11 Φεβ 2024

«Ἡ Ἐκκλησία καί βαρυτάτας τιμωρίας ἐπέβαλεν εἰς τούς ἄρχοντας τῆς πολιτείας»

 

«Ἡ Ἐκκλησία καί βαρυτάτας τιμωρίας ἐπέβαλεν εἰς τούς ἄρχοντας τῆς πολιτείας»

Γράφει ὁ κ. Γεώργιος Τραμπούλης, θεολόγος

   Ὁ κυβερνητικός ἐκπρόσωπος, ὅπως ἀνακοινώθηκε ἀπό τόν τύπο, στήν πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου, ὁ ὁποῖος ζήτησε δημοψήφισμα γιά τό θέμα τοῦ γάμου τῶν ὁμοφυλοφίλων ζευγαριῶν, δήλωσε ὅτι «Στήν χώρα μας τά ζητήματα δικαιωμάτων δέν λύνονται μέ δημοψηφίσματα…Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τό δικαίωμα νά ἐκφράση τίς ἀπόψεις της. Ἐμεῖς εἴμαστε ξεκάθαροι. Μέ ἀπόλυτο σεβασμό στήν Ἐκκλησία, ὑπάρχει ἡ ἐκτελεστική ἐξουσία στήν χώρα. Αὐτή εἰσηγεῖται ἕνα νομοσχέδιο καί εἶναι στήν κρίση τῶν βουλευτῶν ἄν θά ἐγκριθῆ. Καί ἔχουμε κάθε λόγο νά εἴμαστε αἰσιόδοξοι ὅτι θά ψηφισθῆ».

  Δέν γνωρίζουμε, ἐάν ἡ πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἦταν ἕνας τρόπος νά ὑπεκφύγη τοῦ προβλήματος, ὅμως, ἐάν τελικά ψηφισθῆ τό νομοσχέδιο καί θεσμοθετηθῆ στήν Πατρίδα μας ὁ σοδομισμός, αὐτό θά συμβῆ ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου Β΄.

  Τόσο μέ τό ἐν λόγῳ νομοσχέδιο ὅσο καί μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τό διαχειρίζεται ἡ κυβέρνηση Μητσοτάκη, ἐπιβεβαιώνεται ἡ σχέση ὑποταγῆς τῆς Ἐκκλησίας στήν πολιτική ἐξουσία, πού ἔχει ὑποβληθῆ μέσῳ τοῦ συστήματος τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας ἀλλά καί ὁ βαθύς ἰδεολογικός διχασμός, ὁ ὁποῖος ἤδη ἀπό τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 καλλιεργεῖται στήν ἑλληνική ἐθνική συνείδηση ἀπό τήν ὀργανωμένη ἐπιδίωξη τῶν δυτικόπληκτων πολιτικῶν, νά ἀντικαταστήσουν τόν παραδοσιακό θεοκεντρικό πολιτισμό τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας μέ ἐκεῖνο τόν ἐκκοσμικευμένο καί ἄθεο δικαιωματισμό τοῦ δυτικοῦ κόσμου.

  Ἡ σχέση τῶν δύο θεσμῶν, τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πολιτείας, λειτουργεῖ ἐδῶ καί δύο αἰῶνες πάντα πρός ὄφελος τῆς κρατικῆς ἤ πολιτικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἀποκομίζει πολλαπλᾶ ὀφέλη, κάνοντας κάποιες παραχωρήσεις στό συμβολικό πάντα χαρακτήρα καί διατηρώντας ὁρισμένα προνόμια, μισθολογικοῦ, δημοσιονομικοῦ, ἐκπαιδευτικοῦ χαρακτήρα πρός τήν Ἐκκλησία, τά ὁποῖα καί αὐτά σταδιακά σύν τῷ χρόνῳ καταργοῦνται. Ἡ οὐσία ὅμως εἶναι ὅτι ἡ πολιτική ἐξουσία χρησιμοποιεῖ πάντα τήν Ἐκκλησία ὡς κρατικό θεσμό πρός ἰδίους πάντα σκοπούς, χωρίς ἡ Ἐκκλησία νά μπορῆ νά παρεμβαίνη ἀντίστοιχα μέ τό ἴδιο βάρος καί μέ τήν δική της γνώμη στήν κυβερνητική πολιτική ἀκόμα καί σέ θέματα πού ἅπτονται τῆς ἁρμοδιότητάς της, ὅπως εἶναι ἡ παιδεία, ἡ κοινωνική πρόνοια, ἤ θέματα πού ἔχουν ἠθικό χαρακτήρα.

  Αὐτή ἡ ἀνικανότητα τῆς Ἐκκλησίας νά μπορῆ νά παρεμβαίνη στίς κυβερνητικές ἀποφάσεις ἐπιβεβαιώνεται σήμερα μέ τό ὑπό ψήφιση νομοσχέδιο καί μέ τόν ὑποτονικὸ τρόπο ποὺ ἀντιδρᾶ ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία. Παρ’ ὅλο πού διαθέτει τά μέσα, γιά νά παρέμβη μέ ἱκανό τρόπο, ὅπως μέ τό νά κηρύξη ἐν διωγμῷ τήν Ἐκκλησία ἤ νά ἐπιβάλη ἐπιτίμια στούς βουλευτές πού θά ψηφίσουν τό νομοσχέδιο, παρ’ ὅλα αὐτά δέν κάνει χρήση αὐτῶν τῶν μέσων, ἀλλὰ ἄβουλοι καὶ ὑποταγμένοι ἀρκοῦνται σέ ἀκίνδυνες καί ἀχρωμάτιστες καταγγελίες.

 Διαπιστώνεται ὅτι στίς σύγχρονες διαμορφούμενες συνθῆκες, οἱ ὁποῖες ἔχουν ὡς στόχο τήν ὁλοκλήρωση τῆς Ε.Ε. σέ ἕνα ἑνιαῖο κράτος μέ κεντρική κυβέρνηση, ἀποτελούμενη ἀπό μερικῶς αὐτο-διοικούμενες πολιτικές ὀντότητες, τά κράτη μέλη τῆς Ε.Ε., ἀπαιτεῖται ἀπό τό ἑλληνικό κράτος νά ἔχη χαρακτήρα ἀνεξίθρησκο καί θρησκευτικά οὐδέτερο καί τήν ἴδια στιγμή νά δίνη ἔμφαση σέ ἐκεῖνα τά στοιχεῖα πού προσδίδουν σέ μία πολιτική κοινότητα συνοχή, ὅπως εἶναι τά ζητήματα τῶν δικαιωμάτων, ζητήματα ὅμως πού δέν ἐπιτρέπουν ἐπιμέρους διακρίσεις μέ βάση τίς κατηγορίες τῆς θρησκείας ἤ τοῦ ἔθνους.

  Σέ αὐτές τίς διαμορφούμενες καταστάσεις καλεῖται ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνον νά ἀρνηθῆ νά ἀποχρωματισθῆ ἐθνικά, ὅταν τό κράτος προσπαθῆ νά προσαρμόση τήν ἐθνική καταγωγή του σέ ἕνα νέο πολυπολιτισμικό περιβάλλον, ἀλλά ὀφείλει νά στοιχίζεται ἀπαρέγκλιτα συνδεδεμένη στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καί λατρεία αὐτοῦ τοῦ τόπου, ὡς βασική συνιστῶσα τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας καί τήν ἴδια στιγμή νά ἔλθη σέ ρήξη, μέσα στά πλαίσια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ της χαρακτήρα, μέ τήν κοσμική κοινωνία καί μέ τήν κυρίαρχη κοσμική ἠθική, ἐάν βέβαια θέλη νά συνεχίση νά ἀποτελῆ τήν τροφό τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων.

  Σύμφωνα μέ τόν εὐαγγελικό νόμο ἡ θέση τῶν πιστῶν ἀπέναντι στήν κρατική ἐξουσία καθορίζεται μέ τήν ἀπάντηση τοῦ Κυρίου μας στό ἐρώτημα τῶν Φαρισαίων καί τῶν Ἡρωδιανῶν, ἄν ἐπιτρέπεται νά πληρώνουν φόρο στόν Καίσαρα. Ὁ Χριστός μας, ἀπαντώντας τούς λέγει ὅτι, «ἀπόδοτε οὖν τά Καίσαρος Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ». Ὁ Κύριος μέ αὐτήν τήν διακήρυξη ὁριοθετεῖ τά πλαίσια, μέσα στά ὁποῖα ὀφείλουν νά κινοῦνται οἱ δύο θεσμοί, τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πολιτείας. Ὁ Χριστός δηλαδή διακηρύττει ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Καίσαρα ὀφείλει μέ τίς ἀποφάσεις του νά μή ἐπηρεάζη τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ θείου αὐτοῦ καθιδρύματος, τό ὁποῖο ἔχει ὡς μόνον στόχο τήν πνευματική τελείωση τῶν πιστῶν καί τήν ἕνωσή τους μέ τόν Θεό. Ἄρα, ἡ νομοθέτηση τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀφορᾶ ἄμεσα τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ τίς συνέπειες τῆς θεσμοθέτησης τοῦ σοδομισμοῦ  θά τίς ὑποστοῦν καί οἱ πιστοί.

  Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύντας τόν στίχο αὐτό σημειώνει μέ τρόπο ξεκάθαρο ὅτι, «Σύ ὅμως ὅταν ἀκούσης, ‟ἀπόδοτε οὖν τά Καίσαρος Καίσαρι”, γνώριζε ὅτι αὐτός παραγγέλλει ἐκεῖνα μόνον πού δέν παραβλάπτουν τήν εὐσέβεια· διότι ἐάν συμβαίνη κάτι τέτοιο, αὐτό δέν ἀποτελεῖ ὀφειλή πρός τόν Καίσαρα, ἀλλά τό παρόμοιον εἶναι φόρος καί δασμός τοῦ διαβόλου». Τό ἐάν ἡ ψήφιση τοῦ νομοσχεδίου γιά τήν θέσπιση τοῦ γάμου τῶν ὁμοφυλόφιλων καί τήν υἱοθέτηση παιδιῶν ἀπό αὐτούς ἀποτελεῖ φόρο καί δασμό τοῦ Καίσαρος πρός τόν διάβολο εἶναι κάτι τό αὐτονόητο.

  Ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία ὀφείλει, εἰδικά σήμερα, ὅπου ὑπαγορεύεται πρός τόν πιστό ἀπό τήν κρατική ἐξουσία νά θεωρῆ τήν θρησκευτική του ταυτότητα ἰδιωτική ἤ προσωπική του ὑπόθεση, νά ἀπεγκλωβισθῆ ἀπό τήν σχέση ἐξάρτησης καί ὑποταγῆς της στήν πολιτειακή ἐξουσία. Νά ἀπελευθερωθῆ ἀπό τήν ἐξάρτηση τῶν πολιτικῶν πού ὡς ἄλλοι ‟υἱοί τῆς ἀπειθείας”, ἐναντιώνονται διαρκῶς στόν Θεό καί στόν Νόμο του, ὑπηρετώντας ψεύτικους θεούς καί ζώντας μέσα στά ψεύδη, στίς ἡδονές καί στά πάθη τους καί νά θεωρῆ ὡς ἀναφαίρετο δικαίωμά της νά ἐκφέρη δημόσιο λόγο καί στήν προκειμένη περίπτωση νά ἐναντιωθῆ δυναμικά στήν θεσμοθέτηση τοῦ σοδομισμοῦ.

  «Ἄς μή λησμονῶμεν», σημείωνε ὁ Γέροντας πατήρ Ἐπιφάνιος, ὅταν ὁ ὀλετήρας τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας Ἀνδρέας Παπανδρέου ἐπρόκειτο νά νομιμοποιήση τίς ἀμβλώσεις, «ὅτι ἡ Ἐκκλησία πολλάκις διά μέσου τῶν αἰώνων καί μύδρους διαμαρτυρίας καί ἐλέγχους σκληρούς ἐξαπέλυσε κατά τῶν ἀρχόντων τῆς Πολιτείας, ἀλλά καί βαρυτάτας τιμωρίας (ἐπιτίμια) ἐπέβαλεν εἰς αὐτούς, οὐ μόνον ὁσάκις οὗτοι Νόμους ἀντιευαγγελικούς ἐθέσπιζον, οὐδ’ ὅτε ἐλάμβανον ἄστοχα μέτρα πλήττοντα πλῆθος ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἀκόμη καί ὅτε ἁπλῶς δι’ ἐνεργειῶν αὐτῶν ἠδίκουν καί ἔβλαπτον συγκεκριμένα πρόσωπα. Ἄλλο τό θέμα ὅτι διά τοιαῦτα ἡρωϊκά ἐγχειρήματα ἀπαιτοῦνται ἀναστήματα Ἀθανασίων, Νικολάων, Βασιλείων, Χρυσοστόμων, Ἀμβροσίων, Γρηγορίων…».

  Ἀλλά καί ὁ πιστός λαός, «ὁ φύλαξ τῆς Ἐκκλησίας», ὅπως τόν ὅρισε ἡ Σύνοδος τοῦ 1848, ὀφείλει νά συνειδητοποιήση καί νά ἀπορρίψη τήν σχέση ἐξάρτησής του ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία. Δέν εἶναι δυνατόν νά παραδίδη τήν διακυβέρνηση τῆς χώρας σέ κόμμα, γνωρίζοντας ἐξ ἀρχῆς, ἀπό τίς προεκλογικές του θέσεις, ὅτι, ἐάν ἐκλεγῆ θά προωθήση τήν ἀντζέτα τῆς ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Αὐτό δείχνει ἄν μή τι ἄλλο ἀσυνειδησία, ἀνευθυνότητα, ἀδιαφορία γιά τά θέματα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς κοινωνίας ἀλλά καί γιά τό μέλλον αὐτοῦ τοῦ Τόπου. Τό ὅτι ὁ Καίσαρας, τόν ὁποῖο ἐξέλεξε ὁ λαός, ἀποδίδει «φόρο καί δασμό πρός τόν διάβολο» μέ τούς νόμους πού θεσμοθετεῖ, καταδεικνύει ὅτι καί ὁ λαός συμπεριφέρεται μέ ἀνάλογο τρόπο. Ὅμως γιά ὅλη αὐτήν τήν πνευματική καί ἠθική κατάπτωση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τήν κύρια εὐθύνη τήν ἐπωμίζεται ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία.

  Ἡ πρόσφατη μνήμη τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν φέρνει ἐπίκαιρα στήν μνήμη τήν ἔνδοξη ἐκείνη καί κρίσιμη γιά τήν Ἐκκλησία ἐποχή τοῦ 4ου μ. Χ. αἰώνα, ὅπου διαμορφώνονταν οἱ σχέσεις στήν Ἀνατολή μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πολιτείας. Οἱ σοφοί αὐτοί Ἱεράρχες ἀλλά καί ἡ ὑπόλοιπη χορεία τῶν ἁγίων Πατέρων εἶχαν ὑψώσει τό ἀνάστημά τους καί εἶχαν ἀποτρέψει τόν Καίσαρα νά ἐπεμβαίνη στίς ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Σέ ἀντίθεση σήμερα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὑποταχθῆ στήν πολιτική ἐξουσία καί ἀπό περιέχον τῆς κοινωνίας καί τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἔχει ὁδηγηθῆ σέ περιεχόμενο τῆς κρατικῆς ἐξουσίας. Καί αὐτό ἔχει ὡς φυσικό ἐπακόλουθο ἡ παράδοση νά ἔχη νοθευθῆ καί ὁ λαός νά ἔχη μάθει νά συμβιβάζεται μέ τίς νέες ἰδέες, πού ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τήν συνείδηση καί τήν παράδοσή του.

  Ἔτσι καί πάλι εἶναι ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη νά ἐμφανισθοῦν ἅγιοι Πατέρες, γιά νά ὑψώσουν καί πάλι τό ἀνάστημά τους νά ἐμπνεύσουν τίς ψυχές τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων καί νά ἀφυπνίσουν σιωπῶσες συνειδήσεις.

  Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας», τονίζει σέ λόγο του ὅτι «κρεῖσον ἐμπαθοῦς ὁμονοίας ἡ ὑπέρ εὐσεβείας διάστασις». Οἱ σύγχρονοι Ἱεράρχες ἀλλά καί ὁ πιστός λαός πρέπει νά καταλάβουμε ὅτι τούς ἁγίους Τρεῖς Ἱεράρχες δέν ἀρκεῖ νά τούς τιμᾶμε μόνον μέ τά λόγια, ὀφείλουν καί οἱ πράξεις μας νά ἀκολουθοῦν τίς δικές τους.

Εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου