30 Απρ 2026

Υποκλοπές και δημοσιογραφία: από την Ελλάδα στην παγκόσμια βιομηχανία παρακολούθησης

Υποκλοπές και δημοσιογραφία: από την Ελλάδα στην παγκόσμια βιομηχανία παρακολούθησης

Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός

Στη χώρα μας τις τελευταίες ημέρες βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο της δημοσιότητας οι παράνομες υποκλοπές, με αιτία την πρόσφατη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία αρχειοθετείται η υπόθεση ως προς την περαιτέρω δικαστική έρευνα (π.χ. αν έχει τελεστεί το αδίκημα της κατασκοπείας).

 Το γεγονός ότι ο προταθείς από την κυβέρνηση (άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος) Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος τυγχάνει να ήταν ο αναπληρωτής εποπτεύων Εισαγγελέας της ΕΥΠ κατά την επίμαχη περίοδο (δηλ. ο ελεγχόμενος έγινε ελεγκτής) και να έχει υπογράψει ο ίδιος την διάταξη άρσης απορρήτου των επικοινωνιών του δημοσιογράφου Αθανασίου Κουκάκη αλλά και άλλων, παραδόξως δεν τον ώθησε στο αυτονόητο: στην αυτοεξαίρεση του από την υπόθεση λόγω καταφανούς κωλύματος.

Στις 28 Απριλίου 2026 η Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (International Federation of Journalists), η μεγαλύτερη οργάνωση δημοσιογράφων παγκοσμίως, δημοσίευσε μια εμβληματική ερευνητική μελέτη με τίτλο «Παγκόσμια Επιτήρηση Δημοσιογράφων: Τεχνική χαρτογράφηση Εργαλείων, Τακτικών και Απειλών», η οποία αποκαλύπτει πως οι δημοσιογράφοι σε όλο τον κόσμο υπόκεινται σε έναν συστηματικό έλεγχο και παρακολούθηση μέσω ολοένα και πιο εξελιγμένων τεχνολογιών ψηφιακής επιτήρησης.

Η μελέτη τεκμηριώνει ότι πρακτικές που κάποτε περιορίζονταν σε μεμονωμένες επιχειρήσεις εντός ενός κράτους έχουν εξελιχθεί σε μια παγκόσμια βιομηχανία που περιλαμβάνει εμπορικούς προμηθευτές λογισμικού κατασκοπείας, τηλεπικοινωνιακές υποδομές σε συνδυασμό με μια αδύναμη ή ακόμα και ανύπαρκτη εποπτεία. Ιδίως την τελευταία δεκαετία, η ψηφιακή επιτήρηση με στόχους δημοσιογράφους έχει μεταβληθεί από αποσπασματική, κρατικά καθοδηγούμενη παρακολούθηση σε μια πλήρως ανεπτυγμένη εμπορική βιομηχανία που εκτείνεται σε πολλές ηπείρους (τόσο σε δημοκρατικά όσο και σε αυταρχικά κράτη).

Τα στοιχεία προέκυψαν κυρίως μέσω συνεντεύξεων με ειδικούς κυβερνοασφάλειας, αναλυτές ψηφιακών πειστηρίων και δημοσιογράφους από διαφορετικά μέρη της υφηλίου αλλά και μέσω τεχνικής τεκμηρίωσης και επαληθευμένων ερευνών μεταξύ 2021 - 2025.

Η μελέτη καταδεικνύει πως η χρήση των εξελιγμένων λογισμικών κατασκοπείας όπως το Pegasus, το Predator και το Graphite που κάποτε προορίζονταν για στρατιωτικές πληροφορίες, έχει κανονικοποιηθεί και αυτά αντιμετωπίζονται πλέον ως τεχνολογία «νόμιμης αναχαίτισης» (“‘lawful intercept”) καθώς διατίθενται από την αγορά προς κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο. Τα σύγχρονα εργαλεία κατασκοπείας προσφέρουν πλέον τις λεγόμενες δυνατότητες «μηδενικού κλικ» (“zero-click”) ή εξαιρετικά παρεμβατικές δυνατότητες «ενός κλικ» (“one-click”), επιτρέποντας την παραβίαση συσκευών χωρίς ουσιαστική αλληλεπίδραση με τον χρήστη. Τα εργαλεία αυτά παρέχουν στους χειριστές τους τη δυνατότητα να διεισδύουν αθόρυβα στα «έξυπνα» κινητά τηλέφωνα και τους υπολογιστές, να διαβάζουν κρυπτογραφημένες συνομιλίες, να «ακούν» τα πάντα μέσω των μικροφώνων των συσκευών και να εξάγουν τα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.

Σε όλες τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν, η μελέτη εντοπίζει ένα παρεμφερές μοτίβο: την συνύπαρξη και συλλειτουργία του εμπορικού κατασκοπευτικού λογισμικού, των κρατικών υπηρεσιών πληροφοριών και μιας αδύναμης θεσμικής εποπτείας. Η έκθεση περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο οι εξαγωγές κατασκοπευτικού λογισμικού συχνά δεν ρυθμίζονται, η νομική, κοινοβουλευτική ή/και ανεξάρτητη εποπτεία απουσιάζει και η λογοδοσία για τις καταχρήσεις καθίσταται σχεδόν αδύνατη.

            Με τις τεχνολογικές εξελίξεις να τρέχουν τα δεδομένα που συλλέγονται με τα κατασκοπευτικά λογισμικά συλλέγονται πλέον από υπερσύγχρονες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που συσχετίζουν κλήσεις, μηνύματα, δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και διαδικτυακή δραστηριότητα, αυτοματοποιώντας την επιτήρηση σε μια κλίμακα που κάποτε ήταν αδιανόητη.

            Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «σε ζώνες συγκρούσεων, όπως η Γάζα ή η Ουκρανία, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης πλέον συνδυάζουν ροές τηλεπικοινωνιών και drones για την αναγνώριση και την παρακολούθηση δημοσιογράφων, θολώνοντας τα όρια μεταξύ παρατήρησης και φυσικής στόχευσης».

Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι δεν αντιλαμβάνονται ότι έχουν στοχοποιηθεί μέχρις ότου ένα εργαστήριο ψηφιακής εγκληματολογίας επιβεβαιώσει τη μόλυνση, συχνά μήνες μετά από τη στοχοποίηση, όταν τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν ήδη αλλοιωθεί ή χαθεί. Μόνο λίγοι οργανισμοί παγκοσμίως - μεταξύ των οποίων το Citizen Lab, το Security Lab της Διεθνούς Αμνηστίας και το Access Now - διαθέτουν την τεχνογνωσία για τη διενέργεια τέτοιων αναλύσεων, ενώ οι πόροι τους είναι εξαιρετικά περιορισμένοι.

Πέραν των κατασκοπευτικών λογισμικών, η μελέτη εστιάζει και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες μηχανικοί τηλεπικοινωνιών έχουν δωροδοκηθεί, εξαναγκαστεί ή πιεστεί ώστε να παρέχουν πρόσβαση σε δεδομένα κλήσεων, ψεύτικοι σταθμοί βάσης κινητής τηλεφωνίας έχουν χρησιμοποιηθεί για τον εντοπισμό ρεπόρτερ κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων και ολόκληρα προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν συλλεχθεί μαζικά με σκοπό τη δημιουργία συμπεριφορικών χαρτών δημοσιογράφων πριν καν πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε άμεση επίθεση. Το συνδυαστικό αποτέλεσμα είναι μια νέα οργουελική πραγματικότητα, στην οποία η επιτήρηση είναι διαρκής, εντελώς αόρατη και ολοένα και περισσότερο κανονικοποιημένη.

Η μελέτη ολοκληρώνεται με μια σειρά προτάσεων για την αντιμετώπιση της «συστημικής υποδομής ελέγχου» (“systemic infrastructure of control”)  και της ανάγκης για συλλογική υπεράσπιση, συμπεριλαμβανομένης της διαφάνειας στις εξαγωγές λογισμικού κατασκοπείας και της λογοδοσίας στη χρήση του, των επενδύσεων σε περιφερειακή εγκληματολογική ικανότητα, της εκπαίδευσης δημοσιογράφων στον τομέα της ψηφιακής ασφάλειας και της διασφάλισης της κρυπτογράφησης και της ανωνυμίας ως θεμελιώδη δικαιώματα και προεκτάσεις της ελευθερίας του τύπου.

Ένας από τους κύριους συγγραφείς της μελέτης, ο Samar Al Halal, σημειώνει τα εξής πολύ σημαντικά: «Η παρακολούθηση είναι το όπλο που χρησιμοποιείται για να σκοτώσει αθόρυβα την ελευθερία της έκφρασης. Όταν οι δημοσιογράφοι παρακολουθούνται, οι πηγές εξαφανίζονται, οι έρευνες σταματούν και η αυτολογοκρισία γίνεται φυσιολογική. Όταν οι πηγές γνωρίζουν ότι οι δημοσιογράφοι παρακολουθούνται, σταματούν να μιλάνε. Όταν οι δημοσιογράφοι αυτολογοκρίνονται για να παραμείνουν ασφαλείς, το κοινό χάνει την πρόσβαση στην αλήθεια. Το κοινό δεν χάνει μόνο πληροφορίες, χάνει την ικανότητα να θεωρεί την εξουσία υπόλογη. Όταν η παρακολούθηση γίνεται φυσιολογική, η δημοκρατία μετατρέπεται σε θέαμα, φαίνεται, ναι, αλλά δεν είναι πλέον πραγματική».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου