ΚΥΡΙΑΚΗ Α’ ΛΟΥΚΑ
«...ἐπί
δέ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τό δίκτυον».
Τελείαν ὑπακοήν καί πεποίθησιν εἰς τόν λόγον τοῦ Χριστοῦ, ἔφερεν καρπούς μετανοίας· καί ἐνίκησαν ἀνδρείως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι τό σκότος καί τήν πλάνην τῆς εἰδωλολατρείας. Ὑπέμειναν μέ χαρά καί ἐλπίδα τούς κόπους καί τίς θλίψεις πού, κατ’ ἀνάγκην συνοδεύουν τήν ἐπιδίωξη τῆς ἐντολῆς-ἀρετῆς καί κατεφρόνησαν τήν δειλία πού προέρχεται ἀπό τήν ἀκηδία, τήν ἡδυπάθεια. Ἀποφασισμένοι νά ἐργαστοῦν μέ αὐταπάρνηση τήν ἀρετή, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, δέν ἀπέφυγαν τούς ἀναγκαίους κόπους καί τίς θυσίες γιά τήν ἐπίτευξή της.
Διότι,
ἁγία γερόντισσα, στό σῶμα καί στήν ψυχή ἐκείνου πού μέ ὑπακοή στό λόγο τοῦ
Χριστοῦ ἐργάζεται τήν ἀρετή, δέν ἔχουν χῶρο οἱ μετεωρισμοί, οἱ εὐκολίες καί ἡ
ματαιότης τοῦ κόσμου. Ἀντίθετα, ἀπό τούς σωματικούς κόπους καί ἀπό τήν προσοχή,
προσευχή, ὑπακοή στόν Ἰησοῦ καί τό ταπεινό φρόνημα, γεννιέται ἡ καθαρότητα καί ἀνατέλλει
μέσα στή ψυχή καί τό συννημένο σῶμα, τό Φῶς τοῦ ὑγιοῦς φρονήματος· δηλαδή ἡ ὀρθή
πεποίθηση γιά τά πράγματα τῆς ζωῆς καί ἡ ὀρθή-ὀρθόδοξη κρίση.
Γι’
αὐτό οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἀφῆκαν τά πάντα καί ψάρια καί δίχτυα καί πλοῖα καί ἠκολούθησαν
τόν Χριστόν ἕως θανάτου, θανάτου μαρτυρικοῦ. Προσέφεραν δέ τήν δυνατότητα στόν
κόσμο, νά ἐπικοινωνήσει μέ τόν Τριαδικόν Θεό καί τόν Σωτῆρα Θεάνθρωπο Ἰησοῦ
Χριστό· ἀρκεῖ νά τό θελήσει ὁ καθένας, νά πιστεύσει, νά βαπτισθεῖ στό Ὀρθόδοξο
βάπτισμα, νά προσεύχεται, νά ἐξομολογεῖται, νά κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων
Μυστηρίων-τήν θείαν Κοινωνίαν.
Ἐκλήθησαν
σήμερα καί διδάχτηκαν ἀπό τόν Μεσσία, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι νά ποιοῦν τό θέλημα τοῦ
Θεοῦ. Ἀντίθετα οἱ μαθητές τῶν σοφῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὑπέρηφανοι, τούς θεωροῦν
μωρούς. Στ’ ἀλήθεια ὅμως οἱ μωροί-ἀνόητοι εἶναι αὐτοί οἱ φίλαυτοι· καθώς εἶναι
κορεσμένοι μέ τήν ἀπομωραμένη κοσμική σοφία τήν ὁποία ὁ Θεός ἀπέδειξε μωρία.[1] Ἐφ’ ὅσον λοιπόν αὐτοί οἱ ἀνόητοι στεροῦνται τό Θεῖο Φῶς
καί δέν μποροῦν νά δοῦν τά θαύματα πού Αὐτό φανερώνει, θεωροῦν πλανεμένους ἐκείνους
πού ζοῦν μέσα στή Χάρη τοῦ Χριστοῦ, μέ ὑπακοή, καί γεύση τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν
τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τοῦ Μεσσίου.
Οἱ Ἅγιοι
Ἀπόστολοι, πού ἐκλήθησαν στή Γαλιλαία ἀπό
τόν Θεάνθρωπο, ἀγωνίστηκαν καί νέκρωσαν τά γήϊνα μέλη τους[2] ἀπό κάθε ἀκαθαρσία καί ἐμπαθή ἐπιθυμία, ὥστε ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι
νά μή σκέπτονται ἤ νά κάνουν κανένα κακό, ἀλλά καί τούς ἄλλους νά ὠθοῦν γιά νά
πράττουν τό ἀγαθόν καί δίκαιον καί τέλειον θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀπέκτησαν τήν
τέλειαν γνῶσιν, διά τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Παρακλήτου, τήν δύναμιν τῶν Γραφῶν,
καί πίστευσαν καί μετέδωσαν στούς ἀνθρώπους τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί στά ἀγαθά πού
Αὐτός μᾶς χάρισε καί χαρίζει ἕως τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Γεμάτοι ἀπό
τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τέλειοι στήν οὐράνια γνώση καί σοφία, ἐπισκέπτονταν
πόλεις καί χωριά μέσα ἀπό ἀμέτρητους κινδύνους, μέ μοναδικό σκοπό νά
προξενήσουν κάποιο μισθό μετανοίας, μέ τήν ὑπόμνηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί μέ
«σημεῖα» φοβερά καί μέ τήν ἀγαθοεργία, οἱ ἄνθρωποι νά ἐννοήσουν καί νά πεισθοῦν-πιστέψουν.
Ἐξήγησαν καί ἐδίδαξαν στόν κόσμο ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἔνσαρκης Οἰκονομίας
τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὁ Ὁποῖος προφητεύθηκε ἀπό τούς Προφῆτες καί κηρύχθηκε ἀπό τούς
κληθέντας σήμερα Ἁγίους Ἀποστόλους· καί διακηρύσσεται σ’ὅλη τή θεία Γραφή καί
τήν ἱεράν Παράδοσιν.
Πάντως, αὐτός ὁ
σκοπός εἶναι, ἀφοῦ μετάσχει ὁ Χριστός στά δικά μας νά μᾶς κάνει κοινωνούς τῶν
δικῶν Του. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησε γιά νά κάνει υἱούς Θεοῦ τούς ἀνθρώπους, ἀνεβάζοντας
τό γένος μας, κατά Χάριν, σ’ ἐκεῖνο πού εἶναι ὁ Ἴδιος κατά φύσιν, ἀναγεννῶντάς
μας μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα καί εἰσάγοντάς μας εὐθύς στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. «Ἡ
ζωή μας εἶναι κρυμμένη μαζί μέ τόν Χριστό, μέσα στόν Θεό»[3]. Τόνιζαν οἱ
ἅγιοι Ἀπόστολοι: «Εἶναι ἀδύνατον ἡ ψυχή χωρίς Ἅγιο Πνεῦμα καί θεία φωτιά, νά ὁμιλεῖ
μέ δύναμη καί γνησιότητα γιά τά θεῖα πράγματα καί νά φωτίζει τούς ἀνθρώπους.
Γιατί, κάθε τέλειο δῶρο ἔρχεται ἀπό ψηλά ἀπό τόν Πατέρα τῶν Φώτων καί δίνεται
σάν βραβεῖο σέ κάθε ψυχή πού ἀγαπᾶ τόν Θεόν, στόν Ὁποῖον, σύμφωνα μέ τό ρητό,
δέν ὑπάρχει μεταβολή ἤ κάποια σκιά»[4].
«...ἐπί δέ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τό δίκτυον».
Κηρύχθηκε, ἀδελφοί,
τό θεανθρώπινο ἄγγελμα τῆς Ἐκκλησίας, τό Εὐαγγέλιο, «ἐν πάσῃ τῇ κτίσει»[5].
Κηρύχθηκε στίς πέτρες πού σχίσθηκαν καί ἀναφώνησαν ἀπό τόν πόνο τους, βλέποντας
τόν Μεσσίαν Ἰησοῦν νά πάσχει στόν Σταυρό[6]. Κηρύχθηκε
στή θάλασσα μέσα ἀπό τά πλοῖα τῶν μαθητῶν
καί αὐτή ἡ θάλασσα, ὅπως καί οἱ ψαράδες μαθητές, ἀναγνώρισε τόν Δημιουργόν Θεό
καί ἐκόπασε ἐμπρός Του· καί γονάτισαν οἱ Ἀπόστολοι ἔμπροσθέν Του καί Τόν ὁμολόγησαν
Θεό καί Σωτῆρα.
Τόν εἶδαν τά
σύμπαντα· Τόν ἔνιωσαν τά πάντα καί πρός Αὐτόν ἀνοίχθηκαν· πρός Αὐτόν στράφηκαν ὁ
Οὐρανός καί ἡ Γῆ· Τόν συναισθάνθηκαν τά πάντα καί πρός Αὐτόν στόχευσαν. Ἐπειδή,
ἀπό τόν Χριστό ἀνάβλυζε καί ἀναβλύζει ἀδιάκοπα ἡ θαυμαστή δύναμη τῆς ἀκτίστου
Χάριτος τοῦ Παρακλήτου καί διαχεόταν καί διαχέεται μέ ἁβρότητα σέ ὅλα τά
κτίσματα, σέ ὅλη τήν κτίση.
Καί ὅταν ἔφυγε
ἀπό τή γῆ γιά νά ἀναβεῖ καί ἀνοίξει τούς οὐρανούς, παρέδωσε στούς μαθητάς Του,
αὐτή τή γαλήνια δύναμη, τήν ἀποθησαυρισθεῖσα στό θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας, μέ τήν ἐντολή νά συνεχίσουν τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου σέ ὅλα τά
κτίσματα, διά τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στούς αἰῶνες, εἰς αἰῶνας αἰώνων. Εἶπε στόν
καθένα ἀπό τούς κληθέντας μαθητάς: «·μή φοβοῦ, ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ
ζωγρῶν».[7]
Στόν Σωτῆρα
Θεάνθρωπον Ἰησοῦν, ἡ Δύναμις, ἡ Βασιλεία, τό Κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
[1] (Α’ Κορινθ. 1, 20)
[2]
(Κολασ.3,5)
[3]
(Κολασ.3,3)
[4] (Ἰακώβ.
1, 17)
[5] (Κολασ. 1, 23)
[6]
(Ματθ. Κζ, 51)
[7]
(Μάρκ.16,15). (Ματθ. 28, 19-20)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου