Σχόλιο σε ιδέες του π. Νικολάου
Λουδοβίκου –
Οι Πατέρες για το κατ’ εικόνα και
το σώμα
Ο δυτικός τρόπος σκέψης
Οι ιδέες του π. Νικολάου
στο θέμα της σεξουαλικότητας και της σωματικής – σαρκικής ζωής του ανθρώπου
αντικατοπτρίζουν τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του τελευταίου αιώνα και το
γενικότερο υλιστικό και αθεϊστικό πνεύμα του διαφωτισμού, όπως εξελίχθηκε μέχρι
τις μέρες μας, γι’ αυτό και βλέπουμε να εκτιμάει θετικά όλα αυτά τα ρεύματα που
γέννησε αυτό το πνεύμα.
Γι’ αυτό και ενώ σε άλλες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στο θέμα της ομοφυλοφιλίας και της πρόταξης της ατομικής επιθυμίας έναντι της φύσεως, βασίζεται πάρα πολύ στην αρχαιοελληνική σκέψη των φιλοσόφων, την οποία προτάσσει ως αναμφισβήτητη αλήθεια, στο συγκεκριμένο θέμα η αρχαιοελληνική σκέψη παρουσιάζεται ως φέρουσα το πνεύμα της πλάνης. Ως κάτι που αντίκειται στον χριστιανισμό και γι’ αυτό εξ ορισμού πρέπει να απομακρυνθούμε από αυτό αν θέλουμε να είμαστε χριστιανοί.
Υπάρχει λοιπόν αυτή η
κατά το δοκούν χρήση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, στην μία περίπτωση να
παρουσιάζεται ως η αυθεντική και γνήσια ανθρώπινη σκέψη την οποία δεν μπορεί να
αντικρούσει κανένας, ούτε άπιστος, ούτε πιστός, και στην άλλη περίπτωση να χρησιμοποιείται
εντέχνως η αντίθεση φιλοσοφίας και χριστιανισμού για να κεντρίσει την ορθόδοξη
συνείδηση των πιστών, ούτως ώστε να τους χειραγωγήσει στο αντίθετο συμπέρασμα:
για να είναι κάποιος γνήσιος ορθόδοξος χριστιανός πρέπει να μην ταυτίζεται με
αυτές τις αρχαιοελληνικές σκέψεις.
Την ίδια ακριβώς χρήση
κάνει και της δυτικής χριστιανικής σκέψης. Η τακτική δηλαδή είναι η εξής:
Παρουσιάζεται η αντίθετη σκέψη από αυτήν που υποστηρίζουμε εμείς ως δυτική,
ούτως ώστε αυτόματα να χειραγωγήσουμε την ορθόδοξη συνείδηση των πιστών στην
δική μας θέση που είναι η αντίθετη. Αυτό είναι ένα φαινόμενο γενικότερο
τελευταία από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές. Η υποτίμηση του Σταυρού έναντι
της Ανάστασης που έγινε από τον μητροπολίτη Περιστερίου τα τελευταία χρόνια
έγινε επάνω σε αυτήν την βάση: ότι η υπερτίμηση του Σταυρού είναι δυτικό
πράγμα, οπότε εμείς πρέπει να πάμε στο αντίθετο άκρο αν θέλουμε να είμαστε
ορθόδοξοι.
Η ορθόδοξη συνείδηση
δηλαδή κρατείται σε μία ιδιότυπη ομηρία και απειλείται συνεχώς να μην κάνει
αυτήν ή την άλλη κίνηση γιατί αμέσως καραδοκεί ο φόβος να χαρακτηριστεί ως
αντορθόδοξη και δυτική. Γίνεται δηλαδή ψυχολογική χρήση του φόβου για να
χειραγωγηθούν οι συνειδήσεις.
Το ότι αυτή η χρήση της
δυτικής σκέψης ως φόβητρο για τους ορθοδόξους από τους συγκεκριμένους θεολόγους
είναι καιροσκοπική για να πετύχουν το σκοπό τους και δεν έχει κάποιο ουσιαστικό
βάθος φαίνεται από το ότι οι ίδιοι είναι επηρεασμένοι από τη δυτική σκέψη σε
μεγάλο βαθμό.
Ο ίδιος ο π. Νικόλαος
χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως παιδί της δυτικής σκέψης, ο δε μητροπολίτης
Περιστερίου και αυτός παιδί της δυτικής κουλτούρας είναι όπως φαίνεται από τις
σπουδές του και από το ότι είναι υπέρμαχος και άοκνος εργάτης του δυτικού οικουμενισμού.
Γεωεκκλησιαστικά δε τάσσεται ξεκάθαρα με τις δυτικές σκοπιμότητες.
Ο π. Νικόλαος βέβαια δεν
παρουσιάζει την σκέψη του με αυτόν τον καιροσκοπικό τρόπο του μητροπολίτου
Περιστερίου, αλλά εμφανίζεται σαν, κινούμενος ήδη ο ίδιος μέσα στον δυτικό
τρόπο σκέψης, να κάνει κάποιου είδους αυτοκριτική στα φαινόμενα αυτού του τρόπου
σκέψης με την βοήθεια της ορθόδοξης παράδοσης. Όταν όμως επιχειρεί να κάνει την
αντίστροφη κίνηση, όταν δηλαδή ξεκινάει από την δυτική σκέψη ως αντιπαράδειγμα
για να χειραγωγήσει την ορθόδοξη συνείδηση, τότε αυτό που κάνει στην ουσία
είναι να εξάγει τις δυτικές παθογένειες στον καθ’ ημάς χώρο της Ανατολικής
Ορθόδοξης Εκκλησίας. Διότι όταν ξεκινάς με ξένες προβληματικές που δεν έχουν
απασχολήσει τον καθ’ ημάς χώρο και με βάση αυτές τις προβληματικές επιχειρείς
να εξάγεις συμπεράσματα για τον δικό μας χώρο έστω και εκ του αντιθέτου, τότε
στην ουσία λανθανόντως και ανεπαισθήτως μετατρέπεις και τον δικό μας χώρο σε
αυτό το ξένο που θέτεις ως βάση.
Εμείς ως ορθόδοξοι έχουμε
τους πατέρες της εκκλησίας μας και αυτοί μας φτάνουν για να αυτοπροσδιοριστούμε
με θετικό τρόπο και όχι εκ του
αντιθέτου, αντιτασσόμενοι δηλαδή σε άλλες παραδόσεις. Αν τυχαίνει να συμφωνούν
ή να διαφωνούν ή να φαίνεται ότι συμφωνούν στο γράμμα αλλά στην ουσία να
υπάρχει τελείως διαφορετική προσέγγιση, είναι ένα θέμα με το οποίο θα
ασχοληθούμε σε δεύτερη φάση, όχι για να αυτοπροσδιοριστούμε εμείς, αλλά για να
αναλύσουμε κριτικά τις άλλες παραδόσεις και την εξέλιξη τους και την τυχόν
επιρροή τους στον δικό μας χώρο.
Ο π. Νικόλαος λοιπόν στις
ιδέες του δεν έχει κανένα έρεισμα πέραν από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του
τελευταίου αιώνα, η δε αναφορά του στην πατερική σκέψη γίνεται αποσπασματικά,
παρεμπιπτόντως, και διαστρεβλωμένη. Την ίδια χρήση της πατερικής σκέψης έκανε
και ο Γιανναράς.
Η έσχατη πλάνη
Αυτό όμως που πρέπει να
προσέξουμε περισσότερο είναι ότι αυτού του είδους η θεολογία είναι ο προπομπός
της έσχατης πλάνης του αντίχριστου πνεύματος. Όπως γνωρίζουμε στην εκκλησία, ο
διάβολος στα έσχατα χρόνια δεν θα πολεμήσει την εκκλησία από έξω αλλά από μέσα.
Δεν θα θελήσει να αδειάσει τις ορθόδοξες εκκλησίες αλλά να τις γεμίσει, με πιστούς όμως που θα έχουν αλλοιωμένο
φρόνημα οι οποίοι θα φέρουν το κοσμικό και σαρκικό πνεύμα μέσα στην εκκλησία.
Χριστιανοί χωρίς σταυρό δηλαδή. Και βέβαια όταν οι χριστιανοί όλων των
ομολογιών φέρουν αυτό το πνεύμα, τότε δεν θα υπάρχει τίποτα που να τους χωρίζει
και θα μπορούν εύκολα να ενωθούν όλοι σε ένα μόρφωμα. Δεν λέω εκκλησία γιατί
αυτό το πράγμα δεν θα είναι εκκλησία.
Υπάρχει λοιπόν ως προπομπός αυτής της κατάστασης η
προσπάθεια από την ακαδημαϊκή θεολογία να συνταιριάξει την θεολογία με το
κοσμικό και σαρκικό πνεύμα του κόσμου. Να ντύσει με θεολογικό περίβλημα τις
ψυχαναλυτικές θεωρίες και κάθε μοντέρνα θεωρία της Νέας Εποχής. Τι θέλουν οι
έχοντες τα ηνία του κόσμου; Ή για να το πούμε καλύτερα: τι σχεδιάζουν στις
μασονικές στοές; Να δημιουργήσουν μεταναστευτικά ρεύματα και να αλλοιώσουν τους
παραδοσιακούς πληθυσμούς; Θα βάλουμε τους ακαδημαϊκούς θεολόγους να μιλήσουν
για την θεολογία της μετανάστευσης. Και πάει λέγοντας. Τα πάντα μπορούν να
ντυθούν με θεολογικό μανδύα.
Η σαρκική θεολογία
Στην προκειμένη
περίπτωση, παρουσιάζεται με θεολογικό τρόπο ένας θελκτικός σαρκικός τρόπος
ζωής, πολίτικαλ κορέκτ, που αποφεύγει τις ακρότητες, συμφωνεί και με τις
συμβουλές των ψυχολόγων και έτσι μπορούν οι κοσμικοί άνθρωποι να τα συνδυάζουν
όλα και να έχουν και την ψευδαίσθηση ότι κάνουν πνευματική ζωή, απλώς και μόνο
επειδή αποφεύγουν την επί πληρωμή και ψυχρή πορνεία.
Σε αυτό το πνεύμα του
νέου αυτού είδους πνευματικότητας, συστήνεται στους πιστούς για παράδειγμα να
μην επιδίδονται στην πνευματική εργασία της αυτομεμψίας γιατί μπορεί να τους
οδηγήσει σε κατάθλιψη και ενοχικά αισθήματα και αντί αυτού να περνάν καλά, να
χαίρονται την ζωή των αισθήσεων και να δοξάζουν τον Θεό και αυτή η δοξολογία
αρκεί για να έχουν μια καλή σχέση με το Θεό. Αυτό ακριβώς δεν κάνουν και οι
Αμερικάνοι; Ζουν μέσα στη χλιδή, ζουν το αμερικάνικο όνειρο και δοξάζουν το Θεό
που τους δίνει τη δύναμη να είναι οι κυρίαρχοι του κόσμου: «God bless America». Σε αυτό το πνεύμα λοιπόν της καλοζωίας μπορούμε να ενωθούμε όλοι οι χριστιανοί και όλοι οι
άνθρωποι του κόσμου.
Η καταξίωση του σώματος – Οι σχέσεις
Το θεολογικό θεμέλιο που
τίθεται για να προχωρήσουν σε αυτού του είδους την θεολογία είναι η καταξίωση
του σώματος. Οι πατέρες επιλέγονται αποσπασματικά σε αυτό το σημείο και μόνο,
και αφού πάρουμε την έγκριση τους ότι το σώμα δεν είναι κάτι κακό, μετά αυτοσχεδιάζουμε
και προβάλουμε ό,τι λένε οι ανθρωπιστικές επιστήμες περί της σωματικής ζωής του
ανθρώπου και βγάζουμε συμπεράσματα, αφού πρώτα κάνουμε πολλά λογικά άλματα σε
σχέση με την πατερική θεολογία. Από τους πατέρες παίρνουμε μόνο το ότι το σώμα
δεν είναι κακό. Το πώς καταξιώνουν οι πατέρες το σώμα το προσπερνάμε και πάμε
στις επιστήμες και βγάζουμε από εκεί συμπεράσματα που δεν έχουν καμία σχέση με
το ευαγγέλιο και την πατερική θεολογία.
Προφανώς και στον
χριστιανικό βίο όλα χρησιμοποιούνται για αγαθό σκοπό. Όντως οι σαρκικές σχέσεις
φέρνουν πιο κοντά το ανδρόγυνο το οποίο γίνεται ένα σώμα μία ψυχή. Όπως ακόμα
και το φαγητό. Το φαγητό της μαμάς, το φαγητό της γιαγιάς χτίζει βιωματικά και
άμεσα αυτές τις σχέσεις και οι αναμνήσεις αυτές μένουν χαραγμένες ανεξίτηλες
στον άνθρωπο μέχρι τη γεροντική του ηλικία και του θυμίζουν αυτές τις μοναδικές
σχέσεις. Ακόμα και ένα τραγούδι συνδέει δύο ανθρώπους, τους φέρνει κοντά και
χαρακτηρίζει τη σχέση τους ή η από κοινού παρακολούθηση μιας ταινίας και άλλα
πολλά. Όλα αυτά χτίζουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και είναι εμπειρίες που
προέρχονται από τη σωματική ζωή των αισθήσεων.
Παρ’ όλ’ αυτά όμως, όλα
αυτά δεν μας απεγκλωβίζουν από την ζωή του κόσμου τούτου. Αν μείνουμε σε αυτά
και μόνο, δεν θα ζήσουμε ποτέ τη
μετάνοια. Δεν θα μετατοπιστεί ποτέ ο νους μας στα ουράνια αιώνια αγαθά.
Ένας μοναχός για
παράδειγμα που θα αφήσει τον πατέρα του και την μητέρα του για να γίνει μοναχός
και να αφιερωθεί στον Θεό, αυτές τις αναμνήσεις των κατά τα άλλα καλών και
αγαθών σχέσεων δεν πρέπει να τις καλλιεργεί διότι τον αποσπούν από την προσευχή
προς το Θεό και κινδυνεύει να νοσταλγήσει την παλιά του ζωή και να επιστρέψει
στον κόσμο. Αυτά μας λέει η ασκητική γραμματεία.
Αυτό τι σημαίνει;
Σημαίνει ότι δεν μπορούμε να
απολυτοποιούμε τις ανθρώπινες σχέσεις και να τις θέτουμε ως πρωταρχικό μας
σκοπό. Ο πρωταρχικός μας σκοπός είναι η σχέση μας με το Θεό. Αυτού του
είδους η σχεσιακή θεολογία και η πρόταξη των πεπερασμένων σχέσεων ως αυτοσκοπό
οδηγεί τους θεολόγους να θυσιάζουν την αλήθεια για χάριν των σχέσεων. Για να
μην χαλάσουν τις σχέσεις τους με τον πατριάρχη ή με τον οποιοδήποτε άλλο,
στρογγυλεύουν τα πράγματα, θυσιάζουν την αλήθεια και υποτάσσονται στα ανθρώπινα
θελήματα των ισχυρών.
Οι άγιοι διατάραξαν τις
σχέσεις τους με τους γονείς τους και τους πιο κοντινούς τους ανθρώπους για
χάριν της ομολογίας της αληθείας και της πίστης τους στον Χριστό. Δεν είναι
λοιπόν οι σχέσεις το απώτατο κριτήριο της ζωής μας.
Όλα αυτά βέβαια όταν
εισερχόμαστε στο χώρο της ποιμαντικής εξετάζονται κάθε φορά στο πλαίσιο των
δυνατοτήτων και της προαίρεσης του κάθε ανθρώπου. Κάποιος που φέρει ψυχικές
νοσηρότητες μέσα του, πιθανόν να αποτραπεί από το να κάνει αυτομεμψία γιατί θα
την κάνει τελείως λάθος και με νοσηρό τρόπο και θα βλαφτεί. Ή κάποιος που δεν
έχει τις ψυχικές δυνάμεις να απεγκλωβιστεί από τα πάθη του, μπορεί να του
τεθούν μικρά βήματα και στόχοι στην πορεία του πνευματικού του αγώνα ή και
περίοδοι χαλάρωσης για να αποφορτιστεί από ψυχαναγκαστικές προσπάθειες που
έγιναν με λάθος τρόπο και επιβάρυναν τον ψυχισμό του. Αυτό όμως δεν σημαίνει
ότι θα δίνουμε γενικές οδηγίες σε όλους τους χριστιανούς προς αυτήν την
κατεύθυνση. Το ειδικό δεν θα το κάνουμε γενικό και το γενικό δεν θα το κάνουμε
ειδικό, διότι τότε κάνουμε μία άλλη θρησκεία, δική μας.
Οι Άγιοι Πατέρες
Οι θεολογικές θέσεις που
λαμβάνει ο π. Νικόλαος ως δεδομένες για να αναπτύξει τις ιδέες του είναι ότι το
κατ’ εικόνα αφορά όχι μόνο στην ψυχή αλλά και στο σώμα και ότι το σώμα δεν
είναι κατώτερο από την ψυχή. Ως αντίθετο παράδειγμα παρουσιάζει τις διάφορες
φιλοσοφικές και θεολογικές σκέψεις μέσα στην ιστορία που θεωρούσαν το σώμα ως
κάτι κακό. Ανατρέπει αυτές τις πλανεμένες θεωρίες και καταξιώνει το σώμα ως
σώμα βάσει αυτών των θεολογικών δεδομένων που αναφέραμε και βάσει αυτής της
καταξίωσης του σώματος προχωράει και σε όλα τα υπόλοιπα.
Ας δούμε όμως τι λένε οι
πατέρες. Κατ’ αρχάς το ότι κάτι δεν είναι κακό δεν σημαίνει ότι είναι και το
ίδιο και ισάξιο με κάτι άλλο. Λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για τον γάμο
και την παρθενία: «το ότι η παρθενία
είναι τιμιωτέρα δεν σημαίνει ότι ο γάμος είναι άτιμο πράγμα». Ο γάμος
λοιπόν δεν είναι κακό πράγμα, ούτε απορριπτέο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι
το ίδιο με την παρθενία. Η παρθενία είναι τιμιωτέρα. Γι’ αυτό άλλωστε και ο απ.
Παύλος προτείνει στους ανθρώπους αν μπορούν να μείνουν άγαμοι και να μην
εμπλακούν στις μέριμνες του έγγαμου βίου, χωρίς βέβαια να το επιβάλλει. Πάντως
θα ήταν καλύτερα αν μπορούσαν να μείνουν άγαμοι.
Το ίδιο ισχύει και με το
σώμα και την ψυχή. Το σώμα δεν είναι κακό αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι της
ίδιας αξίας με την ψυχή. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο απολυτίκιο των οσίων
γυναικών όπου λέει: «Εν σοί Μήτερ ακριβώς διεσώθη το κατ' εικόνα· λαβούσα γάρ
τόν Σταυρόν, ηκολούθησας τώ Χριστώ, καί πράττουσα εδίδασκες, υπεροράν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ·
επιμελείσθαι δέ ψυχής, πράγματος αθανάτου…».
Υμνούμε τις οσίες γιατί
δεν ασχολήθηκαν με αυτό που παρέρχεται, το σώμα, και ασχολήθηκαν με αυτό που
είναι αθάνατο και παραμένει, την ψυχή δηλαδή, και όλη η επιμέλεια τους ήταν
αφιερωμένη στην καλλιέργεια της ψυχής και όχι στην απόλαυση των σωματικών αγαθών.
Μήπως και αυτές ήταν επηρεασμένες από το δυτικό νεοπλατωνικό πνεύμα;
1)
Άγιος
Γρηγόριος Νύσσης
Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης
λέει ότι ο Θεός «διπλές κατέβαλλε τις αφορμές στην κατασκευή του ανθρώπου,
αναμιγνύοντας το θείο και το γήινο, ούτως ώστε δι’ αμφοτέρων να διάκειται
συγγενώς και οικείως προς κάθε μία απόλαυση: Την απόλαυση του Θεού δια της
θειοτέρας φύσεως και την απόλαυση των αγαθών της γης δια της ομογενούς
αισθήσεως». Είναι ίσης αξίας η απόλαυση του Θεού με την απόλαυση των γήινων
αγαθών; Όση είναι η διαφορά του Θεού από τη γη, τόση είναι και η διαφορά της
ψυχής που την ονομάζει «θειοτέρα φύση» από το σώμα που είναι ομογενές με τη γη.
Κατ’ εικόνα
Όταν ο άγιος Γρηγόριος
Νύσσης πραγματεύεται την έννοια του κατ’ εικόνα, αφού διαπιστώσει ότι ο Θεός
είναι έξω από κάθε σωματική έννοια σχήματος ή μεγέθους, καταλήγει να πει ότι «δεν έχουμε το κατ’ εικόνα στη μορφή του
σώματος» διότι προφανώς «δεν μπορεί να είναι κάτι φθαρτό η εικόνα του αφθάρτου».
Το κατ’ εικόνα βάσει του κειμένου της Γενέσεως το εντοπίζει, όπως και ο άγιος
Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στο ηγεμονικό, στο
άρχειν. Και προβαίνει στο ρητορικό ερώτημα: «που εντοπίζεται το άρχειν;
Στην ψυχή ή στο σώμα; Με τι θα άρχει ο άνθρωπος των ιχθύων; (και πάντων των
ζώων επάνω στη γη όπως τον ευλόγησε ο Θεός) Με το σώμα ή με το λογισμό;» Η
απάντηση είναι προφανής για τον άγιο Γρηγόριο. Το αρχηγικό βρίσκεται «εν τη του λογισμού περιουσία».
Αλλά θα αντειπεί κάποιος:
ο Θεός είπε ότι τον άνθρωπο έκανε κατ’ εικόνα Του, όχι τον λογισμό. Ο
λογισμός είναι άνθρωπος; Άνθρωπος δεν
είναι το όλον: ψυχή και σώμα; Απαντάει λοιπόν ο άγιος Γρηγόριος παραπέμποντας
στον απ. Παύλο που λέει: «εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν
ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾿ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ».
Υπάρχουν λοιπόν δύο άνθρωποι, δύο έννοιες δηλαδή. Υπάρχει ο φαινόμενος, υπάρχει
και ο έσω άνθρωπος. Είμαστε λοιπόν διπλοί. Ο κυρίως και αληθώς άνθρωπος είναι ο
έσω. «Τα έξω ουκ εγώ αλλά εμά». Τα έξω δεν είμαι εγώ, αλλά δικά μου. «Ου γαρ η
χειρ εγώ, αλλά εγώ το λογικόν της ψυχής, η δε χείρ μέρος του ανθρώπου. Ώστε το μεν σώμα όργανον του ανθρώπου, ψυχής
όργανον, άνθρωπος δε κυρίως κατ’ αυτήν την ψυχήν». Ο άνθρωπος είναι κυρίως
όχι το σώμα αλλά η ψυχή. Το σώμα είναι όργανο της ψυχής.
Και παρακάτω, στο ίδιο
κλίμα, λέει : «τα της σαρκός έρχονται δεύτερα, πρώτα είναι τα της ψυχής».
Η διαφορά της ψυχής από
το σώμα φαίνεται και στον τρόπο της δημιουργίας του καθενός. Το μεν σώμα το
έπλασε ο Θεός, την δε ψυχή την εποίησε. «Διότι ταιριάζει η μεν πλάση στον πηλό,
η δε ποίηση στο κατ’ εικόνα. Ώστε επλάσθηκε μεν η σάρκα, εποιήθηκε δε η ψυχή».
Η δημιουργία
Σε άλλη πραγματεία του ο άγιος Γρηγόριος λέει
ότι η δημιουργία έγινε από την αγαθότητα του Θεού που ήθελε να μετέχουν στην
μακαριότητα του και άλλα όντα. «Διότι δεν έπρεπε ούτε το φως να μείνει αθέατο,
ούτε η δόξα αμάρτυρος, ούτε η αγαθότητα αυτού αναπόλαυστος, ούτε όλα τα άλλα
προσόντα της θείας φύσεως να μένουν αργά, λόγω απουσίας του όντος το οποίο θα
μπορούσε να μετάσχει και να απολαύσει αυτά. Εάν λοιπόν ο άνθρωπος έρχεται στη
ζωή γι’ αυτόν τον σκοπό, δηλαδή για να γίνει μέτοχος των θείων αγαθών, αναγκαίως
κατασκευάζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έχει την ικανότητα να μπορεί να
μετέχει στα αγαθά… Έτσι ήταν αναγκαίο να αναμιχθεί με την ανθρώπινη φύση στοιχείο τι συγγενές προς το θείο, ώστε
να είναι δυνατόν δια του καταλλήλου στοιχείου να έχει την έφεση προς το συγγενές του… Δια τούτο κατεκοσμήθη και
με ζωή και με λόγο και με σοφία και με όλα τα θεοπρεπή αγαθά, ώστε δι εκάστου
τούτων να δύναται να έχει την επιθυμία προς το οικείον. Επειδή από τα περί την
θεία φύση αγαθά είναι και η αϊδιότης, έπρεπε ούτε τούτου η κατασκευή της φύσεως
μας να είναι άμοιρος, αλλά να έχει μέσα της την αθανασία, ώστε δια της
ενυπαρχούσης δυνάμεως να δύναται αφ’ ενός μεν να αναγνωρίζει το υπερκείμενο και
αφετέρου να επιθυμεί την θεία αϊδιότητα. Όλα αυτά η περιγραφή της κοσμογονίας
τα δήλωσε κατά περιληπτικό τρόπο με μία φράση, λέγοντας ότι ο άνθρωπος
δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού».
Το κατ’ εικόνα λοιπόν περιλαμβάνει όλα τα επί το θείον αρμοζόντων
χαρακτηριστικών. Σε αυτά περιλαμβάνεται η ελευθερία και το αυτεξούσιο.
Αισθητά και νοερά όντα
Τα όντα διακρίνονται σε αισθητά και σε νοερά.
Μεταξύ τους υπάρχει μεγάλη απόσταση ώστε κάθε μία φύση να χαρακτηρίζεται από τα
αντίθετα γνωρίσματα. Κατά ανωτέρα πρόνοια και σοφία του Θεού γίνεται κάποιο
είδος μίξεως και ανακράσεως της αισθητής φύσεως προς τη νοητή, στην δημιουργία
του ανθρώπου δηλαδή που αποτελείται από σώμα και ψυχή, ούτως ώστε τίποτα από
την κτίση να μην μείνει έξω από την μετοχή στην θεία κοινωνία.
Ώστε δηλαδή η αισθητή
φύση δεν μπορούσε από μόνη της να απολαύσει τα θεία αγαθά και χρειαζόταν την
νοερά φύση που έχει από τη φύση της κάποια συγγένεια προς τα θεία γνωρίσματα
και έχει την ικανότητα να μετέχει στο θείο, ούτως ώστε ενωμένη η αισθητή φύση με
την νοερά να μετέχει και αυτή στο θείο. Αυτή
είναι η καταξίωση του σώματος. Μέσω της ψυχής να μετέχει και αυτό στην χάρη
του Αγίου Πνεύματος. Το αντίθετο
αποτελεί την πτώση του ανθρώπου και όλης της κτίσης: το σώμα δηλαδή να
παρασέρνει την ψυχή στη σαρκική ζωή και έτσι να απομακρύνεται η ψυχή από την
κοινωνία του Θεού. Η καταξίωση λοιπόν του σώματος δεν είναι να επιδίδεται στην
σαρκική ζωή, αλλά να ακολουθεί την ψυχή στην πνευματική ζωή.
Ο δε άγιος Γρηγόριος ο
Παλαμάς περιγράφει πιο αναλυτικά πώς γίνεται να συμμετέχει και το σώμα στην
εμπειρία του ακτίστου φωτός με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Η σαρκική ηδονή
Όσον αφορά στην σαρκική
ηδονή, λέει ο άγιος Γρηγόριος: «το καθ’ ηδονήν πάθος το οποίο προηγείται της
ανθρωπίνης γέννησης και η προς κακίαν ορμή των ζώντων, τούτο της φύσεως εστιν
αρρώστημα». Γι’ αυτό και ο Χριστός λαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση κανένα από
αυτά τα πάθη δεν έλαβε καθώς δεν θα άρμοζε στη απαθή θεία φύση να έλθει σε
κοινωνία με αυτά τα πάθη.
Από τους θεολόγους της
νέας εποχής ακούμε άλλου είδους εκτιμήσεις περί της σαρκικής ηδονής και της
σεξουαλικότητας σύμφωνα με τις οποίες δεν θα ήταν αταίριαστο στον Χριστό να
φέρει αυτές τις μεταπτωτικές καταστάσεις. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι εκτιμήσεις
αυτές είναι άστοχες και επηρεασμένες όχι από την ορθόδοξη θεολογία αλλά από τον
άθεο και υλιστικό διαφωτισμό και τις απότοκες του ανθρωπιστικές επιστήμες.
2)
Άγιος Ιωάννης
Δαμασκηνός
Ο άγιος Ιωάννης ο
Δαμασκηνός λέει για το κατ’ εικόνα: ο Θεός «το σώμα το έπλασε από τη γη, ενώ με
το δικό του φύσημα έδωσε τη λογική και νοερά ψυχή, πράγμα το οποίο το
ονομάζουμε θεία εικόνα. Διότι το νοερό και το αυτεξούσιο του ανθρώπου δείχνει
το κατ’ εικόνα». Ξεκάθαρα λοιπόν το κατ’ εικόνα αναφέρεται στην ψυχή η οποία εκ
κατασκευής έχει τεράστια διαφορά από το σώμα.
3)
Άγιος
Γρηγόριος Παλαμάς
1η θεώρηση του «κατ’ εικόνα»
Ο άγιος Γρηγόριος ο
Παλαμάς στον οποίο γίνεται και αναφορά από τον π. Νικόλαο, όσον αφορά το κατ’
εικόνα λέει ότι: το «κατ’ εικόνα» δεν
αναφέρεται στο σώμα, αλλά στη φύση του νου. Και επίσης ότι οι άγγελοι είναι
ανώτεροι και τιμιώτεροι από εμάς διότι δεν έχουν σώμα και έτσι πλησιάζουν
περισσότερο την θεία φύση. Άρα η νοερά φύση της ψυχής είναι τιμιωτέρα από την
αισθητή φύση του σώματος. Τα τελείως
αντίθετα δηλαδή από αυτά που ισχυρίζεται ο π. Νικόλαος ότι λέει ο άγιος
Γρηγόριος.
Συγκεκριμένα λέει: «Η
γνώση ότι γίναμε κατ’ εικόνα του Δημιουργού, δεν μας επιτρέπει να θεοποιούμε
τον νοητό κόσμο. Γιατί αυτό το «κατ’ εικόνα» δεν αναφέρεται στο σώμα, αλλά στη
φύση του νου, από τον οποίο τίποτε δεν είναι καλύτερο κατά τη φύση. Γιατί αν
υπήρχε κάτι καλύτερο, το «κατ’ εικόνα» θα υπήρχε σ’ εκείνο. Αφού λοιπόν το
καλύτερο μέσα μας είναι ο νους, και τούτο, αν και είναι κατ’ εικόνα θεϊκή,
κτίσθηκε όμως από το Θεό, δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε, ή μάλλον δεν είναι
από αυτό ολοφάνερο, ότι ο Ποιητής του νοερού μας μέρους είναι ο Ποιητής και
κάθε νοερού; Κάθε νοερή λοιπόν φύση, όλοι δηλαδή οι Άγγελοι, είναι δούλοι μαζί
μ’ εμάς και κατ’ εικόνα του Δημιουργού. Αν και είναι ανώτεροι από μας, γιατί
δεν έχουν σώμα και πλησιάζουν περισσότερο την εντελώς ασώματη και άκτιστη
φύση».
2η θεώρηση του «κατ’ εικόνα»
Αυτό που λέει ο π.
Νικόλαος για το κατ’ εικόνα και το σώμα προκύπτει (εσφαλμένα) από μία άλλη
θεώρηση του κατ’ εικόνα που κάνει ο άγιος Γρηγόριος λέγοντας: «Η νοερή και λογική φύση της ψυχής, επειδή
μόνο αυτή έχει νου και λόγο και πνεύμα ζωοποιό, αυτή μόνο και έχει δημιουργηθεί
κατ’ εικόνα του Θεού, περισσότερο και από τους ασώματους Αγγέλους». Το ότι έχει πνεύμα ζωοποιό έγκειται στο ότι
η ψυχή του ανθρώπου είναι ενωμένη με σώμα το οποίο το συνέχει και το ζωοποιεί.
Οι άγγελοι επειδή είναι ασώματοι νόες δεν έχουν ζωοποιό πνεύμα παρά μόνο νοερά
και λογική φύση.
Αυτό μπορεί εκ πρώτης
όψεως να φαίνεται ότι έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη θέση του αγίου
Γρηγορίου αλλά δεν έρχεται σε αντίθεση, απλώς είναι άλλη θεώρηση του ίδιου
πράγματος. Το κατ’ εικόνα έγκειται στην ομοιότητα που υπάρχει με το Θεό.
Υπάρχουν διάφορες ομοιότητες οι οποίες αντανακλούν το κατ’ εικόνα. Η βασική
ομοιότητα αφορά στην νοερά φύση του ανθρώπου και επειδή ο άνθρωπος έχει και
σώμα ενώ οι άγγελοι είναι μόνο νοερές φύσεις, από αυτήν την άποψη οι άγγελοι
είναι τιμιώτεροι από τον άνθρωπο.
Μία άλλη όμως ομοιότητα
του ανθρώπου προς τον Θεό που κι αυτή αντανακλά το κατ’ εικόνα, είναι η
τριαδικότητα της ψυχής του ανθρώπου. Το ότι δηλαδή η ψυχή του ανθρώπου
αποτελείται από νου, λόγο και ζωοποιό πνεύμα. Από την άποψη αυτή υστερούν οι
άγγελοι καθώς δεν έχουν σώμα για να το ζωοποιεί η νοερά τους φύση.
Πάλι όμως και σε αυτήν την θεώρηση το κατ’ εικόνα δεν
αναφέρεται στο σώμα αλλά στην ψυχή. Ο άνθρωπος είναι περισσότερο κατ’
εικόνα του Θεού σε σχέση με τους αγγέλους όχι επειδή το σώμα του που δεν έχουν
οι άγγελοι είναι «εικόνα» αλλά επειδή η ψυχή του διαθέτει ζωοποιό δύναμη επάνω
στο σώμα. Είναι νομίζω έκδηλη η παρερμηνεία που γίνεται. Επειδή υπάρχει η λέξη
σώμα στην όλη πρόταση τοποθετούν και το σώμα στην ιδιότητα του κατ’ εικόνα και
μάλιστα σε ισάξια θέση με την ψυχή.
3η θεώρηση του «κατ’ εικόνα»
Ο άγιος Γρηγόριος όμως
λέει και το άλλο: «Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού περισσότερο απ’
ότι οι Άγγελοι, όχι μόνο γιατί έχει μέσα του συνεκτική και ζωοποιό δύναμη, αλλά
και γιατί έχει τη δύναμη να άρχει».
Ο ηγεμόνας νους δηλαδή
που έχει η ψυχή έχει την δύναμη να άρχει α)
στις υπόλοιπες δυνάμεις της ψυχής όπως η θέληση, η όρεξη και η αίσθηση.
Επίσης έχει τη δύναμη να άρχει β) στο
σώμα, ενώ οι άγγελοι δεν έχουν ενωμένο σώμα για να είναι υποταγμένο στο
νου. Και επειδή ο Θεός μας έδωσε την δύναμη να άρχουμε, μας έδωσε και γ) την εξουσία όλης της γης, ενώ οι
άγγελοι δεν έχουν εξουσία επί της γης. Ο διάβολος ονομάζεται άρχων της γης όχι
γιατί έλαβε κάποια εξουσία από το Θεό αλλά επειδή την άρπαξε και την καταχράται
ως άρπαγας και σφετεριστής.
Σύμφωνα με αυτήν την
θεώρηση του κατ’ εικόνα, αν χρησιμοποιήσουμε την ίδια παρερμηνευτική λογική του
π. Νικολάου και των υπόλοιπων θεολόγων που κάνουν την ίδια παρερμηνεία που
αναφέραμε πριν, θα πρέπει να βγάλουμε το
συμπέρασμα ότι το κατ’ εικόνα του ανθρώπου περιλαμβάνει και την γη πάνω στην
οποία άρχει ο άνθρωπος και εκδηλώνει έτσι μία πτυχή του κατ’ εικόνα.
Επάνω σε τέτοιου είδους
παρερμηνείες έχει δομηθεί όλη η σκέψη του π. Νικολάου για την αξία του σώματος
και ως εκ τούτου όλο το οικοδόμημα της σκέψης του ερείδεται επάνω στο κενό και
κατά συνέπεια όλο μαζί πέφτει στο κενό.
Η υπερεκτίμηση
Επειδή όπως φαίνεται
είναι εύκολη η παρερμηνεία, διευκρινίζουμε ότι δεν υποστηρίζουμε ότι το σώμα
του ανθρώπου δεν έχει αξία αλλά ότι γίνεται μία υπερεκτίμηση αυτής της αξίας
και δυστυχώς στη θεολογία όταν υπερτονίζουμε κάτι, αυτό οδηγεί σε αίρεση. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι η τιμή προς την Παναγία μας. Οι ορθόδοξοι έχουμε την αληθή
δόξα και αποδίδουμε την πρέπουσα τιμή στην Παναγία μας. Το ότι οι καθολικοί την
τιμούν περισσότερο από εμάς, αυτό δεν τους κάνει περισσότερο ευλαβείς από εμάς,
το αντίθετο μάλιστα: τους οδηγεί σε αίρεση, τους οδηγεί σε τιμή που είναι
ψεύτικη και γι’ αυτό η υπερτίμηση τους συνιστά προσβολή προς το πρόσωπο της
Παναγίας μας.
Η σαρκική ζωή του σώματος
Αφού λοιπόν εσφαλμένα
υπερτιμήθηκε από τη σκέψη του π. Νικολάου το σώμα του ανθρώπου κατά λογική
συνέπεια υπερτιμήθηκε και ζωή του σώματος στην σκέψη του. Δεν θα χρειαζόντουσαν
λοιπόν περαιτέρω επιχειρήματα. Αφού αναιρείται το ένα, αναιρείται και το άλλο.
Παρ’ όλ’ αυτά μπορούμε να παραπέμψουμε στο λόγο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά
«Στον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό» όπου ο άγιος Γρηγόριος αναφέρεται στον απ.
Παύλο ο οποίος λέει: «οἱ δὲ ἐν σαρκὶ ὄντες
Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται». Όσοι είναι παραδομένοι σε σαρκική και κοσμική ζωή
δεν μπορούν να αρέσουν στον Θεό. Και επίσης: «Ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ
πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις». Γι’
αυτό και η μοναδική οδός και η μοναδική
θεραπεία του χριστιανού είναι ο σταυρός, το να σταυρώσει κανείς τη σάρκα «σὺν
τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις».
Η καταξίωση του σώματος
Τέλος, λέει ο άγιος
Γρηγόριος: «Υπάρχουν και πάθη μακάρια και κοινές ενέργειες ψυχής και σώματος οι οποίες δεν προσηλώνουν το πνεύμα στη
σάρκα, αλλά ανυψώνουν την σάρκα πλησίον της αξίας του πνεύματος και πείθουν
και αυτήν να κοιτάξει προς τα άνω. Ποιες είναι αυτές; Οι πνευματικές, οι οποίες δεν προχωρούν από το σώμα στον νου αλλά
διαβαίνουν από τον νου στο σώμα και δια των ενεργημάτων και παθημάτων
τούτων το μετασχηματίζουν προς το καλύτερο και το θεουργούν. Όπως δηλαδή κοινή
στο σώμα και την ψυχή είναι η θεότητα του ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού,
θεώσασα τη σάρκα δια μέσου της ψυχής, ούτως επί των πνευματικών ανδρών η χάρις του πνεύματος, διαδιδομένη δια μέσου
της ψυχής προς το σώμα, επιτρέπει και σε αυτό να πάσχει τα θεία και να
συμπάσχει μακαρίως με την έχουσα πάθει τα θεία ψυχή… Αφού λοιπόν προέλθει
και το σώμα στην μακαρία ταύτη κατάσταση, θεουργεί, μη κινούμενο τότε από τα σωματικά και υλικά παθήματα… αλλά
επιστρέφον το ίδιο το σώμα προς εαυτό, απομακρυνόμενο από τη σχέση προς τα χειρότερα και εμπνέον
αυτό δι’ εαυτού αγιασμόν και αναφαίρετο θέωση, των οποίων εναργές τεκμήριο
είναι οι θαυματοποιοί σοροί των αγίων».
Αυτή είναι η καταξίωση
του σώματος: να λαμβάνει δια μέσου της ψυχής την χάρη του Αγίου Πνεύματος και
να συμπάσχει μακαρίως με την έχουσα πάθει τα θεία ψυχή. Αντιθέτως το να
προσκολλάται το σώμα στην υλικότητα και να ακολουθεί από πίσω και η ψυχή που
είναι ενωμένη με το σώμα και να παρασέρνεται και αυτή στην υλική ζωή του
σώματος, δεν είναι καταξίωση του σώματος αλλά παρέκκλιση προς τα χείρονα. Το σώμα πρέπει να ακολουθεί την ψυχή και
όχι η ψυχή το σώμα.
Όταν όμως δεν έχει
προηγηθεί η σωστή αξιολόγηση τους και θεωρούνται και τα δύο ισάξια και δεν
θεωρείται το σώμα κατώτερο από την ψυχή, τότε ο νους σκοτίζεται και δεν ξέρει
ποιο να ακολουθήσει ποιο και γίνεται το πιο εύκολο για την πεπτωκυία φύση μας:
ακολουθεί η ψυχή το σώμα στην ζωή των αισθήσεων με ολέθριες συνέπειες.
Όταν γίνεται αυτή η
υπερτίμηση της ζωής του σώματος, τότε δίνεται περισσότερη σημασία και
αφιερώνεται μεγαλύτερη μέριμνα από αυτήν που πρέπει στην ζωή του σώματος με
αποτέλεσμα εκεί που δίνεται το μεγαλύτερο βάρος εκεί να ακολουθεί και το άλλο
μέρος, η ψυχή, και έτσι όλος ο άνθρωπος («το συναμφότερο») να μένει
εγκλωβισμένος στα γήινα και να χάνει τα επουράνια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου