Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀνακοίνωση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καὶ Τυρνάβου
«ΤΡΙΑΔΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ»
ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΩΝ
Πρωτ. Στέφανος Στεφόπουλος
Στὶς 19 Φεβρουαρίου 2026, ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Λαρίσης καὶ Τυρνάβου ἐξέδωσε ἀνακοίνωση μὲ τὴν ὁποία προειδοποιεῖ τοὺς πιστοὺς γιὰ τὴν παρουσία τῆς ὁμάδας «Χριστιανικὴ Χαρισματικὴ Ἐκκλησία», Πεντηκοστιανῆς ἀπόκλισης, ἡ ὁποία διοργανώνει συναντήσεις τὸ Σαββατοκύριακο 21 καὶ 22 Φεβρουαρίου σὲ ξενοδοχεῖο τῆς πόλης. Ἡ ἀνακοίνωση τῆς Μητροπόλεως εἶναι ἔγκαιρη καὶ ἀναγκαία. Ὡς συμπλήρωμά της, κρίνουμε χρήσιμο νὰ φωτίσουμε καὶ τὸ ἰδεολογικὸ ὑλικὸ ποὺ κυκλοφορεῖ στοὺς κύκλους τέτοιων ὁμάδων.
Ἀπὸ τὸν ἱστότοπο τῆς συγκεκριμένης ὁμάδας κατεβάσαμε τὸ βιβλίο τοῦ Ἀλκιβιάδου Τζελέπη «Τριαδικὲς Θεότητες ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα μέχρι Σήμερα» (ἐκδ. Φιλάδελφος, 2017, ἀνατύπωσις 2024). Τὸ βιβλίο παρουσιάζεται στὸν πρόλογό του ὡς «ἀντικειμενικὴ ἱστορικὴ καταγραφὴ» ποὺ δὲν εἶναι «οὔτε τριαδικὴ οὔτε μονοθεϊστική». Στὴν πράξη ὅμως εἶναι ἕνας συστηματικὸς ἀντιτριαδικὸς πόλεμος κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ποὺ στηρίζεται σὲ τρεῖς κυρίως ἄξονες: α) εἰκαστικὴ σύγκριση ὀρθόδοξων εἰκόνων μὲ εἰδωλολατρικὲς ἀπεικονίσεις, β) κατηγορία περὶ «δανεισμοῦ» χριστιανικῶν συμβόλων ἀπὸ τὴν ἀρχαία εἰδωλολατρεία, γ) ταύτιση τῆς Ἁγίας Τριάδας μὲ τὶς παγανιστικὲς τριάδες. Ἐξετάζουμε τοὺς ἄξονες αὐτοὺς ἕναν πρὸς ἕναν.
Α. Ἡ συκοφαντία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου
Τί ἰσχυρίζεται τὸ βιβλίο

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀλκιβιάδου Τζελέπη «Τριαδικὲς Θεότητες ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα μέχρι Σήμερα»
Στὴ σελίδα 11 τοποθετοῦνται δίπλα-δίπλα δύο εἰκόνες: ἀριστερά, ἕνα ἀσσυριακὸ ἀνάγλυφο τοῦ 2000 π.Χ. ποὺ ἀπεικονίζει φτερωτὸ τέρας νὰ κρατάει ζῶο, μὲ τίτλο «Nimrod deified»· δεξιά, μιὰ βικτοριανὴ χριστουγεννιάτικη κάρτα τοῦ 19ου αἰώνα μὲ τὸν δυτικὸ «Σάντα Κλάους» νὰ κρατάει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Κάτω ἀπὸ τὴ δεξιὰ εἰκόνα σημειώνονται ὡς «κοινὲς ὁμοιότητες»: 1. μακριὰ γενειάδα, 2. κρατάει τάρανδο, 3. κρατάει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ὁ τίτλος κάτω ἀπὸ τὸ ἀσσυριακὸ ἀνάγλυφο γράφει «Nimrod’s Birthday – December 25». Παράλληλα χρησιμοποιεῖται τὸ γλωσσικὸ τέχνασμα «SataN» (τὸ γράμμα Ν πηγαίνει στὸ τέλος) γιὰ νὰ ὑπαινιχθεῖ σατανικὴ προέλευση.
Πρῶτον, οἱ «ὁμοιότητες» εἶναι ἀνύπαρκτες. Ὁ Νεβρὼδ στὴν εἰκόνα εἶναι φτερωτὸ τέρας ποὺ κρατάει ζῶο — ὄχι γέρος μὲ γενειάδα ποὺ κρατάει δέντρο. Ἡ δυτικὴ μορφὴ τοῦ «Σάντα Κλάους» δημιουργήθηκε τὸν 19ο αἰώνα ἀπὸ τὴ διαφημιστικὴ βιομηχανία, εἶναι ἑκατοντάδες χρόνια νεώτερη ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο καὶ δισχίλια χρόνια νεώτερη ἀπὸ τὸν Νεβρώδ. Τὸ μόνο «κοινό» εἶναι ὅτι ὁ «Σάντα» κρατάει ἕνα κλαδὶ δέντρου — κάτι ποὺ δὲν ἀποδεικνύει ἀπολύτως τίποτα.
Δεύτερον, ὁ Ἅγιος Βασίλειος καὶ ὁ «Σάντα Κλάους» εἶναι δύο τελείως διαφορετικὰ πρόσωπα. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος Καισαρείας (329–379 μ.Χ.), ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ «Σάντα Κλάους» εἶναι δυτικὴ λαϊκὴ μορφὴ ποὺ ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόλαο Μύρων τῆς Λυκίας (270–343 μ.Χ.) — ἕναν ἄλλο ἅγιο, διαφορετικὸ πρόσωπο. Τὸ βιβλίο τοὺς συγχέει σκόπιμα.
Τρίτον, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ 25η Δεκεμβρίου εἶναι «γενέθλια τοῦ Νεβρώδ» εἶναι ἀτεκμηρίωτος μύθος. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι τὸ English Heritage — ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἔγκριτους ὀργανισμοὺς προστασίας ἱστορικῆς μνήμης στὸν κόσμο, ποὺ διαχειρίζεται πάνω ἀπὸ 400 ἱστορικὰ μνημεῖα στὴν Ἀγγλία — ἀναθεώρησε πρόσφατα τὸ ὑλικό του παραδεχόμενο ρητῶς ὅτι «οἱ παγανιστικὲς ρίζες τῶν Χριστουγέννων ἦταν ἕνας ἀτεκμηρίωτος μύθος». Οἱ ἰσχυρισμοὶ περὶ παγανιστικῆς προέλευσης τῆς 25ης Δεκεμβρίου — ποὺ ἀποτελοῦν τὸν ἄξονα τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ βιβλίου — δὲν εὑρίσκουν ἔρεισμα στὴ σύγχρονη ἱστορικὴ ἔρευνα.
Τὸ γλωσσολογικὸ τέχνασμα
Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι «SataN = Satan» εἶναι γλωσσολογικὸ ψέμα. Ἡ λέξη «Santa» εἶναι ἡ λατινικὴ θηλυκὴ μορφὴ τοῦ «Sanctus» (= ἅγιος), ἐνῶ ἡ λέξη «Satan» προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ שָׂטָן (śāṭān = ἐναντίος, κατήγορος). Οἱ δύο λέξεις δὲν ἔχουν καμία γλωσσολογικὴ σχέση. Ἡ «ἀπόδειξη» μέσα ἀπὸ ἀνακατάταξη γραμμάτων εἶναι μέθοδος ποὺ δὲν γίνεται δεκτὴ ἀπὸ καμία ἐπιστήμη.
Ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο
Ὁ Μέγας Βασίλειος (329/330–379 μ.Χ.) εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους θεολόγους ποὺ ἀνέδειξε ἡ Ἐκκλησία. Γεννημένος στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, σπούδασε στὴν Ἀθήνα, ὅπου γνωρίστηκε μὲ τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, ἀσκήτεψε στὸν Πόντο καὶ ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας. Ἔγραψε τὸ «Περὶ Ἁγίου Πνεύματος», τὸ «Κατὰ Εὐνομίου», τὴν «Ἑξαήμερον» καὶ τὶς «Ἀσκητικές». Ἵδρυσε τὴ «Βασιλειάδα» — τὸ πρῶτο ὀργανωμένο σύστημα κοινωνικῆς πρόνοιας στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἡ ἀπόσταση μεταξύ του καὶ τοῦ Νεβρὼδ εἶναι περίπου 2.500 χρόνια. Ἡ σύνδεσή τους εἶναι ἱστορικῶς ἀδύνατη.
Β. Τὰ σύμβολα: «κλοπὴ» ἢ βάπτισμα;
Τὸ κεντρικὸ ἐπιχείρημα
Μεγάλο μέρος τοῦ βιβλίου (σελ. 41-48) ἀφιερώνεται σὲ παράθεση εἰκόνων ὅπου χριστιανικὰ σύμβολα (ἰσόπλευρο τρίγωνο, τραϊκουέτρα, φωτοστέφανος) τοποθετοῦνται δίπλα σὲ εἰδωλολατρικά, μὲ ξεκάθαρο ὑπονοούμενο: ὁ Χριστιανισμὸς «ὑιοθέτησε πλήρως» τὰ σύμβολα τῶν ἀρχαίων τριαδικῶν θεοτήτων.
Τὸ φαινόμενο τῆς χριστιανοποίησης
Ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἀρχή της κήρυξε σὲ κόσμο ποὺ εἶχε ἤδη τὰ δικά του σύμβολα, γλῶσσα καὶ εἰκαστικὴ παράδοση. Δὲν τὰ ἀπέρριψε ἐν συνόλῳ, ἀλλὰ τὰ «ἐβάπτισε» — τὰ γέμισε μὲ χριστιανικὸ περιεχόμενο. Αὐτὴ εἶναι συνειδητὴ θεολογικὴ ἐπιλογὴ ποὺ θεμελίωσαν οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι: ὁ Παῦλος στὴν Ἀθήνα (Πράξ. ιζ΄, 22-23) ἀναφέρθηκε στὸν «Ἄγνωστο Θεό» τῶν εἰδωλολατρῶν ὡς σημεῖο ἐπαφῆς γιὰ νὰ κηρύξει τὸν Χριστό. Οἱ Πατέρες χρησιμοποίησαν τὴ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία ὄχι ὡς πηγὴ ἀποκάλυψης, ἀλλὰ ὡς γλωσσικὸ ἐργαλεῖο. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὰ σύμβολα.
Ἡ λογικὴ τοῦ βιβλίου, ἂν ἐφαρμοζόταν συνεπῶς, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπορρίψουμε καὶ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀφοῦ τὴν χρησιμοποιοῦσαν καὶ οἱ εἰδωλολάτρες. Ἀρκεῖ νὰ θέσεις δύο εἰκόνες δίπλα-δίπλα γιὰ νὰ «ἀποδείξεις» ὅ,τι θέλεις.
Τὸ ἰσόπλευρο τρίγωνο

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀλκιβιάδου Τζελέπη «Τριαδικὲς Θεότητες ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα μέχρι Σήμερα»
Συνοπτικὰ γιὰ τὸ ἰσόπλευρο τρίγωνο μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι χρησιμοποιήθηκε κατὰ καιροὺς ὡς συμβολικὴ ἀναφορὰ στὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἀποτελεῖ αὐθεντικὴ δογματικὴ ἔκφραση τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία δὲν στηρίζει τὸ τριαδικὸ δόγμα σὲ γεωμετρικὰ σχήματα, ἐπειδὴ τὸ μυστήριο τῆς ὁμοουσίου Τριάδος ὑπερβαίνει κάθε μαθηματικὴ ἢ σχηματικὴ ἀναλογία. Τὸ τρίγωνο μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ μόνο παιδαγωγικὰ ὡς ὑπενθύμιση τῶν τριῶν Προσώπων, χωρὶς νὰ ἀποδίδει θεολογικὰ μὲ ἀκρίβεια τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐνότητας καὶ ζωῆς.
Ὁ φωτοστέφανος καὶ ὁ τριγωνικὸς φωτοστέφανος
Ὁ κυκλικὸς φωτοστέφανος στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἐκφράζει τὴ θεία δόξα καὶ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ περιβάλλει τὸν Ἅγιο, ἀποτελῶντας εἰκαστικὴ μαρτυρία τῆς μετοχῆς του στὸ θεῖο φῶς. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι φωτεινοὶ κύκλοι ἀπαντοῦν καὶ σὲ προχριστιανικὲς ἀπεικονίσεις· τοῦτο δείχνει ὅτι τὸ φῶς ἀποτελεῖ παγκόσμιο σύμβολο τοῦ θείου καὶ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δανείστηκε ἢ ἀντέγραψε εἰκονογραφία. Ἡ χριστιανικὴ χρήση θεμελιώνεται στὴν Ἁγία Γραφή, καθὼς κατὰ τὴ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ «ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. ιζ΄, 2).
Ὅσον ἀφορᾶ τὸν τριγωνικὸ φωτοστέφανο, ὁ ὁποῖος προβάλλεται ὡς τεκμήριο εἰδωλολατρικῆς ἐπιρροῆς, πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι πρόκειται γιὰ μεταγενέστερο στοιχεῖο ποὺ ἐμφανίζεται κυρίως σὲ μεταβυζαντινὲς εἰκόνες μὲ δυτικὲς ἐπιδράσεις καὶ δὲν ἀνήκει στὴν κλασικὴ βυζαντινὴ ἁγιογραφικὴ παράδοση. Ἀποτελεῖ δηλαδὴ δυτικὴ εἰσαγωγή καὶ ὄχι ἐπιβίωση εἰδωλολατρίας, γεγονὸς ποὺ ἀποδυναμώνει τὸ σχετικὸ ἐπιχείρημα.
Ἡ τραϊκουέτρα

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀλκιβιάδου Τζελέπη «Τριαδικὲς Θεότητες ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα μέχρι Σήμερα»
Τὸ βιβλίο παρουσιάζει μὲ τὴν ἐπικεφαλίδα «Ἡ τραϊκουέτρα σὰν σύμβολο τῆς Ὀρθοδοξίας» ἕνα βιτρό — παράθυρο ἀπὸ χρωματιστὸ γυαλί — ποὺ ἀπεικονίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς περιστερά. Ἡ ἀπάτη εδώ εἶναι διπλή. Πρῶτον, αὐτὸ ποὺ δείχνει ἡ εἰκόνα δὲν εἶναι τραϊκουέτρα — εἶναι στρογγυλὸ βιτρό, ποὺ μόνο μὲ πολλὴ φαντασία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸ συνδέσει μὲ ἐκεῖνο τὸ σύμβολο. Δεύτερον, τὸ βιτρὸ δὲν εἶναι ὀρθόδοξο — εἶναι τεχνοτροπία ἀποκλειστικὰ τῶν ρωμαιοκαθολικῶν ναῶν. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔχει βιτρό, δὲν κοσμεῖ τοὺς ναούς της μὲ χρωματιστὰ γυάλινα παράθυρα αὐτοῦ τοῦ τύπου. Ὁ συγγραφέας δηλαδὴ παρουσιάζει ἕνα καθολικὸ σύμβολο ὡς ὀρθόδοξο καὶ κατόπιν τὸ ταυτίζει μὲ εἰδωλολατρεία — συνάγοντας συμπέρασμα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ τεκμήριο ποὺ δὲν τῆς ἀνήκει.
Ἡ ἀντεστραμμένη λογική
Ὑπάρχει ἐδῶ καὶ μιὰ θεμελιώδης λογικὴ ἀτοπία: ἡ ὕπαρξη παρόμοιων συμβόλων ἀλλαχοῦ δὲν ἀποδεικνύει «δανεισμό». Εἶναι ἐξίσου λογικὸ νὰ ἰσχυριστεῖ κανεῖς τὸ ἀντίθετο: ἡ παγκοσμιότητα τριαδικῶν ἐνορμήσεων στὴν ἀνθρώπινη σκέψη ὑποδηλοῖ ὅτι ὑπάρχει μέσα στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ μιὰ βαθιὰ ἀνάγκη ἀναγνώρισης τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἐπλήρωσε διὰ τῆς Ἀποκάλυψης. Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Φιλόσοφος (2ος αἰ. μ.Χ.) τὸ εἶχε διατυπώσει ὡς θεολογικὴ ἀρχὴ μὲ τὴ διδασκαλία περὶ «σπερματικοῦ Λόγου»: οἱ ἀλήθειες ποὺ ἀνακάλυψαν οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ λαοὶ εἶναι ἀποσπάσματα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπάρχει σὲ κάθε ἄνθρωπο.
Γ. Τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδας: ἀποκάλυψη, ὄχι ἀντιγραφή
Ἡ θεμελιώδης διαφορά
Τὸ βιβλίο παρουσιάζει στὸν πίνακα 45 λεγόμενες «τριαδικὲς θεότητες», τοποθετώντας τὴν Ἁγία Τριάδα δίπλα στὸν Ὄσιρη-Ἶσις-Ὧρο, τὸν Βράχμα-Βισνοῦ-Σίβα καὶ τὸν Νεβρώδ-Σεμίραμη-Θαμμούζ. Ἡ ταύτιση αὐτὴ δημιουργεῖ ἐσφαλμένη ἐντύπωση, διότι συγχέει δύο τελείως διαφορετικὲς θρησκευτικὲς ἔννοιες.
Οἱ παγανιστικὲς «τριάδες» ἀποτελοῦν μορφὲς πολυθεϊσμοῦ· πρόκειται γιὰ τρεῖς χωριστοὺς θεοὺς ποὺ συνδέονται μὲ συγγενικὲς σχέσεις ἢ μὲ καταμερισμὸ ρόλων. Ἡ ἐνότητά τους εἶναι συμβολικὴ ἢ μυθολογική καὶ κάθε θεότητα διατηρεῖ αὐτόνομη ὕπαρξη καὶ λατρεία.
Ἡ Ἁγία Τριάδα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι «ομάδα τριῶν θεῶν», ἀλλὰ ἕνας καὶ μόνος Θεός, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἀϊδίως ἐν τρισὶ Προσώποις, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ὁμοούσια καὶ ἀχώριστα. Ἡ τριαδικὴ ἐνότητα δὲν βασίζεται σὲ γενεαλογία, φύλο ἢ λειτουργικὴ συνεργασία, ἀλλὰ στὴν κοινὴ θεία οὐσία καὶ στὴν ἀΐδια σχέση τῶν Προσώπων.
Ἐπομένως, ἡ σύγκριση δὲν ἀποδεικνύει κοινὴ προέλευση, ἀλλὰ φανερώνει ἐπιφανειακὴ ὁμοιότητα ἀριθμοῦ. Ἡ χριστιανικὴ Τριάδα δὲν προέκυψε ἀπὸ θρησκευτικὸ συγκρητισμό, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴ ζῶσα ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, γεγονὸς ποὺ καθιστᾶ τὸ τριαδικὸ δόγμα μοναδικὸ στὴν παγκόσμια θρησκευτικὴ ἱστορία.
Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι δὲν «ἐφηῦραν» τὴν Τριάδα
Τὸ βιβλίο ὑπονοεῖ ὅτάν τὸ τριαδικὸ δόγμα κατασκευάστηκε στὴν Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας (325 μ.Χ.) ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Κωνσταντίνος Α΄ καὶ ξένων θρησκευτικῶν ἐπιρροῶν. Ἡ θέση αὐτὴ δὲν ἀνταποκρίνεται στὰ ἱστορικὰ δεδομένα.
Ἡ τριαδικὴ πίστη μαρτυρεῖται ἤδη στὴν Καινὴ Διαθήκη: «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν» (Ἰωάν. ι΄, 30), ἡ βαπτιστικὴ ἐντολὴ «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη΄, 19), καθὼς καὶ ὁ ἀποστολικὸς χαιρετισμὸς μὲ τὴν τριπλὴ εὐλογία (Β΄ Κορ. ιγ΄, 13). Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐπινόησε μεταγενέστερα τὴν Τριάδα, ἀλλὰ ἐξέφρασε θεολογικὰ τὴν πίστη ποὺ ἤδη ζοῦσε λατρευτικὰ.
Ἤδη πρὸ τῆς Νικαίας, τὸν 2ο αἰώνα, ὁ Τερτυλλιανός χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «Trinitas», ἐνῶ ὁ Ιουστίνος ο Μάρτυρας διδάσκει σαφῶς τὴ θεότητα τοῦ Λόγου. Ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας δὲν δημιούργησε νέο δόγμα· ὅρισε μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀποστολικὴ πίστη καὶ τὴν προφύλαξε ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Άρειος, ὁ ὁποῖος ὑποβίβαζε τὸν Υἱὸ σὲ κτίσμα.
Ἡ Νίκαια, λοιπόν, δὲν ἀποτελεῖ ἀφετηρία τοῦ τριαδικοῦ δόγματος, ἀλλὰ ὁρόσημο μέσα σὲ μιὰ ζῶσα καὶ συνεχή τριαδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ μαρτυρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης
Ἡ τριαδικὴ ἀποκάλυψη δὲν ξεκίνησε μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη φέρει ἤδη τὰ ἴχνη της: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν» (Γεν. α΄, 26)· ὁ τρισάγιος ὕμνος τοῦ Ἡσαΐα (ς΄, 3)· ἡ τριπλὴ ἐπίσκεψη τῶν ἀγγέλων στὸν Ἀβραάμ (Γεν. ιη΄). Τὰ χωρία αὐτὰ ἑρμηνεύτηκαν τριαδολογικὰ ἀπὸ τοὺς Πατέρες μὲ ἐκτενεῖς ἀναλύσεις, χωρὶς καμιὰ ἀνάγκη ἐπίκλησης εἰδωλολατρικῶν πηγῶν.
Δ. Ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδας στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση
Ἕνα θέμα ποὺ τὸ βιβλίο ἐκμεταλλεύεται καὶ χρειάζεται διευκρίνιση εἶναι οἱ διαφορετικοὶ τύποι εἰκόνων τῆς Ἁγίας Τριάδας.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀλκιβιάδου Τζελέπη «Τριαδικὲς Θεότητες ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα μέχρι Σήμερα»
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γνωρίζει ὅτι ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶναι ἀόρατος καὶ ἀπεικόνιστος. Γι’ αὐτὸ ἡ κατεξοχὴν κανονικὴ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδας στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία εἶναι ἡ «Φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ», ὅπου τρεῖς ἄγγελοι κάθονται γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ Ἀβραάμ (Γεν. ιη΄). Ἡ εἰκόνα, ὅπως ἀποδόθηκε κλασικὰ ἀπὸ τὸν ἁγιογράφο Ἀνδρέα Ρουμπλιὸφ τὸν 15ο αἰώνα, δὲν ἀπεικονίζει ἀνθρωπόμορφα τὸν Πατέρα, ἀλλὰ δηλώνει συμβολικὰ τὴν τριαδικὴ παρουσία μέσα ἀπὸ γεγονὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Ἡ ἄλλη γνωστὴ παράσταση, ὅπου ὁ Πατὴρ ἐμφανίζεται ὡς γέρων μὲ λευκὴ γενειάδα, προέρχεται ἀπὸ δυτικὲς ἐπιδράσεις καὶ ἔχει δεχθεῖ σοβαρὴ θεολογικὴ κριτικὴ στὸν ὀρθόδοξο χώρο. Ἡ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Μόσχας (1666–1667) περιόρισε καὶ ἀπέρριψε τέτοιες ἀπεικονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἐπειδὴ θεωροῦνται θεολογικὰ ἀνακριβείς: ὁ Πατὴρ δὲν ἐνανθρώπησε ποτέ, ἐπομένως δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ εἰκονικὰ· μόνον ὁ Υἱὸς ἐσαρκώθη.
Τὸ σημείο αὐτὸ εἶναι κρίσιμο, διότι τὸ βιβλίο χρησιμοποιεῖ ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν δυτικὸ εἰκονογραφικὸ τύπο ὡς δήθεν «ὀρθόδοξη» ἀπεικόνιση, γιὰ νὰ τὸν συγκρίνει μὲ εἰδωλολατρικὲς παραστάσεις γέροντος θεοῦ. Ἡ σύγκριση εἶναι ἀθέμιτη, ἐπειδὴ στηρίζεται σὲ τύπο εἰκόνας ποὺ ἡ ἴδια ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση ἔχει θεολογικὰ ἐλέγξει.
Ε. Ἡ μέθοδος καὶ τὸ ἀληθινὸ κίνητρο τοῦ βιβλίου
Ἡ ἐπιλεκτικὴ χρήση εἰκόνων
Ἡ μεθοδολογία τοῦ βιβλίου δὲν εἶναι ἐπιστημονική. Συγκεντρώνει εἰκόνες ποὺ «ὁμοιάζουν» καὶ συνάγει συμπέρασμα ταύτισης. Ὅμως μιὰ τέτοια μέθοδος μπορεῖ νὰ «ἀποδείξει» ὅ,τι θελήσει κανείς — ἀρκεῖ νὰ διαλέξεις σωστὰ ποιὲς εἰκόνες θὰ παραθέσεις.
Ἡ ἀνακολουθία τοῦ ἴδιου τοῦ βιβλίου
Εἶναι ἀποκαλυπτικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνῶ στὸν πρόλογό του ἰσχυρίζεται «ἀντικειμενικότητα», στὴν τελευταία σελίδα τοῦ βιβλίου (σελ. 72) ἀντιτίθεται ρητῶς τὸ «ἀνθρώπινο κείμενο» τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως στὸ «θεόπνευστο κείμενο» τοῦ Δευτερονομίου (ς΄, 4): «Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι». Αὐτὴ εἶναι ἡ κλασικὴ ἑρμηνεία τοῦ χωρίου ποὺ χρησιμοποιοῦν Ἰεχωβίτες καὶ συγγενεῖς ἀντιτριαδικὲς κινήσεις — ἀγνοώντας σκόπιμα ὅτι τὸ ἴδιο αὐτὸ χωρίο παρέθεσε ὁ Κύριος λέγοντας «ἐγώ εἰμι» (Ἰωάν. η΄, 58). Ὅταν ὁ Κύριος δηλώνει «πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι, ἐγώ εἰμι» (Ἰωάν. η΄, 58), χρησιμοποιεῖ τὴν ἴδια θεολογικὴ γλῶσσα τῆς θείας αὐτοαποκαλύψεως, συνδέοντας τὸ πρόσωπό Του μὲ τὸν Θεὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ἡ «ἀντικειμενικότητα» τοῦ βιβλίου εἶναι πρόσχημα. Τὸ ἀληθινὸ κίνητρο εἶναι ἡ ἀπόρριψη τοῦ τριαδικοῦ δόγματος — καὶ αὐτὸ τὸ ἀποκαλύπτει ἡ τελευταία σελίδα του.
ΣΤ. Ὀρθόδοξη θεώρηση
Ἡ Ἐκκλησία δὲν φοβᾶται τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα. Ἡ πίστη μας δὲν στηρίζεται σὲ ἀφέλεια ἀλλὰ σὲ ἀποκάλυψη — στὴν αὐτοαποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ «ἐν Υἱῷ» (Ἑβρ. α΄, 2). Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μᾶς δίνει τὴν ἀπάντηση σὲ κάθε ἀντιτριαδικὴ πρόκληση: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. α΄, 1). Δὲν ὑπάρχει πουθενὰ στὴν παγκόσμια εἰδωλολατρία κάποια τριάδα ὅπου ὁ «υἱός» εἶναι συνάναρχος καὶ ὁμοούσιος μὲ τὸν «πατέρα» καὶ παράλληλα γίνεται ἄνθρωπος γιὰ νὰ σταυρωθεῖ ἑκούσια γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τὸ μυστήριο εἶναι ἀπολύτως μοναδικό.
Ὅσοι ἐπιχειροῦν νὰ «ἀποδομήσουν» τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη μέσα ἀπὸ εἰκαστικοὺς παραλληλισμούς, ἀκολουθοῦν μακρὰ παράδοση αἱρετικῶν ποὺ κατὰ καιροὺς εἶπαν «παρῆλθεν ἡ Ἐκκλησία». Ἡ Ἐκκλησία κατενίκησε τὸν Ἀρειανισμό, τὸν Νεστοριανισμό, τὴν Εἰκονομαχία. Ἀντιμετωπίζει μὲ τὴν ἴδια γαλήνη καὶ τοὺς σημερινοὺς πολεμίους της — ὄχι μὲ ἐπίδειξη ἰσχύος, ἀλλὰ μὲ τὸ ἀκατανίκητο ὅπλο τῆς ἀλήθειας: «καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. η΄, 32).
Παρακαλοῦμε τοὺς πιστοὺς μας νὰ εἶναι προσεκτικοί, νὰ μελετοῦν τοὺς Πατέρες καὶ τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ νὰ ἀπευθύνονται στὸν ἐφημέριό τους γιὰ κάθε ἀπορία. Ἐκφράζουμε συγχρόνως τὰ θερμὰ μας συγχαρητήρια πρὸς τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Λαρίσης γιὰ τὴν ποιμαντικὴ της εὐαισθησία καὶ τὴν ἐγρήγορση ποὺ δείχνει στὴν προστασία τοῦ ποιμνίου ἀπὸ «λύκους βαρεῖς», οἱ ὁποῖοι διαστρέφουν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως καὶ σκανδαλίζουν τοὺς ἀπλοῦς πιστούς. Ἡ μέριμνα αὐτὴ ἀποτελεῖ γνήσια ἔκφραση ποιμαντικῆς εὐθύνης καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἀγάπης. Εὐχόμαστε δὲ στοὺς συγγραφεῖς τέτοιων βιβλίων νὰ γνωρίσουν τὸ πλήρωμα τῆς ἀλήθειας· ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἐχθρός τους, ἀλλὰ ἡ μητέρα ποὺ τοὺς περιμένει μὲ διάκριση, προσευχὴ καὶ ἀγάπη.
Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. https://www.entaksis.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου