12 Μαρ 2026

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Πορεία πνευματικού αγώνος (από ομιλίες εις προσκυνητάς)

 Αποτέλεσμα εικόνας για π. Αθανάσιος Μυτιληναίος

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

             από τη σειρά «Ομιλίες εις προσκυνητάς» με θέμα:

«ΠΟΡΕΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 20-12-1986] [Σειρά Δ 52 Α+Β]              

       Όπως γνωρίζετε, για να μπορούμε να φθάσομε να επανορθώσομε το «κατ’ εἰκόνα», που ο Θεός μάς έβαλε μέσα μας και να φθάσομε εις το «καθ’ ὁμοίωσιν», που είναι ο σκοπός και ο προορισμός της ζωής μας, πρέπει να καταβάλομε αγώνα. Ο άνθρωπος μέσα εις τον Παράδεισον, ο Αδάμ, δεν είχε να καταβάλει κανένα αγώνα προκειμένου να τηρήσει την εντολή του Θεού και να ασκήσει γενικά την αρετή. Αλλά από την στιγμή που έπεσε, δημιουργήθηκε ένας πολύς κόπος προκειμένου να ανορθωθεί, ένας αγώνας.

      Γι’ αυτόν τον λόγο, για ότι η εικόνα του Θεού, όπως σας είπα που είναι πεσμένη πλέον - η εικόνα του Θεού είναι ο άνθρωπος- πρέπει να αγωνιστεί πάρα πολύ για να ανορθωθεί. Φυσικά ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να ανορθώσει την εικόνα του Θεού, τον εαυτόν του δηλαδή. Χρειάζεται ένα στοιχείο. Χρειάζεται την χάρη του Θεού. Η χάρις του Θεού δεν θα ήρχετο ποτέ, εάν δεν υπήρχε μία συμφιλίωσις του ανθρώπου με τον Θεό. Και αυτή η συμφιλίωσις έγινε με την Ενανθρώπηση του Υιού του Θεού. Γι'αυτό ήρθε ο Υιός του Θεού εις τον κόσμον. Δια να φέρει την χάρη. Να ΄ρθει το Πνεύμα του Θεού να μας βοηθήσει.

     Γι'αυτό ο Κύριος είπε: «Συμφέρει να φύγω τώρα, δια να έλθει ο άλλος Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, Εκείνο το Οποίο θα σας βοηθήσει στον αγώνα σας, θα πάρετε την χάρη του Θεού και θα φθάσετε εις την Βασιλείαν που σας έχω ήδη ανοίξει με την δική μου άνοδο ως άνθρωπος, για να ακολουθήσετε κι εσείς τον ίδιο δρόμο». Διότι ποιος μπορούσε να φθάσει στην Βασιλεία του Θεού, εάν τον δρόμον δεν τον άνοιγε Αυτός ο Υιός του Θεού με την Ενανθρώπησή Του; Διότι ως Θεός φυσικά είναι στη Βασιλεία Του. Και ο δρόμος για τον άνθρωπο είναι κλειστός. Έπρεπε να ανοιχθεί από άνθρωπο αυτός ο δρόμος. Δηλαδή να νικηθεί ο θάνατος, να αφθαρτισθεί ο άνθρωπος και να συμφιλιωθεί με τον Θεό. Αυτά τα τρία έργα τα εργάστηκε ο Χριστός με την Ενανθρώπησή Του, με τον θάνατό Του και με την Ανάστασή Του και με την Ανάληψή Του. Μας άνοιξε, λοιπόν, τον δρόμο. Είδατε; Κατέβηκε στη Γη, όπως λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, δια της πύλης της Βηθλεέμ. Και ανέβηκε εις τον ουρανόν δια της πύλης του Όρους των Ελαιών. Γιατί από εκεί ανελήφθη. Κατέβηκε και ανέβηκε.  Είναι ὁ καταβὰς καὶ ἀναβάς. Και σ’ αυτό το ανέβασμα παίρνει κι εμάς μαζί Του.

    Έτσι έχομε την Χάρη του Θεού. Σε μας, όμως, τι μένει; Σε μας μένει βεβαίως η προσπάθεια. Διότι αν ήτο αδύνατος η ανάβασή μας στον ουρανό και ο αγώνας μας κατά του κακού, αδύνατος, διότι ο διάβολος μάς είχε υποχειρίους, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να νικήσομε τον διάβολο. Αλλά ο Χριστός ήρθε εις τον κόσμον, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου, όπως λέγει η Αγία Γραφή. «Εἰς τοῦτο ἐλήλυθεν –λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης- ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου».

     Κι έτσι Εκείνος δίδει το μεγαλύτερο μέρος στον άνθρωπο. Τι μένει στον άνθρωπο; Ο αγώνας ο δικός του. Έτσι ο συνδυασμός Χάριτος Θεού και αγώνος ανθρώπου, δίδει τον καρπόν της σωτηρίας. Η σωτηρία, λοιπόν, τι είναι;  Είναι καρπός δύο στοιχείων. Το ξαναλέγω. Της χάριτος του Θεού και του προσωπικού αγώνος. Ούτε το ένα μόνο του, ούτε το άλλο μόνο του. Μερικοί μπορεί να λέγουν, μας λέγουν: -«Πάτερ, ευχηθείτε ο Θεός να με βοηθήσει σε αυτόν τον αγώνα». Αλλά είπα «τον αγώνα». Λάθος. Δεν αγωνίζονται. Και λέγω: -«Όχι, δεν θα ευχηθώ». Παράξενο αυτό, ε; -«Γιατί;». - «Μα δεν αγωνίζεσαι. Πώς λοιπόν; Ο Θεός θα σου δώσει την Χάρη Του χωρίς εσύ να αγωνιστείς;». Και το αντίστροφο. Μερικοί δεν επικαλούνται την Χάρη του Θεού. Κάποτε, αν θέλετε, δεν πιστεύουν κιόλας. Και σου λέει: «Μόνος μου θα γίνω καλός άνθρωπος». Ξέρετε πόσο απέχει ο καλός Χριστιανός από τον καλόν άνθρωπο; Όσο η Ανατολή από την Δύση. Γι'αυτό λοιπόν πρέπει να έχομε αυτά τα δύο στοιχεία.

     Και ως προς την χάρη του Θεού, ετοιμάστηκε για μας. Είναι ό,τι ο Θεός εργάστηκε επάνω στη Γη. Με την Ενανθρώπησή Του, με τους μεγάλους εκείνους σταθμούς της ζωής Του, όπως είναι η Σταύρωσή Του, η Ανάστασή Του, η Ανάληψίς Του. Τώρα εμείς τι πορεία θα βαδίσομε; Για να μπορέσομε να φθάσομε στο να επιτύχομε και να εφαρμόσομε το ευαγγέλιο του Χριστού. Προσέξτε τι στάδια μπορούμε να ακολουθήσομε, για να νικήσομε τελικά τρεις εχθρούς.

       Ο πρώτος εχθρός είναι ο διάβολος. Όχι ποιοτικά πρώτος, αλλά έτσι αριθμητικά πρώτος. Ο δεύτερος εχθρός είναι ο κόσμος, ο οποίος μας ελκύει. Λέμε: «Σήμερα πώς μπορεί να ζήσει κανείς μέσα σε μια τέτοια κοινωνία διεφθαρμένη;». Ο τρίτος εχθρός είναι ο εαυτός μας. Ποιος εαυτός μας; Εκείνος ο πεσμένος, ο ξεπεσμένος, ο κακομαθημένος εαυτός μας, που είναι κακομαθημένος, πρώτον, από μια προπατορική διάθεση και κλίση, μια ροπή προς την αμαρτία και δεύτερον, από τα ίδια μας τα προσωπικά μας πάθη, τις συνήθειές μας, τα χούγια μας, αυτό που λέμε.

     Αυτοί οι τρεις εχθροί πρέπει να πολεμηθούν. Αν ερωτήσετε τώρα, ποιος είναι πρώτος και ποιος είναι δεύτερος ποιοτικά τώρα, θα σας έλεγα: Πρώτα είναι ο εαυτός μας. Είναι ο πρώτος εχθρός μας. Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Εάν εσύ δεν αδικήσεις τον εαυτόν σου, δεν μπορεί κανείς να σε αδικήσει». Ούτε ο διάβολος. Λοιπόν, πρώτος εχθρός είναι ο εαυτός μας. Δεύτερος εχθρός είναι ο κόσμος. Και τρίτος εχθρός είναι ο διάβολος. Είναι τελευταίος ο διάβολος.

      Ώστε πρέπει να αγωνιστούμε εναντίον αυτών των τριών εχθρών. Πώς θα ξεκινήσομε; Πρώτον πρέπει να έχομε αποφασίσει βεβαίως –προσέξτε- αν κανείς δεν αποφασίσει να σωθεί, δεν κάνει τίποτα. Λέμε πολλές φορές και δεν το λέμε εμείς, το είπε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. «Θέλεις να γίνεις Χριστιανός τέλειος; Μπορείς να γίνεις εντός 24 ωρών!». Πότε; Αν το θέλεις. Αλλά δεν το θέλομε. -Μα το θέλομε!  -Όχι. Το θέλομε αλλά δεν το θέλομε. Δηλαδή στο βάθος της ψυχής μας αγαπούμε την αμαρτία. Ωραία το εκφράζει αυτό ο Ιερός Αυγουστίνος ως εξής. Λέγει: «Παρακαλούσα τον Θεό να με απαλλάξει από τα πάθη μου. Αλλά στο βάθος ευχόμουνα να αργήσει να έρθει η σωτηρία, γιατί αγαπούσα τα πάθη μου». Είναι μία θαυμασία ανθρωπίνη ανατομία. Αγαπάμε, αγαπητοί μου, τα πάθη μας. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορούμε να γίνομε σωστοί άνθρωποι, σωστοί Χριστιανοί σε 24 ώρες, αλλά σε μία ολόκληρη ζωή. Έχομε πολύ, μα πολύ να παλέψομε.

     Ωστόσο, η απόφασή μας πρέπει να παρθεί. Πρέπει, δηλαδή, να πάρομε την απόφαση να σωθούμε. Πρώτον, λοιπόν, είναι η προσοχή και η εγρήγορσις. Αυτή η προσοχή και η εγρήγορσις –«εγρήγορσις» θα πει ξύπνημα, να είναι κανείς ξυπνητός, να μην κοιμάται, να μην τον έχει πάρει ο ύπνος, θα πρέπει να ακούσομε τον Κύριον που μας λέγει: «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». «Γρηγορεῖτε. Ἃ λέγω ὑμῖν λέγω. Γρηγορεῖτε». «Εκείνα που λέγω σε σας τα λέγω. Μένετε ξύπνιοι». Λέει την παραβολή των 10 παρθένων. «Γρηγορεῖτε», λέει ο Κύριος. «Μένετε ξύπνιοι». Αλλού λέγει: «Ὁρᾶτε καὶ προσέχετε». «Βλέπετε και προσέχετε».

     Ώστε, λοιπόν, το πρώτο πρώτο είναι η προσοχή και η εγρήγορσις. Μερικοί άνθρωποι πιάνονται στον ύπνο. Φερειπείν, δεν είναι ετοιμασμένοι. Ξέρετε, οι στρατιώται σε μία περίπτωση που δεν είναι ετοιμασμένοι, ο εχθρός τους πιάνει στα πράσα, τους πιάνει στον ύπνο. Πρέπει να είμεθα «με το χέρι στην σκανδάλη», θα λέγαμε. Έτοιμοι. Όταν βγαίνομε έξω από το σπίτι μας, πρέπει να είμαστε έτοιμοι τι θα δούμε και τι θα ακούσομε. Πάμε σε μία επίσκεψη. Πρέπει να πούμε: «Κύριε, βοήθησέ με, φύλαξέ με, εκεί μπορεί να κοτσομπολέψω, μπορώ να πω ψέματα…». Όσες φορές μας ερωτάει ο άλλος και μας πιάνει στον ύπνο και λέμε ψέματα. Και μετά ξυπνάμε και λέμε: «Τι είπα; Α, είπα ψέματα. Πώς μου ξέφυγε;». Κοιμόσουνα. Κοιμόσουνα, γι'αυτό σου ξέφυγε. Ώστε λοιπόν, αγαπητοί, προσοχή και εγρήγορσις.

    Το δεύτερον είναι η προσευχή. Ήδη σας το είπα. Ο Κύριος είπε: «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε». «Μένετε ξύπνιοι και προσεύχεσθε». Πώς μπορούμε να προσευχόμαστε; Βεβαίως το πρωί και το βράδυ. Μάλιστα θα σας έλεγα ότι το πρωί θα πρέπει να προσευχηθούμε, ό,τι θα πούμε, η τακτή μας προσευχή και θα μιλήσομε και για τα αντικείμενα εκείνα τα οποία μας ενδιαφέρουν. Ποια είναι τα αντικείμενα αυτά; Είναι- προσέξτε - είναι πρώτον, αν είμαι επιρρεπής στο ψέμα, «Κύριε, φύλαξέ με να μην πω ψέματα σήμερα». Δεύτερον, αν είμαι επιρρεπής στην περιέργεια. «Κύριε, ξέρεις το πάθος μου. Είμαι περίεργος. Φύλαξέ με. Να με τρώει το σκουλήκι της περιεργείας, γιατί σκουλήκι είναι και μας τρώει μέσα μας, να ρωτήσομε, να μάθομε, να κοιτάξομε, φύλαξέ με, Χριστέ μου από το σκουλήκι αυτό της περιεργείας. Ξέρεις την αδυναμία μου, ξέρεις την αχίλλειόν μου πτέρνα».  Κ.ο.κ. Όταν, αγαπητοί, επισημαίνομε εις τον Κύριον τα αδύνατά μας σημεία, εκφράζομε την ταπείνωσή μας, Τον παρακαλούμε, να είστε σίγουροι, θα μας φυλάξει. Αλλά και μες στην ημέρα θα προσευχόμεθα. Όταν ξέρομε ότι μπορούμε να ερωτηθούμε, όταν ξέρομε όταν μπορούμε να βρούμε τώρα τον πονηρό μπροστά μας, τον πειρασμό, γιατί αγρυπνούμε, λέμε την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Κύριε Ιησού Χριστέ, φύλαξέ με! Κύριε Ιησού Χριστέ, μη με ρωτήσει ο άλλος και βρεθώ σε δύσκολη θέση και πω ψέματα. Κύριε Ιησού Χριστέ, χαλιναγώγησε την γλώσσα μου». Κ.ο.κ.

       Πολλές φορές αντιλαμβανόμεθα κάπως μακριά με τα μάτια μας έναν πειρασμό, κάτι πονηρό. Δεν έχομε την δύναμη, όσο πλησιάζομε, θέλομε να κοιτάξομε. «Χριστέ μου, φύλαξε τα μάτια μου, ἀπόστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητας». Τότε, τότε, θα περάσομε τον πειρασμό και δεν θα έχομε κοιτάξει. Θα έχομε νικήσει.

     Τρίτον. Πρέπει να ξέρομε ότι υπάρχει η αμαρτία και τα αίτια της αμαρτίας. Όταν βρέχει, βρέχει γιατί είναι συννεφιά. Όταν είναι γαλάζιος ο ουρανός, έχομε βροχή; Όχι βεβαίως. Συνεπώς για να βρέξει πρέπει να έχομε τα σύννεφα. Για να κάνομε την αμαρτία, πρέπει να έχομε κάποια αίτια. Τα αίτια, λοιπόν, της αμαρτίας ποια είναι; Είναι πολλά. Είναι πολλά. Ξεφυλλίζεις ένα περιοδικό και βλέπεις εικόνες. Πας στην τηλεόραση και βλέπεις πράγματα τα οποία είναι πονηρά. Πας σε συντροφιά ανθρώπων, οι οποίοι μιλάνε πονηρά πράγματα. Όλα αυτά, αγαπητοί μου, είναι τα αίτια της αμαρτίας. Πρέπει να σας το δηλώσω ότι μην πούμε ότι δεν έκανα την αμαρτία. «Ε, μένω μεν στα αίτια, αλλά… δεν κάνω όμως την αμαρτία. Μόνο στα αίτια μένω». Γιατί…πώς να το πούμε, ξέρετε πώς μοιάζει η περίπτωση; Σαν τη μητέρα εκείνη η οποία ετοιμάζει το γαλακτερό φαγητό του μωρού της και δοκιμάζει να δει αν είναι γλυκό, αν καίει, βρίσκει όμως την ευκαιρία να φάει μερικές κουταλίτσες, σε ημέρα, εννοείται, νηστείας. Κι έτσι δικαιολογουμένη ότι… «δεν έφαγα, απλώς λιγάκι να δω». Έτσι μοιάζει ο άνθρωπος με την αμαρτία. Λέει: «Όχι, όχι, δεν θα την κάνω», αλλά ερωτοτροπεί περί την αμαρτίαν. Προσέξτε με, αγαπητοί μου, δεν σώζεται ο άνθρωπος στα περίχωρα της αμαρτίας.

      Θα σας πω μια ιστορία. Όπως γνωρίζετε, ο Λωτ με την οικογένειά του έμενε εις τα Σόδομα. Ο Θεός αποφασίζει να καταστρέψει την πόλη αυτή μαζί με άλλες τέσσερις πόλεις. Τότε επισκέπτονται τον Λωτ δύο άγγελοι. Τρεις ήσαν εκείνοι που επήγαν εις τον Αβραάμ, οι δύο κατέβηκαν εις τα Σόδομα να σώσουν τον δίκαιον Λωτ. Και του είπαν: «Η πόλις το πρωί καταστρέφεται. Φεύγα γρήγορα να σωθείς». Και ετέθησαν οι εξής όροι: «Στην πόλη δεν θα μείνεις, ούτε στα περίχωρά της· εἰς τὸ ὅρος σώζου». Τρεις όροι. «Στην πόλη δεν θα μείνεις. Υπάρχει καταστροφή. Ούτε στα περίχωρα της πόλεως, γιατί κι εκεί θα είναι η καταστροφή. Αλλά μόνο εις το βουνό θα σωθείς». Ερμηνεύουν, αγαπητοί μου, οι Πατέρες και λέγουν: «Η πόλις είναι η αμαρτία. Τα περίχωρα είναι τα αίτια της αμαρτίας. Ούτε αυτά σώζουν. Εκείνο που σώζει είναι το όρος. Και το όρος είναι ο Χριστός. Θα ανεβώ στο όρος. Θα ανεβώ στον Χριστό. Εκεί θα σωθώ». Έτσι βλέπετε ότι πρέπει να αποφύγομε τα αίτια της αμαρτίας.

       Όταν θα έρθει η αμαρτία, βεβαίως πώς θα έρθει; Θα έρθει να με προσβάλει. Έχομε την προσβολή. Προσβάλλει η αμαρτία. Τι θα κάνω εγώ; Θα προσβληθώ και θα μείνω στην προσβολή; Όχι, αγαπητοί. Αλλά θα πρέπει να αντιδράσομε. Η αντίδρασις είναι η πρώτη μας πράξις. Ξέρετε ότι ο άνθρωπος, όταν είναι ζωντανός και του βάλουν μία καρφίτσα στη φτέρνα από κάτω, τινάζεται αμέσως. Είναι γνωστό ότι αν προσπαθεί να κάνει τον κοιμισμένο και πάλι κοιμισμένος να είναι, αν τον τσιμπήσομε με μία καρφίτσα πετιέται. Να κάνει τον λιποθυμισμένο; Θα πεταχτεί άμα τον τρυπήσομε. Γιατί είναι ζωντανός. Δεν αντιδρά, όταν δεν είναι ζωντανός. Τότε τι κάνομε; Όταν η αμαρτία μάς κεντρίσει, μας προσβάλει, αν είμαστε ζωντανοί άνθρωποι, θα αντιδράσομε. Μόνο εκείνος που είναι πνευματικά νεκρός δεν αντιδρά. Και όχι μόνο δέχεται την προσβολή, αλλά και αναζητά την προσβολή. Και όχι μόνο αναζητά την προσβολή, αλλά και πληρώνει για να αναζητήσει την προσβολή. Τι είναι εκείνο που θα πάω να πληρώσω εισιτήριο να πάω να δω κινηματογράφο, έναν κινηματογράφο ανήθικον. Τι είναι εκείνο που θα πάω να αγοράσω, θα πληρώσω, τηλεόραση, για να βλέπω έργα βρώμικα και ανήθικα; Πληρώνω από πάνω! Κι όταν πεις εσύ στον άνθρωπον αυτόν «Πρόσεχε τα μάτια σου να αντιδράσεις στο κακό».Τι λες εκεί; Εγώ πληρώνω κι εσύ μου λες να κλείσω τα μάτια μου;». Αυτός είναι πνευματικά νεκρός. Θα πρέπει, λοιπόν, αγαπητοί μου, αν έχομε υπόψιν τα προηγούμενα που είπαμε, θα πρέπει να αντιδράσομε εις την προσβολή του κακού.

     Κατόπιν θα πρέπει να προσέξομε να καλλιεργούμε μέσα μας τον φόβο του Θεού. Ο φόβος του Θεού είναι η αρχή της σωτηρίας μας. Και θα σκεφθούμε: «Τι συνέπειες μπορώ να έχω εγώ, εάν διαπράξω την αμαρτία; Βεβαίως όχι ευχάριστες συνέπειες». Ξέρομε όλοι μας ότι οι συνέπειες της αμαρτίας είναι φοβερές. Γι'αυτό λοιπόν θα καλλιεργώ τον φόβο του Θεού. Ξέρετε η εποχή μας δεν καλλιεργεί τον φόβο του Θεού. Καλλιεργεί τους λεγομένους «αθεόφοβους ανθρώπους». Έχετε ακούσει που λέγουν: «Μη μιλάτε για τον φόβο του Θεού, γιατί τα παιδιά σας καταπιέζονται, κομπλεξάρονται!» και δεν ξέρω τι άλλες εκφράσεις τέτοιες που λένε. Γιατί; Υπάρχει ο φόβος, αγαπητοί, εκείνος που πρέπει να αποβάλλεται, κι εκείνος ο φόβος που πρέπει να καλλιεργείται. Ποιος είναι ο φόβος που πρέπει να αποβάλλεται; Στο παιδί μου δεν θα πω ότι υπάρχουν βρυκόλακες, ότι υπάρχουν καλικαντζάρια, όπως αυτές τις μέρες, που είναι…-τι περίεργο πράγμα, μας λένε να πετάξομε τον φόβο και καλλιεργούν αυτά τα μέσα μαζικής ενημερώσεως αυτόν τον περίεργον φόβον, αυτόν που πρέπει να πετάξομε! Και μιλάνε για καλικαντζάρους, μιλάνε για βρυκόλακες, μιλάνε για τούτα, μιλάνε για κείνα… Και, πέστε μου, πολλές φορές όχι μόνο τα παιδιά και οι μεγάλοι κάνουν ανώμαλο ύπνο, γιατί φοβούνται από εκείνα τα οποία βλέπουν;

     Και λέγει ο λόγος του Θεού: «Εφοβήθησαν εκεί που δεν υπήρχε φόβος». Είναι ένας ψαλμικός στίχος αυτός. Αυτά δεν θα τα φοβηθούμε. Δεν θα πούμε στο παιδί μας ότι είναι νύχτα και πρέπει να φοβάσαι. Να βγει από την πόρτα, να κινηθεί μες στο δάσος, οπουδήποτε, να μην φοβάται το παιδί μας. Κι εμείς να είμεθα άφοβοι άνθρωποι. Ούτε βρυκόλακες, ούτε καλικαντζάρους, ούτε φαντάσματα, ούτε τίποτε. Να κάνομε τον σταυρό μας και να προχωρούμε. Να είμεθα άφοβοι. Τι θα φοβηθούμε; Την αμαρτία. Θα φοβηθούμε τον Θεό, για να μην διαπράξομε την αμαρτία. Αυτός είναι καλός φόβος. Ο άλλος δεν είναι καλός. Πρέπει να αποβληθεί. Ο κόσμος; Ο κόσμος βάζει τα αντίστροφα, τα ανάποδα: «Όχι, δεν θα φοβηθείς τον Θεό και θα φοβηθείς τα στοιχεία του κόσμου τούτου». Τι φοβερό πράγμα! Αντιλαμβάνεσθε, αγαπητοί.

       Ακόμη, δεν είναι αρκετός ο φόβος του Θεού να μας φυλάξει από την αμαρτία. Πρέπει να μπει και η αγάπη του Θεού. Η αγάπη του Θεού είναι πολύ σπουδαίο στοιχείο. Πιστέψτε με, όσα δεν πετυχαίνει ο φόβος, τα πετυχαίνει η αγάπη. Ένα μικρό παράδειγμα. Ας πάρομε τον εαυτό μας σε μεγάλη ηλικία όπως είμαστε. Τι θα μπορούσαμε να πούμε, ότι φοβόμαστε τον πατέρα μας και την μητέρα μας -εάν ζουν- για να μην διαπράξομε κάτι κακό απέναντί τους; Όχι. Αλλά τι; Η αγάπη. Πώς θα κάνουμε κάτι και να τους λυπήσουμε τους γονείς μας;

      Είναι δε γνωστό ότι η αγάπη είναι ανωτέρα του φόβου. Θα πρέπει να έχομε αγάπη για να μην διαπράξομε κάτι. Ένας σύζυγος δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι κακό, αν αγαπάει την σύζυγό του και αντίστροφα. Μπορεί να αμαρτήσει ένας άνδρας αν αγαπάει την γυναίκα του; Θα πάει δηλαδή έξω να κάνει μία άλλη αμαρτία με άλλη γυναίκα, εάν αγαπάει την γυναίκα του; Όχι. Κάποτε ο Σωκράτης είχε βρεθεί, μας λέγει εκεί ο Ξενοφών, μας διηγείται, είχε πάει σε έναν φίλο του ζωγράφο, ο οποίος ζωγράφιζε μία πόρνη γυναίκα που επόζαρε και την ζωγράφιζε ο ζωγράφος. Αυτή η πόρνη γυναίκα εκάλεσε τον Σωκράτη να αμαρτήσουν. Κι εκείνος λέγει: «Άκουσε να σου πω· ευχαρίστως να ερχόμουνα μαζί σου, εάν δεν είχα κάποια καλύτερή σου στο σπίτι να με περιμένει». Και τα είπε αυτά ο ειδωλολάτρης Σωκράτης.  Είχε κάποια άλλη γυναίκα στο σπίτι του, την γυναίκα του· που τον αγαπούσε και τον περίμενε.

      Βλέπετε, λοιπόν, η αγάπη δεν σ’ αφήνει να αμαρτήσεις. Άμα αγαπάς τον Ιησούν Χριστόν, δεν αμαρτάνεις. Πώς θα κάνω αυτό το πράγμα; Πώς θα το κάνω και προσβάλλω τον Χριστόν; Ξέρετε δε, τον φιλότιμον Χριστιανόν, τον ευαίσθητον Χριστιανόν, όταν έρθει η αμαρτία και αισθάνεται ότι ελύπησε τον Χριστόν, ξέρετε πόσο στενοχωρείται; Δεν στενοχωρείται για να μην τιμωρηθεί. Σπουδαίο κι αυτό. Αλλά κατώτερο. Αλλά στενοχωρείται και κλαίει και οδύρεται γιατί ελύπησε τον Χριστόν. Αυτό θα πει ανωτέρα ψυχή, καλλιεργημένη, χριστιανική ψυχή.

      Αλλά είναι ακόμη κάτι. Κάτι το οποίο πολύ εμποδίζει από του να διαπράξομε την αμαρτία.  Είναι η συναίσθησις της απανταχού παρουσίας του Θεού. Αυτό είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Και επιτρέψατέ μου να σας πω, αυτό το πράγμα καλλιεργείται μέσα στην αγωγή στα παιδιά μας. Στα παιδιά μας θα δώσομε την αγωγή ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών. Ότι «σε βλέπει ο Θεός, σε βλέπει, σε ακούει. Και το καλό και το κακό. Και το μεν καλό θα σου το επαινέσει, το δε κακό θα σου το τιμωρήσει». Θα πρέπει λοιπόν να καλλιεργήσομε από την αγωγή το αίσθημα της απανταχού παρουσίας του Θεού. Εγώ σας ομιλώ αυτήν την ώρα. Με ακούτε σεις. Ναι. Με ακούει κι ο Θεός. Με ακούει και με κρίνει. Μιλώ καλά; Λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Κι αυτά που λέμε τώρα για την αγάπη του Χριστού –τα λέει στην 14η Κατήχηση- κι αυτά που λέμε τώρα για Εκείνον, αναφερόμενοι στην Ανάστασή Του, κι αυτά που λέμε τα ακούει». Και πολλές φορές, πάντοτε, μας φωτίζει να τα πούμε για να τα τονίσομε για να τα μάθομε, για να τα εγκολπωθούμε. Έτσι πραγματικά η συναίσθηση της απανταχού παρουσίας του Θεού είναι μεγάλο στοιχείο, μεγάλος παράγων για να ζήσω πνευματική ζωή.

    Θα σας πω μία πολύ ωραία ιστορία. Την ξέρετε όλοι σας. Αλλά ίσως δεν έχομε επισημάνει ότι θα μπορούσε αυτή η ιστορία να είναι τόσο πολύτιμη και που θα διασώσει τον ήρωά της ακριβώς γιατί υπήρχε αυτή η συναίσθηση της απανταχού παρουσίας του Θεού. Είναι η γνωστή ιστορία του Ιωσήφ, του ενδεκάτου γιου του Ιακώβ, που πουλήθηκε από τα αδέλφια του στην Αίγυπτο. Και πουλήθηκε στο σπίτι του Πετεφρή, εκείνου του αρχιμαγείρου. Αλλά τότε οι αρχιμάγειροι είχαν ένα πολύπλευρον έργον. Ήσαν και σύμβουλοι του βασιλέως, ήσαν πολλά πράγματα.

      Στο σπίτι που πουλήθηκε ήταν 18 χρονώ. Και γρήγορα κατάλαβε ο Πετεφρής ότι ο Ιωσήφ ήταν ένα ευλογημένο παιδί. Και τότε ανέθεσε εις τον Ιωσήφ όλα τα έργα του σπιτιού του, όλη την υπευθυνότητα. Κτήματα, υπηρέτας, δούλους, τα πάντα! Χρήματα, σοδειές, τα εμπιστεύθηκε όλα στον Ιωσήφ. Μάλιστα του είπε εκείνον τον ωραίο λόγο: «Παιδί  μου», του λέει, «από τον καιρό που ήλθες στο σπίτι μου ο Θεός σου με ευλόγησε. Μπήκε μία ευλογία μέσα στο σπίτι». Τι ωραίο πράγμα! Ξέρετε, υπάρχει άνθρωπος ευλογίας και υπάρχει άνθρωπος κατάρας· που, όπου μπει, ζημιά και καταστροφή γίνεται. Ενώ ο ευλογημένος άνθρωπος είναι άνθρωπος ο οποίος όπου μπει, όπου σταθεί, εκεί φέρει την ευλογία. Γιατί; Γιατί είναι υιός ευλογίας. Ζήλεψε ο διάβολος, εφθόνησε τον Ιωσήφ. Γιατί να επαινείται ο Ιωσήφ τόσο πολύ. Γιατί να έχει τόσην ευλογία. Και όπως ο διάβολος αμαυρώνει τα καλά, έρχεται τώρα να προσβάλει τον Ιωσήφ. Ακούστε πώς.

    Βάζει πειρασμό στην καρδιά της κυρίας του, της γυναίκας του Πετεφρή. Επειδή, μας λέγει η Αγία Γραφή, ο Ιωσήφ ήτο πολύ ωραίος νέος. Κι έπεσαν, λέει, τα μάτια της γυναικός του Πετεφρή επάνω εις τον Ιωσήφ. Και μια μέρα που όλοι έλειπαν από το σπίτι, κι εκείνος είχε γυρίσει από τα χωράφια για μια δουλειά στο σπίτι, τότε εκείνη του επρότεινε την αμαρτία. Και ο Ιωσήφ είπε όχι. Εκείνη επιμένει. Ο Ιωσήφ λέγει «Όχι!». Επιμένει εκείνη. Και της απαντάει εκείνα τα αθάνατα λόγια: «Πῶς ποιήσω τὸ πονηρὸν τοῦτο ρῆμα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μου καὶ ἁμαρτήσομαι;». «Πώς θα κάνω την πονηρή, αυτήν, πράξη μπροστά στα μάτια του Θεού μου και αμαρτήσω;».

       Ω αλήθεια, ο Ιωσήφ τι είχε; Είχε μήπως τον νόμο «οὐ μοιχεύσεις» ; Ο νόμος «οὐ μοιχεύσεις», αγαπητοί μου, ξέρετε πότε δόθηκε; 430 χρόνια μετά. Μήπως ήταν κοντά ο πατέρας του; Να ντραπεί και να φοβηθεί; Ο πατέρας του τον είχε χαμένον, ότι τον έφαγαν τα αγρίμια του δάσους. Μήπως κανένας άλλος νόμος της πολιτείας τίποτα; Τίποτα. Θέλετε ακόμη; Ήτο νέος, ήτο ωραίος. Θέλετε ακόμη; Θα είχε και το προνόμιο της κυράς του, εάν υποτεθεί ότι θα γινόταν ο φίλος της. Τα αρνείται όλα ο Ιωσήφ. Έχει τόσα μπροστά του ανοίγματα και διευκολύνσεις και προνόμια να διαπράξει την αμαρτία, αλλά αρνείται ο Ιωσήφ. Γιατί; Μόνο και μόνο για έναν λόγο: «Με βλέπει ο Θεός». Είδατε; «Με βλέπει ο Θεός. Πώς θα κάνω την πονηρή, αυτή, πράξη μπροστά στα μάτια του Θεού μου;». Αυτό και τον έσωσε.

    Βεβαίως εδέχθηκε φοβερή δοκιμασία. Θα ΄λεγε κανένας, και στην εποχή μας μάλιστα, τόσο κοντός άνθρωπος είσαι, να διώξεις την ευκαιρία αυτή; Κι όχι μόνο δεν την εκμεταλλεύεσαι, αλλά θα υποστείς και κακοποιήσεις στην περίπτωση που την αρνείσαι την αμαρτία. Εμπήκε στη φυλακή, διότι τον κατηγόρησε, τον συκοφάντησε η κυρία του, φοβουμένη μήπως ο Ιωσήφ το μαρτυρήσει στον άνδρα της, πριν προλάβει εκείνος κάτι να πει -που δεν θα έλεγε τίποτα- μόλις ήρθε στο σπίτι ο σύζυγος, αμέσως εκείνη. Είναι η ψυχολογία της ενόχου γυναικός: «Τι μου ΄φερες αυτό το παλιοεβραιόπουλο εδώ πέρα και μου επετέθη σήμερα;».

    Και τότε στενοχωρήθηκε, βεβαίως, ο Πετεφρής, διότι ήταν ένα θαυμάσιο παιδί. Δεν μπόρεσε να το πιστέψει, να το φανταστεί αυτό. Όμως αφού το έλεγε η γυναίκα του... Και τον έβαλε στην φυλακή. Κι εκεί δέκα χρόνια. Αν πείτε… «Ήταν τιμωρία η φυλακή». Δεν ήταν τιμωρία. Λέγουν οι Πατέρες το εξής θαυμάσιο: Έμεινε στη φυλακή ο Ιωσήφ, έως ότου φθάσει στα 30 του χρόνια. Γιατί; Για να γίνει αντιβασιλεύς. Να ωριμάσει και να γίνει αντιβασιλεύς. Καλά, δεν μπορούσε να μείνει στο σπίτι του Πετεφρή; Θα αμάρτανε εκεί, γιατί ο άνθρωπος έχει κάποια όρια αντοχής. Κάποια στιγμή, νέο παιδί ήτανε, μπορούσε να λυγίσει. Τι επιτρέπει ο Θεός; Επιτρέπει να πάει στη φυλακή, για να φυλαχθεί από την κυρία του. Είδατε η σοφία του Θεού; Βέβαια, το χάπι ήταν πικρό. Αλλά ωφέλιμο. Πόσα χάπια πίνομε πικρά, αλλά ωφέλιμα. Έτσι σώθηκε ο Ιωσήφ. Και γιατί σώθηκε ο Ιωσήφ; Γιατί είπε: «Με βλέπει ο Θεός».

      Αυτό θα πει, αγαπητοί μου, συναίσθηση της απανταχού παρουσίας του Θεού. Ότι ο Θεός είναι παντού. Λέει στη «Σοφία Σολομώντος»: «Μην πεις… ‘’ Έκλεισα την πόρτα μου, σκοτάδι υπάρχει μέσα στο σπίτι μου, δεν με βλέπει κανείς. Τράβηξα τις κουρτίνες, βούλωσα τις κλειδαρότρυπες, ποιος με βλέπει; Μπορώ να αμαρτήσω’’». Όχι! Διότι «ὀφθαλμοὶ Κυρίου, μυριοπλάσιοι ἡλίου». «Τα μάτια του Θεού βλέπουν πιο φωτεινά και από μύριες φορές από ό,τι μπορεί να φωτίσει ένα αντικείμενον ο ήλιος». Αυτό, λοιπόν, το στοιχείο είναι πάρα πολύ σπουδαίο.

      Ένα όγδοο στοιχείο. Είναι ο φόβος του θανάτου. Ξέρετε ότι ο θάνατος δεν μας εδηλώθη. Μόλις προχθές την Δευτέρα, μία κυρία, πολύ ευσεβής, ήταν η προτελευταία που εξομολογήθηκε, περίμενε από το πρωί. Ήταν με την αδερφή της. Η αδερφή της έφυγε. Διότι δεν μπορούσε να μείνει, είχε δουλειά. Από τις 4 το πρωί, αγαπητοί μου, για να εξομολογηθούν στις 6 το απόγευμα. Και μερικοί μάλιστα να μην περάσουν τελικά, ενώ είναι από τόσο πρωί. Είναι κάτι που θαυμάζω, πραγματικά. Θαυμάζω. Εκπλήσσομαι. Λοιπόν, αυτή έμεινε. Ήταν η προ-τελευταία που εξομολογήθηκε. Βέβαια πολύ συχνά εξομολογείτο και πάρα πολύ συχνά κοινωνούσε. Κάθε Κυριακή κοινωνούσε. Αυτά Δευτέρα βράδυ. Την Τρίτη, την Τετάρτη, πήγανε να πάρουν έναν φοιτητήν ανεψιόν από την Μακεδονία και κάπου εκεί στον δρόμο, τι έπαθαν, το αυτοκίνητο τι έπαθε και σκοτώθηκε αυτή η κυρία. Μόλις την Τετάρτη έγινε αυτό. Την Πέμπτη είχαν την κηδεία της. Προχθές είχαν την κηδεία της. Θα επερίμενε η κυρία αυτή ότι θα απέθνησκε; Όχι. Αλλά επειδή πάντα φρόντιζε, ήταν έτοιμη. Γι'αυτόν τον λόγο, ο θάνατος, ξέρετε, ο φόβος του θανάτου, επειδή δεν μας δηλώθηκε πότε θα πεθάνομε, είναι ένα πολύ σπουδαίο στοιχείο, να μας κάνει να προσέχομε. Δεν ξέρομε πότε θα πέθανε. Μην πει κανείς: «Πόσο είμαι; Είκοσι. Ουου, μέχρι τα 80!». Πού το ξέρεις; «Είμαι 50. Ε, έχω ακόμα καιρό». «Είμαι 70. Ο πατέρας μου έζησε 80. Ε, κι εγώ έχω ακόμη κάποια χρόνια». Αγαπητοί μου, μην το πούμε αυτό. Μην το πούμε. Διότι δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνομε. Πολύ ωραία λέγει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος: «Όταν πηγαίνεις να κοιμηθείς να λες: ‘’Κρεβάτι μου, απόψε μπορεί να γίνεις φέρετρό μου’’». Πόσοι είναι εκείνοι οι οποίοι έπεσαν στο κρεβάτι τους, αλλά το πρωί δεν ξύπνησαν.

     Αλλά δεν είναι μόνο, αγαπητοί μου, ο φόβος του θανάτου. Είναι και η μνήμη του θανάτου, μια που μιλάμε για τον θάνατο. Ξέρετε ότι η μνήμη του θανάτου είναι αρετή; Το να έχεις την μνήμη του θανάτου, δηλαδή ότι θα πεθάνεις. Διότι εκείνοι οι οποίοι αμαρτάνουν δεν έχουνε μνήμη θανάτου. Λέει η Σοφία Σειράχ: «Θυμήσου, μνήσθητι τὰ ἔσχατά σου καὶ οὐχ ἁμαρτήσεις εἰς τὸν αἰῶνα». Θυμήσου πως θα πεθάνεις και δεν θα αμαρτήσεις ποτέ. Γιατί; Τι θέλετε να σας πω; Να σας πω την περίπτωση ότι μαλώνω με έναν άνθρωπο; Τον αδικώ; Λέει κανείς: «Πόσο θα ζήσομε πάνω στη Γη; Θα πεθάνομε. Κι εγώ θα πεθάνω και εκείνος θα πεθάνει. Τώρα τι μαλώνουμε, τι κάνομε;». Αμέσως, η μνήμη του θανάτου μας επαναφέρει.

    Υπάρχουν άνθρωποι που διατηρούν οργή. Δεν θέλουν να συγχωρήσουν τον άλλον άνθρωπο. Τι είναι εκείνο που θα τους κάνει να μπορέσουν να συγχωρήσουν; Η μνήμη του θανάτου. Σας ξαναλέγω, η μνήμη του θανάτου είναι αρετή. Και μάλιστα μια σπουδαία αρετή· που μας βοηθάει πάρα πολύ στο να μπορέσομε να μένομε πάντοτε σε μία κατάσταση εγρηγόρσεως.

     Αλλά, ένα ένατο σημείο είναι το εξής. Είναι η μελέτη του Νόμου του Θεού. Εδώ πια έχομε μια δυναμική περίπτωση. Δεν είναι το να πεις: «Θα διαβάσω». Αλλά αυτό που διαβάζεις, τον Νόμο του Θεού, δεν κάνεις τίποτε άλλο, παρά καθρεπτίζεσαι. Αναπτύσσεται η αυτογνωσία. Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται -αγαπητοί μου, είναι φοβερό, εύχομαι να μην είναι κανείς από σας- έρχονται και σου λένε: «Δεν έχω κάνει καμία αμαρτία». Ξέρετε πόσοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Έρχονται για πρώτη φορά. Δεν έχει ωριμάσει βεβαίως μέσα τους η μετάνοια. Ήρθαν διότι, ας πούμε, αν είναι άνδρας, τον παρεκάλεσε η σύζυγός του. -«Σε παρακαλώ, κάνε μου την χάρη, εγώ εξομολογούμαι και κοινωνώ χρόνια, να κοινωνήσεις κι εσύ, κάνε μου την χάρη, θα μου δώσεις το μεγαλύτερο δώρα φέτος τα Χριστούγεννα, έλα, πάμε να εξομολογηθούμε». -«Άντε, πάμε», της λέει εκείνος. Για να μην της χαλάσει το χατήρι και πηγαίνει να εξομολογηθεί. Μπαίνει μέσα στο Εξομολογητήριο, κάθεται. -«Τι να σας πω», λέει, «δεν έχω τίποτα. Καλός άνθρωπος είμαι». Αρχίζει να λέει λίγο την ιστορία του. «Ε, ξέρω ΄γω, έκανα οικογένεια, έχω τόσα παιδιά, έχω το επάγγελμά μου, είμαι ευχαριστημένος, δεν έχω τίποτα να σας πω. Αυτά». -«Μα αυτά που είπατε ήταν η ιστορία σας, δεν ήταν εξομολόγηση, δεν είναι οι αμαρτίες σας». -«Μα, δεν έχω τίποτε». Λέει μετά κανείς έτσι δοκιμαστικά.  Ξέρετε, υπάρχει μία αμαρτία, που νομίζω δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην την έχει κάνει. Είναι το ψέμα. Ποιος δεν είπε ψέματα… Ποιος δεν είπε, λίγο ή πολύ. Μπορεί να πούμε ότι αγωνιζόμεθα για να μην λέμε ψέματα ή δεν μας αρέσει να λέμε ψέματα. Αλλά ποιος μπορεί να πει ότι δεν είπε ψέματα; Ή ότι δεν ενδέχεται να πει ψέματα.

-Τουλάχιστον είπατε ψέματα;

-Εγώ; Ποτέ!

-Ποτέ;

-Ποτέ!

-Μα υπάρχει άνθρωπος που να μην είπε ψέματα;

-Ε, μα τι θέλετε να σας πω; Ψέματα; Ότι είπα ψέματα;

      Πέστε μου, σας παρακαλώ, κάτω από τέτοιες συνθήκες τι είδους εξομολόγησις μπορεί να γίνει; Έχομε μετάνοια εδώ πέρα; Έχομε τίποτε; Τότε κάνομε το εξής. Επειδή ξέρομε τα πράγματα, λέμε:

   -Καλά, καλά, εντάξει. Κοιτάξτε να δείτε, θα σας περιμένω μια άλλη φορά. Πάρτε να διαβάσετε αυτό κι ακόμη θα σας παρακαλέσω, ελάτε να ακούτε τον λόγο του Θεού. Η μελέτη του λόγου του Θεού, του Νόμου του Θεού, το Ευαγγέλιο και η ακρόασις του λόγου του Θεού, αφυπνίζει, καθρεπτίζει τον άνθρωπο και του παρουσιάζει τα ελαττώματά του. Όπως ό,τι μουντζούρες να έχω αυτήν την στιγμή στο πρόσωπό μου, εσείς τις βλέπετε, αλλά όχι εγώ. Για να μπορέσω να ιδώ, πρέπει να καθρεπτιστώ. Έτσι για να μπορέσω αν ιδώ τις αμαρτίες μου, να αποκτήσω μίαν αυτογνωσία πρέπει να έχω έναν καθρέπτη. Ο λόγος του Θεού είναι καθρέπτης.

   Και τότε παρουσιάζεται το εξής φαινόμενο. Μου έχει τύχει. Αυτός, αυτός που έφυγε και έλεγε δεν έχει τίποτα, να επιστρέφει ύστερα από λίγο καιρό με τέσσερις σελίδες του διαγωνισμού γραμμένες. Και να του λες: -Τι είναι αυτό; -Αμαρτίες. –Μπα! Πότε γίνηκαν αυτές οι αμαρτίες; -Α, πάτερ, δεν τις έβλεπα. Δεν τις έβλεπα…

    Ώστε λοιπόν η μελέτη του λόγου του Θεού είναι βοηθητικότατο στοιχείο, για να μπορέσομε να γνωρίσομε το θέλημα του Θεού, να γνωρίσομε τον εαυτό μας, τα κουσούρια μας, για να μπορέσομε να διορθωθούμε. Είναι, λοιπόν, κάτι πάρα πολύ σπουδαίο.

      Κι ερχόμεθα σε ένα δέκατο σημείον. Αντιλαμβάνεσθε, όλα αυτά είναι εκείνα τα οποία μας ανοίγουν τον δρόμο, μας βοηθούν να φθάσομε στη σωτηρία. Είπαμε στην αρχή ότι η Χάρις του Θεού είναι πάντοτε έτοιμη. Η πλευρά η δική μας ποια είναι. Γιατί, ξέρετε, λέει η παραβολή εκείνη του σπορέως «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ». «Βγήκε αυτός που σπέρνει να σπείρει τον σπόρο του». Λέγει ο Καβάσιλας: «Δὲν ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ ἀρῶσαι τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ». Δηλαδή δεν βγήκε να οργώσει. Βγήκε να σπείρει. Ο Θεός σπέρνει. Ο Θεος δίνει την χάρη Του. Το όργωμα σε ποιον ανήκει; Το όργωμα ανήκει σε μας. Εγώ θα οργώσω την καρδιά μου και ο Θεός θα δώσει τον σπόρο της χάριτός Του.

      Έτσι, ερχόμεθα στο δέκατο σημείο που είναι το κατάλληλο περιβάλλον. Αυτό είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Ίσως όσα είπαμε μέχρι τώρα να αποτελούσαν στοιχεία που αφορούν στον εαυτόν μας. Τώρα είναι το περιβάλλον. Νομίζομε ότι το θέμα της συναναστροφής είναι ένα θέμα που αφορά μόνο στα νέα παιδιά. Λένε οι γονείς, επί παραδείγματι, στα παιδιά τους: «Πρόσεχε τις κακές συναναστροφές». Ποιος σας είπε ότι το θέμα της συναναστροφής δεν είναι ένα θέμα που αφορά και τους μεγάλους; Ξέρετε ότι υπάρχουν άνθρωποι που γνώρισαν -και συνεχώς υπάρχουν άνθρωποι- που γνώρισαν το κάπνισμα, το τσιγάρο, στα 50 τους χρόνια, εγνώρισαν το κρασί στα 60 τους χρόνια, έμαθαν να παίζουν χαρτιά σε μεγάλη ηλικία. Ξέρετε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν έπεσαν ποτέ σε σαρκικές αμαρτίες και έπεσαν σε μεγάλη ηλικία; Ξέρετε ότι γυναίκες ηλικιωμένες σήμερα των 50 και των 60 ετών και πάνω να σου λέγουν ότι «ο σύζυγός μου μού λέγει πράγματα τα οποία δεν μου είπε ποτέ στη ζωή του· ούτε όταν ήταν νέος».

      Πώς συμβαίνει αυτό; Κι αυτός είναι ηλικιωμένος άνθρωπος. Είναι 50,60, είναι 70 χρονών. Κάνει παρέα κακή, του δείχνουν φωτογραφίες ανήθικες, συζητάει βρώμικα με το περιβάλλον του, μπαίνει σε πειρασμό και έρχεται μετά με απαιτήσεις παράξενες, αμαρτωλές και περίεργες. Ναι ή όχι; Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι οποιαδήποτε ηλικία επηρεάζεται από το περιβάλλον. Είτε καλό είναι αυτό, είτε κακό είναι αυτό. Λέει ο Απόστολος Παύλος: «Φθείρουσι ἤθη χρηστὰ». «Μὴ πλανᾶσθε –λέει στους Κορινθίους, μην έχετε πλανεμένη αντίληψη- φθείρουσι ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί». «Καταστρέφουν τα καλά τα ήθη οι κακές συναναστροφές». Κι αυτά που λέγει δεν τα λέγει σε παιδιά. Τα λέγει σε μεγάλους. Και ξέρετε σε τι θέμα αναφέρεται; Εις το θέμα ότι απιστούσαν οι Κορίνθιοι για την ανάσταση των νεκρών. Γιατί; Γιατί έκαναν παρέα με ανθρώπους που τους έλεγαν: «Τι είναι αυτά εκεί που λέει αυτός; Ότι θα αναστηθούν οι νεκροί. Τι παραμύθια είναι αυτά;». Κι άρχισαν να δυσπιστούν: «Θα αναστηθούν οι νεκροί;». Γι'αυτό τους είπε «Μὴ πλανᾶσθε · καταστρέφουν τα καλά τα ήθη οι κακές συναναστροφές». Μέχρι τώρα μπορεί να έχομε την πίστη μας και να πηγαίνομε στην Εκκλησία και να βρεθούμε σε ένα περιβάλλον αθέων ανθρώπων και να αρχίσουν να λένε, να λένε, να πιπιλίζουν το μυαλό μας, με τόσα πράγματα άθεα. Τι νομίζετε; Δεν μπορούν να γκρεμίσουν την πίστη μας; Δεν επιδρά εδώ το περιβάλλον; Επιδρά το περιβάλλον.

      Μπορούμε ακόμη, ενώ είμεθα απλοί άνθρωποι να γίνομε κοσμικοί, να αρχίσομε να ζούμε εντελώς κοσμικά, με κοσμική νοοτροπία, μόνο και μόνο γιατί κάναμε κάποιον γείτονα, κάποια φιλενάδα, ξέρω γω, κάποιον φίλο και μπήκαμε στο κανάλι της κοσμικής ζωής; Ενώ πρώτα δεν είμαστε έτσι; Το θέμα του περιβάλλοντος είναι πολύ σπουδαίο, για μικρούς και για μεγάλους, για μορφωμένους και ολιγογραμμάτους. Θα το τονίσω και θα το υπογραμμίσω: Ας προσέξομε πάρα πολύ το περιβάλλον μας. Εκείνο που σήμερα είναι υπ΄αριθμόν ένα κίνδυνος, είναι το περιβάλλον.

      Τι είναι η τηλεόρασις; Η τηλεόρασις, αγαπητοί μου, είναι περιβάλλον. Με περιβάλλει. Είναι γύρω μου. Ανοίγω το κουμπί και αρχίζω και βλέπω. Τι είναι οι τόσες συντροφιές που σήμερα κάνουν οι άνθρωποι, έστω που λένε «πολιτιστικές εκδηλώσεις», τούτα, εκείνα. Τι νομίζετε ότι είναι όλα αυτά; Ένα κακό περιβάλλον. Ξέρετε ότι αυτές οι λεγόμενες «πολιτιστικές εκδηλώσεις»  μας ξαναγυρνούν πίσω σε έθιμα τα οποία ήσαν ειδωλολατρικά; Τα ξεθάβουν από τα ντουλάπια αυτά τα στοιχεία όλα και μας τα ξαναφέρνουν τάχα, δήθεν ότι είναι οι παραδόσεις του λαού μας και πρέπει να τα ξαναζήσομε αυτά και κάτι περίεργες καρναβαλικές διασκεδάσεις, ότι είναι οι παραδόσεις του λαού μας; Ήσαν ειδωλολατρικές. Ποιες παραδόσεις; Ναι. Αλλά υπάρχουν και παραδόσεις οι οποίες δεν πρέπει να ξαναγυρίσουν. Ήσαν ειδωλολατρικές. Πρέπει να πεθάνουν αυτές. Πρέπει να θαφτούν. Πρέπει να ζήσομε τις καλές μας τις παραδόσεις. Γιατί τάχα δεν κοιτάζομε τις καλές μας τις παραδόσεις να τις ζωντανέψομε και να τις ζήσομε και κοιτάζομε τις βρώμικες παραδόσεις να τις καλλιεργήσουμε; Για ποιον λόγο; Βλέπετε παρακαλώ; Ξέρετε πόσα πράγματα είναι σήμερα στην εποχή μας κίνδυνος – θάνατος κακού περιβάλλοντος; Ας προσέξομε λοιπόν πάρα πολύ και εις το σημείο αυτό.

     Και τέλος ενδέκατον σημείον είναι ο αγώνας. Όταν δεν αγωνιστούμε, δεν κάνουμε τίποτε. Η εποχή μας και εις τον τομέα αυτόν προσφέρει τον μικρότερο αγώνα και τον μικρότερο κόπο. Είναι γενικό το σύνθημα: «Μην κουραστείτε», γενικό το σύνθημα: «Μην αγωνιστείτε», «Μην κοπιάσετε». Από πού να αρχίσω; Από το σχολείο; Από τα παιδιά; Λέμε στα παιδιά, του Δημοτικού τα παιδιά:

-Παιδί μου, κάτσε να διαβάσεις.

-Μας είπε ο δάσκαλος  να μη διαβάζομε στο σπίτι, αλλά ό,τι μαθαίνομε στο σχολείο.

     Πάει το παιδί μας στο Γυμνάσιο.

-Κάτσε, παιδί μου, να διαβάσεις.

-Μας είπαν οι καθηγηταί, ό,τι μάθομε στο σχολείο.

    Γνωστά πράγματα δεν είναι αυτά; Τα ξέρετε. Μητέρες είσαστε και τα γνωρίζετε. Πέστε μου, πότε ο μαθητής έμαθε γράμματα μόνο από τις παραδόσεις; Χωρίς να καθίσει σπίτι να γράψει και να διαβάσει; Πρέπει να γράψομε και να διαβάσομε. Δηλαδή πρέπει να αγωνιστούμε. Θυμάμαι έναν μακαρίτη, πλέον, καθηγητή μου που μας έλεγε: «Αν το παντελόνι σας δεν κάνει ‘’μάτια’’ από πίσω, δηλαδή να τρυπήσει από την καρέκλα, γράμματα δεν θα μάθετε». Θέλει αγώνα. Θέλει ξενύχτι. Λέω αυτό για τα γράμματα. Πάρτε την περίπτωση εργασίας. Κόβομε το Σάββατο, αφού κόψαμε βεβαίως κάποια απογεύματα. Κάποτε, εδώ στην περιοχή μας, στη Λάρισα ήταν μόνο η Πέμπτη αργία. Μετά κόψανε την Τρίτη. Μετά κόψανε το Σάββατο το απόγευμα. Μετά κατήργησαν ολόκληρο το Σάββατο. Έτσι είναι πέντε μέρες και από τις πέντε μέρες τα δυο απογεύματα δεν είναι εργασία. Και πάλι φωνάζομε ότι είναι πολλή η δουλειά και σκοτωνόμαστε. Και κάνομε απεργίες και για λεφτά και για ωράριο. Κι όλο κόβομε και όλο κόβομε. Να μην πολυπραγμονώ. Θα ‘θελα με αυτά τα δύο, πέντε λόγια που σας είπα, να σας πω ότι το κλίμα της εποχής μας είναι κλίμα ήσσονος προσπαθείας, της πιο μικρής προσπαθείας. Ό,τι μπορείς λιγότερο να κουραστείς.

      Σε ένα τέτοιο κλίμα, έρχεται τώρα το ευαγγέλιο να μας πει ότι πρέπει να κάνομε αγώνα για την πνευματική μας ζωή. Όταν ο άλλος ακούσει μέσα σε ένα κλίμα τέτοιο, μικροτάτης, ήσσονος προσπαθείας, ότι πρέπει να αγωνιστεί για την πνευματική του ζωή, είναι κάτι πώς να σας το πω, δεν το καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να χωνέψει ότι πρέπει να αγωνιστεί. Δεν λέγει ο Κύριος, σήμερα το ακούσατε: «Αγωνίζεστε να μπείτε δια της στενής πύλης». -«Κύριε, εἰ πολλοί οἱ σῳζόμενοι;». Ευαγγελική περικοπή, σήμερα ερώτησαν: «Κύριε, είναι πολλοί εκείνοι που θα σωθούν;». Κι ο Κύριος τι είπε; Ούτε αν είναι πολλοί, ούτε αν είναι λίγοι. «Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν». Το «εἰσελθεῖν» θα πει «εισέρχομαι». Πού; Στην Βασιλεία του Θεού. Με ποιον τρόπο θα εισέλθω στην Βασιλεία του Θεού; Με το να αγωνιστώ. Χωρίς να μπω εις την Βασιλεία του Θεού. Θέλει αγώνα.

      Αλλά ολόκληρο το Ευαγγέλιο είναι Ευαγγέλιο αγώνος. Ο Κύριος αγωνίστηκε πάνω στη Γη, παρότι ήτο αναμάρτητος. Μας έδειξε με το καλό του παράδειγμα, ότι πρέπει να αγωνιστούμε. Δεν πρέπει λοιπόν κι εμείς να καταλάβομε ότι πρέπει να αγωνιστούμε;

     Αγαπητοί μου, δεν θα ήθελα πιο πολλά να σας πω, ήδη συνεπληρώθη μία ώρα, πολλά πράγματα είπαμε. Είδατε πώς πρέπει να κινούμεθα, πώς πρέπει να αντιλαμβανόμεθα την πνευματική ζωή. Πολλές φορές ζηλεύομε κάποιον άνθρωπο, με την καλή σημασία τον ζηλεύομε, πώς επέτυχε αυτός ο άνθρωπος, έχει πραότητα, έχει ειρήνη, έχει ανιδιοτέλεια, έχει εργατικότητα, έχει τόσα αγαθά μέσα του... Πώς τα πέτυχε ο άνθρωπος αυτός; Αγωνίστηκε. Δεν γεννήθηκε κανείς, αγαπητοί μου, έτοιμος. Γεννιόμαστε, αντιθέτως, με το προπατορικό μας αμάρτημα και με τις ροπές και με τις κλίσεις προς το κακό. Θέλει αγώνα. Θέλει πολύ αγώνα. Πάρτε το θέμα του Ευαγγελίου. Λέω πολλές φορές στη μελέτη, λέω σε μικρά παιδιά. Λέω: «Παιδί μου, διάβαζε την Αγία Γραφή. Κάθε μέρα. Θα φθάσεις μία μέρα σε 10-20 χρόνια και θα αντιληφθείς το εξής. Ότι μες στη ζωή σου κατάφερες να διαβάζεις και θα αποκτήσεις την γνώση του Ευαγγελίου χωρίς να καταλάβεις τον κόπον. Ενώ έχεις κοπιάσει. Αλλά δεν θα έχεις καταλάβει. Γιατί; Γιατί δουλεύεις κάθε μέρα λίγο και λίγο και λίγο και κάποτε με το φασούλι, το φασούλι γεμίζει το σακούλι».

      Έτσι, αν κάθε μέρα βάζομε τον κόπο της ημέρας, για την ημέρα εκείνη και αγωνιζόμαστε για σήμερα, θα ‘ρθει κάποια ευλογημένη ημέρα που θα έχομε φτιάξει έναν ωραίον Χριστιανόν άνθρωπον, που θα είναι η αληθινή εικόνα του Θεού και θα έχει φθάσει εις το καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή εις την σωτηρία.

   Να σας ευλογεί ο Θεός και καλά Χριστούγεννα.

          ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·       https://arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/proskynhtvn/proskynhtvn_026.mp3

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου