
Τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ
Ὁ αὐστηρὸς ἅγιος
«Ἕως πότε ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ᾿ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις;»
(Γ΄ Βασ. 18,21)
Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης
Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἑορτὴ καὶ πανήγυρις. Ἑορτάζει ἕνας ἅγιος ποὺ διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους· εἶνε πολὺ αὐστηρός. Κρατάει στὰ ἅγιά του χέρια τσεκούρι καὶ χτυπάει κάθε ἁμαρτωλὸ καὶ ἀσεβῆ. Αὐστηρὸς ἅγιος. Ἐγὼ τὸν φοβᾶμαι, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Πέφτω στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ λέω· Χριστέ, ἐλέησόν με· Χριστέ, «ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»· «μνήσθητί μου, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 18,13· 23,42).
Σεῖς ἴσως εἶστε –καὶ μακάρι νὰ εἶστε– ἅγιοι καὶ δὲν τὸν φοβᾶστε. Ἀλλὰ ἄνθρωποι
μέσ᾽ στὴν κοινωνία, στὸν ἀπατεῶνα τοῦτον αἰῶνα, εἴμαστε ὅλοι ἀνεξαιρέτως,
κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἄντρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἀκόμα, ἁμαρτωλοί. Καὶ τὸ
χειρότερο, εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ ἀμετανόητοι. Γλεντᾶμε, κάνουμε πράγματα
ἀντίθετα μὲ τὸ θέλημα τοῦ προφήτου Ἠλία. Τὰ θέλει αὐτὰ ἐκεῖνος; Μετρηθῆτε
πόσοι εἶστε στὴν ἐκκλησιά· παραπάνω ἀπὸ ἑκατὸ – διακόσοι μεγάλοι καὶ μερικὰ
παιδιὰ δὲν εἶστε. Οἱ ἄλλοι ποῦ εἶνε; Αὐτὸ δὲν εὐχαριστεῖ τὸν ἅγιο. Καὶ σᾶς εἶπα,
ὁ προφήτης Ἠλίας εἶνε αὐστηρός, ἔχει τσεκούρι, δὲν ἀστειεύεται.
Ἐγὼ ἕνα μόνο ἀπὸ τὰ ἐπεισόδια τῆς ζωῆς του θὰ σᾶς διηγηθῶ.
* * *
Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε ἐννιακόσα χρόνια πρὸ Χριστοῦ, σὲ ἐποχὴ πολὺ
διεφθαρμένη, ποὺ ὁ λαὸς εἶχε φύγει ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Λάτρευαν εἴδωλα·
ἔφτειαχναν ἀγάλματα ἀπὸ μάρμαρο, ξύλο, μπροῦντζο ἢ σίδερο· καὶ τὰ προσκυνοῦσαν
γιὰ θεούς. Εἶχαν ἕνα ψεύτικο θεὸ ποὺ τὸν ἔλεγαν Βάαλ. Κοντὰ δὲ στὴν εἰδωλολατρία
ἔπεφταν σὲ φοβερὰ ἁμαρτήματα. Ἁμάρτανε ὁ λαός, καὶ τὸ κακὸ παράδειγμα
τὸ ἔδιναν οἱ ἄρχοντες· ὁ βασιλιᾶς Ἀχαὰβ καὶ ἡ βασίλισσα Ἰεζάβελ.
Αὐτοὶ ἔκαναν πολλὲς ἀδικίες· ἁρπαγές, κλεψιές, ἀτιμίες. Αὐτοὶ ἦταν εἰδωλολάτρες,
ἦταν ἐναντίον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τῶν προφητῶν του.
Ὁ προφήτης Ἠλίας εἶπε τὴν ἀλήθεια, ἤλεγξε τὸ κακό, ἀπὸ τὰ παλάτια μέχρι
τὶς καλύβες. Δὲν φοβήθηκε κανένα. Ἐσύ, εἶπε στὸν Ἀχαάβ, «διαστρέφεις τὸν Ἰσραήλ»
(Γ΄ Βασ. 18,17). Στὸ λαὸ ποὺ παρασυρόταν καὶ στοὺς ἀσεβεῖς καὶ διεφθαρμένους
βασιλεῖς ὁ Ἠλίας εἶπε· Ξεκαθαρίστε τὴ θέσι σας, ἀκολουθῆστε ἢ τὸν Κύριο ἢ τὸ
Βάαλ, μέση ὁδὸς δὲν ὑπάρχει. Ἔμεινα μόνος νὰ λατρεύω τὸν Κύριο τὸν ἀληθινὸ
Θεό, ἐνῷ οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων εἶνε πολλοί, συνολικὰ ὀχτακόσοι πενήντα (850).
Σᾶς προτείνω λοιπὸν τὸ ἑξῆς. Ν᾽ ἀνεβοῦμε στὸ βουνὸ τὸν Κάρμηλο ὅλοι.
Φέρτε δύο μοσχάρια, καὶ ἂς διαλέξουν τὸ ἕνα αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὸν ψευτοθεό· ἂς
τὸ σφάξουν, ἂς τὸ διαμελίσουν, ἂς τὸ βάλουν πάνω στὰ ξύλα, καὶ φωτιὰ μὴν ἀνάψουν.
Κ᾽ ἐγὼ θὰ ἑτοιμάσω τὸ ἄλλο μοσχάρι χωρὶς ν᾽ ἀνάψω φωτιά. Καὶ παρακαλεῖτε ἐσεῖς
τὸ θεό σας, κ᾽ ἐγὼ θὰ ἐπικαλεστῶ τὸν Κύριο τὸ Θεό μου. Καὶ ὅποιος ἀπὸ τοὺς δύο
στείλῃ φωτιὰ γιὰ τὴ θυσία, αὐτὸς θὰ εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός.
Συμφώνησαν μὲ τὴν πρότασί του. Προηγήθηκαν οἱ «προφῆται
τῆς αἰσχύνης». Ἀφοῦ ἑτοίμασαν τὸ σφάγιο ἄρχισαν ἀπ᾽ τὸ πρωὶ νὰ παρακαλοῦν· –Ἄκουσέ
μας, Βάαλ, στεῖλε φωτιά!… Περνοῦσε ἡ ὥρα, ἔγινε μεσημέρι, μὰ τίποτα, «οὐκ ἦν
φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις». Ὁ Ἠλίας τοὺς πείραξε· Φαίνεται ὁ θεός σας κοιμᾶται,
φωνάξτε πιὸ πολὺ νὰ ξυπνήσῃ. Φώναζαν δυνατά, ἔκαναν φασαρία, μὰ πάλι τίποτα. Ὅταν
βράδιασε ἦρθε ἡ σειρὰ τοῦ Ἠλία. Πῆρε δώδεκα λιθάρια κ᾽ ἔχτισε ἄλλο
θυσιαστήριο. Μάζεψε ξύλα, ἔσφαξε τὸ μοσχάρι του, τό ᾽βαλε πάνω στὰ ξύλα καὶ τοὺς
εἶπε, νὰ τὰ καταβρέξουν ὅλα τρεῖς φορές, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ σὲ κανέναν ἡ
παραμικρὴ ὑποψία ὅτι ὑπῆρχε ἐκεῖ σπίθα φωτιᾶς. Τότε ὁ προφήτης Ἠλίας φώναξε
πρὸς τὸν οὐρανὸ λέγοντας· –Κύριε Θεὲ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, ἄκουσέ
με σήμερα καὶ ἂς μάθῃ ὅλος αὐτὸς ὁ λαὸς ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ
κ᾽ ἐγὼ εἶμαι δοῦλος σου καὶ γιὰ σένα τό ᾽κανα αὐτό. Καὶ στὴ στιγμὴ –ἂς μὴν
πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς πιστεύουμε– φωτιὰ ἔπεσε ἀπ᾽ τὸν οὐρανό, τά ᾽καψε ὅλα,
ὄχι μόνο τὸ σφάγιο· ἔγλειψε ἀκόμα καὶ τὸ χῶμα. Ὅλοι τότε ὡμολόγησαν· Πράγματι ὁ
Κύριος, αὐτός εἶνε ὁ Θεός, αὐτὸς ποὺ λατρεύει ὁ Ἠλίας. Καὶ μετὰ τί ἔκανε ὁ
προφήτης μὲ τὸ τσεκούρι; Πῆρε ὅλους τοὺς ψευτοπαπᾶδες, ποὺ γλεντοκοποῦσαν στ᾽
ἀνάκτορα μαζὶ μὲ τοὺς βασιλιᾶδες, τοὺς κατέβασε στὸν χείμαρρο Κισσῶν καὶ ἐκεῖ
τοὺς ἔσφαξε σὰν ἀρνιά (βλ. ἔ.ἀ. 18,19-40). Τρόμος καὶ φόβος ἔπεσε.
Αὐτὸς εἶνε ὁ προφήτης Ἠλίας.
* * *
Ὅπως βλέπουμε, στὴν ἐποχή του ὑπῆρχαν τρεῖς κατηγορίες. Ἡ μία ἦταν οἱ
ἄπιστοι. Πίστευαν ὄχι στὸ Θεὸ ἀλλὰ στὸν ψετοθεό· αὐτοὶ ἦταν ὁ βασιλιᾶς,
ἡ βασίλισσα καὶ ὁ πολὺς κόσμος. Δεύτερη κατηγορία ἦταν οἱ ἀμφιβάλλοντες·
αὐτοὶ οὔτε ἄπιστοι ἦταν οὔτε πιστοί. Ἆραγε, σκέπτονταν, αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Ἠλίας
νά ᾽νε ἀληθινά; μήπως ἔχουν δίκιο οἱ ἄπιστοι; Ἔμοιαζαν μὲ ἄνθρωπο ποὺ
κουτσαίνει κι ἀπὸ τὰ δύο πόδια· δὲν βαδίζει ἴσια τὸ δρόμο, γέρνει πότε δεξιά,
πότε ἀριστερά. Τρίτη κατηγορία ἦταν οἱ πιστοί. Πόσοι ἦταν; Λίγοι, τόσο λίγοι,
ὥστε ὁ προφήτης Ἠλίας ἀπελπίστηκε καὶ μιὰ μέρα εἶπε· –Θεέ μου, ἔμεινα μόνος στὸν
κόσμο· δὲν ὑπάρχει πιὰ ἄλλος νὰ σ᾽ ἀγαπάῃ, ὅλοι σ᾽ ἀρνήθηκαν. Καὶ ὁ Κύριοις τοῦ
εἶπε· –Λάθος κάνεις, δὲν εἶσαι μόνος· μέσα στὸ λαὸ ὑπάρχουν ἑφτὰ χιλιάδες
(7.000) ἄντρες ποὺ δὲν ἔκλιναν γόνυ στὸν Βάαλ, δὲν λάτρευσαν τὸν Βάαλ (βλ. Γ΄
Βασ. 19,18).
Ἀπὸ τότε, ἀγαπητοί μου, πέρασαν τρεῖς χιλιάδες περίπου χρόνια. Ἡ
κατάστασι εἶνε ἴδια. Καὶ σήμερα στὸ λαό μας, ἂν πάρῃς κόσκινο καὶ κοσκινίσῃς,
θὰ διακρίνῃς τρεῖς κατηγορίες, νούμερο ἕνα, νούμερο δύο, νούμερο τρία.
1.Πρῶτον εἶνε οἱ ἄπιστοι. Ἄλλοτε στὸν ἅγιο τοῦτο τόπο οἱ ἄνθρωποι δὲν
εἶχαν τηλεοράσεις, ῥαδιόφωνα, αὐτοκίνητα, ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα τῆς ἄνετης ζωῆς.
Καλυβάκια εἶχαν. Ἀλλὰ μέσ᾽ στὶς καλύβες ζοῦσαν ἅγιοι ἄνθρωποι· τώρα μέσ᾽ στὰ
παλάτια ζοῦν διεφθαρμένοι, καθάρματα. Φτωχὸς λαός, εὐλογημένος λαός. Οὔτε ἕνας
ἄπιστος, βλάστημος, μοιχός, πόρνος, ψευδομάρτυρας, κλέφτης, ἄτιμος. ᾽Εργατικοὶ
ἄνθρωποι, τσοπαναραῖοι, βοσκοί, ζοῦσαν μὲ τὸ Θεό. Τώρα!… Καὶ πρῶτοι-πρῶτοι ἄπιστοι
εἶνε – ποιοί; οἱ δῆθεν γραμματισμένοι μας, ποὺ πῆγαν στὰ σχολειὰ καὶ
πανεπιστήμια. Φουρνιὲς – φουρνιὲς βγαίνουν. Σπάνιο πρᾶγμα νὰ βρῇς νὰ πιστεύῃ στὸ
Θεὸ γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός, ἐπιστήμονας. Τὸ τσιγαράκι τους, τὸ γλέντι,
τὸ φαγητό, τὸ φλέρτ, τὴ διασκέδασι, τὰ λεφτά, τὸ μαμωνᾶ – τὸ θεό τους. Τίποτε ἄλλο.
«Τὸ ψάρι βρωμάει ἀπὸ τὸ κεφάλι». Κ᾽ ἔρχονται αὐτοὶ στὰ εὐλογημένα χωριά μας
καὶ σπέρνουν τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Τώρα ἄπιστοι δὲν εἶνε μόνο στὴν Ἀθήνα, στὴ
Θεσσαλονίκη, στὴ Φλώρινα καὶ στὴν Κοζάνη, στὶς μεγάλες πολιτεῖες· ἄπιστοι εἶνε
μέχρι τσοπαναραῖοι στὰ βουνά, γεωργοί, καὶ γριὲς ἀκόμα. Σ᾽ ἕνα χωριὸ πέθανε
μιὰ γριὰ ἐνενήντα χρονῶν. Πῆγε ὁ παπᾶς νὰ τὴν ἐξομολογήσῃ καὶ τοῦ λέει· –Ἄντε,
ῥὲ παπᾶ, δὲν πιστεύω τίποτα, οὔτε κόλασι οὔτε παράδεισο. –Καὶ ποιός σοῦ τά ᾽πε
αὐτά, γιαγιά; –Ἦρθε ὁ ἐγγονός μου ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, σπουδάζει μηχανικός, καὶ
μοῦ εἶπε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός… Ξερρίζωσε αὐτὸς μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῆς γριᾶς τὴν
πίστι στὸ Θεό, πού ᾽ταν παρηγοριὰ τοῦ λαοῦ μας.
2. Δεύτερον ὑπάρχουν ἄλλοι, ποὺ οὔτε πιστεύουν οὔτε δὲν πιστεύουν. Αὐτοὶ ἔρχονται
στὴν ἐκκλησιά, ἀνάβουν κεράκι, ἀλλὰ μέσα τους λένε· Ἆραγε αὐτὰ ποὺ λέει ὁ
δεσπότης κ᾽ οἱ παπᾶδες νά ᾽νε ἀληθινά; νὰ ὑπάρχῃ παράδεισος, κόλασι, ψυχή; Μὰ ἐὰν
αὐτὰ εἶνε μῦθος;… Ἕνα «ἐὰν» νὰ βάλῃς, δὲν πιστεύεις πλέον. Αὐτοὶ λοιπὸν
ἀμφιβάλλουν, κουτσαίνουν στὴν πίστι. Λέει ἡ Ἀποκάλυψις (βλ. 16,13), ὅτι
θά ᾽ρθουν χρόνια κατηραμένα ποὺ ἡ γῆ θὰ γεμίσῃ ἀπὸ «βατράχους». Τί ἐννοεῖ
«βατράχους»; Ὁ βάτραχος δὲν μένει πάντα στὴν ξηρά, οὔτε στὴ θάλασσα· πηδάει μιά
στὸ νερό, μιά στὸ βράχο. Ἔτσι εἶνε κι αὐτοί· καὶ στὴν ἐκκλησιὰ πᾶνε, καὶ τὴν ἀπιστία
τὴν ἔχουν μέσ᾽ στὴν καρδιά τους.
3. Τρίτον. Πρώτη κατηγορία λοιπὸν οἱ ἄθεοι, δεύτερη οἱ δύσπιστοι Θωμᾶδες ποὺ
πιστεύουν ἀλλὰ βάζουν κ᾽ ἕνα «ἐάν»· καὶ τέλος εἶνε οἱ πιστοί. Ὑπάρχουν
πιστοί; Ὑπάρχουν. Ποῦ; ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα; Ἐὰν κατεβῇ ἄγγελος καὶ μᾶς
κοσκινίσῃ, ἀμφιβάλλω ἐὰν σὲ ὅλη τὴν πατρίδα μας βρεθοῦν χίλιοι ἄνθρωποι νὰ
πιστεύουν στὸ Θεό.
Ποῦ ὑπάρχουν πιστοί; Πήγαινε στὴ ῾Ρωσία. Στὸ Στάλινγκραντ, στὴ
Μόσχα, στὴ Σιβηρία ὑπάρχουν ἁπλοϊκοί, φτωχοὶ ἐργάτες, ποὺ δουλεύουν στὰ κολχὸζ
καὶ πιστεύουν στὸ Θεό· πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, λένε ὅλοι τὸ «Πάτερ ἡμῶν…» τὸ
«Πιστεύω…» τὸ «Κύριε, ἐλέησον» καὶ προσεύχονται μὲ δάκρυα. Ἐδῶ δὲν ἔχουμε τὴν
πίστι αὐτὴ στὸ Θεό.
* * *
Αὐτά, ἀδελφοί μου, εἶχα νὰ σᾶς πῶ σήμερα. Ὁ ἅγιος ποὺ ἑορτάζουμε τώρα εἶνε
ξεχωριστός. Ποιό εἶνε τὸ ἰδίωμά του; Δὲν εἶνε ἐπιεικής, δὲν χωρατεύει·
εἶνε φωτιὰ καὶ τσεκούρι.
Ἐμεῖς λοιπὸν οὔτε ἄπιστοι, οὔτε ἀμφιβάλλοντες, ἀλλὰ νὰ μένουμε πιστοί,
κοντὰ στὸ Θεό. Πιστοί! Φράξτε τ᾽ αὐτιὰ στοὺς ἀθέους. Πῆγε κάποιος ἄπιστος
καὶ ἄθεος –νὰ μὴν πῶ τὸ ὄνομά του– σ᾽ ἕνα χωριὸ καὶ τοῦ ἑτοίμασαν φαγητό. Πρὶν
καθήσουν στὸ τραπέζι ὁ νοικοκύρης σηκώνεται ὄρθιος νὰ κάνῃ σταυρό. Γέλασε αὐτός·
–Πιστεύεις ἀκόμα στὴν ἐποχή μας αὐτὰ ποὺ λέει ὁ δεσπότης; Τοῦ λέει ὁ
νοικοκύρης· –Φύγε, δὲν σ᾽ ἀνέχομαι μέσ᾽ στὸ σπίτι! ἄθεο ἄνθρωπο δὲν δέχομαι… Ἄνθρωπος
ποὺ δὲν κάνει σταυρό, ποὺ δὲν πιστεύει στὸ Θεό, εἶνε ἱκανὸς νὰ κάνῃ τὸ πιὸ
μεγάλο κακό.
Κλεῖστε, ἀδελφοί μου, τ᾽ αὐτιά σας στοὺς ἀθέους καὶ ἀπίστους, μὴ δημιουργεῖτε
σχέσεις μαζί τους, μείνετε πιστοὶ στὸ Θεό. Καὶ τότε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, ὁ ἀληθινός,
ὁ πραγματικὸς Θεός, θὰ εἶνε μαζί μας, γιὰ νὰ εὐλογῇ τὰ σπίτια, τὰ χωράφια, τὴ γῆ,
τὰ ποτάμια, ὅλο τὸν κόσμο. Χωρὶς τὸ Θεὸ δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε. Αὐτὸ νὰ τὸ
πιστέψουμε ὅλοι. Νὰ ἔχουμε πίστι καὶ ἀφοσίωσι στὸ Θεό· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Προφήτου Ἠλία Μελίτης
– Φλωρίνης τὴν Τετάρτη 20-7-1977 πρ., μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις
27-5-2026.
1 σχόλιο:
Τις πρεσβείες του Αγίου Προφήτου Ηλιού να έχει όλος ο κόσμος!
Δημοσίευση σχολίου