από την πίσω πόρτα των φυλακών και κάποιο φέρετρο, ψελλίζοντας νεκρώσιμα τροπάρια, έγραφε αργότερα ο Γ. Χατζής, μετά την απελευθέρωση στην «ΗΠΕΙΡΟ». Και όσο η πολιορκία στένευε, τόσο και η πείνα, κοντά στα άλλα, έδερνε πιο πολύ την πόλη.
Ζάχαρη, ρύζι, μακαρόνια, αλεύρι δεν υπήρχαν πια. Αντί για ψωμί από σιτάρι, μοίραζαν στους κατοίκους ψωμί από κριθάρι και στο τέλος μπομπότα και αυτή λιγοστή.
Στο μεταξύ, το Μπιζάνι είχε γίνει σωστό σιδηρομεταλλείο από τις ελληνικές οβίδες που έπεφταν εκεί. Τα περισσότερα από τα κανόνια του οχυρού βρέθηκαν κατεστραμμένα. Είδα με τα μάτια μου λίγες ημέρες μετά την απελευθέρωση, ένα μεγάλο τουρκικό κανόνι στην οχυρωμένη κρύπτη του με σπασμένη τη χοντρή του κάννη, από ελληνική οβίδα, ώστε να σκάσει στη μούρη του τουρκικού κανονιού...
Μερικά ονόματα αξιωματικών του πυροβολικού γίνηκαν θρυλικά, όπως του Ταβουλάρη και του Διγενή, που η φήμη τους έφτασε και μέσα στα σκλαβωμένα Γιάννινα, για την εύστοχη βολή τους. Μετά την άλωση, έβλεπες ένα μακρύ κανόνι, τοποθετημένο 500 μέτρα έξω από τα Γιάννινα, που, όπως άκουσα ανήκε στην πυροβολαρχία Διγενή. Το φρουρούσε με καμάρι ένας πυροβολητής. Το τοποθέτησαν εκεί για να το θαυμάζει ο κόσμος, όπως γίνεται και με το περήφανο άτι που κέρδισε στον ιππόδρομο...
Τη νύχτα της Τετάρτης 20 Φεβρουαρίου, που ο Βελισσαρίου με τον Ιατρίδη είχαν αποκόψει τις συγκοινωνίες του Μπιζανίου με τα Γιάννινα (στον Αϊ Γιάννη) και διαδραματίζονταν τα ιστορικά γεγονότα στο Ελληνικό Στρατηγείο του Εμίν Αγά των απεσταλμένων του Εσάτ Πασά για την παράδοση, συνοδεία του Βελισσαρίου, μέσα στα Γιάννινα, το Κέντρο ήταν ανάστατο. Περνούσε ώρες μεγάλης αγωνίας. Οι χιλιάδες των Τουρκαλβανών που γύριζαν με μεγάλη αταξία από το μέτωπο που κατέρρεε, λεηλατούσαν και έκαιαν τα καταστήματα...
Οι εχθροί φώτιζαν την πολυβασανισμένη πόλη με το τελευταίο τους κακούργημα. Εκείνες τις στιγμές, ανάμεσα στα τουρκικά στίφη και στις πυρκαγιές είδαν, διηγούνται, τον Γάλλο Πρόξενο Ντουσάπ, που συμπαθούσε τους Γιαννιώτες και την εξαίρετη σύζυγό του, που αργότερα με το ψευδώνυμο Γκυ Σαντεπλέρ έγραψε το βιβλίο «Η πολιορκημένη πόλη», με το οποίο περιγράφει με μεγάλη ζωντάνια τα δεινοπαθήματα των Γιαννιωτών κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Προσπαθούσαν οι δύο αυτοί Γάλλοι φιλέλληνες να αποθαρρύνουν και να διώξουν από την πόλη τους άτακτους. Εκεί είδαν και τον άτρομο Γιαννιώτη Παναγιώτη Καλλίγερο, καβάση (υπάλληλο) του Ρωσικού προξενείου, γνωστό για τον ηρωισμό του και από τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη. Ο Καλλίγερος με το πιστόλι στο ένα χέρι και το βούρδουλα στο άλλο, δέρνοντας και πυροβολώντας τους τουρκαλβανούς στρατιώτες, το ηθικό των οποίων είχε πέσει πια, τους έδιωχνε, όπως διώχνονται με την φοβέρα οι αγέλες των κτηνών.
Άντρες και γυναίκες, άγρυπνοι πίσω από τα παραθυρόφυλλα, με φωνές και κατάρες εμπόδιζαν τους Τουρκαλβανούς να αποτελειώσουν το ανόσιο έργο τους, καθώς έφευγαν από δημόσιο δρόμο για το Αργυρόκαστρο μπουλούκια – μπουλούκια. Και ακούγονταν τότε από ψηλά οι γιαννιώτικες κατάρες «Στα τσακίσματα και στα λιανίσματα! Στον αγύριστο! Στην Κόκκινη Μηλιά! Παλιόσκυλα!».
Έτσι, ξημέρωσε η άγια και αλησμόνητη αυγή της 21ης Φεβρουαρίου 1913. Κανένας ακόμα από τους άγρυπνους Γιαννιώτες δεν είχε πληροφορηθεί ότι  το ελληνικό ιππικό με επικεφαλής τον στρατηγό Σούτσο με τον αρειμάνιο μύστακα, είχε μπει κιόλας στα Γιάννινα. Το τι έγινε πλέον από τη στιγμή που μαθεύτηκε η κατάληψη, δεν περιγράφεται.
Φρενίτιδα ενθουσιασμού είχε καταλάβει τους Γιαννιώτες. Η πλατεία είχε γίνει κόκκινη από τα σχισμένα και πεταμένα φέσια, που τα φορούσαν υποχρεωτικά ως σύμβολα δουλείας. Χιλιάδες ανθρώπων μη μπορώντας να φιλήσουν τους καβαλάρηδες, τους γενναίους ελευθερωτές, φιλούσαν τα φάλαρα και τα χαλινάρια των αλόγων σαν αγιασμένα κειμήλια.
Οι πολίτες, γνωστοί και άγνωστοι αγκαλιάζονταν, ενώ πυροβολισμοί χαιρέτιζαν την ύψωση της γαλανόλευκης στο Διοικητήριο, που ήταν στη θέση που βρίσκεται σήμερα το Δημαρχείο. Στην κορυφή της μεγάλης πόρτας του Κάστρου (ρολόι) είχε σκαρφαλώσει ένας θαρραλέος νέος, που είχε πάρει τον μεγάλο σταυρό της Μητρόπολης και πάσχιζε να τον στηρίξει εκεί. Το είχε τάξει στους Τούρκους που τον είχαν φυλακίσει πολλές φορές. Ο νέος αυτός ήταν ο θερμός αγωνιστής της «Ηπειρωτικής Εταιρείας» Αθανάσιος Τσεκούρας. Τον γνωρίσαμε όλοι θαλερότατο στην ενάτη δεκαετία της ηλικίας του. Εκτός της άλλης μεγάλης δράσης του, είναι αυτός που πλησίασε και έπεισε τον Νικολάκη Εφέντη (Μιζαντζόγλου), να δώσει τα σχέδια των οχυρών του Μπιζανίου.
Το βράδυ της απελευθέρωσης κανένας μας δεν κοιμήθηκε. Τα γιαννιώτικα σπίτια φιλοξενούσαν και κοίμιζαν τους ελευθερωτές. Για πρώτη φορά ύστερα από μήνες θα κοιμότανε σε ζεστό κρεβάτι. Στο πατρικό μου (γράφει ο Ευάγ. Μπόγκας) φιλέψαμε με την τελευταία μας κότα και σπιτικο κρασί, τρεις στρατιώτες από το Ναύπλιο, αλλά χωρίς ψωμί. Μας φίλεψαν εκείνοι με κάτασπρη κουραμάνα. Η πολύμηνη πολιορκία είχε εξαντλήσει τα πάντα...
Οι κάτοικοι στενοχωριόνταν που δεν μπορούσαν να περιποιηθούν τους Έλληνες στρατιώτες, που τους περίμεναν γενεές γενεών Ηπειρωτών, όπως τους άξιζε. Και έβλεπες τότε, άλλος να σφάζει τα κουνέλια του και άλλος τα αγαπημένα του περιστέρια. Κάποιος, μάλιστα, όπως μαθεύτηκε, έσφαξε και μία πέρδικα, που είχε χρόνια φυλαγμένη στο κλουβί, μη έχοντας τίποτα άλλο να προσφέρει...
* * *
Πάνε από τότε 104 χρόνια. Και το πολυθόρυβο και ανδροφόνο Μπιζάνι στα 1913, έρημο και σιωπηλό, τώρα αγναντεύει κάθε 21η Φεβρουαρίου τη θρυλική πόλη που γιορτάζει τη λευτεριά της. Τη λευτεριά, που με πείσμα της καθυστερούσε πέντε ολόκληρους μήνες γεμάτους αγωνία...
Έτσι, λευτερώθηκαν τα Γιάννινα: Με θυσίες τεράστιες. Με αίμα πολύ πότισε τα γύρω βουνά ο Ελληνικός Στρατός, για να μπει νικητής στα Γιάννινα, που περίμεναν τον ερχομό του από το 1430, όταν έπεσαν στα χέρια των Τούρκων... Όταν έπεσε το Μπιζάνι γιόρτασε όλη η Ελλάδα και πιο πολύ η Αθήνα. Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες γιόρταζε όλος ο Νομός Ιωαννίνων μέχρι το τελευταίο χωριό. Σήμερα περιορίζεται μόνον μέσα στην πόλη. Η υπόλοιπη Ελλάδα δεν παίρνει καθόλου είδηση, αν εορτάζουν τα Γιάννινα την απελευθέρωσή τους. Στα δελτία ειδήσεων δεν γίνεται ούτε απλή αναφορά.
Αν συμβεί να παραστεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και κάμει κάποια δήλωση, τα κανάλια δείχνουν τον Πρόεδρο την ώρα της δήλωσης με πολύ μεγάλη προσοχή να μη φανεί κάποια ελάχιστη εικόνα από τις εκδηλώσεις. Είναι αμαρτία!..

proinoslogos,21/02/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com