13 Απρ 2021

Η επίδραση του φόβου στην επιδείνωση των ασθενών Covid-19

 ΑΚΤΙΝΕΣ: Ηρακλής Ρεράκης, Η περιπέτεια του σεβασμού του «διαφορετικού»

 

Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ,

Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων (ΠΕΘ)

Η επίδραση του φόβου στην επιδείνωση των ασθενών Covid-19

Είναι γνωστό στον ιατρικό κόσμο ότι, όταν ένα άτομο βιώνει συχνά φόβο, τότε είναι δυνατόν να επέλθει κατάρρευση της ομοιόστασης του οργανισμού και να αυξηθεί η ευπάθειά του στις ασθένειες.

Ο λόγος που οι προσβαλλόμενοι από Κορωναϊό, πηγαίνουν στο Νοσοκομείο, με ήδη πληγωμένο και μειωμένο από τον φόβο το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού τους, φαίνεται ότι είναι ο μακροχρόνιος αποκλεισμός τους στο σπίτι και ο συνεχής βομβαρδισμός τους με τον φόβο και την καθημερινή τρομοκρατία που ασκούν τα ΜΜΕ ως προς το τι θα επακολουθήσει για όποιον νοσήσει!

Ιατρικές έρευνες ψυχολόγων και ενδοκρινολόγων, που διαρκώς εξελίσσονται, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ψυχική κατάσταση του ανθρώπου επηρεάζει θετικά ή αρνητικά τη σωματική του υγεία.

Άλλες έρευνες, που αφορούν στην προέλευση αλλά και στην εξέλιξη των αιτίων της διαταραχής της υγείας, εξετάζουν το ψυχοσωματικό όλον της ανθρώπινης ύπαρξης και, φυσικά, παραπέμπουν στην αέναη αλληλουχία και αλληλεπίδραση ψυχής και σώματος για τον καθορισμό του τρόπου θεραπείας του.

 Έτσι, ως ασθένειες, δεν θεωρούνται, πλέον, μόνον οι σωματικές παθήσεις αλλά και αυτές που σχετίζονται με το κοινωνικό περιβάλλον, με τα προβλήματα της ζωής, της εργασίας, της οικογένειας και με τα αισθήματα άγχους, φόβου, απειλής, στενοχώριας, ψυχικής καταπίεσης κ.ά., που απασχολούν τον άνθρωπο, ως αδιαίρετο και ενιαίο ψυχοσωματικό ον.

Τη στενή σχέση ψυχής και σώματος υποστήριξε ο Ιπποκράτης (460-370π.Χ.), με τη θεωρία του περί «χυμών του σώματος», καθώς πίστευε ότι η διατήρηση της ανθρώπινης υγείας εξασφαλίζεται, μέσω μιας κατάστασης αρμονίας και ισορροπίας ανάμεσα στο σώμα, την ψυχή, τον νου και το περιβάλλον.

Την αδιάρρηκτη ψυχοσωματική ενότητα της ύπαρξης υποστηρίζει και ο Χριστιανισμός, κάνοντας  λόγο για ασθένεια αλλά και για θεραπεία της ψυχής και του σώματος.

Ο Απ. Παύλος αναφέρει ότι ο Ιησούς Χριστός αισθάνεται συμπάθεια  για τις όποιες ασθένειές μας και προτρέπει να καταφεύγουμε σ΄ Αυτόν με παρρησία, «ίνα λάβωμεν έλεον και εύρωμεν χάριν, εις εύκαιρον βοήθειαν (Εβρ. 4, 15-16).

Επίσης, στον Μέγα Παρακλητικό Κανόνα προς την Θεοτόκο ζητείται από την Μητέρα του Θεανθρώπου να κοιτάξει, με έλεος και ευσπλαχνία, την κάκωση, τα δεινά, τις συμφορές, τις βλάβες που έχουμε και να μας λυτρώσει από τους κινδύνους και τους πειρασμούς, καθώς «ασθενεί το σώμα και η ψυχή μας».

Τα τελευταία χρόνια, οι νευροψυχολόγοι ανακάλυψαν τη δράση χημικών νευροδιαβιβαστών, που βρίσκονται συμπυκνωμένοι στις νευρωτικές περιοχές και ρυθμίζουν τη διαδικασία επίδρασης των συναισθημάτων στο νευρικό σύστημα, το οποίο, με τη σειρά του, κατευθύνει όλες τις λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού,  όπως είναι, για παράδειγμα, η πίεση του αίματος και η επίδρασή του στο ανοσοποιητικό σύστημα.

Διαπιστώνεται, επομένως ότι τα συμπτώματα των ασθενειών προκαλούνται, εν μέρει, από τον εγκέφαλο, καθώς αυτός, αναλόγως με τις ειδήσεις της ψυχής, εκκρίνει ορμόνες και χημικές ουσίες, τους νευροδιαβιβαστές, που προξενούν τα συναισθήματα του φόβου και του άγχους και επιδρούν στην παρακώλυση της ανοσοποιητικής λειτουργίας του οργανισμού.

Στη σύγχρονη Ιατρική, διαπιστώνεται ότι υπάρχουν, ταυτόχρονα,  τόσο το βιοϊατρικό μοντέλο υπηρεσιών υγείας, που αφορούν στη θεραπεία του σώματος, όσο και το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο, μια νέα προσέγγιση της υγείας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι ασθένειες θεωρούνται ψυχοσωματικές, καθώς σχετίζονται με την αέναη αλληλουχία της ψυχής και του σώματος.

Οι σημερινοί ιατροί και ασθενείς,  επομένως, γνωρίζουν ότι, πέρα από τη  φαρμακευτική αγωγή, η ανθρώπινη υγεία μπορεί να επηρεαστεί θετικά και από ψυχικούς παράγοντες, όπως είναι η κοινωνική συμπαράσταση, η προς τους νοσηλευόμενους ένδειξη αγάπης και ενδιαφέροντος εκ μέρους των οικείων, των ιατρών και των φίλων τους, ενώ, αντίθετα, η έλλειψη θετικών και η ύπαρξη αρνητικών αισθημάτων, προξενεί σωματικές βλάβες ή επιδείνωση της κατάστασής τους.

Εφόσον, όμως, οι υπεύθυνοι επιστήμονες για την αντιμετώπιση του Κορωναϊού γνωρίζουν όλες τις παραπάνω επιστημονικές έρευνες, γιατί δεν αντιδρούν προληπτικά, παρατηρώντας την ψυχική επιβάρυνση που υφίστανται οι Έλληνες πολίτες από τα ΜΜΕ, καθώς γίνονται, καθημερινά, αποδέκτες ειδήσεων, πληροφοριών, εικόνων και γεγονότων, σχετικών με τον  Covid-19, που τους προξενούν φόβο, τρόμο, αβεβαιότητα κ.ά., δηλαδή έκπτωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού τους συστήματος;

Γιατί, άραγε, δεν ακούστηκε πρόταση της αρμόδιας επιτροπής, προκειμένου να οριστούν ειδικοί επιστήμονες για να ενημερώνουν, να πείθουν και να ενθαρρύνουν υπεύθυνα τον ελληνικό λαό, ως προς την εφαρμογή των μέτρων για την αντιμετώπιση του Covid-19;

Γιατί αφήνουν αυτό το δύσκολο και λεπτό έργο να το διαχειρίζονται, με μη κατάλληλο τρόπο, οι, μη ειδικευμένοι γι’ αυτόν τον ρόλο, δημοσιογράφοι, οι οποίοι, ίσως ακουσίως, ενσπείρουν φόβο και άγχος στους πολίτες;

Για όσους, τελικά, καταλήγουν να νοσηλεύονται σε Νοσοκομεία, οι υπεύθυνοι των πρωτοκόλλων δεν δείχνουν να λαμβάνουν υπόψη ότι η συνέχιση της επικοινωνίας των νοσηλευομένων με τους οικείους, τους φίλους, τον Ιερέα ή τον Πνευματικό τους μπορεί να τους προσφέρει υψηλά επίπεδα ψυχικής ενίσχυσης, ελπίδας, προστασίας και ευεξίας.

Δεν φαίνεται να δίνουν βάση στον ευεργετικό ρόλο της ψυχικής στήριξης, που προσφέρει η καθημερινή επικοινωνία των ασθενών με τους οικείους τους και στην αρνητική επίδραση της απομόνωσής τους, που εισπράττεται ως αίσθηση εγκατάλειψης, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί αιτία διπλασιασμού των κινδύνων επιδείνωσης της υγείας τους.

Σε μια εποχή, όμως, που υπάρχει η δυνατότητα καθημερινής ηλεκτρονικής επικοινωνίας των ασθενών με τους οικείους τους, θεωρείται εγκληματική η έλλειψή της, καθώς θα μπορούσε να αποτελεί έναν από  τους βασικούς παράγοντες ψυχικής συνδρομής στον αγώνα ίασης που δίνουν οι ιατροί και οι ασθενείς.

Δεν είναι κατανοητός, συνεπώς, ο λόγος που δεν προτείνεται και, φυσικά, δεν πραγματοποιείται, η πρόσληψη, για τον σκοπό αυτό, κάποιων ειδικών, οι οποίοι με ένα Τάμπλετ ή Λάπτοπ  θα γυρνούν, από ασθενή σε ασθενή, έχοντας τους απαραίτητους κωδικούς επικοινωνίας των οικείων τους, για να τους διευκολύνουν να συνδέονται και να επικοινωνούν μεταξύ τους.

Γιατί, άραγε, υπάρχει αυτή η άρνηση να καλυφθούν τα κενά που ζητούν πλήρωση;

Γιατί δεν εισακούονται από τους υπεύθυνους της επιτροπής και την Πολιτεία προτάσεις, όπως αυτή του Γ. Γραμματέα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, δρ. Τέντρος Αντχάνομ Γκεμπρεγέσους, που τονίζει ότι «ο κορωνοϊός δεν είναι μόνο σωματικό πρόβλημα αλλά και ψυχικό» και ότι «οι ανάγκες ψυχικής υγείας των ανθρώπων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να αντιμετωπίζονται, αφού δεν υπάρχει υγεία, χωρίς ψυχική υγεία;

Γιατί αγνοείται, ακόμη και η έκκληση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, που ζητά «να δοθεί στην ψυχική υγεία η προτεραιότητα, την οποία πάντα εστερείτο», προτρέποντας τις κυβερνήσεις «να διασφαλίσουν ότι η συζήτηση για την ψυχική υγεία βρίσκεται στο κέντρο των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας»;

Είναι φανερό, επομένως,  ότι, στην αντιμετώπιση του κορωναϊού, υπάρχουν κενά που επιτρέπουν την ύπαρξη του φόβου στους ασθενείς, που αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό της θεραπείας τους, καθώς η επιδημία του φόβου γίνεται εξίσου επικίνδυνη με την επιδημία του κορωναϊού.

Τα φοβικά συναισθήματα είναι τοξικά και γι’ αυτό είναι ανάγκη να γίνονται τα πάντα, προκειμένου οι ασθενείς να μη βιώνουν αισθήματα απομόνωσης, εγκατάλειψης,  φόβου και κατάθλιψης, που είναι βέβαιο ότι θα επιδεινώσουν την κατάστασή τους.  

Με βάση τα παραπάνω, πιστεύουμε ότι είναι ανάγκη, όσοι και από οποιαδήποτε θέση υπηρετούν την Ιατρική Επιστήμη, να αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο ολιστικά, ως ψυχοσωματικό ον με όλες τις λειτουργίες του.

Στο πλαίσιο του αγώνα για τη θεραπεία των ασθενών, θεωρείται αναγκαίο να ενθαρρύνονται και να υποβοηθούνται να λειτουργούν ως Χριστιανοί, που είναι και να αντικαθιστούν τον φόβο και την απόγνωση, με δύναμη, αισιοδοξία και προσευχή στον Θεό που πιστεύουν.

Είναι βέβαιο ότι, σε εμπερίστατες καταστάσεις, το πιο δυνατό στήριγμα, που μπορεί να προσφέρει δύναμη και βοήθεια είναι η πίστη στη ζωντανή παρουσία του Χριστού:

 Εκείνος, ως Θεός της αγάπης, είναι μαζί τους,  παρών και αεί ερχόμενος, ψιθυρίζοντάς τους, μυστικά: «Εγώ ειμι, μη φοβείσθε», γεμίζοντας την ψυχή τους, με αισθήματα πίστεως, ελπίδας και προπαντός αγάπης στον Θεό, αφού, κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, μόνον η αγάπη νικά και «έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄ Ιω 4, 18).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου