13 Σεπ 2026

Καθώς ὁ Σταυρός ὑψώνεται, ὁ Σταυρωθείς δοξάζεται. Ὄχι ὅμως στήν Μητρόπολη Περιστερίου.

Καθώς ὁ Σταυρός ὑψώνεται, ὁ Σταυρωθείς δοξάζεται. Ὄχι ὅμως στήν Μητρόπολη Περιστερίου.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΙΣΤΩΝ Ι.Μ. ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

-        Ἅγιος Φιλόθεος, Πατριάρχης Κων/πόλεως:  «Διά τοῦτο ὑψοῦντες αὐτόν καί προσκυνοῦντες αὐτόν (τόν Σταυρόν), μεγαλύνομε καί δοξάζομε τόν Χριστόν, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη ἐπ᾿ αὐτοῦ». (Εἰς τήν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ PG.154,724)

-        Μητροπολίτης Περιστερίου Γρηγόριος : «(ὅταν) προβάλλεται τό γεγονός τῆς Σταύρωσης, ἐπικαλύπτεται τό σύμβολο (ὁ Σταυρός)». [1]

«Bρισκόμαστε μπροστὰ σὲ ἕναν Χριστὸ μόνιμα “Ἐσταυρωμένο” καὶ πεθαμένο καὶ μάλιστα πεθαμένο ἐκεῖ ὅλο τὸ χρόνο…Ἀπελπισία!». [2]

«ὁ Ἐσταυρωμένος δὲν μπορεῖ νὰ ἔρθει, γιατὶ εἶναι πεθαμένος ἐπάνω στὸ σταυρὸ καὶ ὡς ἐκ τούτου στατικὸς καὶ ἀκίνητος ὁλόκληρο τὸ χρόνο. Λέμε ποτὲ σὲ ἀκίνητο καὶ πεθαμένο “Ἔλα!”; Ἀστεία πράγματα». [3]

Στίς 14 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει, τιμᾶ καί προσκυνᾶ τόν Τίμιο Σταυρό μέ ἀφορμή δύο σπουδαῖα ἱστορικά γεγονότα. Τὸ πρῶτο εἶναι, ὅταν μετὰ τὴν ἀνεύρεσή του ἀπὸ τὴν ἁγία Ἑλένη, παραδόθηκε στὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Μακάριο, ὁ ὁποῖος τὸν τοποθέτησε καὶ ὕψωσε στὸν ναὸ τῆς Ἀναστάσεως στὶς 14 Σεπτεμβρίου 335. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ὕψωση.

Τό δεύτερο ἱστορικό γεγονός, εἶναι ἡ δεύτερη ὕψωση τοῦ Σταυροῦ. Ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος, μετὰ τὴν ὁριστικὴ νίκη του ἐναντίον τῶν Περσῶν τὸ 628, ἀνέκτησε τὸν Τίμιο Σταυρό -καθὼς εἶχε προηγηθεῖ ἡ κλοπή του ἀπὸ τοὺς Πέρσες τὸ 614- καὶ τὸν μετέφερε ἀρχικὰ στὴν Κωνσταντινούπολη, προβάλλοντάς τον θριαμβευτικὰ στὶς 14 Σεπτεμβρίου 629 καὶ στὴ συνέχεια στὰ Ἱεροσόλυμα.

Στήν ἀνωτέρω φράση τοῦ Ἁγίου Φιλοθέου Κων/πόλεως συμπυκνώνεται ἡ πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἀδιάρρηκτη σχέση Σταυροῦ καί Σταυρωθέντος Χριστοῦ. Καθώς ὁ Σταυρός ὑψώνεται, ὁ Ἐσταυρωμένος Χριστός δοξάζεται.

Ὡστόσο, αὐτό δέν εἶναι αὐτονόητο στούς αἱρετικούς.

Ὁ νεστοριανικοῦ τύπου διχασμός πού ὑφίσταται ὁ Μητρ. Περιστερίου στήν πίστη του περί τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόν ὁδηγεῖ καί τούτη τήν χρονιά, κατά τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, νά διαχωρίζει θεολογικά τόν τελευταῖο ἀπό τόν Σταυρωθέντα Κύριο τῆς Δόξης, ἀποδίδοντας τιμή στό «ὅπλο» (Σταυρό), καταρρακώνοντας παράλληλα τήν τιμή καί ὑπόληψη τοῦ «Ὁπλίτη» (Ἐσταυρωμένου). Διατείνεται πρὸς τοῦτο, ὅτι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ «σταυρο-προσκυνᾶ» καί ὄχι «ἐσταυρωμενο-προσκυνᾶ», σημειώνοντας ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ προσκυνᾶ τὸν Σταυρὸ «ὅλον τὸν χρόνο», ἐνῶ τὸν Ἐσταυρωμένο «γιὰ μία μόνον ἡμέρα».

 Στήν συγχυσμένη σκέψη του ἐπισκόπου, ὁ διάβολος βλέποντας τόν Ἐσταυρωμένο Χριστό, καυχιέται λέγοντας:

«Ἐδῶ, σέ αὐτό τό “ξύλο”, ὅπως βλέπετε, κατάφερα καί τόν νίκησα καί εἶμαι μόνιμα ὁ νικητής του!». Αὐτό, συνεχίζει συμπερασματικά ὁ ἐπίσκοπος, είναι «τό μήνυμα πού δίνουμε» προβάλλοντας τόν Ἐσταυρωμένο, ἀλλά καί «παγιώνουμε τήν μία καί μοναδική χρονική στιγμή τῆς “νίκης” τοῦ διαβόλου κατά τοῦ Χριστοῦ, διαιωνίζουμε τό στιγμιαῖο καύχημα τοῦ διαβόλου σέ ὁλόκληρο τό ἔτος καί σέ ὁλόκληρη τήν Οἰκουμένη» (!) Καί καταλήγει, τό καινοφανές αὐτό στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία κακόδοξο συμπέρασμά του, λέγοντας: «Ἐνῶ, ἀντίθετα, ὁ ἀσώματος Σταυρός, σύμβολο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ διαβόλου, δεν ἐπιβεβαιώνει τήν δαιμονική δοξασία, ἀλλά παραπέμπει πλέρια στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ!» [4].

Ὁ Σταυρός γιά τόν Μητροπολίτη εἶναι σύμβολο νίκης, ὁ Ἐσταυρωμένος ὅμως δέν εἶναι ὁ νικητής, γιατί μέ τήν Σταύρωσή Του διαμηνύεται παγίως ἡ «ἧττα» Του. Βλέπει τόν Κύριο τῆς Δόξης Ἐσταυρωμένο καί κηρύττει ὅτι κινδυνεύουμε νά κυριευθοῦμε δῆθεν ἀπό «ἀπελπισία» ὅπως οἱ «δυτικοὶ Ἐσταυρωμενολάτρες», νά «ἀπολέσουμε τὴν Ἀνάσταση» καὶ νά φθάσουμε σὲ «ὑπαρξιακὰ ἀδιέξοδα» ἀποκτῶντας «ψυχολογικὰ προβλήματα» [5]

Δέν ξέρουμε πῶς ἀκριβῶς θά ἀντιδροῦσε πάνω σέ αὐτήν καί ἄλλες σχετικές ἀνήκουστες κακοδοξίες -βλασφημίες, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Τό πιθανότερο πάντως θά ἦταν νά διακόψει πάραυτα τήν μνημόνευσή του, πρᾶγμα πού εἶναι ἀδιανόητο σήμερα γιά τόν τρομοκρατημένο ἤ καί ὁμόπιστο τοῦ δεσπότη, κλῆρο τοῦ Περιστερίου. Ὁ ἅγιος ὅμως, ὡς μέγας πολέμιος τῶν εἰκονομάχων καί τῶν σημερινῶν Ἐσταυρωμενομάχων, ἀπέναντι στήν πολεμική ἐναντίον τῆς σωματικῆς ἀπεικόνισης τοῦ Κυρίου ἐπάνω στόν Σταυρό, ἀντέτεινε ὅτι:

«Δὲν ζωγραφίζουμε μόνο τὸν σταυρό, ποὺ εἶναι τὸ ὅπλο τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ διαβόλου, χωρὶς νὰ εἰκονίζουμε τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ὁ Ὁπλίτης καὶ αὐτὸς ποὺ κατήργησε τὸν Σατανᾶ. Γιατὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰκονιστεῖ ὅπλο νικηφόρο καὶ ἀληθινό, χωρὶς νὰ δείχνει καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ὁπλίτη; Ἐπίσης καὶ προσκυνοῦμε τὴν ἁγία εἰκόνα του, σὰν νὰ προσκυνοῦμε μὲ αὐτὴν τὸν εἰκονιζόμενο Χριστό». [6]

Ἀπό τήν ἄλλη, ἐνῶ ἀρχικά ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐξέδωσε ὀρθή Ἐγκύκλιο (3095/20-03-2025) γιά τήν τοποθέτηση τοῦ Ἐσταυρωμένου, ὡστόσο περιφρόνησε κατόπιν τίς καταγγελίες μας καί δειλίασε νά πράξει τό οὐσιαστικότερο:  Νά ἀναχαιτίσει τήν ἀνυπακοή τοῦ Μητροπολίτη Περιστερίου στήν ἀπόφαση καί νά ἀναιρέσει θεολογικά τίς κακοδοξίες του.

Ἡ Συνοδική Ἐπιτροπή Δογματικῶν καί Νομοκανονικῶν Ζητημάτων φαίνεται πώς ἔβαλε στό ἀρχεῖο τά πολυσέλιδα Ὑπομνήματα καί ἀναφορές τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῶν Ἐγκυκλίων τοῦ Μητροπολίτη Περιστερίου περί αἱρέσεως, κακοδοξίας, ἀλλοτρίωσης τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως, βλασφημιῶν καί σκανδάλου σέ αὐτές. 

Προτίμησε νά ὑφίσταται αἰωρούμενη στό διηνεκές ἡ ὕβρις ἔναντι Κυρίου, παρά καθηκόντως νά προστατεύσει τήν θεολογία καί πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Κυριευμένη ἀπό «τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (Ἐφ. 6,12) παραθεωρεῖ, ὅτι κουκουλώνοντας τά αἱρετικά διδάγματα τοῦ Περιστερίου, συνιστᾶ συγκατάθεση σέ αὐτά καί πώς ἡ Κρίση στά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τους ἀλλά καί σύσσωμης τῆς Ἱεραρχίας θά συμπεριλαμβάνει ἐπιπλέον κι αὐτό τό κατηγορητήριο τῆς συναίνεσης στήν βλασφημία καί αἵρεση.

Πείθονται (;) στίς φρικτές συκοφαντίες τοῦ Μητροπολίτη πού ἐξαπολύει ἐναντίον τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς Πιστῶν καί ἀδιαφοροῦν ἐντελῶς γιά τήν ἀτίμωση τοῦ Κυρίου.

Οἱ ὀρθόδοξοι ὅμως προσέχουμε καί πειθόμεθα στήν ἀποστολική ἐντολή: «πονηροὶ δέ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι, σὺ δὲ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καὶ ἐπιστώθης, εἰδὼς παρὰ τίνος ἔμαθες» (BTιμ. 3,13-14).

Ἡ Ἐκκλησία μέσω τῶν θεοφόρων Πατέρων της καί τῆς θεοπνεύστου ὑμνολογίας δεικνύει αὐτήν τήν ἀδιάστατη σχέση μεταξύ Ἐσταυρωμένου καί Σταυροῦ. Οἱ σχετικοί λόγοι τους δέν ἀφήνουν κανένα ἐνδεχόμενο παρερμηνείας, ὅπως αὐτή πού ἐπιχειρεῖται στήν Μητρόπολη Περιστερίου. Ὅταν, ἐπί παραδείγματι, ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες τό ἁγιογραφικό : «Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί» (Α’Κορ. 1,18), τό ἑρμηνεύουν μέ τήν αὐτονόητη θεώρηση ὅτι «ὁ λόγος τοῦ σταυροῦ» εἶναι τό κήρυγμα περί τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἐσταυρωμένου, τό ὁποῖο ἐπεκτείνεται καί στήν ζωή τοῦ καθενός πιστοῦ πού καλεῖται νά σηκώσει τόν δικό του σταυρό, ἀκολουθώντας δοξαστικά τόν Χριστό.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν σχετική του ὁμιλία [7] (καί ὄχι μόνο) συμπλέκει συνεχῶς τήν ἔννοια τοῦ Σταυροῦ μέ τό πρόσωπο τοῦ Σταυρωθέντος. «Ὅταν εἴπω “ἐσταυρώθη”, ὁ ἐθνικὸς λέγει: Καὶ πῶς, ἐξηγεῖται τοῦτο μὲ τὴν λογικήν; Ὅταν ἦτο ἐσταυρωμένος καί κατά τήν ὥραν τοῦ σταυροῦ ἔπασχε, δέν ἐβοήθησε τόν ἑαυτόν του∙ καί πῶς κατόπιν ἀνεστήθη καί ἐβοήθησεν ἄλλους;… Εἶναι παράλογον, λέγει. Βεβαίως, ἄνθρωπε, ὁ σταυρός εἶναι παράλογον καί ἡ δύναμίς του δέν δύναται νά ἐκφρασθῆ μέ λόγους». [8]

Ξεκαθαρίζει ὅτι ὁ «λόγος τοῦ σταυροῦ» δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλά τό συγκεκριμένο κήρυγμα γιά τόν σταυρικό θάνατο καί τή θυσία τοῦ Χριστοῦ, πού ἀπαιτεῖ πίστη, «διότι τὸ νὰ πιστεύῃ κανεὶς εἰς τὸν σταυρωθέντα καὶ ταφέντα καὶ νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ ἀνεστήθη καὶ εὑρίσκεται εἰς τὸν οὐρανὸν τοῦτο δὲν χρειάζεται σοφίαν οὔτε λογικὴν, ἀλλὰ πίστιν». [9]

Ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ πηγάζει ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Παθόντος:

«Ἄν καί ἄπειροι ἐπιχειροῦσαν νά σβήσουν τό ὄνομα τοῦ σταυρωθέντος, συνέβη τό ἀντίθετον∙ δηλαδὴ τοῦτο μὲν ἤνθησε καὶ προώδευσεν, ἐκεῖνοι δὲ ἐχάθησαν καὶ κατεστράφησαν» [10] . (Ἄραγε δέν φοβίζει αὐτό τόν Μητροπολίτη καί τούς ἀκολούθους του;)

καί συνεχίζει ἐλάχιστα παρακάτω ὁ ἅγιος συμπλέκοντας καί πάλι τόν Σταυρό:

«διότι τί δὲν εἰσήγαγεν ὸ σταυρός; Τὸ θέμα περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, τῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων, τὸ θέμα περὶ τῆς περιφρονήσεως τῶν ἐγκοσμίων, περὶ τῆς ἐπιθυμίας τῶν μελλοντικῶν». [11].

Αὐτό ἰσχύει στή διδασκαλία ὅλων τῶν Πατέρων: Τιμοῦν τόν Σταυρό, δοξάζοντας τόν Ἐσταυρωμένο. Ὄχι κηρύσσοντας Αὐτόν «βλαπτικό», «καρκινικό», «καταθλιπτικό», «μόνιμα πεθαμένο», καί ἄλλα πολλά φρικτά πού μένουν γραμμένα μέσα σέ ἐπίσημα ἐκκλησιαστικά κείμενα. Καί δέν εἶναι λίγοι οἱ ἀθεολόγητοι θεολόγοι, (κολακείας ἕνεκεν) πού ὑποστηρίζουν τά ἴδια.

Ποῦ, ὅμως, φθάσαμε σήμερα! Σέ ποιό σημεῖο! Οἱ ἀρχιποιμένες νά σιωποῦν σκανδαλωδῶς μπροστά στήν αἵρεση καί ὕβρι καί προδοσία τῆς πίστεως, καί ἀπό τήν ἄλλη τά λογικά πρόβατα νά γίνονται κήρυκες τῆς ἀληθείας ἀντί αὐτῶν γιά νά προστατέψουν τά ὑπόλοιπα.

Καθόλου παράξενο ἀσφαλῶς. Τό διαμήνυσε δύο χιλιετίες πρίν ὁ Χριστός μας: «Λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ.19,40).

Στήν ὑμνογραφία τῆς κοσμοχαρμόσυνης ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ ἡ ἄρρηκτη ἑνότητα μέ τόν Σταυρωθέντα φαίνεται ἐναργέστερα. Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, ἀλλά θεωροῦμε τόν Χριστό νά σταυρώνεται. Γι΄ αὐτό ἄλλωστε ἡ ἑορτή ἐπέχει τά ἴσα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

Καί μόνο στά τροπάρια τοῦ Μικροῦ Ἑσπερινοῦ ψάλλουμε: 

«Ὑψουμένου σου Δέσποτα, ἐν Σταυρῷ συνανύψωσας, τοῦ Ἀδὰμ τὴν ἔκπτωτον, φύσιν ἅπασαν· διὸ ὑψοῦντες τὸν ἄχραντον, Σταυρόν σου φιλάνθρωπε, τὴν ἐξ ὕψους σου ἰσχύν, ἐξαιτοῦμεν κραυγάζοντες· Σῶσον Ὑψιστε, ὡς Θεὸς ἐλεήμων τοὺς τιμῶντας, τὴν σεπτήν τε καὶ φωσφόρον, τοῦ σοῦ Σταυροῦ θείαν ὕψωσιν».  (Στιχηρὰ Προσόμοια Μικ. Ἐσπερινοῦ)

καί πάλιν:

«Ψαλμικῶς νυνὶ βλέπομεν, ὑποπόδιον Δέσποτα, ἔνθα πόδες ἔστησαν, σοῦ οἱ ἄχραντοι, σήμερον πόθῳ ὑψούμενον, Σταυρόν σου τὸν τίμιον, καὶ ὑψοῦντες εὐσεβῶς, δυσωποῦμέν σε κράζοντες· Πάντας Ὕψιστε, τῷ Σταυρῷ σου τῷ θείῳ ἁγιάσας, τῆς ἀφάτου εὐσπλαγχνίας, μετόχους δεῖξον καὶ χάριτος».

καί πάλιν:

«Ὡς ἀήττητον τρόπαιον, θυρεὸν ἀπροσμάχητον· καὶ ὡς σκῆπτρον ἔνθεον, προσκυνοῦμέν σου, Σταυρὸν Χριστὲ τὸν πανάγιον, δι᾿ οὗ κόσμος σέσωσται..»

Αὐτή ἡ θεώρηση εἶναι, ὅπως προαναφέρθη, αὐτονόητη στούς ὀρθοδόξους.

Ὁ Σταυρός, καθώς ὑψώνεται, προτρέπει ὁλόκληρη τήν κτίση νά ὑμνήσει τό ἄχραντο Πάθος Ἐκείνου πού ὑψώθηκε ἐπάνω σέ αὐτόν:

«Σταυρὸς ἀνυψούμενος, τοῦ ἐν αὐτῷ ὑψωθέντος, τὸ πάθος τὸ ἄχραντον, ἀνυμνεῖν προτρέπεται κτίσιν ἅπασαν». (Μεγ. Ἐσπερ.Στιχηρά)

Εἶναι βίωμα τῆς Ἐκκλησίας πού δυστυχῶς ἀπειλεῖται ἀπό τήν ἐπισκοπική «ἐπηρμένην ὀφρύν».

Ἀσφαλῶς δέν εἶναι τό μόνο. Εἶναι πρωτίστως καί γενικότερα σύνολη ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία πού βάλλεται ἀπό τόν οἰκουμενισμό, ὁ ὁποῖος στά πρόσωπα τινῶν ἀρχιερέων, ἱερέων καί καθηγητῶν ἔχει βρεῖ τούς γνήσιους ἐκφραστές του.

Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία διαχρονικά μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή:  

ΤΟΥΤΟ δὲ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί· ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι,….ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι. καὶ τούτους ἀποτρέπου.(Φεύγε μακρυά)» (Β’ Τιμ. 3,5).

Ἐμεῖς δέ, ἄς ἑορτάσουμε ὀρθοδόξως τήν Παγκόσμιον Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ μέ χαρμοσύνη καί δοξολογία ἀσπαζόμενοι τό σωτήριο ξύλο, πάνω στό ὁποῖο ἄνοιξε τήν ἀγκαλιά Του σταυρούμενος ὁ Χριστός, ἡ ἀπολύτρωσή μας.

«Δεῦτε χαρμονικῶς, ἀσπασώμεθα πάντες, τὸ σωτήριον ξύλον, ἐν ᾧ ἐξετανύθη, Χριστὸς ἡ ἀπολύτρωσις».

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΙΣΤΩΝ Ι.Μ. ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

[1] Ἐγκύκλιος Μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου 2/2025, «Συνοδική Μαρτυρία σχετικά μέ τόν Σταυρό καί τόν 2ο Ἐσταυρωμένο».

[2] Ἐγκύκλιος Μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου 1/2024, «Ἡ λανθασμένη θεολογικὰ καὶ αὐθαίρετα μόνιμη τοποθέτηση τοῦ “Ἐσταυρωμένου τῆς Μ. Παρασκευῆς” μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα».

[3] ὅ.π. σελ.17.

[4] Ἐγκύκλιος Μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου 2/2025, «Συνοδική Μαρτυρία σχετικά μέ τόν Σταυρό καί τόν 2ο Ἐσταυρωμένο», (παράγρ. «Σεβαστοί Πατέρες…»).

[5] Ἐγκύκλιος Μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου 1/2024, «Ἡ λανθασμένη θεολογικὰ καὶ αὐθαίρετα μόνιμη τοποθέτηση τοῦ “Ἐσταυρωμένου τῆς Μ. Παρασκευῆς” μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα».

[6] Φιλοκαλία, Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή Η’ . ΕΠΕ 18Β, 311.

[7] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος Δ’ ΕΠΕ 18, 85-115.

[8] ὅ.π. σελ. 89

[9] ὅ.π. σελ. 93.

[10] ὅ.π. σελ. 101.

[11] ὅ.π. σελ. 101.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου