6 Σεπ 2026

Η κατά Θεόν λύπη και η χαρά της αληθινής μετάνοιας (Κυριακή ΙΔ΄ Ματθαίου)

Η ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΛΥΠΗ ΚΑΙ Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν  Θεσσαλονίκη τη 6η Σεπτεμβρίου 2026

    Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η δεκάτη τετάρτη Κυριακή του Ματθαίου και το μεν ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι μια περικοπή από το 22ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, το δε αποστολικό μια περικοπή από την Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του αποστόλου Παύλου. Την επιστολή αυτή απέστειλε ο Παύλος διά του αποστόλου Τίτου από την Μακεδονία πιθανότατα γύρω στο 55 μ.Χ. Σ’ αυτήν αναπτύσσει ο απόστολος μια σειρά θεμάτων που, είτε είχαν άμεση σχέση με όσα τους ανέπτυξε στην πρώτη του επιστολή, είτε για να αναπτύξει νέες αλήθειες που είχαν μεγάλη σημασία για την πνευματική ζωή και πορεία των Κορινθίων.

    Στην επιστολή ο απόστολος, απευθυνόμενος στα πνευματικά του παιδιά, τους ομιλεί σαν αληθινός πνευματικός πατέρας και δείχνει σ’ αυτά όλη την πατρική του αγάπη. Είναι ο πατέρας που πονάει για τις πνευματικές πτώσεις των, αλλά και χαίρεται για την προκοπή τους. Είναι ο πατέρας που νουθετεί, διδάσκει, διορθώνει, παρηγορεί, αλλά και ελέγχει και τιμωρεί όταν οι Κορίνθιοι παρεκτρέπονται και πεισματικά επιμένουν στην αμετανοησία, πάντοτε από αγάπη. Ειδικότερα στους τέσσερις πρώτους στίχους του 2ου κεφαλαίου πολύς λόγος γίνεται περί λύπης και χαράς. Γράφει: «Έκρινα δε εμαυτώ τούτο, το μη πάλιν εν λύπη ελθείν προς υμάς. Ει γαρ εγώ λυπώ υμάς, και τις εστιν ο ευφραίνων με ει μη ο λυπούμενος εξ εμού; Και έγραψα υμίν τούτο αυτό, ίνα μη ελθών λύπην έχω αφ’ ών έδει με χαίρειν, πεποιθώς επί πάντας υμάς ότι η εμή χαρά πάντων υμών εστίν. Εκ γαρ πολλής θλίψεως και συνοχής καρδίας έγραψα υμίν δια πολλών δακρύων, ουχ ίνα λυπηθήτε, αλλά την αγάπην ίνα γνώτε, ήν έχω περισσοτέρως εις υμάς». Δηλαδή: Σκέφθηκα δε μόνος μου και απεφάσισα τούτο· να μη έλθω προς σας λυπούμενος διά τα σφάλματά σας, λυπώντας δε και σας με τις παρατηρήσεις, που είμαι αναγκασμένος να σας κάμω. Η λύπη όμως, που θα σας προκαλέσω, αποβλέπει στο συμφέρον σας, διότι εάν εγώ με τους ελέγχους σας στενοχωρώ, ποιός είναι εκείνος, που με ευφραίνει, παρά αυτός που δέχεται τις παρατηρήσεις μου, λυπείται και μετανοεί διά τα σφάλματά του και προχωρεί σε διόρθωση; Και σας έγραψα αυτό τούτο ακριβώς σε προηγούμενη επιστολή και σας έκαμα παρατηρήσεις, για να διορθωθήτε εν τω μεταξύ, ώστε, όταν θα έλθω, να μη δοκιμάσω λύπη από εκείνους, από τους οποίους έπρεπε μάλλον να δοκιμάζω χαρά. Είμαι δε βέβαιος για όλους σας, ότι η ιδική μου χαρά είναι και χαρά όλων σας. Είχα βέβαια λυπηθή και εγώ πολύ, διά τους ελέγχους που σας έκαμα στην πρώτη επιστολή βαθύτατα θλιμμένος και με σφιγμένη την καρδιά και με πολλά δάκρυα, όχι δια να καταβληθήτε από λύπη, αλλά δια να γνωρίσετε την εξαιρετική αγάπη, την οποίαν έχω προς σας.

    Λύπη και χαρά.  Δύο λέξεις που στη γλώσσα της εκκλησιαστικής ζωής έχουν εντελώς διαφορετικό νοηματικό περιεχόμενο από τη σημασία που αποδίδουν σ’ αυτές οι κοσμικά σκεπτόμενοι άνθρωποι. Και τούτο διότι είναι αδύνατο να εννοήσουν οι άνθρωποι αυτοί ότι η κατά Θεόν λύπη, η λύπη που πηγάζει από τη μετάνοια και το πένθος για τις αμαρτίες μας, φέρνει στην ψυχή την αληθινή χαρά που είναι καρπός της Χάριτος του αγίου Πνεύματος.

    Εν προκειμένω η λύπη προερχόταν και από τα δύο μέρη. Και οι αμαρτάνοντες προκαλούσαν λύπη στον Παύλο, αλλά και ο Παύλος με τους ελέγχους και τις επιπλήξεις του προκαλούσε λύπη στους ενόχους. Θα μπορούσε να μη γράψει τίποτε ο Παύλος και να πει: Ας κάνουν ό,τι θέλουν. Δεν θα σκάσω εγώ για να διορθωθούν αυτοί.  Όμως κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο για τον Παύλο. Διότι δεν απέβλεπε στη δική του ησυχία και άνεση, αλλά έχοντας πλήρη συνείδηση της ποιμαντικής του αποστολής, απέβλεπε στη διόρθωση και σωτηρία των Κορινθίων. Απέβλεπε στην κατά Θεόν λύπη, στην οδύνη της μετανοίας, η οποία στη συνέχεια φέρνει τη χαρά της σωτηρίας.

    Όταν αγαπάς ειλικρινά τον άλλον, δεν μπορείς να βλέπεις με αδιαφορία τις πτώσεις του, ούτε πολύ περισσότερο να χαίρεσαι, κινούμενος από ζήλια και φθόνο. Αντίθετα λυπάσαι και πενθείς και κάνεις ό,τι μπορείς για την ανόρθωσή του, σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο του Παύλου: «Και είτε πάσχει εν μέλος συμπάσχει πάντα τα μέλη», (Α΄ Κορ.12,26). Ο πεπτωκώς δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος. Είναι αδελφός εν Χριστώ, ο οποίος και αυτός αγωνίζεται τον καλόν αγώνα της πίστεως. Κάποια στιγμή χωρίς να το καταλάβει γλίστρησε και έπεσε κατά την πάλη ενάντια στην αμαρτία. Ας τον συμπαθήσουμε, λοιπόν, και ας πονέσουμε μαζί του, σαν να ήταν δική μας η πτώση του. Ας προσευχηθούμε προς τον Θεόν για να τον οδηγήσει στην μετάνοια. Σήμερα δυστυχώς στην κοινωνία μας, στους κοσμικά σκεπτόμενους ανθρώπους, ακόμη και σε πολλούς χριστιανούς και θρησκευόμενους, συναντούμε ένα εντελώς αντίθετο πνεύμα. Χαίρονται για τις πτώσεις των άλλων και τους καταδικάζουν στη συνείδησή τους, πέφτοντας στο αμάρτημα της κατακρίσεως: Καλά να πάθει, λένε. Του άξιζε να πάθει και χειρότερα!! Μήπως, άραγε, και εμείς σκεφτόμαστε και κρίνουμε με παρόμοιο τρόπο; Ας κάνουμε μια αυτοκριτική και έναν αυτοέλεγχο στον εαυτό μας.

    Ας κάνουμε τώρα ένα βήμα πιο πέρα. Αν θέλουμε να είμαστε αληθινοί χριστιανοί, όχι μόνο δεν πρέπει να χαιρόμαστε, ούτε να κατακρίνουμε τις πτώσεις των άλλων, αλλά απεναντίας, μάλιστα, θα πρέπει να λυπόμαστε στις θλίψεις και δοκιμασίες των άλλων, έχοντας υπ’ όψη μας τον άλλο λόγο του Παύλου: «χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων», (Ρωμ.12,15). Βρίσκεται κάποιος αδελφός εν Χριστώ σε θλίψη; Έχει πένθος για τον θάνατο κάποιου αγαπητού του προσώπου; Είναι πικραμένος για κάποια αθεράπευτη αρρώστια που πάσχει, ή για κάποια περιπέτεια οικογενειακή, ή επαγγελματική; Ας προσευχηθούμε γι’ αυτόν, ας τον συμπαρασταθούμε με ειλικρινή αγάπη και ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τον βοηθήσουμε. Αυτό απαιτεί η αληθινή εν Χριστώ αγάπη. 

    Ας έχουμε ακόμη υπ’ όψη μας ότι η αληθινή αγάπη δεν είναι ξένη προς τον έλεγχο και την επίπληξη, σύμφωνα με τον λόγο του Παύλου: «Έγεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον», (Β΄ Τιμ. 4,2). Το στοιχείο του ελέγχου κατα κόρον συναντούμε στις επιστολές του Παύλου, ο οποίος χρησιμοποιεί μεν τη νουθεσία, αλλά παράλληλα, όπου χρειάζεται, και τον έλεγο, πάντοτε από αγάπη, αποβλέποντας στη διόρθωση των πνεματικών του τέκνων. Ο πατέρας, όταν αναγκάζεται να δείρει το παιδί του, αισθάνεται λύπη μεγάλη. Δεν πονάει μόνο αυτός που χτυπιέται αλλά και αυτός που χτυπάει. Ο πνευματικός πατέρας κάποτε θα χρειασθεί να χρησιμοποιήσει και τον έλεγχο, όταν βλέπει ότι το πνευματικό του τέκνο επιμένει στην αμαρτία και κινδυνεύει να καταστραφεί. Υπάρχουν περιπτώσεις που θα αναγκασθεί να του πεί ωμή την αλήθεια, να του υποδείξει τα σφάλματά του και να του επιβάλει ακόμη και επιτίμιο, που έχει θεραπευτικό χαρακτήρα. Όλα αυτά όμως με πολλή αγάπη και με πολύ πόνο στην καρδιά.

    Αδελφοί μου, ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπο για τη λύπη και τον πόνο. Τον έπλασε για τη χαρά και την ευτυχία. Όμως από τότε που μπήκε στη ζωή του η αμαρτία δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βρεί την αληθινή χαρά, παρά μόνο περνώντας μέσα από την λύπη του κατά Θεόν πένθους και της μετανοίας. Ας μη παρασυρόμαστε από τους κοσμικούς ανθρώπους που προσπαθούν να δώσουν χαρά στη ζωή τους, τραγουδώντας, διασκεδάζοντας, χορεύοντας. Ας ακολουθήσωμε τον δρόμο του κατά Θεόν πένθους, για να βρούμε την αιώνια χαρά της βασιλείας των ουρανών. Αμήν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου