18 Ιουν 2026

Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, «Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς», λόγος Α΄

 

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ

                    ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣ

ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Ότι η εν Χριστώ ζωή συγκροτείται μέσω των θείων μυστηρίων του Βαπτίσματος, του Μύρου και της Ιερής Κοινωνίας

    1. Η εν Χριστώ ζωή φυτρώνει βέβαια σ᾿ αυτόν τον βίο και από αυτόν λαμβάνει την αρχή της, ολοκληρώνεται όμως στο μέλλον, όταν φθάσουμε σ᾿ εκείνη την ημέρα, και ούτε ο παρών βίος μπορεί να την εντυπώσει τελείως μέσα στις ψυχές των ανθρώπων, ούτε ο μελλοντικός, αν δεν λάβει από εδώ τις αρχές. Γιατί στην παρούσα ζωή την σκοτίζει η σάρκα και η προερχόμενη από αυτήν καταχνιά και φθορά, που δεν θα κληρονομήσει την αφθαρσία· γι’ αυτό ο Παύλος θεώρησε ότι ο θάνατος συμβάλλει πολύ στη συνύπαρξη με τον Χριστό· γιατί λέγει: «το να πεθάνω και να βρεθώ με τον Χριστό είναι πολύ πιο ανώτερο» [βλ. Φιλιπ.1,23: «Συνέχομαι δὲ ἐκ τῶν δύο, τὴν ἐπιθυμίαν ἔχων εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι, πολλῷ γὰρ μᾶλλον κρεῖσσον(:Και τα δύο με συνεπαίρνουν και με συνέχουν, και η επιθυμία της ζωής και η επιθυμία του θανάτου. Και υπερισχύει η επιθυμία να φύγω απ’ τη ζωή αυτή και να είμαι μαζί με τον Χριστό. Διότι αυτό είναι ασυγκρίτως καλύτερο για μένα)»], και η μέλλουσα ζωή αυτούς που θα παραλάβει χωρίς να έχουν τις δυνάμεις που χρειάζονται για εκείνη τη ζωή, δεν θα μπορέσει να τους βοηθήσει καθόλου για την ευδαιμονία, αλλά ως νεκροί και άθλιοι θα κατοικήσουν τον μακάριο εκείνο και αθάνατο κόσμο.

    2. Και ο λόγος είναι, ότι το φως βέβαια ανατέλλει και ο ήλιος παρέχει καθαρή την ακτίνα, ο οφθαλμός όμως δεν είναι δυνατό να πλασθεί τότε· και η ευωδία, βέβαια, του Πνεύματος εκχύνεται πλούσια και πλημμυρίζει τα πάντα, όσφρηση όμως δεν μπορεί κάποιος να λάβει αν δεν την έχει. Και οι φίλοι του Υιού του Θεού μπορούν ασφαλώς να γίνουν κοινωνοί των μυστηρίων μαζί Του την ημέρα εκείνη και να μάθουν από Εκείνον όσα άκουσε Αυτός από τον Πατέρα, πρέπει όμως να φθάσουν εκεί όντας είναι φίλοι και έχοντας αυτιά για να ακούουν. Γιατί δεν είναι δυνατό να συναφθεί εκεί φιλία και να ανοιχθεί αυτί και να κατασκευαστεί νυφικό ένδυμα και να ετοιμασθούν τα άλλα, τα οποία χρειάζονται σ’ εκείνον τον νυμφώνα, αλλά, εργαστήριο όλων αυτών είναι αυτός ο βίος και εκείνοι που δεν τ’ απέκτησαν πριν φύγουν από εδώ, δεν έχουν τίποτε το κοινό με εκείνη τη ζωή. Και μάρτυρες είναι οι πέντε παρθένες[Ματθ.25,1 κ.ε.] και εκείνος που προσκλήθηκε στον γάμο [Ματθ. 22,1-14], που δεν μπόρεσαν ν’ αποκτήσουν ούτε λάδι ούτε ένδυμα, επειδή προσήλθαν χωρίς να τα έχουν αυτά.

    3. Γιατί βέβαια τον εσωτερικό άνθρωπο, τον καινούργιο, που κτίζεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού [Εφ. 4, 24: «Καὶ ἐνδύσασθαι τὸν καινὸν ἄνθρωπον, τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι τῆς ἀληθείας(:Και να ντυθείτε τον νέο άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί νέα δημιουργία που δημιουργήθηκε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, για να ζείτε και να συμπεριφέρεστε με δικαιοσύνη προς τους ανθρώπους και με αφοσίωση και οσιότητα προς τον Θεό, δηλαδή με αρετές που αποτελούν καρπό της ευαγγελικής αλήθειας)»], τον κυοφορεί ο κόσμος αυτός, και αφού αυτός πλασθεί εδώ και πάρει τη μορφή του, τότε γεννιέται τέλειος στον τέλειο εκείνο και αγέραστο κόσμο. Όπως, δηλαδή, το έμβρυο όσο βρίσκεται μέσα στον σκοτεινό και κολυμβητικό βίο, η φύση το προετοιμάζει για τη ζωή του φωτός και το διαπλάθει σαν σε κανόνα για τον βίο που θα υποδεχθεί, κατά τον ίδιο τρόπο το πράγμα συμβαίνει στους αγίους· και αυτό σημαίνει εκείνο που είπε ο Παύλος γράφοντας στους Γαλάτες: «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν(:Παιδάκια μου, που σας αναγέννησα πνευματικώς και που ξαναδοκιμάζω τώρα πόνους και ωδίνες για την αναγέννησή σας, μέχρι να σχηματισθεί μέσα σας ο χαρακτήρας και η μορφή του Χριστού)»[Γαλ.4,19]. Τα έμβρυα, βέβαια, δεν πρόκειται να λάβουν ποτέ αίσθηση αυτής της ζωής, οι μακάριοι όμως δέχονται κατά τον παρόντα βίο πολλές αναλαμπές του μελλοντικού βίου. Και η αιτία είναι ότι στα έμβρυα δεν είναι παρών αυτός ο βίος, αλλά είναι ακριβώς ο μέλλων. Γιατί στα σκοτεινά εκείνα μέρη δεν έφτασε ποτέ ακτίνα,  ούτε τίποτε άλλο από αυτά που συνιστούν αυτή τη ζωή. Σε εμάς, όμως, δεν συμβαίνει το ίδιο, αλλά ο μελλοντικός εκείνος βίος εγχύθηκε κατά κάποιο τρόπο και αναμίχθηκε με αυτόν τον παρόντα και ο ήλιος εκείνος ανέτειλε και σ’ εμάς κατά τρόπο φιλάνθρωπο, το υπερουράνιο μύρο αδειάστηκε στους βρωμερούς τόπους, και ο άρτος των αγγέλων δόθηκε και στους ανθρώπους [βλ. Ψαλμ. 77, 25: «Ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος· ἐπισιτισμὸν ἀπέστειλεν αὐτοῖς εἰς πλησμονήν(:Και ο ευτελής άνθρωπος έφαγε άρτο παρασκευασμένο από αγγέλους, άφθονο και πλεονάζουσα διατροφή απέστειλε σε αυτούς ο Θεός»].

    4. Γι'αυτό, λοιπόν, οι άγιοι είναι δυνατό, όχι μόνο να διευθετηθούν και να προετοιμασθούν για τη ζωή εκείνη, αλλ’ ήδη και να ζουν στην παρούσα ζωή και να ενεργούν σύμφωνα με εκείνη τη ζωή. Γι’ αυτό λέγει ο Παύλος γράφοντας προς τον Τιμόθεο: «Ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως, ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης(:Να αγωνίζεσαι τον καλό αγώνα στον οποίο μας καλεί η πίστη. Πιάσε καλά και κράτα σφιχτά την αιώνια ζωή, την οποία σε κάλεσε ο Θεός να κληρονομήσεις, αλλά κι εσύ πριν από το βάπτισμά σου έδωσες την καλή ομολογία γι’ αυτήν μπροστά σε πολλούς μάρτυρες)»[Α΄Τιμ.6,12], και: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ(:Με το βάπτισμα έχω σταυρωθεί κι έχω πεθάνει μαζί με τον Χριστό. Κι αφού είμαι νεκρός, δεν έχει πλέον καμία ισχύ για μένα ο νόμος. Έγινα κοινωνός του σταυρικού θανάτου του Χριστού και είμαι νεκρός. Λοιπόν δεν ζω πλέον εγώ, ο παλαιός δηλαδή άνθρωπος, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και τη φυσική ζωή που ζω μέσα στο σώμα μου τώρα που επέστρεψα στον Χριστό, την ζω με την έμπνευση και την κυριαρχία της πίστεως στον Υιό του Θεού, ο Οποίος με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για τη σωτηρία μου)»[Γαλ.2,20]· και ο θεοφόρος Ιγνάτιος λέγει: «Ὕδωρ ζῶν, ἀλλόμενον καὶ λαλοῦν ἐν ἐμοί (:Υπάρχει ζωντανό νερό που αναπηδάει και που ομιλεί μέσα μου)»[Προς Ρωμαίους, 7,2]· και από πολλά τέτοια είναι γεμάτη η Γραφή.

     Εκτός, όμως, από όλα αυτά, όταν αυτή η Ζωή υπόσχεται ότι θα συνυπάρχει με τους αγίους για πάντα (γιατί λέγει ο Κύριος: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος (:Και ιδού, Εγώ που έλαβα κάθε εξουσία, θα είμαι πάντα μαζί σας βοηθός και συμπαραστάτης σας, μέχρι να τελειώσει ο αιώνας αυτός, μέχρι δηλαδή τη συντέλεια του κόσμου)»[Ματθ.28,20]), τι άλλο χρειάζεται να σκεπτόμαστε; Γιατί δεν έφυγε αμέσως, μόλις έδωσε στη γη τα σπέρματα της ζωής, έβαλε τη φωτιά και πήρε τη μάχαιρα, αφήνοντας στους ανθρώπους το φύτρωμα και τη διατροφή, το άναμμα και τη χρήση, αλλ’ ο Ίδιος είναι αληθινά παρών, «ενεργώντας μέσα μας», όπως λέγει ο Παύλος, «τη θέληση και την ενέργεια»[ βλ. Φιλιπ.2,13: «Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας (:Ο Θεός και όχι άνθρωπος είναι Αυτός που εργάζεται αποτελεσματικά μέσα σας και το να θέλετε και το να ενεργείτε το έργο της σωτηρίας σας, ώστε να πραγματοποιηθεί η αγαθή Του θέληση να σωθείτε. Ο Θεός, χωρίς να εκμηδενίζει την ελευθερία σας, δημιουργεί μέσα σας και την καλή θέληση και την απόφαση και την προθυμία, αλλά ακόμη και σας ενισχύει να εργασθείτε το έργο της σωτηρίας σας)»], Αυτός ανάβει τη φωτιά και την καθοδηγεί, και τη μάχαιρα Αυτός είναι που την κρατά. Και γενικά, «ούτε αξίνη δοξάζεται χωρίς αυτόν που τη σηκώνει»[βλ. Ησ. 10,15: «Μὴ καυχήσεται ἀξίνη ἄνευ τοῦ κόπτοντος ἐν αὐτῇ; ἢ ὑψωθήσεται πρίων ἄνευ τοῦ ἕλκοντος αὐτόν;(:Μήπως ο πέλεκυς θα δοξασθεί, σαν να μπορούσε να κατορθώσει κάτι χωρίς εκείνον, ο οποίος κόβει μέσω αυτού το ξύλο; Ή μήπως μπορεί να υψωθεί το πριόνι χωρίς εκείνον, ο οποίος το σύρει και το κινεί;)»], και σ’ εκείνους που δεν παραβρίσκεται ο Αγαθός κανένα αγαθό δεν μπορεί να συμβεί σ’ αυτούς.

    Και όμως ο Κύριος δεν υποσχέθηκε μόνο ότι θα παραβρίσκεται στους αγίους, αλλά και ότι θα μένει μαζί τους και, αυτό που είναι ανώτερο από αυτό, θα κατασκευάσει τόπο διαμονής μέσα σ’ αυτούς[βλ. Ιω14,23: «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν(:Όποιος με αγαπά, θα φυλάξει τον λόγο μου, και ο Πατήρ θα τον αγαπήσει, και θα έλθουμε σ’ αυτόν Εγώ και ο Πατέρας μου και θα κατοικήσουμε μόνιμα μέσα του, μεταβάλλοντας την καρδιά του σε έμψυχο και ζωντανό ναό μας)»]. Και γιατί λέγω αυτό, τη στιγμή που και ενώνεται μαζί τους τόσο φιλάνθρωπα, ώστε να γίνεται ένα πνεύμα μ’ αυτούς; Γιατί λέγει: «Ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστιν(:Εκείνος που προσκολλάται στον Κύριο, γεμίζει ολόκληρος και διευθύνεται από το Πνεύμα του Κυρίου και γίνεται ένα πνεύμα με Αυτόν)»[Α΄Κορ.6,17], και, σύμφωνα με τον λόγο του Παύλου, «για να είστε ένα σώμα και ένα πνεύμα, έτσι όπως γεννηθήκατε»[ βλ.Εφ.4,4: «Ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν(:Αποτελείτε ένα σώμα, την Εκκλησία, κι ένα Πνεύμα ζωοποιεί το σώμα αυτό, αφού και όλοι σας κληθήκατε με μία ελπίδα της κλήσεώς σας. Διότι  ο  Θεός για μία και την ίδια Βασιλεία και για τα ίδια αγαθά σάς κάλεσε όλους)»].

    5. Όπως δηλαδή η φιλανθρωπία του Θεού είναι ανέκφραστη και η αγάπη Του προς το γένος μας υπερβαίνει τον ανθρώπινο λόγο και ταιριάζει μόνο στη θεία αγαθότητα (γιατί αυτή είναι «η ειρήνη του Θεού, που υπερβαίνει κάθε νου»[βλ. Φιλιπ.4,7: «Καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ(:κι έτσι, όταν διώχνετε κάθε μέριμνα και εμπιστεύεστε τον εαυτό σας στη θεία Πρόνοια, η ειρήνη που έχει ο Θεός και τη μεταδίδει στους δικούς Του, της οποίας την τελειότητα δεν μπορεί να νιώσει κανένας νους, είτε ανθρώπινος είτε αγγελικός, θα φρουρήσει τις καρδιές σας και τις σκέψεις σας, εφόσον μένετε ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό)»]), κατά τον ίδιο τρόπο είναι εύλογο και η ένωση προς τους αγαπωμένους να είναι πάνω από κάθε ένωση που θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί και δεν είναι δυνατό με κανένα παράδειγμα να διατυπωθεί. Γι’ αυτό και η Γραφή χρειάσθηκε πολλά παραδείγματα για να μπορέσει να εκφράσει τη συνάφεια εκείνη, επειδή δεν αρκούσε το ένα, και άλλοτε αναφέρει ένοικο και οικία, άλλοτε άμπελο και κλήματα, άλλοτε γάμο, και άλλοτε μέλη και κεφαλή, από τα οποία δεν είναι κανένα ίσο με εκείνη· γιατί δεν είναι δυνατό να φθάσει κανείς από αυτά ακριβώς στην αλήθεια.

     6. Κατά φυσική, βέβαια, ανάγκη η φιλία ως επακόλουθό της έχει τη συνάφεια, τι όμως θα μπορούσε να εξισωθεί με τη θεία αγάπη; Έπειτα και αυτά που θεωρούνται ότι κατεξοχήν δείχνουν συνάφεια και ενότητα, δηλαδή ο γάμος και η αρμονία των μελών προς την κεφαλή, πολύ υπολείπονται και απέχουν πολύ από το να δηλώσουν την πραγματικότητα. Και πράγματι ο γάμος δεν μπορεί να συνάψει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι συναπτόμενοι να είναι και να ζουν ο ένας μέσα στον άλλο, πράγμα που συμβαίνει με τον Χριστό και την Εκκλησία. Γι’ αυτό ο θείος απόστολος, αφού είπε για τον γάμο: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν(:Και η αλήθεια αυτή για την Εκκλησία είναι ένα μυστήριο μεγάλης σημασίας, το οποίο, ενώ ήταν άγνωστο μέχρι τώρα, μας αποκαλύφθηκε απ’ τον Θεό)», πρόσθεσε, «ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν(:Και το μεγάλο αυτό μυστήριο αναφέρεται στην πνευματική ένωση του Χριστού  και της Εκκλησίας. Ό,τι δηλαδή είπε ο Θεός στην αρχή της δημιουργίας για τον άνδρα και τη γυναίκα, το ίδιο εκπληρώθηκε και πραγματοποιήθηκε με τη μυστική ένωση του Χριστού και της  Εκκλησίας)»[Εφ.5,32], δείχνοντας όχι αυτόν τον φυσικό γάμο, αλλά θαυμάζοντας εκείνον τον θείο γάμο.

   Τα μέλη πάλι του σώματος είναι βέβαια συνδεδεμένα με την κεφαλή και με τη σύναψη αυτή ζουν, ενώ αν διασπασθούν, πεθαίνουν, φαίνονται, όμως, και αυτά συνενωμένα στενότερα με τον Χριστό, παρά με την κεφαλή τους, και ζουν μάλλον με Αυτόν ενωμένα, παρά με την αρμονική ένωσή τους με την κεφαλή. Και αυτό γίνεται φανερό από τους μακάριους μάρτυρες, οι οποίοι υπέμεναν βέβαια ευχαρίστως το ένα, δεν ανέχονταν όμως ούτε καν ν’ ακούσουν για το άλλο, και απέθεταν φυσικά με ηδονή την κεφαλή και τα μέλη, ν’ αποστατήσουν, όμως, από τον Χριστό δεν ανέχονταν ούτε να το ακούσουν.

   7. Και αναφέρω βέβαια το θαυμαστότερο. Με τι άλλο δηλαδή θα μπορούσε να συναφθεί κάτι περισσότερο, παρά με τον εαυτό του; Αλλά και αυτή η ενότητα υπολείπεται της συνάφειας εκείνης. Γιατί το καθένα από τα μακάρια πνεύματα είναι βέβαια ένα και το αυτό προς τον εαυτό του, αλλ’ είναι περισσότερο με τον Χριστό συνενωμένο, παρά με τον εαυτό του· και θα επιβεβαιώσει τον λόγο ο Παύλος που εύχεται ν’ αποκοπεί από τον Χριστό για χάρη της σωτηρίας των Ιουδαίων[βλ. Ρωμ.9,3: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα(:Και θα ευχόμουν εγώ, που τίποτε δεν θα μπορούσε να με χωρίσει από τον Χριστό, να χωρισθώ απ’ Αυτόν για πάντα, εάν ήταν δυνατόν να γίνει αυτό, για χάρη των αδελφών μου Ιουδαίων, οι οποίοι είναι συγγενείς μου από σαρκική καταγωγή)»], για να προστεθεί σε Εκείνον, τον Χριστό, δόξα. Και αν το φίλτρο των ανθρώπων είναι τόσο μεγάλο, το πόσο είναι το θείο δεν μπορεί κανείς ούτε να το σκεφθεί. Γιατί, αν οι κακοί επέδειξαν τόση ευγνωμοσύνη, τι πρέπει να πούμε για την αγαθότητα εκείνη; Αφού λοιπόν είναι τόσο υπερφυής ο έρωτας, κατ’ ανάγκη και η συνάφεια προς την οποία οδηγεί τους εραστές υπερβαίνει την ανθρώπινη διάνοια, ώστε να μην μπορεί ούτε με παράδειγμα ν’ αποδοθεί.

   8. Ας εξετάσομε, όμως, το πράγμα και μ’ αυτόν τον τρόπο. Ενώ είναι πολλά τα πράγματα με τα οποία είναι ανάγκη να συνυπάρχομε στη ζωή, ο αέρας, το φως, η τροφή, τα ενδύματα, κανένας δεν συμβαίνει να χρησιμοποιεί όλες αυτές τις φυσικές δυνάμεις και τα στοιχεία πάντοτε και για κάθε σκοπό και να συνυπάρχει με αυτά, αλλά χρησιμοποιεί άλλοτε το ένα και άλλοτε το άλλο, ανάλογα με τη βοήθεια που παρέχει το καθένα στην παρούσα κάθε φορά ανάγκη. Ενδυόμαστε δηλαδή το ένδυμα, τροφή όμως δεν μπορεί να γίνει αυτό, και όταν χρειαζόμαστε τράπεζα, είναι ανάγκη να ζητήσομε κάτι άλλο. Το φως δεν μπορούμε να το αναπνεύσομε, ενώ ο αέρας δεν μπορεί να μας αντικαταστήσει την ακτίνα· επίσης δεν έχομε πάντοτε, ούτε χρησιμοποιούμε πάντοτε τις ενέργειες των αισθήσεων και των μελών, αλλά μερικές φορές και ο οφθαλμός και το χέρι είναι αδρανή· όταν χρειάζεται ν’ ακούσομε και όταν θέλομε να αγγίζομε κάτι, είναι αρκετό το χέρι, όταν όμως θέλομε να οσφρανθούμε ή να ακούσομε ή να δούμε, δεν είναι κατάλληλο αυτό, αλλ’ αφήνοντας αυτό, ανατρέχουμε προς άλλο όργανο.

      Αντίθετα ο Σωτήρας συνυπάρχει πάντοτε με αυτούς που ζουν μ’ Αυτόν πάντοτε με κάθε τρόπο έτσι, ώστε παρέχει τα αναγκαία για κάθε ανάγκη και είναι τα πάντα γι’ αυτούς, και δεν αφήνει να κοιτάξουν προς τίποτε άλλο, ούτε να ζητήσουν τίποτε από αλλού. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε από τα αναγκαία στους αγίους που να μην τους είναι αυτό Αυτός· γιατί και γεννά, και αυξάνει και τρέφει και φως είναι και πνοή, διαπλάθει σ’ αυτούς οφθαλμό τον εαυτό Του, τους φωτίζει επίσης με τον εαυτό Του και τους προσφέρει τον εαυτό Του να βλέπουν. Είναι συγχρόνως και τροφέας και τροφή, και Αυτός βέβαια παρέχει τον Άρτο της ζωής, Αυτός όμως είναι αυτό που παρέχει (ο Άρτος)· είναι ζωή γι’ αυτούς που ζουν, μύρο γι’ αυτούς που αναπνέουν, ένδυμα για να το ενδυθούν αυτοί που θέλουν. Αυτός επίσης είναι Εκείνος με τον Οποίο μπορούμε να βαδίζουμε, Αυτός είναι η οδός, και επιπλέον το κατάλυμα της οδού και το τέρμα. Εμείς είμαστε μέλη, Εκείνος η κεφαλή· όταν χρειάζεται ν’ αγωνισθούμε αγωνίζεται μαζί μας, όταν διεκδικούμε βραβείο είναι ο αγωνοθέτης· όταν νικούμε, αμέσως Εκείνος γίνεται στεφάνι.

      9. Έτσι μάς ελκύει προς τον εαυτό Του από παντού και δεν μάς αφήνει να προσηλώνουμε τον νου μας σε τίποτε άλλο, ούτε να δείξουμε έρωτα για οποιοδήποτε από τα όντα. Αν νικήσουμε την επιθυμία προς ένα πράγμα, Αυτός τη σταματά και την αναπαύει, αν τη νικήσουμε προς κάποιο άλλο, πάλι Αυτός παρών, και αν προς κάτι διαφορετικό, και αυτήν την οδό την ελέγχει και συλλαμβάνει τους διερχομένους. Γιατί λέγει: «Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ· ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει. Ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου(: Εάν ανέβω στον ουρανό, Εσύ είσαι εκεί· εάν πεθάνω και κατέβω στον Άδη, η παρουσία Σου και εκεί εκτείνεται. Εάν γινόμουνα πτερωτός και έπαιρνα επάνω μου δικά μου φτερά εκεί, όπου ανατέλλει κατά τα βαθιά ξημερώματα ο ήλιος, και κατασκηνώσω στα πιο απόμακρα μέρη της θάλασσας όπου γίνεται η δύση, και πετάξω λοιπόν από την ανατολή έως την δύση, αλλά και εκεί το στοργικό Σου χέρι θα με οδηγήσει και θα με κρατήσει σφικτά η δεξιά Σου)»[Ψαλμ.138,8-10]· με κάποια θαυμαστή και φιλάνθρωπη τυραννίδα μάς ελκύει προς τον εαυτό Του μόνο και μάς συνενώνει μόνο με τον εαυτό Του.

     Και με αυτήν την ανάγκη, νομίζω, συγκέντρωσε στην οικία και στο συμπόσιο εκείνους που προσκάλεσε, λέγοντας στον δούλο: «Ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου (:Βγες έξω απ’ την πόλη στους δρόμους και στους φράχτες των κτημάτων, όπου συνήθως μαζεύονται οι περιπλανώμενοι, που δεν έχουν σπίτι και μόνιμη κατοικία. Κι επειδή αυτοί θα διστάζουν από συστολή να πάρουν μέρος στο δείπνο μου, παρακίνησέ τους επίμονα να μπουν εδώ, για να γεμίσει ο οίκος μου)»[Λουκά 14,23].

    10.  Ας είναι. Ότι βέβαια η κατά Χριστόν ζωή είναι παρούσα στους αγίους που ζουν και ενεργούν σύμφωνα μ’ αυτήν, όχι μόνο στο μέλλον, αλλά και στο παρόν, γίνεται φανερό από τα όσα έχουν λεχθεί. Γι’ αυτό πρέπει να εξετάσομε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να ζήσουν έτσι και, όπως λέγει ο Παύλος, «να ζήσουν μια καινούργια ζωή» [βλ. Ρωμ.6.4: «Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν(:Θαφτήκαμε, λοιπόν, μαζί μ’ Αυτόν με το άγιο Βάπτισμα, το οποίο μας έκανε συγκοινωνούς του θανάτου Του, με αποτέλεσμα, όπως ακριβώς αναστήθηκε  ο Χριστός από τους νεκρούς, με την ένδοξη δύναμη του Πατρός, έτσι κι εμείς να αναστηθούμε σε νέα ενάρετη και αγία ζωή και να συμμορφώσουμε τη διαγωγή μας σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ζωής αυτής)»], εννοώ δηλαδή τι πρέπει να κάνουν ώστε, δεν ξέρω πώς πρέπει να το ονομάσω, να συνενωθεί και να προσφυτευθεί μαζί τους ο Χριστός.

     11. Αυτό, λοιπόν, είναι κατά ένα μέρος δώρο του Θεού, και κατά το άλλο εξαρτάται από τη δική μας προσπάθεια, και το πρώτο μέρος είναι καθαρά έργο Εκείνου, ενώ το άλλο χρειάζεται τον δικό μας αγώνα. Ή, καλύτερα, από εμάς τόσο λίγο μόνο προσφέρεται, όσο χρειάζεται το να υπομείνομε τη χάρη και να μη προδώσομε τον θησαυρό, ούτε και να σβήσομε τη λαμπάδα που ήδη είναι αναμμένη, εννοώ δηλαδή να μη φέρομε μαζί μας τίποτε από εκείνα που είναι εναντίον της ζωής και τα οποία γεννούν τον θάνατο· γιατί κάθε ανθρώπινο αγαθό και κάθε αρετή οδηγεί σ’ αυτό, στο να μην ωθήσομε το ξίφος εναντίον τού εαυτού μας, ούτε ν’ αποφύγομε την ευδαιμονία και να ρίξομε από το κεφάλι μας κάτω τα στεφάνια, καθόσον την ουσία της ζωής τη φυτεύει στις ψυχές μας με ανέκφραστο τρόπο ο Ίδιος ο Χριστός. Γιατί παραβρίσκεται αληθινά και βοηθάει με τις αρχές της ζωής που πρόσφερε Αυτός με τον ερχομό Του στη γη.

    Και παραβρίσκεται, όχι όπως την πρώτη φορά, μετέχοντας μαζί μας σε τροφές και συλλόγους και συναναστροφές, αλλά κατά έναν τρόπο διαφορετικό από εκείνον και τελειότερο, κατά τον οποίο γινόμαστε σύσσωμοι με Αυτόν και σύζωοι και μέλη, και οτιδήποτε άλλο που οδηγεί σ’ αυτό. Γιατί, όπως η φιλανθρωπία Του είναι ανέκφραστη, από την οποία παρακινήθηκε ν’ αγαπήσει τόσο πολύ τους τόσο αισχρούς και να τους καταστήσει αξίους τόσο μεγάλων δωρεών, και η συνάφεια με την οποία συνδέεται με αυτούς που αγαπά νικά κάθε περιγραφή και κάθε ονομασία, έτσι και ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχει και ευεργετεί είναι θαυμαστός και ταιριάζει μόνο σ’ αυτόν που πράττει θαυμαστά έργα. Γιατί εκείνους που τον θάνατό Του, τον οποίο υπέστη αληθινά για χάρη της δικής μας ζωής, μιμούνται με σύμβολα σαν ιχνογραφήματα, τους ανακαινίζει με τα ίδια τα πράγματα, τους αναπλάθει και τους καθιστά κοινωνούς της ζωής Του.

    12. Πράγματι, ιχνογραφώντας με τα μυστήρια Του την ταφή Του και διακηρύσσοντας τον θάνατό Του, γεννιόμαστε μέσω αυτών και πλαθόμαστε και συνενωνόμαστε κατά τρόπο υπερφυσικό με τον Σωτήρα· γιατί αυτά είναι εκείνα με τα οποία ζούμε μέσα σ’ Αυτόν, όπως λέγει ο Παύλος, και κινούμαστε και υπάρχουμε[βλ. Πράξ.17,28: «Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν· τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν. (:Είναι πολύ κοντά μας ο Θεός, διότι μέσα σε Αυτόν και μέσα στη δική Του πνευματική παρουσία ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε, όπως και μερικοί από τους δικούς σας ποιητές έχουν πει: Διότι και δική Του γενιά είμαστε. Είμαστε γενιά Του επειδή μας έπλασε κατ’ εικόνα Του και μας αγάπησε ως δικούς Του)»]. Καθόσον το Βάπτισμα μάς δίνει την ύπαρξη και γενικά την κατά Χριστόν υπόσταση, γιατί, παραλαμβάνοντάς μας νεκρούς και διεφθαρμένους, μάς εισάγει για πρώτη φορά στη ζωή· η Χρίση με το μύρο τελειοποιεί τον νεογεννημένο, βάζοντας μέσα του την ενέργεια που ταιριάζει στη ζωή αυτή, ενώ η Θεία Ευχαριστία συντηρεί και συγκρατεί αυτή τη ζωή και την υγεία· γιατί το να διατηρηθούν τα αποκτηθέντα και να παραμείνουν ζωντανοί οι μέτοχοι της ζωής το προσφέρει ο Άρτος της ζωής. Γι’ αυτό ζούμε με αυτόν τον Άρτο, κινούμαστε με το Μύρο, έχοντας λάβει την ύπαρξη από το Βάπτισμα.

     13. Και με αυτόν τον τρόπο ζούμε μέσα στον Θεό, μεταθέτοντας τη ζωή από αυτήν τη βλεπόμενη, προς εκείνον τον μη βλεπόμενο κόσμο, αλλάζοντας όχι τον τόπο, αλλά τον βίο και τη ζωή. Γιατί δεν κινηθήκαμε ούτε ανεβήκαμε εμείς προς τον Θεό, αλλ’ Αυτός ήρθε και κατέβηκε σ’ εμάς. Γιατί δεν Τον ζητήσαμε, αλλά ζητηθήκαμε, γιατί δεν αναζήτησε το πρόβατο τον ποιμένα και η δραχμή τον οικοδεσπότη[βλ. Λουκά 15,4-9], αλλ’ Αυτός έσκυψε στη γη και βρήκε το νόμισμα και έφτασε στον τόπο όπου περιπλανιόταν το πρόβατο, το φορτώθηκε στον ώμο Του και τερμάτισε την περιπλάνησή του. Δεν μάς μετέστησε από εδώ, αλλά μένοντας πάνω στη γη, μάς έκανε ουράνιους και έβαλε μέσα μας την ουράνια ζωή, χωρίς να μάς ανεβάσει στον ουρανό, αλλά κλίνοντας και κατεβάζοντας τον ουρανό σ’ εμάς. Όπως δηλαδή λέγει και ο προφήτης: «ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβη(: χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη)»[βλ. Ψαλμ.17,10].

     Μέσω, λοιπόν, αυτών των ιερών μυστηρίων μπαίνει σαν από θυρίδες μέσα στον σκοτεινό αυτό κόσμο ο Ήλιος της δικαιοσύνης και θανατώνει την όμοια με αυτόν τον κόσμο ζωή, ανασταίνει την υπερκόσμια, και το φως του κόσμου νικά τον κόσμο, πράγμα που υπαινίσσεται ο Χριστός λέγοντας: «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον (:Εφόσον είστε μέσα στον κόσμο, θα έχετε θλίψη. Αλλά έχετε θάρρος. Εγώ έχω νικήσει τον κόσμο. Και με τη νίκη μου αυτή εξασφάλισα και για σας τον θρίαμβο και τη δόξα)»[Ιω.16,33], εισάγοντας στο θνητό και πρόσκαιρο σώμα τη μόνιμη και αθάνατη ζωή.

     14. Όπως, δηλαδή, όταν μπει στην οικία η ηλιακή ακτίνα, το λυχνάρι δεν φωτίζει πλέον τους οφθαλμούς αυτών που βλέπουν στρέφοντάς προς τον εαυτό του, αλλ’ υπερνικά η λαμπρότητα της ακτίνας και τους κατέχει, κατά τον ίδιο τρόπο και η λαμπρότητα της μέλλουσας ζωής, εισερχόμενη σ’ αυτήν τη ζωή μέσω των μυστηρίων και κατοικώντας μέσα στις ψυχές, νικά τη σαρκική ζωή και το κάλλος του κόσμου αυτού, και καλύπτει τη λαμπρότητά του, και αυτή είναι η πνευματική ζωή, από την οποία νικιέται κάθε επιθυμία της σάρκας, σύμφωνα με τον λόγο του Παύλου: «Πνεύματι περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε(:Πρέπει να συμπεριφέρεστε σύμφωνα με τις εμπνεύσεις του Αγίου Πνεύματος, και τότε δεν θα εκπληρώσετε την επιθυμία της σάρκας, και συνεπώς δεν θα υπάρχει μίσος μεταξύ σας)»[Γαλ.5,16].

      Αυτήν την οδό χάραξε ο Κύριος ερχόμενος σ’ εμάς και αυτήν την θύρα άνοιξε εισερχόμενος στον κόσμο και όταν επανήλθε στον Πατέρα Του δεν θέλησε να την κλείσει, αλλ’ έρχεται από Εκείνον μέσω αυτής στους ανθρώπους· ή, καλύτερα, παραβρίσκεται πάντοτε και είναι μαζί μας και θα είναι για πάντα, τηρώντας εκείνες τις υποσχέσεις.

     15. Άρα λοιπόν «αυτό δεν είναι τίποτε άλλο, παρά οίκος του Θεού και αυτή είναι η πύλη του ουρανού» [βλ. Γέν.28,17: «Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ’ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ(: Πόσο φοβερός είναι ο τόπος αυτός! Ο τόπος αυτός δεν είναι έρημος, όπως μου φάνηκε στην αρχή. Αυτός ασφαλώς είναι οίκος και σπίτι του Θεού· και αυτή είναι η πύλη που συνδέει τη γη με τον ουρανό)»], όπως είπε ο πατριάρχης Ιακώβ, από την οποία δεν κατεβαίνουν μόνο άγγελοι στη γη (καθόσον παραβρίσκονται στον καθένα από τους πιστούς), αλλά ο ίδιος ο Δεσπότης των αγγέλων. Γι’ αυτό όταν καταδέχθηκε να λάβει και ο Ίδιος το βάπτισμα του Ιωάννη, προεικονίζοντας, κατά κάποιο τρόπο, το δικό Του βάπτισμα, ανοίγει τον ουρανό, δείχνοντας ότι αυτή είναι η πύλη μέσω της οποίας θα δούμε τον ουρανό· αλλά και με εκείνα που αποφάνθηκε, ότι δεν μπορεί να μπει στη ζωή αυτός που δεν βαπτίσθηκε, αυτό ακριβώς υπαινίσσεται, ότι το βάπτισμα είναι είσοδος και πύλη. Γιατί λέγει ο Δαβίδ, «ανοίξτε μου τις πύλες της δικαιοσύνης»[ βλ. Ψαλμ.117,19: «Ἀνοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης· εἰσελθὼν ἐν αὐταῖς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ(: Ανοίξτε μου, εσείς, οι ιερείς τις πύλες του ναού, στον οποίο κατοικεί ο δικαιοκρίτης Θεός· και αφού εισέλθω διαμέσου αυτών μέσα στον ναό, θα υμνήσω και θα ευχαριστήσω με θερμή ευγνωμοσύνη τον Κύριο)»], επιθυμώντας, νομίζω, ν’ ανοιγούν αυτές οι πύλες. Καθόσον αυτό είναι εκείνο που πολλοί προφήτες και βασιλείς επιθύμησαν να δουν, τον τεχνίτη των θρόνων αυτών ερχόμενο στη γη. Γι’ αυτό λέγει, αν κατόρθωνε να μπει περνώντας αυτές τις πύλες, θα ομολογούσε χάριτες προς τον Θεό που αφαίρεσε το τείχος. Γιατί λέγει: «Αν μπω από αυτές, θα δοξολογήσω τον Κύριο»[βλ. παραπάνω Ψαλμ.117,19], γιατί από αυτές τις πύλες κατόρθωσε να φθάσει σε τελειότατη γνώση της αγαθότητας και φιλανθρωπίας του Θεού για το ανθρώπινο γένος.

     16. Τι δηλαδή θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη απόδειξη της αγαθότητας και φιλανθρωπίας Του από το να απαλλάσσει την ψυχή από τον ρύπο λούζοντάς την με νερό, και χρίοντάς την με μύρο να της δίνει τη δυνατότητα να βασιλεύει στη Βασιλεία των ουρανών, και να την τρέφει παραθέτοντάς της το Σώμα και το Αίμα Του; Επίσης τι μπορεί να εξισωθεί με το να γίνονται άνθρωποι θεοί και υιοί του Θεού, η φύση μας να απολαμβάνει την τιμή του Θεού, και το χώμα να έχει ανεβασθεί σε τέτοιο ύψος δόξας, ώστε να γίνει ήδη ομότιμο με τη θεία φύση και ομόθεο; Ποια υπερβολή παραδοξότητας στερείται αυτό το πράγμα; Αυτό, νομίζω, είναι η αρετή του Θεού που κάλυψε τους ουρανούς, ξεπέρασε κάθε κτίση και κάλυψε κάθε έργο του Θεού, νικώντας το με το μέγεθος και το κάλλος της.

    Γιατί από όλα γενικά τα θεία έργα, που είναι τόσα πολλά, τόσο καλά και μεγάλα, δεν υπάρχει κανένα που να μην υπολείπεται της σοφίας και της τέχνης του Δημιουργού· και θα μπορούσε μάλιστα να παραγάγει έργα καλύτερα και μεγαλύτερα από αυτά που έγιναν και από όσα θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί. Και αν υπάρχει κάποιο έργο του Θεού τόσο καλό, τόσο αγαθό, ώστε να συναγωνίζεται εκείνη τη σοφία και τη δύναμη και την τέχνη, και όπως θα μπορούσαμε να πούμε, να εξισωθεί με την απειρία και σαν αποτύπωμα να παρουσιάσει όλο το μέγεθος της θείας αγαθότητας, αυτό νομίζω θα είναι το νικηφόρο. Γιατί, αν αυτό είναι το παντοτινό έργο του Θεού, το να μεταδίδει αγαθό, και όλα τα κάνει γι’ αυτό, και αυτός είναι ο σκοπός αυτών που ήδη έγιναν και εκείνων που πρόκειται να γίνουν στο μέλλον (να διαχύνεται, λέγει, το αγαθό και να προχωρεί[βλ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, «Περί θείων ονομάτων» 4]), και κάμνοντας αυτό ο Θεός, μετέδωσε το μέγιστο από όλα τα αγαθά και μεγαλύτερο από αυτό δεν έχει να δώσει, αυτό θα μπορούσε να είναι το μέγιστο και κάλλιστο έργο της αγαθότητας και το τελευταίο όριο της χρηστότητας.

    17. Τέτοιο είναι το έργο της οικονομίας που πραγματοποιήθηκε για χάρη των ανθρώπων. Γιατί εδώ δεν μετέδωσε ο Θεός στη φύση των ανθρώπων απλώς ένα οποιοδήποτε αγαθό, κρατώντας τα περισσότερα για τον εαυτό Του, αλλ’ εναπέθεσε σ’ αυτό ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητας, όλον τον φυσικό πλούτο. Γι’ αυτό και ο Παύλος είπε, ότι στο Ευαγγέλιο αποκαλύπτεται κατεξοχήν η δικαιοσύνη του Θεού· γιατί λέγει: «Δικαιοσύνη γὰρ Θεοῦ ἐν αὐτῷ ἀποκαλύπτεται (:Και είναι τέτοια δύναμη το Ευαγγέλιο, διότι μέσα από αυτό φανερώνεται ότι ο Θεός δικαιώνει και σώζει κάθε αμαρτωλό που πιστεύει, τον οποίο ανακηρύττει και μεταβάλλει σε δίκαιο)»[Ρωμ.1,17]. Γιατί, αν υπάρχει κάποια αρετή του Θεού και δικαιοσύνη, αυτό θα μπορούσε να είναι η πλουσιοπάροχη μετάδοση των αγαθών Του σε όλους και η κοινωνία της μακαριότητάς Του. Γι’ αυτό τα ιερότατα μυστήρια θα μπορούσαν εύλογα να ονομασθούν «πύλες της δικαιοσύνης», γιατί η έσχατη φιλανθρωπία και η αγαθότητα του Θεού προς το ανθρώπινο γένος, που είναι η θεία αρετή και η δικαιοσύνη, μάς τις έκανε αυτές εισόδους προς τον ουρανό.

    18. Αλλά και αυτό το τρόπαιο το έστησε ο Κύριος και μάς έδωσε αυτήν την πύλη και την οδό με άλλον τρόπο, με κρίση και δικαιοσύνη. Γιατί δεν άρπαξε τους αιχμαλώτους, αλλ’ έδωσε λύτρο, έδεσε τον ισχυρό, όχι καταδικάζοντάς τον επειδή είχε μεγαλύτερη δύναμη ο Κύριος, αλλά με δίκαια απόφαση, και εβασίλευσε στον οίκο του Ιακώβ, αφού κατέλυσε την τυραννία στις ψυχές των ανθρώπων, όχι επειδή μπορούσε να την καταλύσει, αλλ’ επειδή ήταν δίκαιο να καταλυθεί. Και αυτό το δήλωσε με εκείνα που είπε: «Δικαιοσύνη καὶ κρίμα ἑτοιμασία τοῦ θρόνου σου (:Η δικαιοσύνη και οι ορθές και δίκαιες αποφάσεις τις οποίες αυτή εκφέρει και πραγματοποιεί, είναι τα θεμέλια του θρόνου Σου)» [Ψαλμ.88,15]. Και δεν άνοιξε η δικαιοσύνη μόνο αυτές τις πύλες, αλλά και μέσω αυτών έφθασε η δικαιοσύνη στο γένος μας.

      Γιατί κατά τους παλαιότερους χρόνους, πριν έρθει ο Θεός στους ανθρώπους, δεν ήταν δυνατό να βρεθεί δικαιοσύνη πάνω στη γη. Γιατί ο ίδιος ο Θεός, που δεν ήταν δυνατό να Του ξεφύγει, έσκυψε από τον ουρανό και έψαξε να βρει αν υπάρχει καθόλου δικαιοσύνη, και όμως δεν βρήκε· γιατί λέγει: «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός(: Όλοι παρεξέκλιναν από τον ίσιο δρόμο, εξαχρειώθηκαν και κατήντησαν διεφθαρμένοι. Δεν υπάρχει κανείς που να κάνει το καλό. Δεν υπάρχει ούτε ένας)» [Ψαλμ.19,3].

      Όταν, όμως, ανέτειλε η αλήθεια από τη γη σε εκείνους που ζούσαν μέσα στο σκοτάδι του ψεύδους και στη σκιά, τότε μόλις και η δικαιοσύνη έσκυψε από τον ουρανό και πρώτη φορά εμφανίσθηκε αληθινά και τελείως στους ανθρώπους, και δικαιωθήκαμε, πρώτα βέβαια αφού απαλλαχθήκαμε από τα δεσμά και την ενοχή, αφού απολογήθηκε για λογαριασμό μας Εκείνος που δεν διέπραξε καμία αδικία με τον θάνατό Του πάνω στον σταυρό, στον οποίο υπέμεινε την ποινή για όσα ατοπήματα τολμήσαμε να κάνομε εμείς, και έπειτα γίναμε και φίλοι του Θεού και δίκαιοι εξαιτίας του θανάτου Εκείνου.

     Γιατί ο Σωτήρας πεθαίνοντας δεν μάς απάλλαξε μόνο από τα δεσμά και μάς συμφιλίωσε με τον Πατέρα, αλλά και «μας έδωσε τη δυνατότητα να γίνουμε τέκνα του Θεού» [βλ. Ιω.1,12: «Ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ (:Όσοι, όμως, Τον δέχθηκαν και Τον εγκολπώθηκαν ως Σωτήρα τους, και πίστεψαν ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού που έγινε άνθρωπος για να σώσει τους ανθρώπους, τους έδωσε το δικαίωμα και τη χάρη να γίνουν τέκνα του Θεού)»], αφού συνένωσε με τον εαυτό Του την δική μας φύση με τη σάρκα που έλαβε, και συνενώνει τον καθένα μας με τη σάρκα Του με τη δύναμη των μυστηρίων, και με αυτόν τον τρόπο ανατέλλει στις ψυχές μας τη δικαιοσύνη και τη ζωή Του. Έτσι με τα ιερά μυστήρια πέτυχαν οι άνθρωποι να γνωρίσουν την αληθινή δικαιοσύνη και να την πραγματοποιήσουν.

     9. Μολονότι βέβαια αναφέρονται στη Γραφή πολλοί δίκαιοι και φίλοι του Θεού προτού φθάσει στη γη ο Δικαιωτής και Συμφιλιωτής, πρέπει να σκεπτόμαστε εκείνα, κυρίως βέβαια για την εποχή τους και έπειτα και για το μέλλον, ότι έγιναν τέτοιοι και προετοιμάσθηκαν να προστρέξουν στη δικαιοσύνη, αλλά αφού πρώτα παρουσιασθεί, να ελευθερωθούν, αφού πρώτα καταβληθεί το λύτρο, να δουν, μόνο αφού φανεί το φως, και να απαλλαγούν από τους τύπους, αφού πρώτα παρουσιασθεί η αλήθεια. Και σ’ αυτό κυρίως διαφέρουν οι δίκαιοι από τους κακούς, βρισκόμενοι στα ίδια σχεδόν δεσμά με εκείνους και υφιστάμενοι την ίδια τυραννική εξουσία, στο ότι οι δίκαιοι δυσανασχετούσαν για τον ανδραποδισμό εκείνον και τη δουλεία και εύχονταν να καταστραφεί το δεσμωτήριο και να λυθούν εκείνα τα δεσμά, και επιθυμούσαν να δουν να καταπατείται από εκείνους που ήταν δεμένη η κεφαλή του τυράννου, ενώ οι πονηροί ήταν ευχαριστημένοι με τη δουλεία και δεν τους φαινόταν καθόλου φοβερή η κατάσταση εκείνη. Τέτοιοι άνθρωποι υπήρχαν και κατά τις μακάριες εκείνες ημέρες, οι οποίοι δεν δέχθηκαν τον Ήλιο που ανέτειλε πάνω τους και επιχείρησαν να Τον σβήσουν, κάνοντας ό,τι μπορούσαν από εκείνα με τα οποία νόμιζαν ότι θα κατορθώσουν να εξαφανίσουν την ακτινοβολία Του. Γι’ αυτό οι πρώτοι ελευθερώθηκαν από την τυραννία του Άδη μόλις φάνηκε ο Βασιλιάς, ενώ οι άλλοι έμειναν στα δεσμά.

      20. Όπως ακριβώς, δηλαδή, στην περίπτωση των ασθενών, αυτοί που επιζητούν με κάθε τρόπο τη θεραπεία και βλέπουν με ευχαρίστηση τον γιατρό συμβαίνει να είναι καλύτεροι και ανεκτικότεροι προς τα φάρμακα από εκείνους που δεν γνωρίζουν ότι είναι ασθενείς και απορρίπτουν αυτά (γιατί, νομίζω, ότι αυτούς ο γιατρός θα τους χαρακτηρίσει ήδη υγιείς και προτού τους θεραπεύσει, αν βέβαια δεν θεωρεί την τέχνη του κατώτερη της ασθενείας), κατά τον ίδιο τρόπο ο Θεός κάποιους κατά τους χρόνους εκείνους τούς ονόμασε και δικαίους και φίλους· γιατί εισέφεραν όλα τα δικά τους, και επέδειξαν την κατά το δυνατόν δικαιοσύνη, πράγμα που τούς έκανε βέβαια άξιους να ελευθερωθούν όταν θα φαινόταν Εκείνος που μπορούσε να τούς λύσει, αλλά δεν τούς έλυσε. Αν και βέβαια αν αυτό ήταν αληθινή δικαιοσύνη, και αυτοί θα μπορούσαν να βρίσκονται «σε ειρήνη και στο χέρι του Θεού»[Σοφ. Σολ.3,1-3: «Δικαίων δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. Ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν, καὶ ἡ ἀφ’ ἡμῶν πορεία σύντριμμα· οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ (: Οι ψυχές όμως των δικαίων και μετά τον χωρισμό τους από το σώμα, υπάρχουν κάτω από το παντοδύναμο προστατευτικό χέρι του Θεού, απολαμβάνοντας την παντοδύναμη πρόνοιά Του, εξαιτίας της οποίας καμία θλίψη ή βάσανος δεν θα τους αγγίξει ποτέ. Φάνηκαν στα μάτια των αφρόνων, που δεν πιστεύουν στη μέλλουσα ζωή, ότι πέθαναν και εκμηδενίστηκαν, και θεωρήθηκε από αυτούς ως θλίψη και κακοπάθεια ανεπανόρθωτη η έξοδός τους από τον παρόντα κόσμο· και ο αποχωρισμός και  η αναχώρησή τους από εμάς, θεωρήθηκε ως όλεθρος και απώλεια, αυτοί όμως υπάρχουν και ζουν εν ειρήνη και σε κάθε ανάπαυση)»], όπως είπε ο Σολομών, αποθέτοντας το σώμα αυτό, τώρα όμως, φεύγοντας από αυτή τη ζωή τούς υποδεχόταν ο άδης.

    Γιατί την αληθινή δικαιοσύνη και την αγάπη προς τον Θεό δεν την κατέβασε ο Δεσπότης από κάπου που ήταν εξόριστη, αλλά την εισήγαγε στον κόσμο αυτός ο Ίδιος, και τον δρόμο που οδηγεί στον ουρανό δεν τον βρήκε ενώ υπήρχε, αλλ’ Αυτός ο Ίδιος τον χάραξε. Γιατί, αν υπήρχε, θα τον βάδιζε και κάποιος άλλος από τους προηγουμένους· τώρα όμως λέγει: «Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ (:Κανείς από τους ανθρώπους δεν έχει ανεβεί στον ουρανό για να μάθει τα επουράνια και να σας τα διδάξει, παρά μόνο Εκείνος που κατέβηκε απ’ τον ουρανό και έγινε με την ενανθρώπησή Του υιός του ανθρώπου. Αυτός, ενώ τώρα είναι στη γη, εξακολουθεί να είναι και στον ουρανό ως Θεός πανταχού παρών)»[Ιω3,13]. Γιατί, τη στιγμή που πριν από τον σταυρό δεν ήταν δυνατό να υπάρξει άφεση αμαρτιών και απαλλαγή από την τιμωρία, γιατί πρέπει να κάνουμε λόγο για δικαιοσύνη; Γιατί δεν ήταν εύλογο, νομίζω, πριν από τη συμφιλίωση να σταθούν στη χορεία των φίλων και να ανακηρυχθούν νικητές, ενώ ακόμη έφεραν τα δεσμά. 

     Και γενικά, αν ο παλαιός εκείνος πασχαλινός αμνός κατόρθωσε το παν, τι χρειαζόταν αυτός ο δεύτερος; Γιατί, αν οι τύποι και οι εικόνες είχαν φέρει την ευδαιμονία, η αλήθεια και τα πράγματα ήταν άχρηστα. Επίσης η κατάλυση της έχθρας με τον θάνατο του Χριστού και η κατάργηση του μεσοτοίχου και η ανατολή της ειρήνης και της δικαιοσύνης στις ημέρες του Σωτήρα και όλα αυτά, ποια θέση θα είχαν πλέον, αν υπήρχαν φίλοι του Θεού και δίκαιοι πριν από εκείνη τη θυσία;

     21. Απόδειξη επίσης είναι και αυτό. Τότε δηλαδή μάς συνένωνε με τον Θεό ο νόμος, ενώ τώρα το κάνει αυτό η πίστη και η χάρη και ό,τι άλλο έχει σχέση με αυτά. Γίνεται, λοιπόν, φανερό από αυτά, ότι η σχέση των ανθρώπων προς τον Θεό ήταν τότε δουλεία, ενώ τώρα υιότητα και φιλία· γιατί ο νόμος ταιριάζει στους δούλους, ενώ στους φίλους και στους υιούς η χάρη, η πίστη και η παρρησία. Από όλα αυτά γίνεται φανερό, όπως ακριβώς ο Σωτήρ υπήρξε «πρωτότοκος των νεκρών» [βλ.Κολ.1,18: «Καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς Ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων (:Και Αυτός από τον Οποίο τα πάντα συγκρατούνται είναι η κεφαλή του σώματος, δηλαδή της Εκκλησίας. Αυτός είναι η αρχή της Εκκλησίας και ο ιδρυτής της, ο πρώτος που αναστήθηκε από τους νεκρούς, για να γίνει Αυτός και ως προς την ανθρώπινη φύση Του πρώτος σε όλα˙ πρώτος δηλαδή και στην Εκκλησία και στην Ανάσταση)»], και κανένας από τους νεκρούς δεν μπορούσε να αναβιώσει την αθάνατη ζωή χωρίς να έχει αναστηθεί εκείνος, κατά τον ίδιο τρόπο Αυτός μόνος οδήγησε τους ανθρώπους προς την αγιοσύνη και τη δικαιοσύνη.

     Και αυτό το έδειξε ο Παύλος γράφοντας, ότι ο Χριστός εισήλθε στα άγια ως πρόδρομος για χάρη μας[βλ. Εβρ.6,20: «Ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα (:Εκεί, στον ουρανό, ως πρόδρομος μπήκε ο Ιησούς πριν από μας και για χάρη μας, για να μας ανοίξει τον δρόμο και για να μας ετοιμάσει τόπο. Και έτσι αναδείχθηκε αρχιερέας όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος, «κατά την τάξη Μελχισεδέκ)»]. Πράγματι εισήλθε στα άγια, αφού πρόσφερε τον εαυτό Του θυσία στον Πατέρα, και εισάγει επίσης εκεί αυτούς που θέλουν αφού γίνουν κοινωνοί της ταφής Του, όχι πεθαίνοντας όπως Εκείνος, αλλά παριστάνοντας τον θάνατο εκείνο κατά το λουτρό του Βαπτίσματος και διακηρύσσοντάς Τον πάνω στην ιερή τράπεζα, αλλά και χριόμενοι με το μύρο και συμμετέχοντας στην ευωχία κατά κάποιο ανέκφραστο τρόπο ευωχούμενοι αυτόν τον Ίδιο που πέθανε και αναστήθηκε. Και αφού έτσι τους εισήγαγε μέσω αυτών των πυλών στη Βασιλεία, τους οδηγεί και στα στεφάνια.

    22. Αυτές οι πύλες είναι πολύ πιο σεβαστότερες και ωφελιμότερες από τις πύλες του Παραδείσου. Γιατί εκείνες βέβαια δεν μπορούσαν ν’ ανοίγουν σε κανένα, αν δεν είχε εισέλθει πρώτα μέσα από αυτές τις πύλες, αυτές όμως εδώ ανοίχθηκαν, ενώ ήταν κλειστές εκείνες. εκείνες μπορούσαν και να οδηγήσουν έξω τους βρισκομένους μέσα, ενώ αυτές μόνο εισάγουν και δεν εξάγουν κανένα. Και εκείνες βέβαια ήταν δυνατό και να κλεισθούν, και άλλωστε κλείσθηκαν, ενώ σ’ αυτές το παραπέτασμα και το μεσότοιχο καταλύθηκε και αφαιρέθηκε εξολοκλήρου, και δεν είναι πλέον δυνατό να στηθεί πάλι φραγμός, να κατασκευασθούν θύρες, και οι κόσμοι να διαχωρισθούν μεταξύ τους με τείχος. Γιατί δεν ανοίχθηκαν απλώς μόνο, αλλά σχίσθηκαν οι ουρανοί, είπε ο θαυμάσιος Μάρκος[βλ. Μάρκ.1,10: «Καὶ εὐθὺς ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ’ αὐτόν(:Και όταν ανέβαινε από το νερό του ποταμού, αμέσως, την ίδια στιγμή, είδε να σχίζονται οι ουρανοί και το Πνεύμα το Άγιο να κατεβαίνει σαν περιστέρι και να έρχεται επάνω Του)»], για να δείξει ότι δεν απέμεινε πλέον θύρα και παραστάδες, ούτε κανένα παραπέτασμα. Γιατί Εκείνος που συμφιλίωσε και συνένωσε και ειρηνοποίησε τον άνω κόσμο με τον κάτω και κατέλυσε το μεσότοιχο του φραγμού[ βλ. Εφ.2,14·16: «Αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἕν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας(:Αυτός έκανε και τους δύο αντιμαχόμενους κόσμους, τον ιουδαϊσμό και τον εθνισμό, ένα. Αυτός γκρέμισε και κατέλυσε τον τοίχο που δημιουργούσε ο φραγμός του νόμου που ορθωνόταν ανάμεσα στους δύο λαούς και τους χώριζε)» και Εφ.2,16: «Καὶ ἀποκαταλλάξῃ τοὺς ἀμφοτέρους ἐν ἑνὶ σώματι τῷ Θεῷ διὰ τοῦ σταυροῦ, ἀποκτείνας τὴν ἔχθραν ἐν αὐτῷ(:και με τον σταυρικό Του θάνατο να συμφιλιώσει και τους δύο λαούς με τον Θεό, ενωμένους τώρα σ’ ένα σώμα, αφού προηγουμένως θα θανάτωνε την έχθρα με τον θάνατό Του)»], δεν μπορεί ν’ αρνηθεί τον εαυτό Του [ βλ. Β΄Τιμ.2,13: «Εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος πιστὸς μένει· ἀρνήσασθαι γὰρ ἑαυτὸν οὐ δύναται (: Εάν εμείς δείχνουμε απιστία, Εκείνος μένει πιστός σε όσα υπόσχεται. Δεν μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό Του και να αθετήσει τους λόγους Του)»], είπε ο μακάριος Παύλος.

     Γιατί εκείνες οι πύλες, επειδή είχαν ανοιγεί για τον Αδάμ, ήταν φυσικό να κλεισθούν οπωσδήποτε, αφού εκείνος δεν έμεινε εκεί που έπρεπε να μείνει, ενώ αυτές τις άνοιξε ο Ίδιος ο Χριστός, ο οποίος δεν διέπραξε αμαρτία [βλ. Α΄Πέτρ.2,22: «Ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ(:Αυτός δεν έκανε ποτέ καμία αμαρτία, ούτε βρέθηκε δόλος ή ψέμα στο στόμα Του)»], ούτε και είναι δυνατό ν’ αμαρτάνει· γιατί λέγει: «Ἐξομολόγησις καὶ μεγαλοπρέπεια τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος(:Κάθε έργο Του είναι άξιο να υμνείται, διότι είναι μεγαλειώδες. Και η δικαιοσύνη με την οποία ο Κύριος κυβερνά τα σύμπαντα και τα κατευθύνει όλα στον τελικό τους σκοπό, είναι αναλλοίωτη, αδιάσειστη και αιώνια)»[Ψαλμ.110,3]· γι’ αυτό κατ’ ανάγκη μένουν ανοιχτές και εισάγουν βέβαια στη ζωή, δεν επιτρέπουν, όμως, έξοδο από τη ζωή σε κανένα. Γιατί λέγει ο Σωτήρας: «Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν (:Ήλθα για να έχουν ζωή, κι ακόμη περισσότερο, άφθονη πνευματική τροφή και κάθε αγαθό)»[Ιω.10,10]· γιατί αυτό είναι ζωή, την οποία έφερε ο Κύριος ερχόμενος, το να γίνουν μέτοχοι του θανάτου Του και κοινωνοί του πάθους Του, χωρίς το οποίο δεν είναι δυνατό να διαφύγουν τον θάνατο. Γιατί, ούτε εκείνος που δεν βαπτίσθηκε με νερό και Πνεύμα μπορεί να εισέλθει στη ζωή[ βλ. Ιω.3,5: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ (:Αληθινά, αληθινά σου λέω ό,τι εάν δεν γεννηθεί κανείς πνευματικά από το νερό του αγίου Βαπτίσματος και από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο αοράτως με το νερό αυτό αναγεννά τον άνθρωπο, δεν μπορεί να μπει στη Βασιλεία του Θεού)»], ούτε αυτοί που δεν έφαγαν τη Σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν ήπιαν το Αίμα Του μπορούν να έχουν μέσα τους ζωή [βλ. Ιω.6,54: «Όποιος τρώει τη Σάρκα μου και πίνει το Αίμα μου και μέσα από το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας γίνεται κοινωνός και συμμέτοχος της ζωής μου και της θυσίας μου, έχει ήδη από τώρα την αιώνια ζωή˙ κι εγώ θα τον αναστήσω ένδοξο κατά την έσχατη ημέρα της Κρίσεως)»].

    23. Αλλ’ ας εξετάσομε το θέμα από την αρχή. Το να ζήσουν κατά Θεόν δεν ήταν δυνατό σε εκείνους που δεν πέθαναν ως προς τις αμαρτίες, και ο μόνος που μπορεί να θανατώσει την αμαρτία είναι ο Θεός. Γιατί όφειλαν βέβαια να το κάνουν αυτό οι άνθρωποι, αφού είχαμε το δικαίωμα να ξαναγωνισθούμε και να κερδίσουμε τη μάχη, εφόσον είχαμε ηττηθεί με τη θέλησή μας, αλλ’ αυτό δεν μπορούσαμε ούτε καν να το πλησιάσουμε, γιατί είχαμε γίνει ήδη δούλοι της αμαρτίας. Πώς δηλαδή θα μπορούσαμε να γίνουμε ανώτεροι της αμαρτίας, αφού ήμασταν δούλοι της; Γιατί ακόμη κι αν ήμασταν ανώτεροι, όμως «δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του» [βλ. Ματθ.10,24: «Οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον, οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν κύριον αὐτοῦ(:Και μην παραξενεύεστε από τους διωγμούς αυτούς. Κάθε μαθητής, για όσο διάστημα εξακολουθεί να είναι μαθητής, δεν είναι ποτέ ανώτερος από τον δάσκαλό του˙ ούτε κανείς δούλος είναι ανώτερος από τον κύριό του)»]. Επειδή λοιπόν αυτός που είχε καθήκον να καταβάλει το χρέος αυτό και να κερδίσει τη νίκη ήταν δούλος εκείνων που έπρεπε να νικήσει στον πόλεμο, ενώ ο Θεός που μπορούσε να το κατορθώσει δεν είχε καμία υποχρέωση, γι’ αυτό κανένας από τους δύο δεν αναλάμβανε τον αγώνα, και η αμαρτία ζούσε, και ήταν αδύνατο ν’ ανατείλει για μας η αληθινή ζωή, αφού άλλος όφειλε να στήσει το τρόπαιο της νίκης, και άλλος μπορούσε να το κάνει αυτό. Γι’ αυτόν τον λόγο χρειάσθηκε να συνυπάρξουν αυτό και εκείνο, και να γίνουν ένας και ο αυτός οι δύο φύσεις, και εκείνου που έπρεπε να κάνει τον πόλεμο, και του άλλου που μπορούσε να νικήσει.

    24. Γίνεται λοιπόν αυτό, και ο Θεός αναλαμβάνει τον αγώνα υπέρ των ανθρώπων, γιατί ήταν άνθρωπος, και ο άνθρωπος νικά την αμαρτία, όντας καθαρός από κάθε αμαρτία, γιατί ήταν Θεός, και μ’ αυτόν τον τρόπο η φύση του ανθρώπου απαλλάσσεται από το όνειδος και στεφανώνεται με το στεφάνι της νίκης, αφού έπεσε η αμαρτία. Όμως με αυτά δεν νίκησε ακόμη ο κάθε άνθρωπος ούτε αγωνίσθηκε, δηλαδή δεν λύθηκε από εκείνα τα δεσμά, αλλά και αυτό το έκανε ο ίδιος ο Σωτήρας με όσα ακόμη πρόσθεσε, με τα οποία έδωσε στον κάθε άνθρωπο εξουσία να θανατώσει την αμαρτία και να γίνει κοινωνός του βραβείου της νίκης. Επειδή, δηλαδή, μετά το τρόπαιο εκείνο έπρεπε να στεφανωθεί και να θριαμβεύσει, αλλ’ Αυτός δοκίμασε πληγές και σταυρό και θάνατο και τα παρόμοια, όπως λέγει ο Παύλος, «αντί της χαράς που βρισκόταν μπροστά του υπέμεινε σταυρό, περιφρονώντας την ντροπή» [βλ. Εβρ.12,2: «Ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν(:Αυτός για τη χαρά που είχε μπροστά Του και θα δοκίμαζε όταν με το πάθημά Του θα έσωζε πολλούς, υπέμεινε σταυρικό θάνατο και περιφρόνησε την ντροπή και την ατίμωση του θανάτου αυτού. Γι’ αυτό και έχει καθίσει τώρα στα δεξιά του θρόνου του Θεού)»], τί γίνεται;

     Αυτός βέβαια δεν διέπραξε καμία αδικία, για την οποία υπέμεινε αυτά σαν τιμωρία, ούτε έκανε αμαρτία, ούτε είχε κάτι για το οποίο θα μπορούσε ο φοβερός και αδιάντροπος συκοφάντης να τον κατηγορήσει, ενώ οι πληγές και η οδύνη και ο θάνατος επινοήθηκαν από την αρχή σαν τιμωρία για την αμαρτία. Γιατί, λοιπόν, θα τον επέτρεπε ο τόσο φιλάνθρωπος Δεσπότης; Γιατί δεν είναι φυσικό η αγαθότητα να ευχαριστείται με τη φθορά και τον θάνατο. Γι’ αυτό ο Θεός επέτρεψε αμέσως τον θάνατο και την οδύνη, όχι τόσο για να τιμωρήσει αυτόν που είχε αμαρτήσει, όσο για να προσφέρει φάρμακο στον ασθενή.

     25. Επειδή, λοιπόν, δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί από τον Χριστό αυτή η τιμωρία σε όσα διαπράχθηκαν, και ο Σωτήρας δεν είχε ούτε ίχνος ασθένειας, την οποία θα θεράπευε το φάρμακο που έλαβε, η δύναμη εκείνου του ποτηρίου μεταβιβάζεται σ’ εμάς και φονεύει την μέσα μας αμαρτία, και η πληγή του αθώου γίνεται τιμωρία σ’ εμάς που είμαστε ένοχοι για πολλά. Και επειδή η τιμωρία ήταν πάρα πολύ μεγάλη και θαυμαστή, και μεγαλύτερη από όσο χρειαζόταν για να είναι αντίρροπη των ανθρώπινων κακών, δεν σταμάτησε μόνο σ’ αυτό, στην απάλειψη της ενοχής, αλλά πρόσθεσε τόσο υπερβολικό πλήθος αγαθών, ώστε οι από τη γη προερχόμενοι και στον ίδιο τον ουρανό ν’ ανεβούν και να γίνουν κοινωνοί μαζί με τον Θεό της εκεί Βασιλείας, αυτοί που ήταν οι πλέον εχθροί, οι δεμένοι, οι εξανδραποδισμένοι, οι ατιμασμένοι.

    Γιατί ο θάνατος εκείνος ήταν τόσο πολύτιμος, όσο δεν είναι δυνατό να σκεφθούν οι άνθρωποι. Και αν με την παραχώρησή Του ο Σωτήρας αγοράσθηκε από τους φονευτές Του έναντι λίγων χρημάτων, και αυτό έγινε για να γεμίσει και μ’ αυτό με πτωχεία και ατιμία, ώστε έτσι, με το ότι στην αρχή πουλήθηκε υπομένοντας τα των δούλων, να κερδίσει την ύβρη, γιατί θεωρούσε κέρδος την για χάρη μας ατιμία, ενώ με το ότι πουλήθηκε έναντι λίγων χρημάτων, να συμβολίσει ότι φθάνει στον θάνατο υπέρ του κόσμου εντελώς δωρεάν. Πέθανε με τη θέλησή Του, χωρίς να αδίκησε κανένα σε τίποτε, ούτε με τον ιδιωτικό βίο Του, ούτε με τον τρόπο ζωής Του μέσα στον κόσμο, εξασφαλίζοντας στους φονευτές Του χάριτες πολύ μεγαλύτερες από τις επιθυμίες και τις ελπίδες τους.

     26. Και γιατί τα λέγω αυτά; Θεός πέθανε, Αίμα Θεού ήταν εκείνο που χύθηκε επάνω στον σταυρό. Τι πολυτιμότερο θα μπορούσε να υπάρξει, τι φρικωδέστερο; Πόσο μεγάλο αμάρτημα διέπραξε η φύση των ανθρώπων, ώστε να έχει να το λύσει η τιμωρία; Πόσο μεγάλη έπρεπε να είναι το τραύμα, ώστε να γίνει αντίρροπο στη δύναμη του φαρμάκου αυτού; Έπρεπε βέβαια η αμαρτία να εξαλειφθεί με κάποια τιμωρία και ν’ απαλλαγούμε από την ενοχή για τα αμαρτήματά μας προς τον Θεό υπομένοντας την άξια τιμωρία· γιατί αυτός που τιμώρησε δεν μπορεί πάλι να υποβάλει κατηγορία για όσα επέβαλε τιμωρία. Από τους ανθρώπους, όμως, δεν υπήρχε κανένας που να ήταν καθαρός από ενοχή και να πάθει αυτός για χάρη των άλλων, τη στιγμή που ούτε για τον εαυτό του θα επαρκούσε κάποιος, πόσο μάλλον να πληρώσει για ολόκληρο το γένος των ανθρώπων την ποινή που επιβλήθηκε, έστω κι αν μπορούσε μύριες φορές να πεθάνει.

    Τι αντάξιο δηλαδή θα μπορούσε να πάθει ο πλέον αισχρός δούλος, που συνέτριψε το βασιλικό άγαλμα και διέπραξε τόσο μεγάλη προσβολή; Γι’ αυτό πεθαίνει ο αναμάρτητος Δεσπότης, υπομένοντας πολλά δεινά, και ως άνθρωπος βέβαια υπομένει τα πλήγματα, απολογούμενος υπέρ των ανθρώπων, ενώ ως Θεός και Δεσπότης απαλλάσσει το ανθρώπινο γένος από εγκλήματα και δίνει σ’ εκείνους που ήταν δεμένοι ελευθερία, γιατί Αυτός δεν χρειαζόταν αυτήν.

    27. Αυτά, λοιπόν, είναι εκείνα με τη δύναμη των οποίων μεταβιβάζεται σ’ εμάς η αληθινή ζωή με τον θάνατο του Σωτήρα, ενώ ο τρόπος με τον οποίο ελκύομε αυτήν στις ψυχές μας είναι αυτός, το να τελέσομε τα μυστήρια, το να βαπτισθούμε, το να χρισθούμε με το μύρο, το ν’ απολαύσομε την Ιερή Τράπεζα. Γιατί όταν κάνομε αυτά, έρχεται ο Χριστός και κατοικεί μέσα μας, ενώνεται και προσφύεται, και, αποπνίγοντας μέσα μας την αμαρτία, ενσταλάζει τη ζωή Του και τη δύναμή Του, και μάς καθιστά μετόχους της νίκης (πόση αληθινά η αγαθότητά Του!), στεφανώνοντάς μας με το Βάπτισμα και ανακηρύσσοντάς μας με τη συμμετοχή μας στο δείπνο.

   28. Γιατί και με ποια λογική η νίκη και το στεφάνι προέρχονται από το Βάπτισμα, τα Μύρα και την Τράπεζα, τα οποία είναι καρπός κόπων και ιδρώτων; Γιατί, αν και δεν αγωνιζόμαστε ούτε κοπιάζομε εκτελώντας αυτά, όμως εξυμνούμε τον αγώνα εκείνο, θαυμάζομε τη νίκη και προσκυνούμε το τρόπαιο, και δείχνομε προς τον Θριαμβευτή κάποια σφοδρή και ανέκφραστη αγάπη· κάνομε δικά μας τα τραύματα εκείνα και την πληγή και τον θάνατο, τα ελκύομε με όσα μέσα μπορούμε, και γευόμαστε τις ίδιες τις σάρκες Εκείνου που πέθανε και αναστήθηκε· γι’ αυτό εύλογα απολαμβάνομε τα αγαθά από τον θάνατο και τους αγώνες εκείνους.

    29. Αν δηλαδή κάποιος κατά τη σύλληψη και δίκη ενός τυράννου, έρθει και προσπαθεί να τον απαλλάξει και ζητεί με αξίωση στεφάνια και εξυμνεί την τυραννική εξουσία του, έχει επίσης τη διάθεση να πεθάνει εφόσον πέσει εκείνος και κατακρίνει τους νόμους και δυσανασχετεί για το δίκαιο, και αυτά τα κάνει όχι με ντροπή, ούτε συγκαλύπτοντας την κακία, αλλά με παρρησία και διαμαρτυρία και επίδειξη, αυτόν πώς θα τον κρίνομε; Δεν θα του επιβάλομε την ίδια ποινή με τον τύραννο; Είναι ολοφάνερο στον καθένα.

   Εντελώς το αντίθετο λοιπόν θα συμβεί αν κάποιος θαυμάζει έναν θριαμβευτή αγωνιστή, και χαίρεται για τον νικητή και του πλέκει στεφάνια, προκαλεί επευφημίες και αναστατώνει το πλήθος, και πέφτοντας προσκυνεί τον θριαμβευτή με ευχαρίστηση και καταφιλεί την κεφαλή του και σφίγγει το δεξί του χέρι και τόσο δυνατά ενθουσιάζεται με τον στρατηλάτη και τη νίκη που πέτυχε, σαν να είναι αυτός ο ίδιος εκείνος που θα στολίσει το κεφάλι του με το στεφάνι. Αυτός λοιπόν θα έπρεπε να κριθεί συμμέτοχος των επάθλων με τον νικητή από τους συνετούς δικαστές, όπως εκείνος, νομίζω, θα συμμερισθεί την τιμωρία του τυράννου.

     Αν λοιπόν πρέπει να εφαρμόσομε στους κακούς αυτά που είναι νόμιμα και να ζητήσομε ευθύνες για την προαίρεση και τη γνώμη τους, πολύ λιγότερο εύλογο είναι να στερούμε τους αγαθούς από τα κατορθώματά τους. Και αν συμβεί και αυτό και αυτός που πέτυχε τη νίκη εκείνη δεν χρειάζεται βέβαια τα βραβεία από αυτήν, αλλ’ αυτό θεωρεί σπουδαιότερο από όλα, να δει λαμπρό τον θαυμαστή του στο θέατρο, και αυτό θεωρεί έπαθλο κατάλληλο για  τον αγώνα του, το να στεφανωθεί ο φίλος του, πώς δεν θα είναι δίκαιο και πολύ πιο λογικότερο να κερδίσει εκείνος το στεφάνι από τον πόλεμο χωρίς ιδρώτα και κινδύνους;

     30. Αυτά, λοιπόν, κατορθώνει και για εμάς αυτό το λουτρό και το δείπνο και η με σωφροσύνη (τρυφή) τροφή του μύρου. Γιατί μισούμενοι, κακίζομε και καταφρονούμε και αποστρεφόμαστε τον τύραννο, ενώ τον Θριαμβευτή Τον επαινούμε και Τον θαυμάζομε και τον προσκυνούμε και Τον αγαπάμε με όλη την ψυχή μας, ώστε με το περίσσευμα της αγάπης σαν άρτο να τρεφόμαστε, σαν μύρο να χριόμαστε και σαν νερό να ενδυόμαστε.

    31. Είναι, όμως, φανερό ότι τον πόλεμο αυτόν τον ανέλαβε για χάρη μας και, για να νικήσομε εμείς, Αυτός δέχθηκε να πεθάνει· ώστε δεν είναι καθόλου ανακόλουθο και ανάρμοστο να μεταβαίνομε από τα μυστήρια αυτά στα στεφάνια. Γιατί εμείς βέβαια δείχνομε τη δυνατή προθυμία, και ακούοντας ότι το νερό αυτό έχει τη δύναμη του θανάτου και του τάφου του Χριστού, πιστεύομε με προθυμία και προσερχόμαστε με ευχαρίστηση και καταβαπτιζόμαστε σ’ αυτό. Εκείνος πάλι (γιατί δεν δίνει μικρά, ούτε κρίνει για μικρά τους οπαδούς του) μάς δεξιώνεται με τα αγαθά τα μετά τον θάνατο και την ταφή, παρέχοντάς μας όχι κάποιο στεφάνι, ούτε μεταδίδοντάς μας δόξα, αλλά τον ίδιο τον νικητή, αυτός τον εαυτό Του στεφανωμένο, και ανεβαίνοντας έτσι από το νερό, φέρομε αυτόν τον ίδιο τον Σωτήρα πάνω στις ψυχές μας, στο κεφάλι μας, στους οφθαλμούς μας, στα ίδια τα σπλάγχνα μας, σε όλα τα μέλη μας, καθαρό από αμαρτία, απαλλαγμένο από κάθε φθορά, τέτοιος που αναστήθηκε και φανερώθηκε στους μαθητές και αναλήφθηκε, τέτοιος που θα έρθει πάλι για να ζητήσει με αξίωση αυτόν τον θησαυρό.

    32. Αφού γεννηθούμε έτσι και σφραγισθούμε σαν με κάποιο είδος και μορφή με τον Χριστό, για να μη εισάγομε κανένα ξένο είδος έπειτα, κρατεί Αυτός τις εισόδους της ζωής, και από τις διόδους με τις οποίες βοηθάμε τη ζωή του σώματος εισάγοντας αέρα και τροφή, εισχωρεί Αυτός στις ψυχές μας και καταλαμβάνει και τις δύο θύρες, προσαρμοζόμενος στη μία σαν μύρο και ευωδία, και στην άλλη σαν τροφή, καθόσον και Τον αναπνέομε και τροφή μας γίνεται· και έτσι προσαρμόζοντας και αναμιγνύοντας τον εαυτό Του με εμάς με όλα τα μέσα, μάς καθιστά σώμα Του, και γίνεται σε μας αυτό που είναι η κεφαλή στα μέλη. Γι’ αυτό και γινόμαστε με Αυτόν κοινωνοί όλων των αγαθών, επειδή είναι κεφαλή· γιατί τα της κεφαλής μεταβιβάζονται κατ’ ανάγκη στο σώμα.

     Θα μπορούσε να θαυμάσει κανείς γι’ αυτό, ότι δηλαδή δεν συμμεριζόμαστε με Αυτόν και τις πληγές και τον θάνατο, αλλά αγωνίσθηκε βέβαια Αυτός μόνος, όμως όταν επρόκειτο να στεφανωθεί, τότε μάς παρέλαβε κοινωνούς των αγαθών Του.

    33. Είναι, λοιπόν, και αυτό γνώρισμα της ανέκφραστης φιλανθρωπίας, όχι όμως μακριά από τη λογική και την ακολουθία του πράγματος. Γιατί εμείς συνενωθήκαμε με τον Χριστό μετά τον σταυρό, ενώ προτού πεθάνει δεν είχαμε κανένα κοινό με Εκείνον. Γιατί Αυτός ήταν Υιός, και μάλιστα αγαπητός, ενώ εμείς βδελυροί και δούλοι και εχθροί ως προς τη διάνοια· όταν όμως πέθανε και δόθηκε το λύτρο και καταστράφηκε το δεσμωτήριο του διαβόλου, τότε κερδίσαμε την ελευθερία και την υιοθεσία και γίναμε μέλη της μακάριας εκείνης κεφαλής.

    Από τότε, λοιπόν, εκείνα που ανήκουν στην Κεφαλή γίνονται και δικά μας. Και τώρα βέβαια βγαίνουμε από αυτό το νερό αναμάρτητοι, με το Μύρο γινόμαστε μέτοχοι των δωρεών Του, και με την Τράπεζα ζούμε την ίδια ζωή με Εκείνον, κατά το μέλλον όμως θα είμαστε θεοί γύρω από τον Θεό και κληρονόμοι των ίδιων με Αυτόν αγαθών, θα βασιλεύουμε την ίδια Βασιλεία με Αυτόν, εάν βέβαια δεν αποτυφλώσουμε τους εαυτούς μας σ’ αυτόν τον βίο και διαρρήξουμε τον βασιλικό χιτώνα. Γιατί αυτό μόνο εισφέρομε εμείς για τη ζωή αυτή, το να διατηρήσουμε τις δωρεές και να φυλάξουμε τις χάριτες, και να μην απορρίψουμε το στεφάνι που μάς έπλεξε ο Θεός με πολλούς ιδρώτες και κόπους.

    34. Αυτό είναι η εν Χριστώ ζωή, την οποία συνιστούν βέβαια τα Ιερά Μυστήρια, φαίνεται όμως ότι συνεισφέρει σ’ αυτήν κάτι και η ανθρώπινη προσπάθεια· γι’ αυτό αυτός που θέλει να μιλήσει γι’ αυτήν, πρέπει πρώτα να πραγματευθεί για το καθένα από τα Μυστήρια, κι έπειτα κατ’ ακολουθία να εξετάσει την εργασία της αρετής.

             ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

            επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       https://greekdownloads.wordpress.com/2013/07/19/%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%E1%BD%B6-%CF%84%E1%BF%86%CF%82-%E1%BC%90%CE%BD-%CF%87%CF%81%CE%B9/

·       Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών, Νικολάου Καβάσιλα, Ερμηνεία εις την Θείαν Λειτουργίαν- Περί της εν Χριστώ ζωής, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2011, τόμος 22,  σελίδες 264-309.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

·       Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου