Ηρακλής
Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ,
Πρόεδρος
της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων
Πώς μεταλλάσσεται η ασυδοσία μας σε ελευθερία;
Η Ορθοδοξία, ως ορθή δόξα, παροτρύνει
τους πιστούς να ζουν αληθινά και ελεύθερα, ένα δύσκολο, αλλά όμορφο άθλημα, στα
πλαίσια της αληθινής πίστης και ελευθερίας, μακριά από την προσποίηση, το ψέμα
και τη διαστροφή.
Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι, στη σύγχρονη εποχή, επειδή δεν διακατέχονται από την αληθινή και ακλόνητη πίστη, επιλέγουν να ζουν στα πλαίσια της ματαιότητας, της ασυδοσίας και της ελευθεριότητας, μακράν των νέων προτύπων ζωής που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, μακράν της αλήθειας που ελευθερώνει, αποδεχόμενος να γίνεται δούλος των ποικίλων παθών του, που ευτελίζουν το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης και βασανίζουν τις συνειδήσεις και τις ψυχές.
Γι’ αυτό η Εκκλησία, ως θεραπευτικό
ίδρυμα, καλεί τον άνθρωπο να αντισταθεί και να αρνηθεί τον τρόπο ζωής που τον
ευτελίζει ως πνευματικό ον, με τη συνειδητή ένταξή του στη μυστηριακή ζωή της
Εκκλησίας, ασκώντας τις αρετές, που είναι εμπνευσμένες από το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού και
συνειδητοποιώντας την πορεία ζωής που συνέστησε σε όλους ο Χριστός: «Όστις
θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν Αυτού και
ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34).
Αυτήν την πορεία έχει ανάγκη ο
ταλαιπωρημένος άνθρωπος και ο πολύπαθος πολιτισμός του σήμερα, για να βρει
διέξοδο προς το Φως και το Πνεύμα του Θεού και να εισέλθει στην αληθινή
ελευθερία, με την οποία ο «Χριστός ημάς ηλευθέρωσε» (Γαλ. 5, 1).
Ο Απ. Παύλος δείχνει τον τρόπο βίωσης
της αληθινής ελευθερίας, που βρήκε και έζησε ο ίδιος για να νιώσει το νόημα της
ζωής, που δεν ήταν άλλο από την επιθυμία
του να υπηρετεί και να διακονεί τους άλλους, σε καθεστώς ελευθερίας και όχι
δουλείας: «Ελεύθερος γαρ ων εκ πάντων πάσιν εμαυτόν εδούλωσα ίνα τους πλείονας
κερδήσω…τοις πάσιν γέγονα τα πάντα ίνα πάντως τινάς σώσω» (Α΄ Κορ. 9, 19 - 22).
Ο άνθρωπος, όντως, δημιουργήθηκε με
σκοπό να τελειοποιηθεί και να ομοιάσει, «κατά χάριν» με τον Θεό και σε αυτό
μπορεί να φτάσει «μόνον διά της πνευματικής ελευθερίας, καθώς πραγματική
ελευθερία είναι η χαρακτηρίζουσα τον Θεόν αγάπη, η απαλλαγμένη πάσης ανάγκης και πάσης
ιδιοτελείας» (Ιω. Ρωμανίδης, Το Προπατοπικόν Αμάρτημα, σ. 94).
Ο περιορισμός της ελευθερίας μόνον στο
πλαίσιο του δικαιωματισμού, έτσι όπως τον αντιλαμβάνονται κάποιοι στην εποχή
μας, αποτελεί έκπτωση, καθώς η ελευθερία δεν βρίσκεται στους δικαιωματισμούς
και στις διεκδικήσεις, αλλά αποτελεί έναν τρόπο ζωής με πνευματική
ποιότητα, γνησιότητα και αυθεντικότητα.
Χωρίς την ελευθερία αυτής της μορφής,
δεν μπορεί να νοηθεί η ανθρώπινη ύπαρξη, καθώς αυτή είναι η φυσική και
αυθεντική κατάσταση του ανθρώπινου προσώπου. Στην εποχή μας, δυστυχώς,
σε μεγάλο βαθμό, τόσο στην οικογένεια και στο σχολείο, όσο και σε άλλες περιοχές της κοινωνίας,
εντός των οποίων σφυρηλατείται η ποιότητα του χαρακτήρα του ανθρώπου, η ελευθερία, από μυστήριο, εκφυλίστηκε σε
πρόβλημα, από φυσική μορφή του προσώπου,
εξέπεσε σε τραγωδία του ατόμου, από
«κατά φύσιν» κίνηση προς το Φως και την Αλήθεια, κατάντησε «παρά φύσιν»
απαίτηση ικανοποίησης ατομικών επιθυμιών,
από τελείωση της ανθρώπινης θελήσεως, που να θέλει μόνον το καλό, το
γόνιμο, το δημιουργικό, διαστράφηκε σε
εξασθένηση της θελήσεως στο να θέλει πρωτίστως και το κακό».
Έτσι, ενώ θα μπορούσε και θα έπρεπε ο
άνθρωπος να φτάνει στην ελευθερία, μέσα από την αλήθεια, εθίζεται να δέχεται
πολλές αλήθειες και πολλές ελευθερίες,
όσες και οι ατομικές απόψεις, που οδηγούν στη σύγχυση και στο χάος.
Εθίζεται, όχι να αναζητά και να βρίσκει την ελευθερία, ως κοινό ποιοτικό αγαθό
της ανθρώπινης φύσεως, στο πλαίσιο της αγαπητικής κοινωνίας των προσώπων, αλλά
να την αναζητά μέσα στις ατομικές ανάγκες, τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα του
εγώ.
Κάθε τι, όμως, που στο όνομα της δήθεν
ελευθερίας, από κοινό αγαθό για το κοινό
καλό, γίνεται ατομική επιδίωξη με στόχο το ατομικό όφελος, διαστρέφει το
μεγαλείο του ανθρώπινου προσώπου. Η αληθινή ελευθερία δεν μπορεί να βρεθεί στην
ανατροφή της οικογένειας, της κοινωνίας και της παιδείας, όταν αυτή
καλλιεργεί «την άσκηση ή την επιβολή των
ατομικών επιθυμιών ή αντιλήψεων».
Κανένας δεν μπορεί να γίνει ελεύθερος, «αν δεν απαρνηθεί τον εαυτό του, αν δεν νεκρώσει τον εγωϊσμό, τη φιλαυτία, το ατομικό φρόνημα και θέλημα. Η
αληθινή ελευθερία «ανοίγει ρωγμές σ’ όλα τα ατομικά όρια και θραύει τα τείχη
της φυλακής του ατομισμού και της πλησμονής,
της αυθάδειας και της αυτάρκειας. Γι’ αυτό δεν εμπνέει απαιτήσεις, αλλά
παραιτήσεις και θυσίες» (+ π. Μιχ. Καρδαμάκης,
Για την ελευθερία, σ. 24 - 26).
Η πιο σπουδαία διάσταση της ελευθερίας
είναι ότι έρχεται άνωθεν, αποτελεί
χορηγία του Αγίου Πνεύματος. Ο Απ. Παύλος, συνδέοντας την ελευθερία με το
πρόσωπο του Ιησού Χριστού και με τον πνευματικό κόσμο του Θεού, προσδίδει στην
ελευθερία το νόημα του Μυστηρίου και αποκλείει την έκπτωσή της σε ατομικό
δικαίωμα και εγωϊστική στόχευση: «Ο δε κύριος το Πνεύμα εστιν· ου δε το Πνεύμα
Κυρίου, εκεί ελευθερία» (Β΄ Κορ. 3, 17).
Γι’ αυτό, άλλωστε, οι άνθρωποι έχουν την κλήση από τον
Θεό να γίνονται και να είναι ελεύθεροι και να μην χρησιμοποιούν την ελευθερία
για σαρκικές, ατομικιστικές και
υλιστικές επιδιώξεις, αλλά να υπηρετούν,
«διά της αγάπης», ο ένας τον άλλον (Γαλ.5, 13). Και ο Απ. Πέτρος υπογραμμίζει
ότι ελεύθερος είναι ο δούλος του θελήματος του Θεού και όχι αυτός, που έχει την
ελευθερία «ως επικάλυμμα της κακίας», επισημαίνοντας, μάλιστα, το πρόβλημα που
αντιμετώπιζε και η δική του εποχή, να επαγγέλλονται και να διδάσκουν την
ελευθερία, κάποιοι διδάσκαλοι, που οι ίδιοι ήσαν «δούλοι της υποκρισίας, της
κακίας και της φθοράς» (Α΄ Πέτρου, 2, 16 και Β΄ Πέτρου 2, 19).
Η βιωματική και έμπρακτη γνώση της
αλήθειας εξασφαλίζει και την ελευθερία
στην ανθρώπινη ύπαρξη (Ιω. 8, 32). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αλήθεια δεν είναι μια διανοητική και θεωρητική
υπόθεση, αλλά το ίδιο το πρόσωπο του
Χριστού. Η σύνδεση με τον Χριστό σημαίνει σύνδεση με την αλήθεια και αυτή η
σύνδεση, ανάλογα με την ποιότητά της, ελευθερώνει, αντίστοιχα, την ανθρώπινη
ύπαρξη.
Η σύνδεση με τον Χριστό, όμως, προϋποθέτει την απελευθέρωση από τον διάβολο,
που εμπνέει την αμαρτία. Γι’ αυτό ο Απ. Παύλος ισχυρίζεται: «ελευθερωθέντες από
της αμαρτίας δουλωθέντες δε τω Θεώ, έχετε τον καρπόν υμών εις αγιασμόν» (Ρωμ.
6, 22). Σε άλλο σημείο, μάλιστα, αναφέρει σαφέστερα ότι ο κληθείς στον
Χριστόν απελευθερώνεται από τη δουλεία
της αμαρτίας και γίνεται «δούλος Χριστού» (Α΄ Κορ. 7, 22).
Μια από τις σημαντικότερες γνώσεις, με
ιδιαίτερα σημαντικό παιδαγωγικό και θεολογικό νόημα, είναι εκείνη που έρχεται μέσα από τη βίωση
της μυστηριακής συνάφειας μεταξύ κενώσεως (ταπεινώσεως) και ελευθερίας. Η
κένωση και η αυταπάρνηση, που προτείνει ο Χριστός, για να μπορεί να βρει ο
πιστός την ελευθερία του, είναι η ταπείνωση έναντι του «άλλου», η πνευματική
εκείνη τοποθέτηση, που τον οδηγεί στο να αρνείται τον εαυτό του», το θέλημά του, τον εγωϊσμό του, προκειμένου να μπορεί να διαθέτει χώρο ανιδιοτελούς πρόσληψης του «άλλου».
Αυτή η κίνηση είναι κίνηση ελευθερίας,
που μπορεί να επιλέγει ο άνθρωπος μέσα στη ζωή του, αν θέλει να είναι
ελεύθερος, δημιουργός και ποιητής αγαθών: «Ο απωλέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν»
(Ματθ. 10, 39). Αληθινά ελεύθερος είναι αυτός που καταφέρνει να κοινωνεί με τον
άλλο, βγάζοντας από μέσα του όλα τα
εμπόδια και τα πάθη, που, συνήθως, καθιστούν την ελευθερία «αφορμή τη σαρκί»
(Γαλ. 5, 13).
Η αληθινή εν Χριστώ ελευθερία, γίνεται αφορμή
αγάπης προς τον πλησίον, διότι οδηγεί τον άνθρωπο, μέσω της πίστεως, στη
μετάνοια και στην επιστροφή στη γνησιότητά του, τον καθιστά, δηλαδή, αληθινό
και ελεύθερο στη διεξαγωγή του αγώνα του
για την ένωσή του με τον Θεό και τον πλησίον, στο πλαίσιο της πορείας του προς
την αιωνιότητα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου