14 Φεβ 2026

«Ὥς ἐδῶ ὁ θυμός, Κύριε»

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

«Ὥς ἐδῶ ὁ θυμός, Κύριε»

  «Πᾶσα πικρία καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία ἀρθήτω ἀφ’ ὑμῶν σὺν πάσῃ κακίᾳ» (Ἐφεσ. δ, 31). (: Κάθε ἐσωτερικὴ δυσαρέσκεια καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ παράφορος κραυγὴ καὶ ὕβρις κατὰ τοῦ πλησίον ἂς σηκωθῇ καὶ ἂς ἐξορισθῇ μακρὰν ἀπὸ σᾶς, καθὼς καὶ κάθε κακεντρέχεια).

Μεγάλο κακὸ τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ.

  • «”Σέ δύο περιπτώσεις”, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, “ἐπιβάλλεται νά θυμώσης”. Ὄχι ἐπιτρέπεται, ἐπιβάλλεται! “Ὅταν ὑβρίζεται ὁ Χριστός καί ὅταν ἀδικῆται ὁ πλησίον”.

  Ὄχι ὅταν ἀδικῆσαι ἐσύ, ἀλλά ὅταν ἀδικῆται ὁ πλησίον σου! Τότε νά θυμώσης».

  • Στὸ Γεροντικὸ διαβάζουμε παραδείγματα πῶς μὲ σκληρὸ ἀγῶνα νίκησαν τὸν θυμό:

  «Ἕνας Ἅγιος Ἐρημίτης κάποτε ἔγινε διὰ τῆς βίας Ἐπίσκοπος. Ἀπὸ τὴν μεγάλη του ταπείνωση καὶ πραότητα δὲν ἐπιτιμοῦσε ποτὲ κανένα. Μερικοὶ κληρικοὶ μία φορὰ κατηγόρησαν τὸν Οἰκονόμο πὼς δὲν διαχειριζόταν καλὰ τὰ χρήματα τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ὁ Ἐπίσκοπος ἀνέβαλλε διαρκῶς τὴν ἐπιτίμηση.

Μία μέρα, βλέποντας τοὺς κατηγόρους τοῦ Οἰκονόμου νὰ ἔρχωνται σ’ αὐτὸν γεμᾶτοι θυμὸ καὶ ἀγανάκτηση, πρόλαβε καὶ κρύφτηκε μέσα σ’ ἕνα ντουλάπι. Ἐκεῖνοι ὅμως ἔψαξαν παντοῦ καὶ στὸ τέλος ἀνακάλυψαν τὴν κρυψώνα τοῦ Ἐπισκόπου.

– Γιατί κρύβεσαι ἀπὸ μᾶς, Ἅγιε Δέσποτα; τὸν ρώτησαν.

– Πιστέψτε, παιδιά μου, τοὺς ἀποκρίθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, πὼς φοβᾶμαι ἐσᾶς περισσότερο ἀπὸ τὸν Οἰκονόμο, γιατί βαλθήκατε, σ’ αὐτὸ τὸ μικρὸ διάστημα, νὰ μοῦ ἀφαιρέσετε ὅ,τι κατόρθωσα νὰ ἀποκτήσω παρακαλώντας μέρα-νύκτα τὸν Θεὸ ἑξῆντα ὁλόκληρα χρόνια στὴν ἔρημο».

  • Ὅποιος δὲν κατορθώνει νὰ συγκρατῆ τὴν γλώσσα του, ὅταν θυμώνη, ἔλεγε ὁ Ἀββᾶς Ὑπερέχιος, εἶναι ἀνίκανος νὰ συγκρατήση καὶ ὅλα τὰ ἄλλα πάθη.
  • Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια ἀγωνίστηκα σκληρὰ καὶ προσ­ευχόμουν μέρα-νύκτα στὸν Θεὸ νὰ μὲ βοηθήση νὰ νικήσω τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ, ἔλεγε ὁ Ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς».
  • Ὁ μακαριστὸς Ἅγιος Γέροντας Σίμων Ἀρβανίτης περιγράφει πῶς νίκησε τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ:

«…Ὥς ἐδῶ, ὁ θυμὸς Κύριε. Δὲ θέλω νὰ ξαναθυμώσω ποτέ μου πιὰ καὶ οὔτε νὰ σὲ ξαναπικράνω.

“Δὲν ἀποτελείωσα καλὰ – καλὰ τὴν προσευχή μου καὶ νά σου ὁ δασοφύλακας.

– Τί κάνεις ἐδῶ; μοῦ λέει.

– Ἦλθα νὰ κόψω ξύλα.

– Δῶσ’ μου τὰ λεπτὰ πρῶτα κι ἔπειτα κόψε.

– Δὲν ἔχω λεπτὰ ἐπάνω μου, τοῦ ἀπαντῶ. Θὰ πουλήσω ὅμως τὰ ξύλα καὶ θὰ σοῦ τὰ φέρω ἐξάπαντος.

– Δῶσε μου γιὰ ἐνέχυρο τὴν κλαδευτήρα σου. Ποῦ ξέρω ἂν δὲ μὲ γελάσης, ὅπως μοῦ ἔκαναν καὶ οἱ ἄλλοι;

Τοῦ εἶπα τὴν ἀλήθεια ὅτι δὲν ἦταν δική μου καὶ δὲ μποροῦσα νὰ τοῦ τὴ δώσω…

Ὁ δασοφύλακας φουρκίστηκε καὶ ἁρπάζει ἕνα χοντρὸ ξύλο καὶ ἀρχίζει νὰ μὲ χτυπάη ἄγρια μὲ ὅλη του τὴ δύναμη στὴν πλάτη. Κι ἐγὼ δὲ φοροῦσα τίποτε ἄλλο τότε παρὰ μόνο ἕνα λεπτὸ φανελλάκι.

Μὲ τὰ χέρια κρατοῦσα τὸ κεφάλι μου καὶ ἔλεγα συνεχῶς μέσα μου: ” Θεέ μου, Χριστέ μου, βοήθησέ με νὰ μὴ θυμώσω. Σοῦ ἔδωσα τὸ λόγο μου πὼς μέχρι ἐδῶ ὁ θυμός μου. Σὲ παρακαλῶ, Κύριέ μου, δυνάμωσέ με!”

Τὸ παράδοξο ἦταν πὼς αἰσθανόμουν τὰ κτυπήματα σὰν νὰ μοῦ γινόνταν μὲ βαμβάκι!

– Παιδί μου, ἔλεγε, τί ἄνθρωπος εἶσαι ἐσύ; Νὰ σὲ κτυπάω τόση ὥρα καὶ νὰ μὴ βγάζης μιλιά; Σοῦ ζητῶ συγγνώμη, νὰ μὲ συγχωρέσης γιὰ τὸ σφάλμα μου.

Φτάνοντας στὸ σπίτι κοιτάχτηκα στὸ μεγάλο καθρέφτη νὰ δῶ ἂν εἶχα αἵματα καὶ εἶδα πὼς δὲν εἶχα αἵματα, οὔτε κἄν μελανιές! Ἀπὸ τότε ἐλευθερώθηκα γιὰ πάντα ἀπὸ τὸ θυμό!”».

orthodoxostypos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου