24 Σεπ 2026

Η θέση των Ιερών Κανόνων στη ζωή της Εκκλησίας.

Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 24η Σεπτεμβρίου 2026

Εισαγωγικά

    Πριν από μερικές ημέρες είχα μιά συνάντηση με κάποιους εν Χριστώ αδελφούς και στη συζήτηση που είχα μαζί τους έγινε λόγος για τους Ιερούς Κανόνες με αφορμή μια πρόσφατη, λίαν πιθανή, παραβίαση Ιερού Κανόνος. Προσπαθούσα να τους εξηγήσω κάποιες βασικές και θεμελιώδεις αλήθειες που αφορούν τους Ιερούς Κανόνες, ωστόσο συνάντησα την πεισματώδη αντίδρασή τους και την φανατική προσήλωσή τους στις ιδεοληψίες τους και στις πλάνες τους σχετικά με το θέμα που συζητούσαμε. Προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τις παραβιάσεις των Ιερών Κανόνων ως μιά ιδιωτική υπόθεση αυτών που τους παραβαίνουν και επομένως δεν μας πέφτει λόγος να ανακατευόμαστε σε τέτοιου είδους θέματα, που δεν μας αφορούν. Κατά τους ισχυρισμούς των, όσοι επισημαίνουν παραβιάσεις Ιερών Κανόνων δεν έχουν αγάπη προς τους παραβάτες και πέφτουν στο αμάρτημα της κατακρίσεως. Πράγμα που σημαίνει κατ’ επέκταση ότι όσοι  αγωνίζονται για τη υπεράσπιση των Ιερών Κανόνων και την τήρησή τους βρίσκονται σε λάθος δρόμο και σε πλάνη.

    Το τραγελαφικό στην όλη υπόθεση είναι το γεγονός ότι οι εν λόγω αδελφοί και η ομάδα στην οποία ανήκουν, εμφανίζονται δημοσίως ως θερμοί θιασώτες της τηρήσεως των Ιερών Κανόνων, στηλιτεύοντας δριμύτατα τους παραβάτες. Όταν για παράδειγμα διαπιστώνουν παραβιάσεις Ιερών Κανόνων που αφορούν τις συμπροσευχές με αιρετικούς από οικουμενιστές πατριάρχες, αρχιεπισκόπους, επισκόπους και άλλους, μεταβάλλονται σε «λέοντες πυρ πνέοντες», κατακεραυνώνοντας τους παραβάτες. Τι να πεί κανείς!!!

    Όταν ο εγωϊσμός, ο φανατισμός και η βλακεία συνδιαστούν μεταξύ τους τότε παράγεται ένα εκρηκτικό μίγμα, που απειλεί να τινάξει στον αέρα και την ίδια την σωτηρία μας. Τέλος πάντων, πραγματικά λυπήθηκα βαθύτατα για την πεισματώδη επιμονή τους στις ιδεοληψίες τους, την έλλειψη πνεύματος μαθητείας, αλλά και την θρασύτατη συμπεριφορά τους απέναντι σε έναν κληρικό που αφιέρωσε, με την Χάρη του Θεού, ολόκληρη την μέχρι σήμερα ιερατική διακονία  του, (επί σειρά 33 ετών και πλέον), στον αγώνα κατά του οικουμενισμού. Στο σημείο αυτό αξίζει να λεχθεί και τούτο. Ότι κάποιος άλλος, που ανήκει στην ίδια ομάδα μ’ αυτούς, δεν δίστασε να με χαρακτηρίσει ως «λιποτάκτη» σε δημοσίευμά του[1]. Τον συγχωρώ από καρδίας για την ύβρη που ξεστόμισε και εύχομαι ο Θεός να τον συγχωρήσει. Τον συμβουλεύω να πάει σε πνευματικό και να εξομολογηθεί το αμάρτημά του αυτό, για να μη το βρεί μπροστά του εν ημέρα κρίσεως.

    Μετά τις παραπάνω θλιβερές διαπιστώσεις θεώρησα αναγκαίο να καταθέσω στον πιστό λαό του Θεού κάποια βασικά στοιχεία που αφορούν τους Ιερούς Κανόνες, αφ’ ενός μεν προς ενημέρωση και επιστηριγμό του και αφ’ ετέρου με την ελπίδα ότι οι εν Χριστώ αδελφοί θα αναθεωρήσουν τις ιδεοληψίες τους. Το σύντομο δημοσίευμά μου έχει δύο σκέλη. Το πρώτο αναφέρεται στην αυθεντία των Ιερών Κανόνων και το δεύτερο στην αρχή της ακριβείας και της οικονομίας. 

Η αυθεντία των Ιερών Κανόνων.

    Όπως και άλλες φορές, σε παλαιότερες εργασίες μας επισημάναμε, οι θείοι και Ιεροί Κανόνες, μαζί με την Αγία Γραφή και την Δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, αποτελούν τα τρία βασικά θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται όλο το οικοδόμημα της Εκκλησίας. Αποτελούν τους τρείς βασικούς πυλώνες οι οποίοι μας εισάγουν στην κατά Χριστόν ζωή. Τους τρεις βασικούς οδοδείκτες, που προσανατολίζουν ορθώς και απλανώς το εκκλησιαστικό σώμα στην εν τω κόσμω πορεία του προς τα έσχατα και την Βασιλεία των Ουρανών.

    Κατ’ αρχήν οι Ιεροί Κανόνες δεν αποτελούν εντάλματα ανθρώπων, ή νομικού χαρακτήρα διατάξεις, που έχουν ανάγκη, (όπως όλοι οι νόμοι μιας οργανωμένης πολιτείας), κατά καιρούς αναθεωρήσεων, ώστε να ανταποκρίνονται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και απαιτήσεις της κοινωνικής ζωής. Αποτελούν θεόπνευστα κείμενα, τα οποία εγράφησαν από αγίους και θεοφόρους Πατέρες με τον φωτισμό και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος και ως εκ τούτου έχουν στη ζωή της Εκκλησίας απόλυτο και διαχρονικό κύρος. Ο Α΄ Κανόνας της Ζ΄ Οικουμενικής διακηρύσσει, σχετικά με την θεοπνευστία και το απόλυτο και διαχρονικό κύρος των Ιερών Κανόνων, τα εξής: «Τούτων ουν ούτως εχόντων… ασπασίως τους θείους κανόνας ενστερνιζόμεθα και ολόκληρον την αυτών διαταγήν και ασάλευτον κρατύνομεν, των εκτεθέντων υπό των αγίων σαλπίγγων του Πνεύματος, των πανευφήμων Αποστόλων, των τε εξ αγίων Οικουμενικών Συνόδων και των τοπικών συναθροισθεισών επί εκδόσει διαταγμάτων και των αγίων Πατέρων ημών. Εξ’ ενός γαρ άπαντες και του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες ώρισαν τα συμφέροντα».[2] Διά του Ιερού αυτού Κανόνος διακηρύσσεται «κατά τον πλέον πανηγυρικόν τρόπον η κρατούσα εν τη εκκλησιαστική συνειδήσει βαθυτάτη πεποίθησις περί της φύσεως και του χαρακτήρος των θείων και ιερών της Εκκλησίας κανόνων ως καρπών του παναγίου Πνεύματος».[3] Ο Μέγας Αθανάσιος σε επιστολή του προς τους εν Αφρική επισκόπους λέγει: «Το δε ρήμα του Κυρίου το διά της Οικουμενικής Συνόδου εν τη Νικαία γενόμενον, μένει εις τον αιώνα».[4] Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο μεγαλύτερος από τους νεωτέρους κανονολόγους της Εκκλησίας, παρατηρεί σχετικώς στην εισαγωγή του «Πηδαλίου» του: «Αύτη η βίβλος [δηλαδή η συλλογή των Ιερών Κανόνων, στην οποία εμπεριέχονται συνοπτικώς και οι δογματικές αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων], είναι η μετά τας αγίας Γραφάς, αγία Γραφή, η μετά την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην, Διαθήκη. Τα μετά τα πρώτα και θεόπνευστα λόγια, δεύτερα και θεόπνευστα λόγια. Αύτη εστί τα αιώνια όρια, ά έθεντο οι πατέρες ημών και νόμοι οι υπάρχοντες εις τον αιώνα… τους οποίους σύνοδοι οικουμενικαί τε και τοπικαί διά Πνεύματος αγίου εθέσπισαν… Αύτη ως αληθώς εστί, καθώς αυτήν επωνομάσαμεν, το Πηδάλιον της Καθολικής Εκκλησίας, διά μέσου του οποίου αύτη κυβερνωμένη, ασφαλώς τους εν αυτή ναύτας και επιβάτας, ιερωμένους τε λέγω και λαϊκούς, προς τον ακύμαντον παραπέμπει της άνω βασιλείας λιμένα».[5]

    Συνεπώς οι Ιεροί Κανόνες «αποτελούν τους αυθεντικούς φορείς της ορθής εκφράσεως του πνεύματος της εν Χριστώ αποκαλυφθείσης αληθείας και του μηνύματος της εν Χριστώ πραγματοποιουμένης σωτηρίας».[6] Τούτο συμβαίνει διότι οι Ιεροί Κανόνες πηγάζουν από την Αγία Γραφή και την αυθεντική αποστολική και εκκλησιαστική Παράδοση. Μπορεί βέβαια η αφορμή για την θέσπιση ενός Ιερού Κανόνος να υπήρξε ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, ή η ανάγκη ρυθμίσεως και διορθώσεως μιας αταξίας, ή ανώμαλης καταστάσεως στην εκκλησιαστική ζωή κάποιας συγκεκριμένης εποχής, ωστόσο όμως από τη στιγμή που ένας Κανόνας θεσπίζεται, ή επικυρώνεται από μία Οικουμενική Σύνοδο, αποκτά οικουμενικό και διαχρονικό κύρος. Η θεοπνευστία και η διαχρονικότητα των Ιερών Κανόνων δεν εξαρτάται από τις, ούτως ή άλλως, μεταβαλλόμενες ιστορικές συγκυρίες, (που σήμερα είναι διαφορετικές και αύριο θα είναι ακόμη πιο διαφορετικές), που οδήγησαν στην ανάγκη θεσπίσεώς των, αλλά έγκειται στην θεολογία που αυτοί εκφράζουν, η οποία είναι «χθες και σήμερον η αυτή και εις τους αιώνας», (πρβλ. Εβρ.13,8). Οι Ιεροί Κανόνες αποτελούν έκφραση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας. Όπως ορθώς παρατηρεί ο Vl. Lossky, ένας από τους σημαντικότερους ορθόδοξους θεολόγους του 20ου αιώνος: «οι κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν την ζωή της Εκκλησίας εν τη γηΐνη αυτής όψει είναι αχώριστοι των χριστιανικών δογμάτων. Δεν είναι νομικοί κανονισμοί κυρίως ειπείν, αλλά εφαρμογαί των δογμάτων της Εκκλησίας».[7] Αποτελούν ακόμη έκφραση της πατερικής μας παραδόσεως, αφού οι συντάκτες των δεν ήταν τίποτε άλλο παρά άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Επομένως όταν σεβόμαστε τους Ιερούς Κανόνες και επιζητούμε την τήρησή τους, δείχνουμε τον σεβασμό μας, κατ’ επέκταση και στους αγίους Πατέρες που αυτοί συνέταξαν. Και δεν είναι δυνατόν να καυχόμαστε ότι είμαστε «επόμενοι τοις αγίοις πατράσι», όταν σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες δεν μας βολεύει η τήρησή τους, τους περιφρονούμε!

    Φυσική απόρροια του απολύτου και διαχρονικού κύρους των Ιερών Κανόνων είναι και το γεγονός, ότι απαγορεύεται κάθε αθέτηση, αλλοίωση, ή παραχάραξή των, όπως αυτό φαίνεται από τον Β΄ Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής: «…Και μηδενί εξείναι [και δεν επιτρέπεται σε κανένα] τους προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ή αθετείν, ή ετέρους παρά τους προκειμένους παραδέχεσθαι, [να αθετούμε, ή να παραδεχόμεθα άλλους, αντί αυτών], ψευδεπιγράφως υπό τινών συντεθέντας, των την αλήθειαν καπηλεύειν επιχειρησάντων. Ει δε τις αλώ, [εάν κανείς συλληφθεί], κανόνα τινά των ειρημένων καινοτομών, ή ανατρέπειν επιχειρών, υπεύθυνος έσται κατά τον τοιούτον κανόνα, ως αυτός διαγορεύει, την επιτιμίαν δεχόμενος και δι’ αυτού εν ώπερ πταίει θεραπευόμενος».[8]  Αξίζει να προσέξουμε ιδιαιτέρως τη φράση «μηδενί εξείναι» του εν λόγω Ιερού Κανόνος, ο οποίος δεν επιτρέπει σε κανέναν απολύτως οποιαδήποτε αθέτηση, αλλοίωση, ή παραχάραξη των Ιερών Κανόνων. Σε κανέναν απολύτως! Είτε πατριάρχης είναι αυτός, είτε επίσκοπος, είτε ηγούμενος Ιεράς Μονής, είτε γέροντας και πνευματικός, είτε πρεσβύτερος, είτε διάκονος. Το τονίζουμε αυτό, διότι ορισμένοι εν Χριστώ αδελφοί τοποθετούν τους γεροντάδες τους υπεράνω των Ιερών Κανόνων και προφασίζονται ότι έχουν την άδεια από τον γέροντά τους να μην λαμβάνουν υπ’ όψη τους τον τάδε, ή τον τάδε Ιερόν Κανόνα! 

    Στη συνάφεια αυτή πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι «η αυθεντική συνέχιση της κανονικής παραδόσεως με την θέσπιση νέων κανόνων από την Εκκλησία, αποκλείει κάθε αντίφαση μεταξύ μεταγενεστέρων και προγενεστέρων χρονικώς κανόνων. Τούτο συμβαίνει, (και οφείλει να συμβαίνει), διότι διά των ιερών κανόνων εκφράζεται η ίδια συνείδηση της Εκκλησίας, η οποία καθοδηγείται από το ‘εν και το αυτό άγιο Πνεύμα’».[9]

    Μία άλλη πτυχή του θέματος, πολύ σημαντική,  είναι το πνεύμα και ο σκοπός, στον οποίο αποβλέπουν. Ο σκοπός των Ιερών Κανόνων είναι ποιμαντικός και κατ’ επέκτασιν σωτηριολογικός. Μ’ αυτούς επιδιώκεται, αφ’ ενός μεν η διασφάλιση της ενότητας και της τάξεως μέσα στην Εκκλησία, και αφ’ ετέρου η οικείωση από τον κάθε πιστό της εν Χριστώ σωτηρίας. Αναλυτικότερα οι Ιεροί Κανόνες αποσκοπούν στο να προφυλάξουν το εκκλησιαστικό σώμα από επικίνδυνες εκκλησιολογικές παρεκκλίσεις, από τις αιρέσεις, τα σχίσματα, τις παρασυναγωγές, από κάθε τάση εκκοσμικεύσεως, ή νοθεύσεως της ευαγγελικής διδασκαλίας, από κάθε τάση υποκειμενικής αξιολογήσεως  και ερμηνείας της αυθεντικής εν Χριστώ ζωής και από κάθε τάση σμικρύνσεως και προσαρμογής της Ορθόδοξης πνευματικότητος στα πνευματικά μέτρα και στην πνευματική κατάσταση του κάθε πιστού. Οι Ιεροί Κανόνες αποτελούν τον γνώμονα, το μέτρο, το κριτήριο, βάσει του οποίου καθρεφτίζεται και αξιολογείται η πνευματική πορεία και η πνευματική κατάσταση κλήρου και λαού. Συνεπώς εάν κάποιος Ιερός Κανόνας μας φαίνεται ανεφάρμοστος, τότε την αιτία της αδυναμίας εφαρμογής του θα πρέπει να την αναζητήσουμε στον εαυτό μας, στη ραθυμία και αμέλειά μας, στην έλλειψη ζήλου και αγωνιστικού φρονήματος και όχι στον ίδιο τον Ιερό Κανόνα. Στην περίπτωση αυτή ο Κανόνας μας βοηθάει, να κατανοήσουμε πόσο απέχουμε από την εν Χριστώ τελειότητα, να συνειδητοποιήσουμε τα σφάλματα και τις πτώσεις μας, να ταπεινωθούμε και να αποκτήσουμε το «γνώθι σαυτόν». Διότι όπως λέγει ο απόστολος: «Διά γαρ νόμου επίγνωσις αμαρτίας» (Ρωμ.3,20). Είναι πλάνη, μεγάλη πλάνη, να κρίνουμε τους Ιερούς Κανόνες με τα δικά μας κριτήρια και με αφετηρία την ιδική μας πνευματική κατάσταση. Αλλοίμονο αν οι Ιεροί Κανόνες προσαρμοζόταν κάθε τόσο προς τις πεποιθήσεις και απαιτήσεις του κάθε μέλους της Εκκλησίας. Στην περίπτωση αυτή η Εκκλησία θα εκκοσμικευόταν και θα έχανε την σωτηριολογική της αποστολή.

    Επίσης ορισμένα επιτίμια που ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες, (όπως για παράδειγμα τα «αφοριζέσθω» και «καθαιρείσθω»), μας σοκάρουν πολλές φορές, διότι τα θεωρούμε ιδιαίτερα αυστηρά, σκληρά, ή και απάνθρωπα ακόμη. Εδώ πέφτουμε και πάλι στο ίδιο σφάλμα, για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως. Γινόμαστε κατά κάποιο τρόπο δικαστές και κριτές των αγίων Πατέρων. Τοποθετούμε την ιδική μας κρίση, που είναι ως επί το πλείστον εσκοτισμένη από τα πάθη και τις εγκόσμιες επιθυμίες μας, υπεράνω της θεοφώτιστης κρίσης των αγίων Πατέρων. Και χωρίς ίσως να το αντιλαμβανόμαστε, καταλογίζουμε στους συντάκτες των Ιερών Κανόνων, έλλειψη αγάπης και διακρίσεως, επειδή νομίζουμε  ότι εμείς έχουμε περισσότερη αγάπη και διάκριση από αυτούς. Κατ’ αρχήν τα επιτίμια δεν έχουν την έννοια της τιμωρίας, αλλά της παιδαγωγίας και θεραπείας του αμαρτήσαντος κληρικού, ή λαϊκού. Και όταν ακόμη η Εκκλησία φθάσει στο σημείο να αποκόψει με αφορισμό κάποιο μέλος της, και τότε ακόμη αποβλέπει στην μετάνοια και στη σωτηρία του. Επί πλέον αποβλέπει στο να προφυλάξει τα υπόλοιπα μέλη της από παρόμοιες πτώσεις και να προλάβει έτσι γενίκευση και εξάπλωση του κακού σ’ όλο το εκκλησιαστικό σώμα.

    Εν προκειμένω είναι ανάγκη να κατανοηθεί ότι κάθε παράβαση Ιερού Κανόνος αποτελέι «τραύμα» μέσα στο σώμα της Εκκλησίας και επομμένως δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση του αμαρτήσαντος. Στο «τραύμα» αυτό συμμετέχουμε και πονάμε όλοι μας, σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου Παύλου: «και είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη, είτε δοξάζεται εν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη», (Α΄ Κορ. 12,26). Η πραγματικότητα αυτή επιβεβαιώνεται και από τη στάση που κράτησε ο απόστολος στο περιστατικό του αιμομίκτου. Όταν πληροφορήθηκε το φοβερό αυτό αμάρτημα, δεν περιορίστηκε να τιμωρήσει απλώς τον αμαρτήσαντα, αλλά ήλεγξε όλη την τοπική Εκκλησία της Κορίνθου: «και υμείς πεφυσιωμένοι εστέ και ουχί μάλλον επενθήσατε, ίνα εξαρθεί εκ μέσου υμών ο το έργον τούτο ποιήσας;», (Α΄ Κορ.5,2). Πράγμα που σημαίνει ότι όλους τους καθιστά υπευθύνους για την αδιαφορία τους. Και αφού τους ήλεγξε, τότε προχώρησε και στην θεραπεία του αμαρτήσαντος: «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συναχθέντων υμών και του εμού πνεύματος συν τη δυνάμει του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού παραδούναι τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού» (5,4-5). Εδώ ο απόστολος από κοινού με την Εκκλησία της Κορίνθου, (συνοδικώ τω τρόπω), παραδίδει τον αιμομίκτη στον σατανά, που σημαίνει ότι τον αποκόπτει, (προσωρινά), από το σώμα της Εκκλησίας. Ο σκοπός της αποκοπής είναι παιδαγωγικός και θεραπευτικός, διότι όπως λέγει παρά κάτω, η αποκοπή γίνεται: «εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή», δηλαδή για να τιμωρηθεί και κολασθεί σκληρά το σώμα του και σωφρονισθεί με την παιδαγωγία αυτή, ώστε να σωθεί η ψυχή του.

    Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι άγιοι Πατέρες στις κανονικές τους διατάξεις, βαδίζουν ακριβώς πάνω στα χνάρια του αποστόλου Παύλου και γενικότερα της αγίας Γραφής. Εάν λοιπόν καταλογίσουμε έλλειψη αγάπης και διακρίσεως στους αγίους Πατέρες για τους «αφορισμούς» των, τότε θα πρέπει να καταλογίσουμε έλλειψη αγάπης και διακρίσεως και στον ίδιο τον απόστολο Παύλο. Και στο τέλος θα φθάσουμε σε τέτοιο βαθμό πλάνης και σκοτισμού, ώστε να καταλογίσουμε έλλειψη αγάπης και διακρίσεως και στον ίδιο τον Χριστό, ο Οποίος αποκόπτει, τουτέστιν αφορίζει, κάθε πνευματικό κλήμα - μέλος της Εκκλησίας, το οποίο δεν παράγει πνευματικούς καρπούς, από την πνευματική κληματαριά, την Εκκλησία, σύμφωνα με τον λόγον του: «Παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν αίρει αυτό» (Ιω.15,2).

    Οι Ιεροί Κανόνες δεν έχουν σε καμιά περίπτωση νομικό χαρακτήρα, όπως αυτό συμβαίνει στον Παπισμό, αλλά εκφράζουν το πνεύμα της Χάριτος της Καινής Διαθήκης, σύμφωνα με τον λόγο του αποστόλου «χάριτί εστέ σεσωσμένοι» (Εφ.2,5) και πάλιν «ουκ εσμέν υπό νόμον, αλλ’ υπό χάριν» (Ρωμ.6,15). Μέσα από το πνεύμα των Ιερών Κανόνων διαφαίνεται ξεκάθαρα, ότι η σωτηρία των πιστών είναι δωρεά του Θεού, και όχι ατομικό επίτευγμα των πιστών με την τήρηση κάποιων νομικών διατάξεων.

Η ακρίβεια και η οικονομία.

    Ομιλούντες περί της αυθεντίας των Ιερών Κανόνων, είναι ανάγκη να προσθέσουμε ολίγα τινά σχετικά με την αρχή της ακριβείας και αυτή της οικονομίας στην εφαρμογή τους, διότι αποτελούν σημαντική παράμετρο του θέματός μας. Γύρω από τις δύο αυτές αρχές μας ομιλεί ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στην ερμηνεία του 46ου Ιερού Κανόνος των αγίων Αποστολων. Γράφει: «Δύο είδη κυβερνήσεως και διορθώσεως φυλάττονται εις την του Χριστού Εκκλησίαν. Το εν είδος ονομάζεται Ακρίβεια, το δε άλλο ονομάζεται Οικονομία και Συγκατάβασις, με τα οποία κυβερνούσι την σωτηρίαν των ψυχών οι του Πνεύματος οικονόμοι, πότε μεν με το ένα, πότε δε με το άλλο».[10] Ως ακρίβεια εννοεί την ακριβή και πιστή τήρηση των Ιερών Κανόνων και των επιτιμίων που αυτοί προβλέπουν. Ως οικονομία δε την πρόσκαιρη παρέκκλιση από την πιστή τήρηση των επιτιμίων, η οποία αποσκοπεί στο πνευματικό συμφέρον του παραβάτου και κατ’ επέκταση στη σωτηρία του.

    Πάνω στο ίδιο θέμα αναφέρεται επίσης και ο 102ος Ιερός Κανών της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Λέγουν οι άγιοι Πατέρες της εν λόγω Συνόδου: «Δεί δε τους εξουσίαν λύειν και δεσμείν παρά Θεού λαβόντας σκοπείν την της αμαρτίας ποιότητα και την του ημαρτηκότος προς επιστροφήν ετοιμότητα και ούτω κατάλληλον την θεραπείαν προσάγειν τω αρωστήματι, ίνα μη τη αμετρία καθ’ εκάτερον χρώμενος, αποσφαλείη προς την σωτηρίαν του κάμνοντος. Ου γαρ απλή της αμαρτίας η νόσος, αλλά ποικίλη και πολυειδής και πολλάς της βλάβης παραφυάδας βλαστάνουσα, εξ’ ών το κακόν επί πολύ διαχείται και πρόσω βαίνει μέχρις αν αντισταίη τη δυνάμει του θεραπεύοντος».[11] Και ερμηνεύει ο άγιος Νικόδημος: «Αφού η Σύνοδος αύτη διώρισε περί πολλών και διαφόρων επιτιμίων, τελευταίον εις τον παρόντα κανόνα αφίνει το παν εις την κρίσιν των επισκόπων και πνευματικών και την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν, λέγουσα, ότι αυτοί πρέπει να στοχάζονται και την ποιότητα της αμαρτίας, είτε συγγνωστή είναι αύτη, είτε θανάσιμος και την διάθεσιν οπού έχει ο αμαρτωλός εις την μετάνοιαν και έτσι να προσφέρουσιν αρμοδίαν την ιατρείαν εις την αυτού ασθένειαν. Διότι τόσον πολυποίκιλος είναι η αμαρτία και τόσον πολλά αυξάνει, ώστε οπού αντιστέκεται ήτοι υπερνικά την δύναμιν και τέχνην του πνευματικού ιατρού».[12]

    Με βάση τον παραπάνω Ιερό Κανόνα συμπεραίνουμε ότι οι Επίσκοποι και οι Πνευματικοί έχουν μεν την εξουσίαν να παρεκκλίνουν από την ακρίβεια των Ιερών Κανόνων, κάτω όμως από ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις. Απαιτείται πολλή διάκρισις από την πλευρά των Επισκόπων και Πνευματικών, ώστε να διακρίνουν τόσο την βαρύτητα του αμαρτήματος, όσον επίσης και την διάθεση του αμαρτήσαντος προς μετάνοιαν, ώστε το επιτίμιο που θα επιβάλουν να μην είναι ελαφρότερο, αλλά ούτε και βαρύτερο του δέοντος.  Ωστόσο η παρέκκλιση αυτή σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει «ακύρωση» των Ιερών Κανόνων.

    Κλείνοντας την μικρή αυτή αναφορά μας στους Ιερούς Κανόνες, θεωρούμε καθήκον μας να προτρέψουμε τον πιστό λαό του Θεού, να εγκολπωθεί με απόλυτη εμπιστοσύνη τους Ιερούς Κανόνες, ενθυμούμενος τον λόγον του αποστόλου: «Αδελφοί στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις», (Β΄ Θεσσ. 2,15). Και όχι μόνον να τους εγκολπωθεί, αλλά και να μαθητεύσει σ’ αυτούς, αναγινώσκοντας αυτούς παράλληλα με την αγία Γραφή. Να τους υπερασπίζεται και να τους περιφρουρεί από κάθε προσπάθεια αθετήσεως, νοθεύσεως, παραχαράξεως, ή καταργήσεώς των.

    Τέλος να τονίσουμε ότι όσοι παραβαίνουν τους Ιερούς Κανόνες και δεν συμμορφώνονται με την θεραπευτική αγωγή που οι Επίσκοποι και οι Πνευματικοί υποδεικνύουν, αμαρτάνουν βαρύτατα και ας είναι βέβαιοι ότι κάποια μέρα θα λειτουργήσει ο πνευματικός νόμος. Θα έρθει ώρα που θα τους τιμωρήσει ο Θεός παραδειγματικά, σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο της Γραφής «Πάσα παράβασις και παρακοή έλαβε ένδικον μισθαποδοσίαν», (Εβρ. 2,2).    



[1] https://katanixi.gr/i-eorti-tis-ypsoseos-toy-timioy-stayroy-kai-o-agios-ioannis-o-chrysostomos/

[2]Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον», Εκδ. «Αστήρ», Α. Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1957, σελ. 322.

[3]Κων. Μουρατίδου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών, Οι ιεροί κανόνες «στύλος και εδραίωμα» της Ορθοδοξίας, Αθήναι 1972, σελ. 9.

[4]PG 26,1032B. Εδώ ο άγιος Πατήρ αναφέρει μόνο την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, επειδή οι άλλες δεν είχαν συγκληθεί ακόμη.

[5] Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον», …ο.π. σελ. ιστ΄.

[6] Παναγιώτη Μπούμη, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών, Κανονικόν Δίκαιον, Εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2000, σελ.17.

[7]Vl. Lossky- Μετάφρ. Στ. Πλευράκη, Η μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη  1964, σελ. 206.

[8]Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον», …ο.π., σελ. 220.

[9]Παναγιώτη Μπούμη…ο.π. σελ. 19.

[10] Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον», …ο.π., σελ. 53.

[11] Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον», …ο.π., σελ. 311-312

[12] Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον», …ο.π., σελ. 312


………………………………………………………….

Δείτε σχετικά και -H εορτὴ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ιερὴ παρρησία και ανίερη δουλοπρέπεια

1 σχόλιο:

  1. Γιά νά μή δημιουργοῦνται ἀδίκως λογισμοί: τό ἄρθρο στό ὁποῖο ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης ὁμιλεῖ περί "λιποτάκτου" τινός, δημοσιεύθηκε μέν στήν "Κατάνυξη" πρό ὀλίγων ἡμερῶν (ἱστοσελίδα καί facebook) ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀλλά προέρχεται ἀπό τό 2020, ὅπως φαίνεται σέ ἀρκετές ἱστοσελίδες, ὅπου καί τότε εἶχε δημοσιευθεῖ. Συνεπῶς, δέν ἐστράφη ὁ συντάκτης (ὁ π. Θεόδωρος) ἐναντίον τοῦ ἀρθρογράφου π. Παύλου Δημητρακόπουλου, καθώς ὁ ἴδιος ἐνόμισε καί ... ἠμύνθη. Τό πρό ἕξ ἐτῶν ἄρθρο ἐπιγράφεται: "Ἡ Ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος· ἱερή παρρησία καί ἀνίερη δουλοπρέπεια" καί εὑρίσκεται ἐδῶ:

    http://aktines.blogspot.com/2020/09/
    http://salpismazois.blogspot.com/2020/10/blog-post.html?m=0
    https://hristospanagia3.blogspot.com/2020/10/blog-post_35.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή