Ἢ μὲ τὸν Χριστὸν ἢ μὲ τὸν Δαρβῖνον!
Ἀπολύτως
ἀσύμβατος ἡ ὀρθόδοξος πίστις μὲ δαρβινισμόν
Τοῦ κ. Παύλου
Κλιματσάκη, Διδάκτορος Φιλοσοφίας
Εἰσαγωγὴ
Ἡ θεωρία τοῦ δαρβινισμοῦ, ὅπως αὐτὴ διατυπώθηκε ἀρχικὰ ἀπὸ τὸν Κάρολο Δαρβῖνο καὶ ὅπως συνεχίζει νὰ ὑφίσταται σὲ διάφορες σύγχρονες μορφὲς ἐξελικτισμοῦ, συνίσταται κατ’ οὐσίαν στὴν ἄποψη ὅτι τὰ σημερινὰ βιολογικὰ εἴδη προῆλθαν ἀπὸ προγενέστερα εἴδη μέσω μίας μακρᾶς ἱστορικῆς διαδικασίας τυχαίων γενετικῶν μεταλλάξεων, οἱ ὁποῖες, ὑπὸ τὴν πίεση τοῦ περιβάλλοντος καὶ μέσῳ τῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς, εὐνόησαν τὴν προσαρμογὴ καὶ τὴν ἐπιβίωση ὁρισμένων ὀργανισμῶν ἔναντι ἄλλων. Πρόκειται γιὰ μία θεωρία ποὺ φιλοδοξεῖ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν προέλευση, τὴν ποικιλία καὶ τὴ δομὴ τῆς ζωῆς χωρὶς ἀναφορὰ σὲ τελικὲς αἰτίες, σκοπὸ ἢ θεία πρόνοια, ἐντὸς ἑνὸς αὐστηρὰ ὑλιστικοῦ καὶ αὐτονομημένου φυσικοῦ πλαισίου.
Νὰ σημειωθεῖ ἐκ
τῶν προτέρων ὅτι ὁ δαρβινισμός, τόσο στὴν κλασσικὴ ὅσο καὶ στὴ σύγχρονη
νεοδαρβινική του ἐκδοχή, ἔχει δεχθεῖ ἔντονες ἀμφισβητήσεις ὡς πρὸς τὴν ἐπιστημονικότητά
του καὶ τὴν ἀποδεικτική του ἐπάρκεια. Ἡ ἔλλειψη ἐπαρκῶν μεταβατικῶν μορφῶν, τὰ ἅλματα
στὴ γενετικὴ πληροφορία, ἡ πολυπλοκότητα τῶν βιολογικῶν συστημάτων καὶ ἡ ἀδυναμία
ἐμπειρικῆς ἐπαλήθευσης τῶν μακρὸ-ἐξελικτικῶν μηχανισμῶν ἀποτελοῦν ζητήματα ποὺ ἔχουν
ἀναδειχθεῖ ἐπανειλημμένως ἀπὸ ἐπιστήμονες καὶ φιλοσόφους τῆς ἐπιστήμης. Παρὰ ταῦτα,
ἀκόμη καὶ ἂν παρακάμψει κανεὶς τὰ ἐπιστημολογικὰ αὐτὰ προβλήματα, ἡ βαθύτερη
δυσκολία τοῦ δαρβινισμοῦ ἔγκειται στὴ φιλοσοφική του θεμελίωση καὶ στὴν ἀπόλυτη
ἀσυμβατότητά του μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη.
Ἀπὸ λογικὴ καὶ
φιλοσοφικὴ ἄποψη, ὁ δαρβινισμὸς πάσχει στὸ μέτρο ποὺ θεωρεῖ δυνατὸ κάτι τὸ κατ’
ἀρχὴν ἀδύνατο: ὅτι δηλαδὴ τυχαῖες, ἀσκόπευτες καὶ μὴ νοηματοδοτημένες ὑλικὲς
διαδικασίες δύνανται νὰ παράγουν ὄντα, τὰ ὁποῖα διέπονται ἀπὸ ἐσωτερικὴ
σκοπιμότητα, λειτουργικὴ τάξη καὶ τελολογία. Ἡ βιολογικὴ πραγματικότητα, ὡστόσο,
μαρτυρεῖ ὀργανισμοὺς ποὺ διαθέτουν δομὲς καὶ λειτουργίες ἐντεταγμένες σὲ ἕνα ὅλο,
καὶ ποὺ φέρουν ἐντός τους ἐκεῖνο ποὺ ἡ ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία ὀνομάζει ἐντελέχεια,
δηλαδὴ τὴν ἔμφυτη κλίση πρὸς τὴν πραγμάτωση τοῦ εἶναι τους. Ἡ ἀπόδοση τῆς
τελολογίας σὲ ἄλογες καὶ τυχαῖες αἰτίες συνιστᾶ φιλοσοφικὴ ἀντίφαση, τὴν ὁποία ὁ
δαρβινισμὸς δὲν κατορθώνει νὰ ὑπερβεῖ.
Ἡ ἀσυμβατότητα, ὡστόσο,
τοῦ δαρβινισμοῦ μὲ τὴ χριστιανικὴ ὀρθόδοξη πίστη δὲν περιορίζεται στὸ φιλοσοφικὸ
ἐπίπεδο, ἀλλὰ εἶναι πρωτίστως θεολογικὴ καὶ ὀντολογική. Οἱ λόγοι αὐτῆς τῆς ἀσυμβατότητας
εἶναι βαθιοὶ καὶ πολυεπίπεδοι.
1. Ἡ δημιουργία ὡς ἄμεσος
ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ
Ἡ Ἁγία Γραφὴ
καὶ εἰδικότερα τὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως ἀποδίδει τὴν ὕπαρξη ὁλόκληρης της κτίσης,
καθὼς καὶ τῶν ἐπιμέρους βιολογικῶν ὄντων, στὴν ἄμεση καὶ ἐλεύθερη ἐνέργεια τοῦ
Θεοῦ. Ὁ κόσμος δὲν προκύπτει ὡς ἀποτέλεσμα μίας αὐτόνομης φυσικῆς διεργασίας, οὔτε
ὡς προϊὸν ἀναγκαιότητας ἢ τυχαιότητας, ἀλλὰ ὡς καρπὸς θελήσεως καὶ λόγου. Ὁ Θεὸς
«εἶπεν καὶ ἐγενήθη», καὶ μὲ τὸν λόγο Του καλεῖ τὰ ὄντα ἀπὸ τὸ μὴ εἶναι στὸ εἶναι.
Ἡ βιβλικὴ αὐτὴ κοσμολογία ἀποκλείει ἐξ ἀρχῆς κάθε ἰδέα αὐτοτελοῦς ἐξελικτικῆς
διαδικασίας ποὺ δρᾶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὑποκαθιστᾶ τὴ δημιουργική Του ἐνέργεια.
2. Ἡ οὐσιοποιὸς καὶ
συντηρητικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ
Ἡ ὀρθόδοξη
πατερικὴ παράδοση ἑρμηνεύει τὸ μυστήριο τῆς δημιουργίας μέσῳ τῆς οὐσιοποιοῦ ἀκτίστου
ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἔχει διττὸ νόημα. Ἀφενός, ὁ Θεὸς δίδει στὰ ὄντα
τὴν ὕπαρξη ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, κατὰ τὸ εἶδος καὶ τὴ φύση καθενός, ἀφετέρου δέ, ἡ ἴδια
αὐτὴ ἐνέργεια διακρατεῖ, συντηρεῖ καὶ συγκρατεῖ τὰ ὄντα μέσα στὸ εἶναι. Ἡ κτίση
δὲν διαθέτει καμία αὐτονομία ὕπαρξης· χωρὶς τὴ συνεχῆ θεία ἐνέργεια, θὰ
κατέρρεε ἀκαριαῖα στὸ μηδέν. Ὁ δαρβινισμός, ἀντιθέτως, προϋποθέτει ἕνα κόσμο ποὺ
λειτουργεῖ ὡς κλειστὸ σύστημα, ἐντός τοῦ ὁποίου οἱ μορφὲς τῆς ζωῆς προκύπτουν
καὶ ἐξελίσσονται χωρὶς ἀναφορὰ στὴ διαρκῆ δημιουργικὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ.
3. Ἡ τελειότης καὶ
πληρότης τῆς ἀρχικῆς δημιουργίας
Ἡ βιβλικὴ ἀφήγηση
τῆς Γενέσεως εἶναι ἀπολύτως σαφὴς ὡς πρὸς τὸν χαρακτήρα τῆς δημιουργίας: ὁ Θεὸς
δημιουργεῖ τὰ ὄντα κατὰ τὸ γένος αὐτῶν καὶ τὰ κρίνει ἐξαρχῆς ὡς πλήρη καὶ
τέλεια. Κατ’ ἐπανάληψη στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως τονίζεται ὅτι τὰ φυτά, τὰ
ζῶα καὶ κάθε «ψυχὴ ζῶσα» δημιουργοῦνται «κατὰ γένος» (Γέν. 1,11–12• 1,21•
1,24–25), ἐνῶ ἡ συνολικὴ ἀποτίμηση τῆς δημιουργίας κορυφώνεται στὴ διακήρυξη ὅτι
ὁ Θεὸς «εἶδεν τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γέν. 1,31).
Ἡ διατύπωση αὐτὴ
ἀποκλείει ρητὰ τὴν ἰδέα μίας ἀτελοῦς ἢ προβληματικῆς ἀρχικῆς κατάστασης τῆς
κτίσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτοῦσε μελλοντικὴ βελτίωση ἢ μετασχηματισμὸ τῶν εἰδῶν σὲ
ἄλλα εἴδη. Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν παρέχει κανένα λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἕνα εἶδος θὰ ἔπρεπε
νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐξαρχῆς δημιουργήθηκε νὰ εἶναι. Ἀντιθέτως,
κάθε εἶδος φέρει ἐντός του τὴν πληρότητα τῆς φύσεώς του.
Ἡ πατερικὴ παράδοση ἐπιβεβαιώνει
αὐτὴ τὴ βιβλικὴ διδασκαλία. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἑρμηνεύοντας τὴν Ἑξαήμερο, ὑπογραμμίζει
ὅτι στὴ δημιουργία «οὐδὲν ἀτελές, οὐδὲν ἐλλιπὲς» ὑπάρχει, ἀλλὰ «ἕκαστον τῶν ὄντων
τὴν τελειότητα τῆς φύσεως αὐτοῦ ἔλαβεν». Ἡ θεία σοφία δὲν ἐνεργεῖ δοκιμαστικὰ ἢ
προοδευτικά, ἀλλὰ ἐγκαθιστᾶ τὰ ὄντα «εὐθὺς ἐν πληρότητι τῆς φύσεως». Ἡ ἀντίληψη
αὐτὴ βρίσκεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴ δαρβινικὴ ἰδέα τῆς σταδιακῆς ἀνάδυσης τῶν
εἰδῶν μέσῳ μεταβατικῶν μορφῶν.
4. Οἱ λόγοι τῶν ὄντων,
ἡ ἀγαθότης τῆς κτίσεως καὶ ἡ ἀπόρριψις τοῦ ἀγῶνος ἐπιβιώσεως
Ἡ ὀρθόδοξη
θεολογία κατανοεῖ τὴν κτίση ὄχι ὡς προϊὸν τυφλῶν δυνάμεων, ἀλλὰ ὡς
πραγματοποιημένη σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τῶν ὄντων, δηλαδὴ τὰ ἀγαθὰ θεῖα
θελήματα ποὺ προϋπάρχουν ἐν τῷ Θεῷ. Ὁ κόσμος δημιουργεῖται μὲ νόημα, σκοπὸ καὶ ἐσωτερικὴ
τάξη, καὶ ὄχι ὡς πεδίο ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἐπιβίωσης.
Ἡ ἴδια ἡ
Γένεση παρουσιάζει ἕνα κόσμο πρόνοιας καὶ δωρεᾶς. Ὁ Θεὸς παρέχει τροφὴ τόσο στὸν
ἄνθρωπο ὅσο καὶ στὰ ζῶα, λέγοντας: «Ἰδοὺ δέδωκα ὑμῖν πάντα χόρτον… καὶ παντὶ
θηρίῳ τῆς γῆς… εἰς βρῶσιν» (Γέν. 1,29–30). Ἡ δημιουργία τοῦ παραδείσου, ὅπου «ἀνέτειλεν
ὁ Θεός… πᾶν ξύλον ὡραῖον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν» (Γέν. 2,9), φανερώνει
ὅτι τὸ φυσικὸ περιβάλλον δὲν εἶναι ἐξαρχῆς ἐχθρικό, ἀλλὰ φιλόξενο καὶ ἐπαρκὲς
γιὰ τὴ ζωή.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς
διδάσκει ὅτι «οἱ λόγοι τῶν ὄντων εἰσὶ θελήματα Θεοῦ, δι’ ὧν τὰ πάντα γίγνεται
καὶ διαμένει», ἐνῶ ἀλλοῦ τονίζει ὅτι τίποτε στὴν κτίση δὲν εἶναι κακὸ «κατὰ
φύσιν», ἀλλὰ ὅλα ὑφίστανται «κατὰ λόγον καὶ πρόνοιαν Θεοῦ». Ἑπομένως, «ἅπαντα ὁ
Θεὸς ἐποίησεν ἀγαθά».
Ἡ δαρβινικὴ
κοσμοαντίληψη, ἡ ὁποία θεμελιώνεται στὸν ἀγώνα γιὰ ἐπιβίωση μέσα σὲ ἕνα ἐχθρικὸ
περιβάλλον, ἀντιφάσκει εὐθέως μὲ αὐτὴ τὴ θεολογικὴ κατανόηση τῆς κτίσεως. Ἕνας
κόσμος ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἐξόντωση, γιὰ νὰ προοδεύσει δὲν
μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ἄμεσο δημιούργημα τοῦ πανάγαθου Θεοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας.
5. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ
παράδεισος καὶ ὁ θάνατος ὡς συνέπεια τῆς πτώσεως
Στὴν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία
κορυφώνεται ἡ ρήξη μὲ τὸν δαρβινισμό. Σύμφωνα μὲ τὴ Γένεση, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι
προϊὸν φυσικῆς ἐξελικτικῆς διαδικασίας, ἀλλὰ ἰδιαίτερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ: «ἔπλασεν
ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν
ζωῆς» (Γέν. 2,7). Ὁ Θεὸς τὸν τοποθετεῖ στὸν παράδεισο (Γέν. 2,15), ἕνα τόπο ὑλικὸ
καὶ πνευματικὸ ταυτόχρονα, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ζεῖ σὲ ἄμεση κοινωνία μὲ τὸν
Δημιουργό.
Ὁ θάνατος δὲν ἀποτελεῖ
ἀρχικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἀλλὰ εἰσέρχεται στὸν κόσμο ὡς συνέπεια
τῆς παρακοῆς: «ἥ δ’ ἂν ἡμέρα φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γέν. 2,17),
καὶ μετὰ τὴν πτώση: «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. 3,19). Ἡ πατερικὴ
θεολογία εἶναι κατηγορηματική: ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας διδάσκει ὅτι «ὁ
θάνατος οὐ κατὰ φύσιν ἐπλάσθη, ἀλλὰ παρὰ φύσιν εἰσήχθη διὰ τὴν παράβασιν». Ὁ ἅγιος
Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς προσθέτει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν «φύσει μὲν φθαρτός, χάριτι δὲ
ἄφθαρτος», ὁπότε ὁ ἀρχικὸς προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦταν ὁ θάνατος, ἀλλὰ ἡ
ζωή.
Ὁ δαρβινισμός, ἀντιθέτως,
καθιστᾶ τὸν θάνατο θεμελιώδη καὶ ἀναγκαῖο μηχανισμὸ τῆς ζωῆς ἤδη ἀπὸ τὴν ἀπαρχή
της. Ἔτσι, ὄχι μόνο ἀναιρεῖ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ διδασκαλία περὶ πτώσεως, ἀλλὰ
καὶ ἀπορρίπτει τὴν ἰδιαίτερη πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλοιώνοντας ἐκ
βάθρων τὸ νόημα τῆς σωτηρίας.
6. Τὸ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ,
τὸ λογικὸν καὶ τὸ αὐτεξούσιον: ἡ ἀδυναμία τοῦ δαρβινισμοῦ νὰ θεμελιώση τὴν ἀνθρωπίνην
ἰδιαιτερότητα
Ἡ ὀρθόδοξη
πίστη κορυφώνει τὴν ἀνθρωπολογική της διδασκαλία στὸ δόγμα ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη
«κατ’ εἰκόνα Θεοῦ». Ἡ θεμελιώδης αὐτὴ ἀλήθεια διατυπώνεται ἤδη στὸ πρῶτο
κεφάλαιο τῆς Γενέσεως: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός• ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν
καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» (Γέν. 1,26), καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἐμφατικὰ στὸ Γέν. 1,27. Τὸ
κατ’ εἰκόνα δὲν ἀναφέρεται σὲ σωματικὰ ἢ βιολογικὰ χαρακτηριστικά, ἀλλὰ σὲ
πνευματικὰ γνωρίσματα, πρωτίστως στὸ λογικό, στὸ αὐτεξούσιο καὶ στὴ δυνατότητα
κοινωνίας μὲ τὸν Θεό.
Ἡ πατερικὴ
παράδοση εἶναι ἀπολύτως σαφὴς ὡς πρὸς αὐτό. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς
διδάσκει ὅτι τὸ κατ’ εἰκόνα συνίσταται κυρίως στὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «λογικὸν
καὶ αὐτεξούσιον», δηλαδὴ προικισμένος μὲ νοῦ καὶ ἐλευθερία. Ἡ λογικότητα καὶ ἡ ἐλευθερία
δὲν εἶναι δευτερογενῆ ἢ ἐξελικτικὰ ἀποκτήματα, ἀλλὰ συστατικὰ στοιχεῖα τῆς ἀνθρώπινης
φύσεως ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς δημιουργίας της.
Ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία,
ἑπομένως, θεμελιώνει τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια καὶ μοναδικότητα ὄχι σὲ βαθμοὺς
βιολογικῆς πολυπλοκότητας, ἀλλὰ σὲ μία ὀντολογικὴ τομὴ μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ λοιπῆς
κτίσεως. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ λειτουργήσει ὡς ἐλεύθερο ὂν σὲ σχέση μὲ τὸν Θεὸ
καὶ τὸν κόσμο, ἱκανὸ γιὰ γνώση, ἀγάπη καὶ ἠθικὴ εὐθύνη.
Ὁ δαρβινισμός,
ὅμως, ἀδυνατεῖ ἐκ θεμελίων νὰ θεμελιώσει αὐτὴ τὴν ἀνθρωπολογικὴ ἰδιαιτερότητα. Ἐφόσον
ὁ ἄνθρωπος νοεῖται ὡς προϊὸν αὐτονομημένων ὑλικῶν διεργασιῶν καὶ τυχαίων
μεταλλάξεων, δὲν ὑπάρχει καμία ἐπαρκής ἐξήγηση γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ λογικοῦ καὶ
τοῦ αὐτεξουσίου. Οἱ τυχαῖες μεταβολές, ἀκόμη καὶ ἂν εὐνοοῦν τὴν ἐπιβίωση, δὲν
μποροῦν νὰ παράγουν ἀληθῆ ἐλευθερία, συνείδηση τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ κακοῦ ἢ ὑπαρξιακὴ
ἀναφορὰ στὸ ἀπόλυτο. Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ ἄλογο στὸ λογικό, ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα
στὴν ἐλευθερία, συνιστᾶ ὄχι βαθμιαία ἐξέλιξη, ἀλλὰ ὀντολογικὸ ἅλμα, τὸ ὁποῖο ὁ
δαρβινισμὸς ἀδυνατεῖ νὰ ἐξηγήσει χωρὶς νὰ αὐτοαναιρεθεῖ.
Ὁ ἅγιος
Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε μὲ σκοπὸ νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα
πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ πραγματώσει τὸ καθ’ ὁμοίωσιν μέσῳ τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας
μαζί Του. Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι προϊὸν φυσικῆς ἀναγκαιότητας ἢ ἐξελικτικῆς
χρησιμότητας, διότι τότε θὰ ἀναιρεῖτο ὡς ἐλευθερία. Κατ’ ἐπέκτασιν, κάθε θεωρία
ποὺ ἑρμηνεύει τὸν ἄνθρωπο ἀποκλειστικὰ ἐντὸς ἑνὸς φυσιοκρατικοῦ πλαισίου ὑποβαθμίζει
τὸν ἄνθρωπο σὲ βιολογικὸ μηχανισμὸ καὶ ἀκυρώνει τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ
κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης κλήσης.
Συμπέρασμα
Συνεπῶς, ἡ ἀποδοχὴ
τοῦ δαρβινισμοῦ συνεπάγεται ἀναγκαστικὰ τὴν ἀπόρριψη τοῦ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ὡς ὀντολογικῆς
πραγματικότητας καὶ τὴ μετατροπὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἀνώτερο ζῶο χωρὶς ὑπερβατικὸ
προορισμό. Συνοψίζοντας, ὁ δαρβινισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὴ
χριστιανικὴ ὀρθόδοξη πίστη οὔτε ἐπιστημονικά, οὔτε φιλοσοφικά, οὔτε θεολογικά. Ἡ
ὀρθόδοξη κοσμολογία, ὀντολογία καὶ ἀνθρωπολογία θεμελιώνονται στὴν ἄμεση, ἀγαθὴ
καὶ φυσικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ, συντηρεῖ καὶ προνοεῖ γιὰ τὴν
κτίση Του. Ὁ δαρβινισμός, ἀντιθέτως, εἰσάγει μία ἀντίληψη τυχαιότητας, ἀναγκαιότητας
καὶ ἀγώνα γιὰ ἐπιβίωση ποὺ ἀλλοιώνει ριζικὰ τὸ χριστιανικὸ νόημα τῆς
δημιουργίας καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ δαρβινισμοῦ
συνεπάγεται ἀναπόφευκτα τὴν ἀπόρριψη βασικῶν δογμάτων τῆς ὀρθόδοξης πίστης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου