Ἑωσφορικὸς Ἐγωϊσμὸς
Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου
Στὴν χριστιανικὴ γραμματεία καὶ τὴν πατερικὴ παράδοση, ὁ ἐγωισμὸς δὲν προσεγγίζεται ἁπλῶς ὡς μιὰ ἠθικὴ ἀτέλεια ἢ ἕνα ψυχολογικὸ ἐλάττωμα τῆς ἀνθρωπίνης συμπεριφορᾶς. Ἀποτελεῖ μιὰ βαθειὰ ὀντολογικὴ διαστροφή, τὴν ρηξικέλευθη ἀλλοίωση τῆς ἴδιας τῆς φύσεως τοῦ κτίσματος. Ἡ ἀπαρχὴ αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἀσθένειας ἐντοπίζεται στὴν πτώση τοῦ Ἑωσφόρου, τοῦ πρώτου τῶν ἀγγέλων, ὁ ὁποῖος τυφλωμένος ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν λαμπρότητα, ἐπεδίωξε τὴν αὐτονομία του ἀπὸ τὸν Κτίστη. Δὲν θέλησε ἁπλῶς νὰ εἶναι ἐλεύθερος· θέλησε νὰ γίνει ὁ ἴδιος θεὸς στὴ θέση τοῦ Θεοῦ, ἐγκαθιδρύοντας τὴν ἀπόλυτη ἐξουσία του πάνω στὸ σύμπαν.
Ὅπως χαρακτηριστικὰ διασώζει ὁ προφήτης Ἡσαΐας, ὁ ἐσωτερικὸς διάλογος τοῦ ἐκπεσόντος ἀγγέλου ἀποκαλύπτει τὸν πυρήνα αὐτῆς τῆς πλάνης:
«Εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβήσομαι, ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ
θήσω τὸν θρόνον μου… ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ» (Ἡσ. ιδ΄ 13-14).
Αὐτὴ ἡ ἀπαίτηση γιὰ ἀπόλυτο ἔλεγχο, γιὰ ἕνα «θρόνο» ἀποκομμένο
ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Ἀλήθειας, ἀποτελεῖ τὸ DNA αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζουμε Ἑωσφορικὸ
Ἐγωισμό.
Ὅταν αὐτὴ ἡ πνευματικὴ κατάσταση μεταφέρεται ἀπὸ τὸ
μεταφυσικὸ πεδίο στὸ πεδίο τῆς κοσμικῆς πολιτικῆς, μεταμορφώνεται σὲ μιὰ ἀμείλικτη
καὶ καταστροφικὴ δύναμη. Ὁ κυβερνῶν, ποὺ προσβάλλεται ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀσθένεια,
παύει νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐξουσία ὡς διακονία καὶ εὐθύνη ἔναντι τοῦ λαοῦ. Τὴν
ἀντιλαμβάνεται ὡς ἰδιοκτησία, ὡς φυσικὸ δικαίωμα καὶ ὡς τὸ μοναδικό μέσο ἐπιβεβαίωσης
τῆς προσωπικῆς του ὑπάρξεως. Ἡ καρέκλα τῆς ἐξουσίας μετατρέπεται σὲ ἕνα
σύγχρονο εἴδωλο καὶ ἡ διατήρησή της μὲ κάθε θυσία – ἀκόμη καὶ μὲ τὸ τίμημα τῆς
κοινωνικῆς συνοχῆς ἢ τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρέπειας – γίνεται ὁ ὑπέρτατος νόμος.
Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία εἶναι ξεκάθαρη ὡς πρὸς τὸν
σκοπὸ τῆς ἐπίγειας ἐξουσίας. Ὁ ἄρχοντας εἶναι τεταγμένος νὰ ὑπηρετεῖ τὴν ἑνότητα,
τὴν εἰρήνη καὶ τὴν δικαιοσύνη, ἀναγνωρίζοντας ὅτι ἡ δύναμή του εἶναι προσωρινὴ
καὶ ὑπόλογη σὲ ἕνα ἀνώτερο ἠθικὸ νόμο. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀναλύοντας τὸν ρόλο τῶν
κατεχόντων τὴν ἐξουσία, σημειώνει μὲ ἔμφαση τὴν διαφορὰ μεταξὺ τῆς πνευματικῆς ἀρχῆς
καὶ τῆς κοσμικῆς τυραννίας:
«Οὐκ ἐπειδὴ ἄρχεις τῶν ὁμοουσίων, νομίζειν σεαυτὸν
δεσπότην εἶναι τῶν ἀνθρώπων· οὐ γὰρ δοῦλοι οἱ ὑπήκοοι, ἀλλὰ σύνδουλοι».
Στὴν περίπτωση τῆς σύγχρονης ἑλληνικῆς πολιτικῆς σκηνῆς,
καὶ εἰδικότερα στὴν πρακτικὴ τῆς διακυβερνήσεως τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη,
παρατηρεῖται μιὰ συστηματικὴ ἀπόκλιση ἀπὸ αὐτὴν τὴν πατερικὴ ἀρχή. Ἡ ἐξουσία ἐδῶ
δὲν ἀσκεῖται μὲ τὴν συνείδηση τοῦ «συνδούλου», ἀλλὰ μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτοῦ
ποὺ ἡ πολιτικὴ ψυχολογία ὀνομάζει Σύνδρομο τῆς Ὕβρεως. Τὸ σύνδρομο αὐτὸ ἐμφανίζεται
σὲ ἡγέτες, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὴν ἐξουσία γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα καὶ ἀρχίζουν
νὰ ἐπιδεικνύουν ὑπερβολικὴ αὐτοπεποίθηση/περιφρόνηση γιὰ τὴν κριτικὴ καὶ μιὰ
ψευδαίσθηση ἀλάθητου.
Ἡ πολιτικὴ ἐπιβίωση μετατρέπεται σὲ αὐτοσκοπό καὶ οἱ ἀνάγκες
ἢ οἱ πόνοι τοῦ λαοῦ ἐργαλειοποιοῦνται ἢ ἀποσιωποῦνται προκειμένου νὰ μὴ
τραυματιστεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ «ἀλάθητου» ἡγέτη. Ἡ ἑωσφορικὴ αὐτὴ τύφλωση ἐμποδίζει
τὸν κυβερνῶντα νὰ δεῖ τὶς δικές του ἀνεπάρκειες. Ἀντὶ γιὰ αὐτοκριτικὴ καὶ
μετάνοια, ἐπιστρατεύονται οἱ μηχανισμοὶ τῆς προπαγάνδας, τῆς χειραγώγησης καὶ,
κυρίως, τῆς πόλωσης.
Ἡ βαθύτερη ἐκδήλωση τοῦ ἑωσφορικοῦ ἐγωισμοῦ στὴν πολιτικὴ
πράξη εἶναι ἡ στρατηγικὴ τοῦ διχασμοῦ. Ἡ χριστιανικὴ ἀλήθεια εἶναι ἑνοποιός. Ὁ ἴδιος
ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατική Του προσευχὴ ζητᾶ ἀπὸ τὸν Πατέρα «ἵνα πάντες ἓν ὦσι»
(Ἰωάν. ιζ΄ 21). Ἀντίθετα, ἡ διαβολικὴ ἐνέργεια (ἀπὸ τὸ ρῆμα διαβάλλω, ποὺ
σημαίνει χωρίζω) ἐπιδιώκει τὴν διάσπαση τοῦ σώματος τῆς κοινωνίας.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, στηλιτεύοντας ἐκείνους ποὺ
χρησιμοποιοῦν τὸν διχασμό, γιὰ νὰ κρατήσουν τὰ πρωτεῖα, ἀναφέρει:
«Οὐδὲν οὕτως ἐκκλησίαν διαιρεῖν εἴωθεν, ὡς φιλαρχία· οὐδὲν
οὕτω παροξύνει τὸν Θεόν, ὡς τὸ σχίζεσθαι τὴν ἐκκλησίαν καὶ τὸ διαιρεῖσθαι τὴν ὁμόνοιαν».
Ὅταν ἕνας ἡγέτης ἀδυνατεῖ νὰ κυβερνήσει μέσῳ τῆς
δικαιοσύνης, καταφεύγει ἀναγκαστικὰ στὴν τακτικὴ τοῦ «διαίρει καὶ βασίλευε».
Δημιουργεῖ τεχνητὲς ἐχθρότητες, στοχοποιεῖ κοινωνικὲς ὁμάδες καὶ στρέφει τὸ ἕνα
κομμάτι τοῦ λαοῦ ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ὥστε ὁ ἴδιος νὰ ἐμφανίζεται ὡς ὁ μοναδικὸς
ἐγγυητὴς τῆς σταθερότητας.
Ἡ θεωρητικὴ ἀνάλυση τοῦ ἑωσφορικοῦ ἐγωισμοῦ ἀποκτᾶ σάρκα
καὶ ὀστᾶ μέσα ἀπὸ τὰ συγκεκριμένα γεγονότα, ποὺ σημάδεψαν τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία
τὰ τελευταῖα ἔτη. Σὲ αὐτὰ τὰ παραδείγματα γίνεται φανερὸ πῶς ἡ ἀλαζονεία τῆς ἐξουσίας
μεταφράζεται σὲ ἔλλειψη ἐνσυναίσθησης καὶ προσβολὴ τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου.
Κατὰ τὴν περίοδο τῆς ὑγειονομικῆς κρίσης, ἡ κυβερνητικὴ
πολιτικὴ διολίσθησε γρήγορα σὲ μιὰ ρητορικὴ μίσους καὶ κοινωνικοῦ διαχωρισμοῦ. Ἀντὶ
γιὰ πειθὼ καὶ διάλογο, ἐπιλέχθηκε ἡ ὁδὸς τοῦ καταναγκασμοῦ, τῶν προστίμων καὶ τῆς
λεκτικῆς ἐπιθετικότητας ἀπέναντι σὲ ὅσους ἐξέφραζαν ἐπιφυλάξεις γιὰ τὸν ἐμβολιασμό.
Οἱ πολίτες χωρίστηκαν σὲ «ὑπεύθυνους» καὶ «ἀνεύθυνους», σὲ «προνομιούχους» καὶ
«μιασματικούς».
Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει
καθαρὴ καὶ πνευματικὴ καρδιά:
«Τί ἐστι καρδία ἐλεήμων; Καὶ εἶπε· Καῦσις καρδίας ὑπὲρ
πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ὀρνέων καὶ τῶν ζῴων…».
Tὸ ἔγκλημα τῶν Τεμπῶν ἀποτελεῖ τὸ πιὸ βαθὺ καὶ ἀνεξίτηλο
τραῦμα στὴν σύγχρονη ἑλληνικὴ ἱστορία. Ἐδῶ, ὁ ἑωσφορικὸς ἐγωισμὸς τῆς ἐξουσίας
ξεπέρασε κάθε ὅριο πολιτικῆς σκοπιμότητας καὶ ἄγγιξε τὰ ὅρια τῆς πνευματικῆς
πώρωσης.
Tὸ πιὸ ὀδυνηρὸ θέαμα ἦταν ἡ συμπεριφορὰ ἀπέναντι στοὺς
γονεῖς τῶν θυμάτων. Οἱ δηλώσεις κυβερνητικῶν στελεχῶν ποὺ καλοῦσαν τὴν κοινωνία
«νὰ μὴ ἀσχολεῖται πιὰ μὲ τὰ Τέμπη» ἢ ποὺ ἄφηναν αἰχμὲς γιὰ τὰ κίνητρα τῶν
χαροκαμένων μανάδων καὶ πατέρων, ἀποτελοῦν μνημεῖα κυνισμοῦ. Ἡ ἐξουσία, στὴν
προσπάθειά της νὰ προστατεύσει τὴν εἰκόνα της, δὲν δίστασε νὰ προσβάλει ἐπανειλημμένως
τὸν ἀνείπωτο πόνο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχασαν τὰ παιδιά τους.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μιλώντας γιὰ τὴν
σκληρότητα τῶν ἀρχόντων ποὺ δὲν σέβονται τὸν πόνο τοῦ λαοῦ, προειδοποεῖ:
«Οὐδὲν οὕτω παροξύνει τὸν Θεόν, ὡς τὸ ἀναισθήτως ἔχειν πρὸς
τὰς τῶν πλησίον συμφοράς… Ὅταν γὰρ ἴδῃς ἄνθρωπον ἀλγοῦντα καὶ οὐκ ἐπικάμπτῃ, οὐδὲ
συμπάσχῃς, σεαυτῷ τὴν κόλασιν προξενεῖς».
Tὸ πιὸ πρόσφατο παράδειγμα ἀφορᾶ τὴν ἀπόφαση γιὰ τὴν αὔξηση
τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων. Ἀπὸ νομικῆς ἄποψης, ἡ ρύθμιση αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἦταν μιὰ
ἐκκρεμότητα ἐτῶν ἢ νὰ βασιζόταν σὲ ὑπάρχοντες νόμους. Ὡστόσο, στὴ θεολογικὴ καὶ
ποιμαντικὴ πράξη, τὸ νόμιμο δὲν ταυτίζεται πάντοτε μὲ τὸ ἠθικὸ καὶ τὸ πνευματικὰ
ὠφέλιμο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸ διατύπωσε ξεκάθαρα:
«Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾽ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν,
ἀλλ᾽ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ» (Α΄ Κορ. ι΄ 23).
Ἡ ἐπιλογὴ τῆς κυβέρνησης νὰ προχωρήσει σὲ αὐτὴ τὴν κίνηση
σὲ μιὰ περίοδο τεταμένη, ὅπου ὁ ἁπλὸς κόσμος γονατίζει κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς οἰκονομικῆς
ἀκρίβειας καὶ τῆς ἀνέχειας, ἀποτελεῖ μιὰ κλασσικὴ κίνηση πολιτικῆς
σκοπιμότητος. Στόχος εἶναι ἡ ἐξαγορὰ τῆς σιωπῆς ἢ τῆς εὔνοιας τῆς διοικούσας Ἐκκλησίας,
ὥστε νὰ ἐξασφαλιστεῖ ἡ στήριξή της (ἢ τοὐλάχιστον ἡ μὴ κριτική της) ἀπέναντι σὲ
ἄλλα κυβερνητικὰ νομοθετήματα ποὺ ἔρχονται σὲ εὐθεῖα σύγκρουση μὲ τὴν
χριστιανικὴ ἠθική.
Tὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς τακτικῆς εἶναι ὁ ἄμεσος διχασμὸς
τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἁπλὸς πιστός, βλέποντας τοὺς ποιμένες του νὰ
λαμβάνουν αὐξήσεις τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος ἀδυνατεῖ νὰ καλύψει τὶς βασικές του ἀνάγκες,
σκανδαλίζεται. Ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας ἐκτίθεται στὰ μάτια τοῦ λαοῦ, καὶ τὸ
χάσμα μεταξὺ τοῦ «διοικητικοῦ κατεστημένου» καὶ τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ σώματος»
βαθαίνει.
Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ἀσκώντας δριμύτατη κριτικὴ
στοὺς ἀρχιερεῖς τῆς ἐποχῆς του ποὺ δέχονταν τιμὲς καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες
τῆς γῆς, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν λαό, σημειώνει:
«Οἱ τοιοῦτοι οὐκ εἰσὶ ποιμένες, ἀλλὰ λύκοι βαρεῖς… οὐ
ζητοῦσι τὰς ψυχὰς τῶν προβάτων, ἀλλὰ τὰ ἔρια καὶ τὸ γάλα αὐτῶν».
Ὁ Θεὸς οὐκ ἐμπάζεται. Ἡ πνευματικὴ τύφλωση ποὺ προκαλεῖ ὁ
ἑωσφορικὸς ἐγωισμὸς στερεῖ ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τὴν ἱκανότητα νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν
πραγματικότητα. Παύει νὰ ἀκούει τοὺς στεναγμούς τῆς κοινωνίας, περιβάλλεται ἀπὸ
κόλακες, ποὺ τοῦ ἐπαναλαμβάνουν αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ ἀκούσει, καὶ ὁδηγεῖται σὲ
λάθη, ποὺ τελικὰ ἐπιφέρουν τὴν πολιτικὴ καὶ ἠθική του κατάρρευση.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἀναλύοντας τὰ στάδια τῆς ὑπερηφάνειας,
γράφει:
«Ὑπερηφάνειά ἐστιν ἄρνησις Θεοῦ, δαιμόνων ἐφεύρεσις, ἀνθρώπων
ἐξουδένωσις… μήτηρ τῆς κατακρίσεως, ἀπόγονος τῶν ἐπαίνων, πνευματικῆς τυφλώσεως
σύμβολον».
Ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου ποὺ περιζώνεται τὸ λέντιο καὶ πλένει
τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀποδόμηση κάθε ἑωσφορικῆς ἀπαίτησης γιὰ
δύναμη καὶ κυριαρχία. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοναδικὴ ὁδὸς γιὰ μιὰ δίκαιη καὶ εἰρηνικὴ
κοινωνία: ἡ ἐξουσία ποὺ θυσιάζεται γιὰ τὸν λαό, καὶ ὄχι ὁ λαὸς ποὺ θυσιάζεται
γιὰ τὴν ἐξουσία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου