20 Μαΐ 2016

π. Πέτρος Χιρς, «Από την Β΄ Βατικανή (1965) στην Πανορθόδοξη Σύνοδο (Κρήτη 2016)»

«Από την Β΄ Βατικανή (1965) στην Πανορθόδοξη Σύνοδο (Κρήτη 2016)»*
Αιδεσιμολογιώτατε εκπρόσωπε του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών,
Σεβαστοί Πατέρες,
Κύριε Πρόεδρε της Διακιδείου Σχολής Λαού Πατρών,
Αγαπητοί μου,
Ευχαριστώ θερμώς την Διακίδειο Σχολή για την τιμητική πρόσκληση να μιλήσω από το ιστορικό  αυτό βήμα.

Ευχαριστώ, επίσης, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών για την ευγένεια και την καλοσύνη να μου παράσχει την κανονική άδεια να απευθυνθώ στην αγάπη σας για το σημαντικότατο αυτό θέμα τής Πανορθοδόξου Συνόδου.
Το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία των Οικουμενικών Συνόδων αποτελεί κοινοτοπία αλλά είναι αναγκαία, αληθινή. Πιο ουσιαστική ακόμη είναι η αλήθεια ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία όχι μόνο συγκάλεσε και έζησε τις Συνόδους, αλλά ότι επίσης ζει καθημερινά κατά τους λόγους των Αγίων Αποστόλων σ’ εκείνη την πρώτη Αποστολική Σύνοδο στην Ιερουσαλήμ: «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πράξ. 15, 28), δηλαδή φάνηκε αρεστό πρώτα στο Άγιο Πνεύμα και έπειτα στους Αποστόλους και στους διαδόχους αυτών. Αυτός ο θεανθρώπινος τρόπος ύπαρξης, που ξεκίνησε αποφασιστικά, συνοδικά, την ημέρα της Πεντηκοστής, είναι αναπόσπαστος και αμετάβλητος στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και στη ζωή των Ορθοδόξων Χριστιανών. 
Αυτό που συνεπάγεται αυτή η πραγματικότητα ή μάλλον η απουσία ένδειξης αυτής μεταξύ των υψηλά ισταμένων της Εκκλησίας μας, καθιστά την παρουσίασή μου απόψε πιο δύσκολη και επίπονη.
 Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέχει μόλις λίγες εβδομάδες από την προ πολλού προσδοκώμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο», που θα συγκληθεί στην Κρήτη την εορτή της Πεντηκοστής. Αυτή η Σύνοδος είναι πρωτοφανής στην ιστορία της Εκκλησίας, τόσο για τη μακρόχρονη, επί δεκαετίες, προετοιμασία της, όσο και για μια άλλη πρωτοτυπία: η προετοιμασία, η οργάνωση και ορισμένα από τα μέχρι τώρα συνταχθέντα σχέδια κειμένων επηρεάσθηκαν ιδιαίτερα από μία σύνοδο ετεροδόξων, τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο και έχουν προδήλως εκτραπεί και αφίστανται από την Ορθόδοξη παράδοση.
Για το λόγο αυτό αμέσως μόλις δημοσιεύθηκαν τα προσυνοδικά κείμενα ξεσηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων σε πανορθόδοξο επίπεδο. Ορισμένοι εκ των πρωτεργατών της Οικουμενικής Κινήσεως υποβιβάζουν την κριτική που έχουν δεχθεί τα κείμενα, λέγοντας ότι όσοι ασκούν τέτοια κριτική είναι «αντισυνοδικοί», ακραίοι, φανατικοί, που δεν σέβονται το συνοδικό σύστημα και δεν έχουν εκκλησιαστικό ήθος! Όλοι αυτοί ξεχνούν ότι αντιδράσεις σε Πανορθόδοξο επίπεδο, για τα απαράδεκτα από εκκλησιολογικής απόψεως κείμενα, έχουν εκφράσει  :
1. Θεολόγοι Καθηγητές Θεολογικών Σχολών
2. Μοναστικές Αδελφότητες (6 Μονές του Αγ. Όρους ζήτησαν και συνεκλήθη Διπλή Σύναξη της Ιεράς Κοινότητας για την αντιμετώπιση του ζητήματος, μοναστήρια στη Μολδαβία διέκοψαν το μνημόσυνο του Αρχιεπισκόπου Κισινάου, επειδή ο Αρχιεπίσκοπος πιεζόμενος από τον Πατριάρχη Μόσχας δέχθηκε τα κείμενα, μοναστήρια στη Γεωργία και στη Βουλγαρία έχουν εκφράσει εντονότατες διαφωνίες)
3. Δεκάδες Ορθόδοξοι επίσκοποι από όλο τον κόσμο έχουν διατυπώσει την  κατηγορηματική τους αντίθεση. Να θυμίσουμε ότι στην Εκκλησία της Ελλάδος, περισσότεροι από 20οι Αρχιερείς που έχουν δημοσιεύσει την τεκμηριωμένη θεολογικά αντίρρησή τους στα κείμενα αλλά και την αντίθεσή τους στην ίδια τη Σύνοδο, δηλώνοντας ότι αρνούνται να συμμετάσχουν για λόγους συνειδήσεως… Στην πολλαπλώς εμπερίστατη Εκκλησία της Ουκρανίας ένας πολύ σπουδαίος επίσκοπος διέκοψε το μνημόσυνο του Πατριάρχου Μόσχας, διότι αποδέχθηκε τα κείμενα της Συνόδου.
4. Τέλος, ακόμα και Σύνοδοι Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, έχουν εκφράσει την εντονότατη κριτική τους, όπως η Εκκλησία της Κύπρου. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος συζήτησε αναλυτικά προ του Πάσχα, και θα συζητήσει και μεθαύριο Τρίτη-Τετάρτη (24-25.5.16) για την Πανορθόδοξη Σύνοδο, ενώ τα Πατριαρχεία της Γεωργίας και της Βουλγαρίας σε ομόφωνη συνοδική απόφαση των Ιεραρχιών τους, θεωρούν απαράδεκτα ορισμένα κείμενα, παρά τις πολλαπλές έξωθεν πιέσεις που δέχονται. Επίσης, και η Ι. Σύνοδος της Αυτονόμου Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς (Ευρώπη, Αμερική,  Αυστραλία) δημοσίευσε κείμενο θεολογικής κριτικής.

Στην παρούσα μας ανάλυσή μας, για την Σύνοδο, θα εξετάσουμε μία σειρά από «οδοδείκτες», ιστορικούς και θεολογικούς, που ακολούθησε η Εκκλησία στην πορεία της μέχρι την λεγόμενη πανορθόδοξη Σύνοδο στην  Κρήτη και θα καταδειχθεί ότι δεν ομοιάζει με τον θεανθρώπινο τρόπο των Αποστόλων. Η εκκλησιολογία δε, την οποία η Σύνοδος καλείται να δεχθεί δεν έχει αναγνωρισθεί ποτέ ως «ευάρεστη στο Άγιο Πνεύμα»» ή στους προηγούμενους διαδόχους των Αποστόλων, στους Αγίους Πατέρες
Α. Οδοδείκτες στην πορεία προς την Πανορθόδοξη Σύνοδο
1. ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ
Η Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος εξαγγέλθηκε απὸ τὸν πάπα Ιωάννη ΚΓ’ στὶς 25 Ἰανουαρίου 1959. Πραγματοποίησε 178 συνεδριάσεις κατὰ τὴ διάρκεια τεσσάρων συναπτών ετών (1962-1965).
Από Ορθοδόξου πλευράς η Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη που συγκλήθηκε για την προετοιμασία της μέλλουσας Πανορθόδοξης Συνόδου, έλαβε χώρα το 1961, μόλις τρία χρόνια μετά την εξαγγελία της Β΄ Βατικανής Συνόδου και ένα χρόνο πριν την έναρξη της.         
Σήμερα «το ποιός, σε τελική ανάλυση, επηρέασε ποιόν, δεν είναι πλέον δυνατόν να διαπιστωθεί», όπως ισχυρίζεται ειδική μελετήτρια της Πανορθόδοξης Συνόδου, η κα Maria Brun[1]. Το γεγονός ότι οι δύο σύνοδοι ξεκίνησαν αποφασιστικά μαζί, και η Ορθόδοξη πλευρά τακτικά συγκρίνει την εργασία της με την Β΄ Βατικανή, αποτελεί αναμφισβήτητα σημαντικό οδοδείκτη.
2. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΕΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ
Θα μπορούσε ίσως κάποιος να αμφισβητήσει ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1961 με την πρόσκληση για την Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη στη Ρόδο απαντούσε στην σύγκληση της Β΄ Βατικανής Συνόδου, ωστόσο είναι ξεκάθαρο ότι η μεθοδολογία που υιοθετήθηκε στη Ρόδο και μετέπειτα, ήταν εξ ολοκλήρου στα πρότυπα της Β΄ Βατικανής. Αυτός είναι ο δεύτερος οδοδείκτης προς την Κρήτη που καθιστά σαφή την ύπαρξη μίας ξένης πηγής έμπνευσης για την Σύνοδο.
 Όπως γράφει η Ρωμαιοκαθολική μελετήτρια της Πανορθοδόξου Συνόδου M. Brun σε πρόσφατο άρθρο της, «είναι ευρέως γνωστό πώς ο τρόπος εργασίας της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου χρησίμευσε κατά κάποιο τρόπο ως πρότυπο για τις διαδικασίες αυτές (της προπαρασκευής της Πανορθοδόξου Συνόδου)» και «η Ορθόδοξη Εκκλησία (…) ανέτρεξε στη Β′ Βατικάνεια Σύνοδο για να εμπνευστεί από αυτήν...»[2].
Στη διαπίστωση αυτή δεν έχουν καταλήξει μόνο οι Ρωμαιοκαθολικοί μελετητές της Β΄ Βατικανής και της Πανορθόδοξης, αλλά ακόμα και ο μεγάλος Καθηγητής της Δογματικής και, προπαντός, Άγιος Ομολογητής Ιουστίνος Πόποβιτς. Ο Άγ. Ιουστίνος το 1976 σε υπόμνημά του προς την Ιερά Σύνοδο της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας χαρακτηρίζει ως αναμφισβήτητο σημείο αποξένωσης από την Ορθόδοξη Παράδοση και τεκμήριο της αναλήθειας τής Πανορθόδοξης Συνόδου τον τρόπο σύγκλησης, προετοιμασίας και οργάνωσής της. Γράφει ο Άγιος:
«Εις την πραγματικότητα αποκαλύπτεται και εκδηλώνεται όχι απλώς έλλειψη συνέπειας και σταθερότητας, αλλά και η έκδηλη ανικανότητα και η παχυλή περί την Ορθοδοξία άγνοια εκείνων οι οποίοι θέλουν να επιβάλλουν στις Ορθόδοξες Εκκλησίες μίαν δική τους «Σύνοδον». Αποκαλύπτεται με άλλα λόγια, η άγνοια και ανικανότητα αυτών να αισθανθούν και να κατανοήσουν τι εσήμαινε και τι όντως σημαίνει μία αληθινή Οικουμενική Σύνοδος διά την Ορθόδοξη Εκκλησία και για το χριστεπώνυμο πλήρωμα των πιστών. Διότι, εάν αισθάνονταν και κατανοούσαν αυτό θα γνώριζαν τότε προπάντων, ότι στην ιστορία και στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας ουδέποτε και ουδεμία Σύνοδος - πόσον δε μάλλον τοιούτον πνευματικό, χαρισματικό, πεντηκοστιανό γεγονός, όπως είναι η Οικουμενική Σύνοδος της Εκκλησίας - εξεύρισκε και επινοούσε τεχνικώς τα θέματα δια να συνέλθη και συνεδριάση, και ότι ουδέποτε συνεκρότησε εκ των προτέρων τόσες «διασκέψεις», «συνέδρεια», «προσυνόδους» και παρόμοιες τεχνικές συνελεύσεις, ξένες εντελώς και αγνώστους εις την ορθόδοξον συνοδικήν παράδοσιν. (Διότι αι «διασκέψεις», τα «συνέδρεια» και τα ταύτα είναι μάλλον απλές απομιμήσεις των συνελεύσεων των δυτικών οργανώσεων, που είναι απομεμακρυσμένες από την Εκκλησία του Χριστού ή και ξένων προς αυτήν)»[3].
3. ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ: «Έχουμε τους ίδιους στόχους με τον πάπα Ιωάννη 23ο»!

Ένας τρίτος οδοδείκτης που φανερώνει ότι η Πανορθόδοξη Σύνοδος δεν ακολουθεί τους Αγίους Πατέρες είναι το αντικείμενο της Συνόδου. Μιμούμενη η παρούσα Σύνοδος εξ ολοκλήρου τη Β΄ Βατικανή ως προς το αντικείμενό της, έχει ως raison d'être (λόγο ύπαρξης) αυτής, την ανανέωση και ανακαίνιση της εσωτερικής ζωής και οργάνωσης της Εκκλησίας. Η Πανορθόδοξη Σύνοδος, ακολουθεί το πρότυπο της Β΄ Βατικανής: και αυτή επίσης δεν συγκαλείται για να αντιμετωπίσει δογματικά ζητήματα, όπως συνέβη με όλες τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, αλλά για να επιφέρει «εκσυγχρονισμό» και αναδιοργάνωση της Εκκλησίας.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος σε παλαιότερο δημοσίευμά του στο Ρωμαιοκαθολικό περιοδικό The National Catholic Reporter έγραψε τα εξής αποκαλυπτικά των προθέσεών του για την Πανορθόδοξη Σύνοδο: «οι δικοί μας στόχοι είναι ίδιοι με αυτούς του πάπα Ιωάννου 23ου να εκσυγχρονίσουμε την Εκκλησία και να προωθήσουμε την ενότητα των Χριστιανών. Επίσης, η Σύνοδος θα σημάνει το άνοιγμα της Ορθόδοξης  Εκκλησίας στις μη Χριστιανικές θρησκείες και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτό σημαίνει μία νέα στάση έναντι του Ισλάμ, του Βουδισμού, του σύγχρονου πολιτισμού και όσον αφορά τις επιδιώξεις για αδελφότητα χωρίς ρατσιστικές διακρίσεις … με άλλα λόγια θα σημάνει το τέλος δώδεκα αιώνων απομόνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας»[4].
4. ΟΧΙ «ΔΟΓΜΑΤΙΣΜΟΥΣ»
Επιπροσθέτως, όπως έχει τονισθεί, αυτή η Σύνοδος – όπως και η Β΄ Βατικανή – είναι μία «μη δογματική» σύνοδος, στην οποία, κατά τα λεγόμενα του Πατριάρχη Αθηναγόρα τα δόγματα θα πρέπει να μείνουν στο «θησαυροφυλάκιο». Με αυτήν την ομοιότητα της Συνόδου με την Β΄ Βατικανή φτάσαμε στον τέταρτο οδοδείκτη της πορείας μας προς την Κρήτη.
Η Α΄ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη του 1976 (στην οποία άσκησε κριτική ο Άγιος Ιουστίνος) αποφάσισε, και ίσως εμπνεύστηκε από το παράδειγμα της Β΄ Βατικανής (την οποία ο Πάπας ήθελε «ελεύθερη από δογματισμούς»), να μην ασχοληθεί άμεσα με τα δόγματα και τους κανόνες της Εκκλησίας, αλλά παρά ταύτα, να λάβει αποφάσεις θεολογικής και εκκλησιολογικής, δηλαδή ουσιαστικά δογματικής, φύσεως[5]
Έχουμε λοιπόν μία διγλωσσία και μικτό μήνυμα, εκ μέρους των οραματιστών και διοργανωτών της Πανορθοδόξου: από τη μία πλευρά πρόκειται για μία «μη-δογματική» σύνοδο (πράγμα ανήκουστο), απ’ την άλλη πλευρά, οι αποφάσεις της θα έχουν θεολογικό και εκκλησιολογικό περιεχόμενο!
Συνεπώς, το μήνυμα που λαμβάνουν οι πιστοί, όχι μόνο οι λαϊκοί, αλλά και οι κληρικοί, ακόμα και οι επίσκοποι, τους καθησυχάζει και αδρανοποιεί την επαγρύπνησή τους. Τους λέει, τρόπον τινά, ότι «δεν συμβαίνει τίποτε ουσιαστικό εδώ, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, δεν θα αλλάξει η πίστη μας», ενώ ουσιαστικά εκφράζεται, νομιμοποιείται και εγκρίνεται μία νέα εκκλησιολογία, μία νέα δογματική διδασκαλία για το τι είναι Εκκλησία.
 Σε αντίθεση με αυτή την προσέγγιση ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς εξηγεί:
«Τυγχάνει αναμφισβήτητο ιστορικόν γεγονός ότι οι Άγιες και Θεοσύλλεκτες Σύνοδοι των Αγίων και θεοφόρων Πατέρων είχαν πάντοτε ενώπιόν τους ένα συγκεκριμένο πρόβλημα το πολύ δε δύο ή τρία προβλήματα, που ετίθεντο ενώπιον της Εκκλησίας εκ μέρους των μεγάλων αιρέσεων και σχισμάτων και γενικώς εκείνων οι οποίοι διέστρεφαν την ορθή πίστη, έσχιζαν και διασπούσαν την ενότητα της Εκκλησίας και έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο τη σωτηρία των πιστών, τη σωτηρία του ευσεβούς και περιουσίου λαού τού Θεού και ολοκλήρου της κτίσεως. Διά τούτο  οι Άγιες  Οικουμενικές Σύνοδοι, όπως όλοι γνωρίζουμε, είχαν πάντοτε χριστολογικό, σωτηριολογικό, εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό σημαίνει, ότι το κεντρικό τους θέμα και το κύριον ευαγγέλιόν τους ήταν πάντοτε: ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός και η εν Αυτώ σωτηρία μας, η εν Αυτώ θέωσίς μας» [6]..
Η τραγική ειρωνεία και η τραγωδία του ζητήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι σήμερα είμαστε ήδη αντιμέτωποι με την σοβαρή απειλή «των μεγάλων αιρέσεων», η οποία διαστρεβλώνει την Ορθόδοξη Πίστη, «διαρρηγνύει και διασπά την ενότητα της Εκκλησία και θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την σωτηρίαν των πιστών». Αυτή η αίρεση, ασφαλώς, είναι η παναίρεση της νέας οικουμενιστικής εκκλησιολογίας που αρνείται την Μοναδικότητα, την Αγιότητα, την Καθολικότητα και την Αποστολικότητα της Εκκλησίας. Εμείς οι Ορθόδοξοι αντί να ακολουθούμε την Β΄ Βατικανή Σύνοδο στην πανηγυρική αποδοχή της νέας αντι-εκκλησιολογίας, πρέπει να συγκαλέσουμε σύνοδο προκειμένου αποφασιστικά να την αποκηρύξει και με σαφήνεια να ανακηρύξει εκ νέου τη διαχρονική Πατερική αντίληψη περί Εκκλησίας.
5. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΕΩΣ
Σε ευθεία αντίθεση με αυτή την κατάλληλη και Ορθόδοξη απάντηση στον συγκρητιστικό οικουμενισμό, η Πανορθόδοξη Σύνοδος πάλιν και πολλάκις βρίσκεται σε αρμονία και κοινό βηματισμό με την Β΄ Βατικανή Σύνοδο: όχι μόνο σε μία θετική αποτίμηση του οικουμενισμού αλλά και σε μία συνεχή και εμβαθυνόμενη συμμετοχή στην Κίνηση. Αυτή η ευθυγράμμιση είναι ο πέμπτος οδοδείκτης μας προς την σωστή κατανόηση της επικείμενης Συνόδου.
Παρά το γεγονός ότι η συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στον οικουμενισμό πάντοτε ήταν και είναι πηγή διχόνοιας μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών, ότι δύο Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν προ πολλού αποχωρήσει από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, επιπλέον δε, πολλοί επίσκοποι και κληρικοί διαρκώς ζητούν τον τερματισμό στο συνεχιζόμενο συμβιβασμό και τον εξευτελισμό του Σώματος των Ορθόδοξων στο σώμα αυτό, οι διοργανωτές της Συνόδου και συντάκτες των κειμένων της εμφανίζονται αμετακίνητοι και προσηλωμένοι στην υποστήριξη και προώθηση αυτών.
6.   Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Ο έκτος οδοδείκτης που μπορεί κανείς να παρατηρήσει στην πορεία προς την Κρήτη είναι o κυρίαρχος και καθοριστικός ρόλος των ακαδημαϊκών θεολόγων στον σχεδιασμό των υπό εξέταση κειμένων.
Ακολουθώντας το παράδειγμα της Β΄ Βατικανής, τα κείμενα της Πανορθόδοξης Συνόδου προετοιμάστηκαν από επιτροπές ακαδημαϊκών θεολόγων και ιεραρχών, ως εκπροσώπων τοπικών εκκλησιών.
Σχετικά με τη σύνοδο των Λατίνων, κατά κοινή ομολογία, οι θεολόγοι «ήταν οι σχεδιαστὲς των μεγάλων μεταρρυθμίσεων που εγκαινιάστηκαν στην Β΄ Βατικανή». Η συμβολὴ τους χαρακτηρίστηκε «αξιοσημείωτη… Οι επίσκοποι της Β΄ Βατικανης Συνόδου είχαν επίγνωση της σπουδαιότητας των θεολόγων». Η Σύνοδος αναγνώρισε επισήμως τις επί δεκαετίες εργώδεις προσπάθειές τους για την αναμόρφωση της θεολογίας, ιδιαιτέρως δε της εκκλησιολογίας.
Aλλά και, τώρα, με την Πανορθόδοξη Σύνοδο, το πλήρωμα των Ορθοδόξων Εκκλησιών (λαϊκοί, μοναχοί, κληρικοί ακόμα και επίσκοποι), ακόμα και οι Ιεραρχίες, κρατήθηκαν ουσιαστικά και σε μεγάλο βαθμό εκτός της προπαρασκευαστικής διαδικασίας. Μόνο μία μικρή ομάδα ακαδημαϊκών θεολόγων και συγκεκριμένων επισκόπων καθοδήγησαν και διαμόρφωσαν τα υποβληθέντα προς επικύρωση κείμενα στην μέλλουσα σύνοδο στην Κρήτη.
Ενδεικτικό της περιορισμένης συμμετοχής των ιεραρχών, πολλώ δε μάλλον των λαϊκών, μοναχών και κληρικών, είναι το γεγονός ότι τα τελικά κείμενα, αν και εγκρίθηκαν στην Ε’ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη από τα μέσα  Οκτωβρίου 2015, δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα προς γνώσιν των επισκόπων και των πιστών έως τα τέλη Ιανουαρίου 2016. Και ενώ δε δίδονταν στους επισκόπους, εντούτοις είχαν πρόσβαση σ’ αυτά επιλεγμένοι ακαδημαϊκοί θεολόγοι της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, οι οποίοι έκαναν και παρουσιάσεις αυτών στις αρχές τού περασμένου Δεκεμβρίου!
Ασφαλώς, η κυριαρχία των ακαδημαϊκών θεολόγων στη Δύση κατά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, δε μπορεί να θεωρηθεί εξαίρεση από την παλαιά λατινική πρακτική ούτε ιδιαίτερα προβληματική (μάλιστα χαιρετίστηκε ως μεγάλη και θετική προσφορά). Για την Ορθόδοξη θεολογία όμως, για την οποία αληθής θεολόγος είναι αυτός που προσεύχεται, το να καθοδηγούν οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι τους επισκόπους ή να ενεργούν αυτεξουσίως και αυτονομημένα από τις Ιεραρχίες, αποτελεί αποστασία από την Ορθόδοξη γνωσιολογία και, δυστυχώς, περίτρανα αποδεικνύει ότι ο Βαρλααμισμός για ακόμη μία φορά σήκωσε την πλανεμένη κεφαλή του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε όλες τις κρίσιμες στιγμές των Συνόδων στις οποίες η Ορθόδοξη πίστη ανακηρύχθηκε ομολογιακά, το «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν» ειπώθηκε από ασκητικούς επισκόπους και όχι από  φιλοσοφίζοντες σχολαστικούς ακαδημαϊκούς, που δεν είχαν σχέση με τη νηπτική θεολογία και πράξη.
Β.  Εκκλησιολογική Σύγκλιση:
Ακολουθώντας την Β΄ Βατικανή Σύνοδο,  όχι τους Αγίους Πατέρες!
Ας στρέψουμε όμως την προσοχή μας στην ουσία της Πανορθοδόξου Συνόδου, και ιδιαιτέρως στην αξιοπρόσεκτη σύγκλιση των προσεγγίσεων των δύο Συνόδων στα εκκλησιολογικά-δογματικά ζητήματα.
Κατ’ αρχάς, εντύπωση προκαλεί η σύγκλιση, ή  μάλλον,  απόλυτη ταύτιση της στάσης τους έναντι των αιρέσεων. Τα κείμενα της Β΄ Βατικανής Συνόδου και αυτά της Πανορθοδόξου, πουθενά δεν αναφέρονται σε αιρέσεις, κακοδοξίες ή πλάνες τις οποίες να προσδιορίζουν συγκεκριμένα, ωσάν το πνεύμα τής πλάνης να μην δραστηριοποιείται πλέον σήμερα[7].  Οι Πατέρες σε κάθε εποχή και σε κάθε Τοπική ή Οικουμενική Σύνοδο ένα είχαν ως βασικό μέλημα: την αφύπνιση της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας. Φρόντιζαν να εφιστούν την προσοχή τού πληρώματος της Εκκλησίας στη νόθευση και αλλοίωση της ευαγγελικής αποκαλύψεως από τους «βαρείς λύκους» (Πράξ, 20, 29), τους «λαλούντας διεστραμμένα» (Πράξ. 20, 30), τους «ψευδοδιδασκάλους» (2  Πετρ.  2, 1), τις «αιρέσεις απωλείας» (2 Πέτρ. 2, 1). Τόσο η Β΄ Βατικανή όσο και η Πανορθόδοξη τάσσονται στον αντίποδα της πάγιας αυτής αποστολικής, Πατερικής και συνοδικής πρακτικής της Εκκλησίας: δεν επισημαίνουν καμία πλάνη, καμία αίρεση, καμία διαστροφή της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και ζωής! Απεναντίας μάλιστα, στα κείμενα της μέλλουσας Πανορθοδόξου και ιδιαιτέρως στο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», οι αιρετικές παρεκκλίσεις από τη διδασκαλία των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων χαρακτηρίζονται απλώς «παραδεδομένες θεολογικές διαφορές ή τυχόν νέες διαφοροποιήσεις» (§ 11), τις οποίες καλούνται η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ετεροδοξία να «υπερβούν» (§ 11)! Είναι εμφανέστατος ο επηρεασμός από το «περί Οικουμενισμού»  (UR)  διάταγμα της Β΄ Βατικανής[8]!
Δεύτερον, η Πανορθόδοξη,  ακολουθώντας τη Β' Βατικανή και κινούμενη μέσα σε «νέες συνθήκες» (§ 4) στις οποίες δήθεν δεν υπάρχουν πλέον αιρέσεις, προέβη στο πρωτοφανές διάβημα να προσκαλέσει επισήμως να παραστούν ως «Παρατηρητές», στη Σύνοδο, ετεροδόξοι «εκπρόσωποι χριστιανικών Εκκλησιών ή Ομολογιών, μετά των οποίων ἡ Ορθόδοξος Εκκλησία διεξάγει Θεολογικόν Διάλογον, ως καί άλλων χριστιανικῶν οργανώσεων»[9]. Ουδέποτε στη δισχιλιόχρονη ζωή της Εκκλησίας, σε τοπικές ή Οικουμενικές Συνόδους, δεν υπήρχαν “παρατηρητές” ετερόδοξοι που έχουν καταδικαστεί από Οικουμενικές Συνόδους και την εκκλησιαστική συνείδηση. Μόνο στην παπική σύνοδο, τη Β΄ Βατικανή εμφανίστηκε το καθεστώς των “παρατηρητών”! Μία Πανορθόδοξη όμως Σύνοδος δε θα έπρεπε να είχε ως πρότυπο τις παπικές πρακτικές, μεθόδους και μεθοδεύσεις.
Μία άλλη χαρακτηριστική κατηγορία ομοιοτήτων μεταξύ των κειμένων της Β΄ Βατικανής και της Πανορθοδόξου είναι στη χρήση διφορούμενης και ασαφούς ορολογίας που αφήνουν περιθώριο για ποικίλες και ετερόκλητες ερμηνείες.
Η πρακτική αυτή αποτελεί συστατικό γνώρισμα των δογματικών και εκκλησιολογικών κειμένων της Β΄ Βατικανής Συνόδου. Οι πιο γνωστές τέτοιες διφορούμενες φράσεις βρίσκονται στο Δογματικό Σύνταγμα «Lumen Gentium» (LG), δηλαδή στην περί Εκκλησίας δογματική απόφαση της Β΄ Βατικανής, όπου έγινε μία καθοριστική αλλαγή στον ορισμό της Εκκλησίας.
Το LG, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με την θεώρηση των «κεχωρισμένων εκκλησιών», εγκατέλειψε την απόλυτη και αποκλειστική ταύτιση της Εκκλησίας τού Χριστού και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, όπως είχε παραδοσιακὰ καθιερωθεί.[10]
Η απλή διατύπωση ότι η Εκκλησία τού Χριστού ταυτίζεται με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, όπως αναφέρεται στις παπικές Εγκυκλίους[11] όσο και στις προσυνοδικές εκδοχές τού Συντάγματος, αντικαταστάθηκε με τη δήλωση πως «η Εκκλησία τού Χριστού subsistit in – ενυπάρχει στην Καθολική Εκκλησία»[12].
Πρόσφατα, πενήντα χρόνια μετά τη Β΄ Βατικανή σύνοδο, ο υπεύθυνος των οικουμενικών σχέσεων στο Βατικανό, Cardinal W. Kasper, αναγκάσθηκε να δεχθεί ότι «η ερμηνεία του “subsistit in” αποτελεί ‘Desideratum’ [ζητούμενο] και περιλαμβάνει επαμφοτερίζοντα στοιχεία που επιδέχονται διπλή ερμηνεία· είναι ταυτόχρονα inclusive και exclusive [μη αποκλειστική και αποκλειστική]».[13]
Προφανώς, δεν είναι αβάσιμη η κατηγορία περί διγλωσσίας των Ρωμαιοκαθολικών. Δεν είναι τυχαίο ότι και τα δύο εκκλησιολογικά κείμενα (το περί Εκκλησίας Σύνταγμα και το περί Οικουμενισμού Διάταγμα) της Β΄ Βατικανής Συνόδου αποτελούν και για αυτούς που προωθούν μία αποκλειστική εκκλησιολογία και για αυτούς που στηρίζουν μία περιεκτική εκκλησιολογία σημείο αναφοράς και πυξίδα για τις τοποθετήσεις και τις κατευθύνσεις τους. Όπως ευθέως ομολόγησε οικουμενιστής θεολόγος από την Θεσσαλονίκη:  «Χρησιμοποιούνται οι ίδιες πηγές, αλλά συνάγονται εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα».[14]
Επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα άλλο παράδειγμα από το Lumen Gentium: Μολονότι, το Lumen Gentium καθιέρωσε νέα κριτήρια για τη συμμετοχή στην Εκκλησία, ακόμη και μία νέα θεώρηση της ίδιας της Εκκλησίας, ωστόσο δεν απέρριψε και την παραδοσιακὴ θεώρηση της ενότητας της Εκκλησίας· απλώς δεν την εφαρμόζει πλέον στους μη-Ρωμαιοκαθολικούς. Οι δύο θεωρήσεις αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη.
Επομένως, η πλήρης συμμετοχὴ στην ενότητα της Εκκλησίας, για τους Ρωμαιοκαθολικούς, περιγράφεται στο άρθρο 14 του Lumen Gentium. Ευθύς αμέσως μετά, στο άρθρο 15, διαβάζουμε για την ενότητα εν Χριστώ και Αγίω Πνεύματι καί για τα Μυστήρια της Εκκλησίας – οι «πολλαπλοί ἐσωτερικοί δεσμοί» – που εδραιώνουν τους «χωρισμένους αδελφούς» σε μία ατελή κοινωνία.
Σύμφωνα με την διπλὴ αυτὴ ενότητα, η Ρώμη εξακολουθεί νὰ θεωρεί εαυτὴν ως την μόνη «συγκεκριμένη φανέρωση» (concrete manifestation) της Εκκλησίας – της Εκκλησίας που ο Χριστὸς θέλησε – ενώ οι μη-Ρωμαιοκαθολικὲς Εκκλησίες είναι Εκκλησίες μόνο κατὰ έναν περιορισμένο τρόπο (βλ. UR 3d και e).
Παραδόξως όμως, όσο και αν είναι «αποδυναμωμένες» ή «πληγωμένες»[15] ή «ελλιπείς» αυτὲς οι Εκκλησίες, φέρεται πως έχουν πλήρως νόμιμα Μυστήρια[16]. Παρ᾽ ότι  τελούν σε ενότητα με τον Χριστό, η ενότητά τους με την Εκκλησία και μέσα σ’ αυτὴν είναι ατελής! Όσο και αν υστερούν όμως οι μη-Ρωμαιοκαθολικοὶ, είναι μέρος της Εκκλησίας. Οι σχισματικοὶ και οι αιρετικοὶ μπορούν να ενωθούν με το Χριστὸ και να γίνουν μέλη του Σώματος του Χριστού, χωρὶς εν τούτοις να είναι μέλη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ρωμαιοκαθολικοί, Προτεστάντες και Ορθόδοξοι, όλοι αυτοὶ φέρονται ότι είναι μέρος της Μίας Εκκλησίας, παρ᾽ ότι βρίσκονται σε διαφορετικὰ επίπεδα πληρότητας και εκκλησιαστικότητας. 
Ο Francis Sullivan, συνοψίζοντας την εικόνα της παγκόσμιας Εκκλησίας του Χριστού που δημιούργησε η νέα παπική εκκλησιολογία, γράφει τα εξής:
«Μπορεί κάποιος να σκεφθεί την παγκόσμια Εκκλησία ως μια κοινωνία (communion) – σε ποικίλα επίπεδα πληρότητας – ‘σωμάτων’ που είναι περισσότερο ή λιγότερο πλήρεις Εκκλησίες… Είναι μία πραγματικὴ κοινωνία, που πραγματοποιείται σε ποικίλους βαθμοὺς πυκνότητας ή πληρότητας, μία κοινωνία «σωμάτων» που στο σύνολό τους έχουν πραγματικὰ εκκλησιαστικὸ χαρακτήρα, παρ᾽ ότι κάποια πληρέστερα απὸ άλλα »[17]. 
Είναι καίριας σημασίας, να διατηρήσει κανείς στο νου του αυτή την ιδέα της Εκκλησίας της Β΄ Βατικανής, όταν σε λίγο θα διαβάσω αυτούσια αποσπάσματα από το προσυνοδικό κείμενο της Πανορθοδόξου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον». Στο στρεβλό οικουμενικό εκκλησιολογικό πλαίσιο τού – μετά τη Β΄ Βατικανή – οικουμενισμού, η απλή ταύτιση της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν αποκλείει την ταυτόχρονη αναγνώριση άλλων εκκλησιών, ως φορέων «εκκλησιαστικού χαρακτήρα», έστω κι αν είναι «λιγότερο ή περισσότερο πλήρεις Εκκλησίες». Μία τέτοια ανορθόδοξη ανάγνωση έχουμε, όταν το κείμενο της Πανορθοδόξου κάνει ιδιαίτερες αναφορές σε ετερόδοξες ομολογίες ως «Εκκλησίες».
Πριν εξετάσουμε τα σχετικά χωρία των κειμένων της Πανορθόδοξης Συνόδου και την εκκλησιολογική σύγκλιση με τη διδασκαλία της Β΄ Βατικανής που παρατηρείται σ’ αυτά, επιτρέψτε μου να ανοίξω μία παρένθεση και να μοιρασθώ μαζί σας μία προσωπική μου εμπειρία για να γίνει σαφέστερο το ζήτημα:
Για να μη νομίσουμε ότι τα κείμενα της Συνόδου είναι ήσσονος σημασίας και ότι πιθανή αμφισβήτησή τους έχει δευτερεύοντα ρόλο  για τη ζωή της Εκκλησίας, ακούστε την παρακάτω έκκληση που έλαβα από κάποιον προβληματισμένο ρωμαιοκαθολικό σχολιαστή. Μου έγραψε:
«Προς τους φίλους μου στην Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία: φροντίστε επιμελώς για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο... Διαφορετικά θα είναι για την Ορθοδοξία ό,τι ήταν η Β΄ Βατικανή για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία του 1960. Κι αυτό, η ασάφεια της γλώσσας των κειμένων της Συνόδου, είχε καταλυτική συνέπεια για την Αποστασία που αντιμετωπίζουμε τώρα στη Δύση... Ιδιαίτερα ευθύνεται για την ψευδή μαρτυρία τής μέχρι σήμερα ιεραρχίας μας συμπεριλαμβανομένου και του σημερινού Πάπα. Να είστε σε πνευματική εγρήγορση, δυνατοί και πιστοί στο Χριστό και στην Εκκλησία Του. Μην αφήνετε ό,τι έγινε ως αποτέλεσμα της Β΄ Βατικανής, παρά τις καλές προσπάθειες ορισμένων κληρικών και λαϊκών, να γίνει στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι λίγοι που παρέμειναν πιστοί εντός της Εκκλησίας μας (εννοεί την Ρωμαιοκαθολική) έχουν περιφρονητικά χαρακτηρισθεί «παραδοσιακοί»... Η προ-Βατικάνεια πίστη και πρακτική τους τώρα ανοιχτά χλευάζεται από το κύριο σώμα του Novus Ordo (νέα λειτουργική τάξη του παπισμού), και εμείς συνεχώς περιθωριοποιούμαστε στις Ακολουθίες και στις σχέσεις μας με τους άλλους ρωμαιοκαθολικούς. Προσεύχομαι να μένετε πάντοτε πιστοί στην Ορθόδοξη Παράδοση, τις ορθόδοξες αξίες και τα δόγματα».  
Σημειώνουμε την σειρά των πραγμάτων σύμφωνα με τον ρωμαιοκαθολικό σχολιαστή: Η ασάφεια των κειμένων θεωρείται ως ο καταλύτης:
1. για την αποστασία της Δύσεως,
2. για την ψευδή μαρτυρία προς τον κόσμο εκ μέρους της ιεραρχίας,  και
3. για την περιθωριοποίηση των πιστών
Aς στραφούμε τώρα στα σχετικά χωρία του προσυνοδικού κειμένου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον», του πιο προβληματικού, από τα κείμενα που έχουν κατατεθεί προς έγκριση στην Πανορθόδοξη Σύνοδο, για να διαπιστώσουμε την ίδια ασάφεια με τα κείμενα της Β΄ Βατικανής.
Όπως ήδη έχει επισημανθεί από σεβαστούς ιεράρχες και θεολόγους, όπως είναι ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος και ο καθηγητής Δογματικής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, το προσυνοδικό κείμενο της Πανορθοδόξου, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπό Χριστιανικό Κόσμο», παρουσιάζει συστηματικά επαναλαμβανόμενη θεολογική ασάφεια, ασυνέπεια και αντίφαση.
Στο πρώτο άρθρο διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως τη «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Στο άρθρο 6 ωστόσο, παρουσιάζει μια αντιφατική διατύπωση, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».
Ανακύπτει το ερώτημα: αν η Εκκλησία είναι «Μία», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τότε πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες σε ένα κείμενο που αποσκοπεί να εκφράσει την ορθόδοξη εκκλησιολογία;
 Όπως έγραψε ο καθηγητής Τσελλεγίδης, «δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλαπλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες τής πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
Σε ένα δογματικό κείμενο τέτοιας φύσεως, θα έπρεπε να είναι προφανές, ότι ο όρος «Εκκλησία» πρέπει να χρησιμοποιηθεί αυστηρά και μόνο σύμφωνα με την Ορθόδοξη έννοια της λέξης, ώστε να αποκλειστεί οποιαδήποτε πιθανή παρερμηνεία. Με δεδομένο το νέο ανορθόδοξο εκκλησιολογικό πρότυπο τού Οικουμενισμού μετά την Β′ Βατικανή Σύνοδο, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, υπάρχει επαρκής θεολογική βάση για τους ιεράρχες  των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών να απορρίψουν στο σύνολό του το εν λόγω προσχέδιο κειμένου για τις σχέσεις με τους ετεροδόξους.
Στο ίδιο άρθρο (6) βρίσκουμε και δεύτερο παράδειγμα θεολογικής ασάφειας και αντίφασης. Στην αρχή διαβάσαμε το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα». 
Αυτό το συγκεκριμένο παράδειγμα ασάφειας και αντίφασης θυμίζει παρόμοιο από τα άρθρα 14 και 15 του προαναφερθέντος Lumen Gentium, όπου παρουσιάζονται διαδοχικά δύο αντικείμενες απόψεις περί Εκκλησίας.
Σε αυτό το παράδειγμα, η ενότητα της Εκκλησίας αρχικά αναγνωρίζεται ως δεδομένη, και στη συνέχεια ακολουθεί η ιδέα ότι η ενότητα εξακολουθεί να αναζητείται. Παραθέτουμε και πάλι από τον καθηγητή Τσελεγγίδη: «Τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα συνόλου τού Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.»
Το τελικό μας παράδειγμα είναι η θεολογική σύγχυση που προκαλεί η ασάφεια του άρθρου 20, το οποίο αναφέρει:
«Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β’ και 95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)»
Γιατί παρατίθενται οι συγκεκριμένοι κανόνες; Αυτοί οι κανόνες κάνουν λόγο για την αποδοχή συγκεκριμένων αιρετικών που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ωστόσο, ο καθηγητής Τσελεγγίδης επισημαίνει, «από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία».
Επομένως, για ποιο λόγο παρατίθενται αυτοί οι κανόνες ως βάση για το θεολογικό διάλογο με τους ετεροδόξους;
Η απάντηση που δίνει ο Μητροπολίτης Ναυπάλτου Ιερόθεος και ο καθηγητής Τσελεγγίδης είναι ότι σκοπός του άρθρου 20 είναι να εισάγει ανεπαίσθητα, θα λέγαμε «από την πίσω πόρτα», τη λεγόμενη «βαπτισματική θεολογία» στα κείμενα της Συνόδου. Δεδομένης της ασάφειας του κειμένου, θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί ότι η απάντησή μας βασίζεται αποκλειστικά στα συμπεράσματά μας. Όμως οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα αυτό βασιζόμενοι στις αρχικές επεξηγήσεις που δόθηκαν από ηγετικούς οικουμενιστές θεολόγους, όπως τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής της Θεσσαλονίκης Τσομπανίδη και τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας, σε ημερίδα που διοργάνωσε η Ι. Μ. Βλατάδων στις αρχές Δεκεμβρίου 2015.
Η πρόσφατη απάντηση του Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου στην αρχική κριτική μάς δίνει άλλη μία ευκαιρία για να δείξουμε ότι κάποιοι ακαδημαϊκοί θεολόγοι που είναι στην υπηρεσία της Πανορθοδόξου Συνόδου είναι, όπως και οι προκάτοχοι τους στην Β΄ Βατικανή, επιδέξιοι στην διπλωματική “τέχνη” τής διγλωσσίας, εφαρμοσμένη τώρα στα εκκλησιαστικά.
Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας, στο υπόμνημά του προς την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος[18] σχετικά με το υπό συζήτηση κείμενο αναφέρεται στο άρθρο 20 και σε έντονο ύφος επιμένει ότι επ’ ουδενί σχετίζεται με τη «βαπτισματική θεολογία».
Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος έχοντας απορρίψει ως «αθεολόγητους» όσους του ασκούν κριτική για την άποψη ότι είχε υιοθετήσει τη βαπτισματική θεολογία γράφει τα εξής : «Η κατ’ οικονομία αυτή αποδοχή των ετεροδόξων υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διά Λιβέλλου και διά Χρίσματος, συνεπάγεται μεν την «κατ’ οικονομίαν» αποδοχήν ως εγκύρου και υποστατού τού βαπτίσματος όχι όμως και όλων των λοιπών μυστηρίων ή της αντίστοιχης ομολογίας…».
Δυστυχώς όμως γι’  αυτόν,  η διατύπωσή του αυτή πράγματι είναι μία αρκετά καλή και ακριβής περιγραφή της βαπτισματικής θεολογίας, την οποία ο Μητροπολίτης επιμένει ότι απορρίπτει! Ο Άγιος Μεσσηνίας επαναδιατυπώνει ουσιαστικά την περί κοινού Βαπτίσματος διδασκαλία της Β΄ Βατικανής Συνόδου, η οποία θεωρεί ότι το μη Ρωμαιοκαθολικό βάπτισμα διατηρεί όχι μόνο τον τύπο, αλλά και ότι μεταδίδει την πραγματικότητα, δηλ. την πλήρη Χάρη του Μυστηρίου.
Η άποψη του Μητροπολίτου Μεσσηνίας μάς υπενθυμίζει την άποψη του Αυγουστίνου ότι οι αιρετικοί έχουν το sacramentum (το σημείο, τον τύπο) του Βαπτίσματος,  αλλά όχι το res sacramentum (την πραγματικότητα της Χάριτος του βαπτίσματος), με τη σημαντική διαφορά ότι ο Μητροπολίτης φαίνεται να αποδέχεται ότι οι αιρετικοί έχουν και τα δύο, δηλ. και τον τύπο και την ουσία του μυστηρίου!
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που είναι σαφές είναι ότι ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας και όσοι δέχονται ότι υφίσταται και έγκυρο και υποστατό βάπτισμα εκτός της Εκκλησίας –συμπεριλαμβανομένων και των συντακτών του προσυνοδικού κειμένου– δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι ορθοτομούν, ότι εκφράζουν την Ορθόδοξη διδασκαλία. Καθότι, σύμφωνα με αυτήν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο  μερισμός του Χριστού, δηλ. είναι αδύνατη η διαίρεση των μυστηρίων, αφού ο Χριστός είναι «τα πάντα εν πάσι», και κάθε μυστήριο είναι έκφραση του «Ενός» Μυστηρίου, δηλαδή του Χριστού.  Με απλά λόγια δεν μπορεί να υπάρξει ούτε «κατ’  οικονομίαν» αποδοχή ατελούς μύησης και συμμετοχής στον Ένα Χριστό. Για εμάς τους Ορθοδόξους το αυθεντικὸ Μυστήριο λαμβάνει χώρα εντὸς των ορίων της Μίας Εκκλησίας με πλήρη και όχι μερική πιστότητα στην πίστη και την πρακτική της Εκκλησίας.
Ολα τα προηγούμενα καθώς και άλλα τόσα που θα μπορούσαμε να παραθέσουμε, ενισχύουν τη δήλωση του καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Καρακάλλου του Αγίου Όρους σχετικά με τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ότι οι διατυπώσεις των προσυνοδικών κειμένων «είναι επισφαλείς και διφορούμενες, και επιδέχονται ερμηνείες αποκλίνουσες από το Ορθόδοξο δόγμα».
Συμπερασματικά, επιτρέψτε μου να επιστήσω την προσοχή σας στις ακόλουθες κρίσεις που εκφράσθηκαν πριν από σαράντα χρόνια από δύο εκκλησιαστικούς άνδρες εξαιρετικής πνευματικής διαύγειας, διορατικότητας και διάκρισης των πνευμάτων της εποχής μας.
Ο πρώτος ήταν ο αμερικανός Ορθόδοξος μοναχός πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ, ο οποίος την εποχή που έγραφε μόναζε στην έρημο της βόρειας Καλιφόρνιας, μακριά από τις προσυνοδικές επιτροπές. Ωστόσο, η θεόπνευστη κρίση του άντεξε στη δοκιμασία τού χρόνου, κι έρχεται να μας επιβεβαιώσει ότι ελάχιστες αλλαγές υπάρχουν από την αρχή μέχρι το τέλος σε σχέση με την Σύνοδο. Έγραφε το 1976:
«Κρινόμενες βάσει του νηφάλιου προτύπου, τού αναλλοίωτου, της Πατερικής Ορθοδοξίας, οι προετοιμασίες για μία «όγδοη οικουμενική σύνοδο» (τώρα καλούμενη ως Πανορθόδοξη Σύνοδος) φανερώνονται ως ανορθόδοξες, στερούμενες σοβαρότητας, και ποιμαντικά εντελώς ανεύθυνες. Τέτοιου είδους σύνοδος είναι μία προσπάθεια ριζωμένη όχι στο  ορθόδοξο φρόνημα και στην εγκάρδια φροντίδα για την σωτηρία των ψυχών, αλλά μάλλον στο «πνεύμα της εποχής». Σκοπεύει να είναι ευάρεστη, όχι στον Θεό, αλλά στον κόσμο, και συγκεκριμένα στον ετερόδοξο κόσμο. Κρίνοντας από την εμπειρία της Βατικανής Συνόδου και τις συνέπειες αυτής στον Ρωμαιοκαθολικισμό, τέτοια σύνοδος εάν συγκληθεί, θα παράγει βαθιά ακαταστασία και αναρχία στον Ορθόδοξο κόσμο... Η προτεινόμενη «Οικουμενική Σύνοδος», κρινόμενη επί τη βάσει των προετοιμασιών που έχουν ήδη γίνει, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μία «ληστρική σύνοδος», μία προδοσία του Χριστού και της Εκκλησίας Του»[19].
Την ίδια χρονιά (1976) και σε πλήρη συμφωνία, ο μεγάλος δογματολόγος και Ομολογητής Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς έκανε έκκληση προς την Ιεραρχία του όχι μόνο να απέχει από τις προετοιμασίες αλλά και από αυτήν την ίδια τη Σύνοδο, διαβλέποντας τους πλέον πικρούς καρπούς  από την σύγκλησή της:
«Απευθύνομαι και πάλιν, κατά την υπαγόρευσιν της συνειδήσεώς μου, διά ταύτης της παρακλήσεώς μου και της υιικής εν προσευχή κραυγής μου, προς την Ι. Σύνοδον της Ιεραρχίας της μαρτυρικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ημών: όπως η Εκκλησία της Σερβίας απόσχη της συμμετοχής εις την προπαρασκευήν μιάς κατ’ όνομα «Οικουμενικής» Συνόδου, όλως δε ιδιαιτέρως της εν αυτή συμμετοχής, εάν τελικώς συνέλθη αυτή. Διότι, εάν «προπαρασκευαστεί» κατά τον περιγραφέντα τρόπον και συνέλθη αύριο ή μεθ’ αύριο, ο μη γένοιτο,  μία τοιαύτη σύνοδος, ένα μόνο αποτέλεσμα δυνάμεθα να αναμένωμεν εξ αυτής: σχίσματα ή και αιρέσεις και οπωσδήποτε απώλεια πολλών, δυσαριθμήτων ψυχών. Θεωρουμένη δε εκ της ιστορικής αποστολικής και πατερικής πείρας της Εκκλησίας η τοιαύτη Σύνοδος, αντί θεραπείας των ήδη υφισταμένων δεινών, θα ανοίξει και νέας πληγάς και τραύματα επί του σώματος της Εκκλησίας, δημιουργούσα εις αυτήν νέα προβλήματα και νέας ταλαιπωρίας» [20]..
Σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί ,
Η δυνατή αυτή προφητική φωνή του μεγάλου Ομολογητού της πίστεώς μας Αγ. Ιουστίνου παραμένει και σήμερα, μετά από 40 χρόνια, εξαιρετικά επίκαιρη και αυθεντική. Τα γεγονότα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών επιβεβαιώνουν την ορθή κρίση τού Αγίου. Επί πλέον όλα αυτά που παρουσιάστηκαν απόψε ενώπιόν σας, δηλαδή,
·    το ξεκίνημα και η μεθοδολογία της Συνόδου,
·    η επιμελής αποφυγή διαλόγου επί των δογματικών προκλήσεων,
·    η απουσία των εμπειρικών θεολόγων,
·    ο χαρακτηρισμός των αιρέσεων ως Εκκλησιών, η πρόσκληση των αιρεσιαρχών ως «παρατηρητών», και
·    η αναγνώριση των μυστηρίων των αιρετικών και της εκκλησιαστικότη-τας των αιρετικών ομολογιών,
όλα αυτά επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες μας ότι η Πανορθόδοξη Σύνοδος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να πιστοποιηθεί στην εκκλησιαστική συνείδηση ως «επομένη τοις αγίοις Πατράσι».
Αντιθέτως, όπως καταδείξαμε, επηρεάστηκε καθοριστικά  από τις αποκλίνουσες Βατικάνειες εκκλησιολογικές θέσεις και πρακτικές και, ως εκ τούτου, τείνει να αναδειχθεί απλώς «επομένη τη Β΄ Βατικανή Συνόδω».




[1] M. Brun, «O αντίκτυπος της Β′ Βατικάνειας Συνόδου στην Όρθόδοξη Εκκλησία», Θεολογία,  86(2015), 223.
[2] M. Brun, «O αντίκτυπος της Β′ Βατικάνειας Συνόδου στην Όρθόδοξη Εκκλησία», Θεολογία,  86(2015), 231, 234.
[3] βλ. Ορθόδοξος Τύπος, 304/10.2.1978, σ. 3
[4] "Council Coming for Orthodox", interview by Desmond O'Grady, The National Catholic Reporter,  in the January 21, 1977.
[5] M. Brun, «O αντίκτυπος της Β′ Βατικάνειας Συνόδου στην Όρθόδοξη Εκκλησία», Θεολογία,  86(2015), 223-224.
[6] βλ. Ορθόδοξος Τύπος, 304/10.2.1978, σ. 3
[7] Η Γ΄ ΠΠΔ (Σαμπεζύ 1986) δεν τόλμησε ούτε τον όρο «ετερόδοξοι χριστιανοί» να υιοθετήσει! Σύμφωνα με τα πρακτικά ο Όρους Λιβάνου Γεώργιος πρότεινε: «θα ήμην έτοιμος να προτείνω: “ετερόδοξοι χριστιανοί”, αλλά δυνάμεθα ίσως να εύρωμεν μετριοπαθεστέραν διατύπωσιν». Ο πρόεδρος  Μύρων Χρυσόστομος: «Ας αποφύγω-μεν   την χρήσιν του όρου “ετερόδοξοι”»! (Συνοδικά ΙΧ, σ. 251).
[8]  Unitatis Redintergratto §§ 3, 4,  και  Π. Χίρς, Η εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής Συνόδου, εκδ. Uncut Mountain  Press, 2014, σ. 287-292.
[9] Σύμφωνα με την απόφαση των Προκαθημένων (21-28.1.2016) θα προσκληθούν να παραστούν ως εκπρόσωποι               α) δύο εκ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, β) ένας εκ της Κοπτικής Εκκλησίας, γ) ένας εκ της Εκκλησίας της Αἰθιοπίας, δ) ένας εκ της Αρμενικής Εκκλησίας του Ετσμιατζίν, ε) ένας εκ του Καθολικοσάτου της Κιλικίας, στ) ένας εκ της Συροϊακωβιτικής Εκκλησίας, ζ) ένας εκ της Αγγλικανικής Εκκλησίας, η) ο Ἀρχιεπίσκοπος των Παλαιοκαθολικών της Ενώσεως της Ουτρέχτης, θ) ένας εκ της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας, ι)  ο Γενικός Γραμματεας του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και ο Διευθυντής της Επιτροπής Πίστις και Τάξις του Συμβουλίου, ια) ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, ιβ)  ο Γενικός Γραμματεας του Συμβουλίου Εκκλησιών Μέσης Ανατολής, και ιγ) ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας.
[10] Η επίσημη εξήγηση που δόθηκε στους επισκόπους απὸ τη Θεολογικὴ Επιτροπή, για να εξηγήσει αυτὴ την αλλαγή, δείχνει ότι επινοήθηκε ώστε να συμφωνεῖ με τη νέα θεώρηση αυτών καθαυτών των Μη-Ρωμαιοκαθολικών μυστηρίων και κοινωνιών. Η Επιτροπὴ είπε ότι η αλλαγὴ αυτὴ έγινε «έτσι ώστε ἡ έκφραση να συμφωνεί καλύτερα με την επιβεβαίωση περὶ των εκκλησιαστικών στοιχείων που βρίσκονται αλλαχού [δηλ. σε άλλες εκκλησιαστικὲς κοινότητες]». Sullivan, “The Significance of the Vatican II Declaration that the Church of Christ ‘Subsists in’ the Roman Catholic Church” σ. 274. Επίσης, η προπαρασκευαστικὴ Επιτροπὴ της Συνόδου, στην εναρκτήρια συνεδρίασή της το 1962, έκανε τις ακόλουθες δηλώσεις στο σχῆμα De Ecclesia: «Η Ρωμαιοκαθολικὴ εκκλησία είναι το Μυστικὸ Σώμα του Χριστού. . . και μόνον αυτή, η Ρωμαιοκαθολική, έχει το δικαίωμα να αποκαλείται Εκκλησία» (Βλ.  Sullivan, “The Significance of the Vatican II Declaration that the Church of Christ ‘Subsists in’ the Roman Catholic Church”, σ. 273).
[11] Για παράδειγμα, ο πάπας Πίος XII κατέστησε εξαιρετικὰ σαφές, τόσο στην Εγκύκλιο Mystici Corporis (1943) όσο και στην Humani generis (1950), ότι το Μυστικὸ Σώμα τού Χριστού, η Εκκλησία του Χριστού και η Ρωμαιοκαθολικὴ Εκκλησία είναι ένα και το αυτὸ πράγμα.
[12] Lumen Gentium 8.
[13] Τσομπανίδης, Στυλιανός Χ., Η Διακήρυξη “Dominus Iesus” και η Οικουμενική Σημασία της. Πουρναρά: Θεσσαλονίκη, 2003 Τσομπανίδης, σσ. 122-123..
[14] Τσομπανίδης, Η Διακήρυξη Dominus Iesus, 82
[15] Βλ. τη δήλωση της Συνελεύσεως περὶ Δόγματος και Πίστεως, Dominus Iesus.
[16] Αυτὸ είναι προφανές, λόγου χάριν, στην UR 15α: «δια της τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας σε κάθε μία απ’ αυτὲς τις [Ορθόδοξες] Εκκλησίες, η Εκκλησία του Θεού κτίζεται και αυξάνει η αίγλη  της».
[17] Francis A. Sullivan, S.J., “The Significance of the Vatican II Declaration that the Church of Christ ‘Subsists in’ the Roman Catholic Church,” σ. 283 (έμφαση του γράφοντος). Σύμφωνα επίσης με τον Ι. Σπιτέρη, «απὸ [την ἐγκύκλιο UUS] προκύπτει μία νέα έννοια της Εκκλησίας που συνίσταται απὸ μία κοινωνία Εκκλησιῶν, στην οποία, κατὰ κάποιον τρόπο, ανήκουν όλες οι χριστιανικὲς Εκκλησίες» (Ι. Σπιτέρης, «Η Καθολικὴ Εκκλησία και οι άλλες χριστιανικὲς Εκκλησίες», Θ. Κοντίδης (επιμ.), Ο Καθολικισμός, Αθήνα 2000, σ. 246).
[18] Βλ: http://www.amen.gr/article/ypomnima-tou-mitropoliti-messinias-gia-to-panorthodokso-keimeno-sxeseis-tis-orthodoksou-ekklisias-pros-ton-loipon-xristianikon-kosmon.
[19] The Orthodox Word, Nov.-Dec. 1976 (71), 184-195 (http://orthodoxinfo.com/ecumenism/towards.aspx).
[20] βλ. Ορθόδοξος Τύπος, 304/10.2.1978, σ. 4.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com