28 Απρ 2017

Απάντηση της Ε.Ε.Ε.Κ. Κομοτηνής σε επιστολή και ανταπάντηση

Αγαπητέ κε Πορφυρίτη,
Αρχικά ζητούμε συγνώμη για την καθυστέρηση της απάντησής μας. Οφείλεται σε έλλειψη χρόνου. Δεν σας έχουμε ξεχάσει. Χαιρόμαστε για τη δυνατότητα αυτής της επικοινωνίας μας. Είναι καλό που μπορούμε να συζητήσουμε για το ζήτημα της κοινής μας πίστης, της χριστιανικής. Καταλαβαίνετε βέβαια πως τα επιμέρους θέματα που αναφέρετε απαιτούν πολύ χώρο και χρόνο προς απάντηση και σχολιασμό. Έχουν γραφτεί άρθρα και βιβλία πάνω σ’ αυτά. Έτσι ο προβληματισμός από μέρους μας είναι, το πόσο συνοπτικά ή αναλυτικά ν’ αναφερθούμε σ’ αυτά. Θα κάνουμε λοιπόν μια προσπάθεια βασικής προσέγγισης.

Μας ρωτάτε αν εμείς οι Ευαγγελικοί αποτελούμε την ιστορική συνέχεια της Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού και προσθέτετε ότι η μόνη Εκκλησία που κρατά ανόθευτη τη διδασκαλία της χωρίς ν’ αλλάξει ούτε ένα γιώτα ή μια κεραία είναι η Ορθόδοξη. Ας παρατηρήσουμε αρχικά μια πραγματικότητα.
Οι πρώτοι χριστιανοί (1ος αιώνας) δεν ονομάζονταν με κάποιο από τα σημερινά γνωστά ονόματα, Ορθόδοξοι, Καθολικοί ή Διαμαρτυρόμενοι με όλα τα παρακλάδια τους. Στην Καινή Διαθήκη (ΚΔ) αναφέρονται απλά και κυρίως (α) ως «αδελφοί», -για παράδειγμα – «Ἤκουσαν δὲ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ οἱ ὄντες κατὰ τὴν Ἰουδαίαν ὅτι καὶ τὰ ἔθνη ἐδέξαντο τὸν λόγον τοῦ θεοῦ» (Πρ. 11:1), (β) ως «μαθητές» -για παράδειγμα – «προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπαν· οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις» (Πρ. 6:2) και (γ) ως «πιστοί» - για παράδειγμα – «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν καρδία καὶ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι ἀλλ᾽ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά» (Πρ. 4:32). Επίσης τρεις φορές αναφέρεται η λέξη «χριστιανός». Συνεπώς για όλους μας – όχι μόνο για μας τους Ευαγγελικούς – ο προβληματισμός είναι κατά πόσον η δική «μας» πίστη ταυτίζεται με την πρώτη χριστιανική πίστη. Ως Ευαγγελικοί δεχόμαστε το ερώτημά σας και θ’ απαντήσουμε αλλά εξίσου και με τους ίδιους ακριβώς όρους ισχύει και για σας. Αυτό που θεωρείτε δεδομένο για την σημερινή Ορθόδοξη Εκκλησία – πώς ταυτίζεται με την Αποστολική πίστη – χρειάζεται να το αποδείξετε. Βλέπετε, με όλες τις Εκκλησιαστικές Αποχρώσεις ισχύει τούτο. Θεωρούμε την πίστη «μας» ως αυθεντική και αμφισβητούμε την πίστη των άλλων. Συνεπώς όλοι μας ανεξαιρέτως οφείλουμε να τεκμηριώσουμε τις απόψεις μας και όχι δογματικά να τις θεωρούμε σωστές ωσάν ν’ αποτελούν ένα αξίωμα. Ως Ευαγγελική Εκκλησία λοιπόν ερευνούμε τις Γραφές αλλά και την εκκλησιαστική Ιστορία ώστε να γνωρίσουμε καλύτερα και τις δύο. Δεν λέμε για την Ευαγγελική Εκκλησία αυτό που εσείς λέτε για την Ορθόδοξη. Πως, δηλαδή, εμείς οι Ευαγγελικοί δεν παρεκκλίνουμε στο ελάχιστο από τον αλάνθαστο λόγο του Θεού που παραδόθηκε στους πιστούς του Χριστού δια των αποστόλων τον 1ο αιώνα. Πιστεύουμε όμως ότι είμαστε αρκετά πιο κοντά στη σώζουσα αλήθεια του ευαγγελίου απ’ ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό φαίνεται σε πολλά επιμέρους θέματα.
Το κυρίαρχο σε σπουδαιότητα ζήτημα είναι αυτό της Παράδοσης και των παραδόσεων. Πιστεύουμε στην Αποστολική Παράδοση. Είναι ό,τι ο Κύριος Ιησούς Χριστός και το Άγιο Πνεύμα παρέδωσαν στους Αποστόλους και Προφήτες της ΚΔ. Προσοχή όμως. Η Παράδοση δεν είναι Πηγή πίστης. Είναι ο τρόπος. Ο λόγος του Θεού παραδόθηκε στους Αποστόλους και τους Προφήτες. Δια της πράξης της Παραδόσεως ο λόγος του Θεού ήρθε σε μας τους ανθρώπους. Η Παράδοση ήταν προφορική και γραπτή και ήταν ισότιμη καθώς ήταν μία στο περιεχόμενό της. Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούν Ευαγγελική και Ορθόδοξη Εκκλησία. Όταν λοιπόν ο απ. Παύλος γράφει στους Θεσσαλονικείς χριστιανούς να τηρούν τις παραδόσεις που παρέλαβαν είτε δια λόγου είτε δια επιστολής, αυτό σημαίνει ότι ο λόγος του και τα γραπτά του μετέδωσαν ένα μήνυμα, το ευαγγέλιο του ΙΧ και τη σημασία του για τη ζωή μας.
Από εδώ και πέρα όμως αρχίζουν οι διαφορές μας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία παίρνει το χωρίο του Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς και το εφαρμόζει για όλη την περίοδο των δύο χιλιάδων ετών, πως δηλαδή κάθε προφορική ή γραπτή παράδοση έχει την ίδια ισχύ και σπουδαιότητα με την Αποστολική Παράδοση. Η Ευαγγελική Εκκλησία δεν το δέχεται αυτό. Πιστεύει πως η Αποστολική Παράδοση είναι αυθεντική (θεία), πλήρης και ικανή να οδηγήσει προς σωτηρία τους πιστεύοντες. Ο απόστολος Παύλος γράφει στους Γαλάτες με άκρα σοβαρότητα:
«6 Θαυμάζω ὅτι οὕτως ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι [Χριστοῦ] εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον, 7 ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μή τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. 8 ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται [ὑμῖν] παρ᾽ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. 9 ὡς προειρήκαμεν καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾽ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω.»  
Αυτά τα λόγια μεταξύ άλλων δείχνουν ότι, (α) είναι τόσο εύκολο, ακόμη και στις ημέρες του Παύλου, να αποκλίνει κάποιος από το αληθές μήνυμα του ευαγγελίου, (β) ότι το ευαγγέλιο που κήρυττε ο Παύλος ήταν οριστικό και πλήρες στο περιεχόμενό του. Δεν χρειαζόταν κάποιος να προσθέσει ή αφαιρέσει κάτι. (γ) Συνεπώς, αρκεί κάποιος να μελετήσει τα κείμενα της ΚΔ για να διαπιστώσει ποιο ακριβώς είναι το ευαγγέλιο ως μήνυμα, το μοναδικό μήνυμα που μπορεί να συνδέσει τον αμαρτωλό άνθρωπο με τον Θεό δια του Ιησού Χριστού.
Εδώ η Ορθόδοξη Εκκλησία προβάλλει εαυτήν ως εξής. Λέγει ότι πριν γραφτούν τα κείμενα της ΚΔ, υπήρχε η Εκκλησία και είναι η Εκκλησία που έγραψε την ΚΔ. Εννοεί βέβαια ότι αυτή η Εκκλησία ήταν η ίδια με την σημερινή Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό το τελευταίο, όπως προείπα, χρειάζεται απόδειξη. Αλλά ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι αληθής στην πληρότητά του. Ναι, υπήρχε η Εκκλησία – η χωρίς τα σημερινά ονόματα – πριν γραφτούν τα κείμενα της ΚΔ. Δεν είναι αλήθεια όμως ότι η Εκκλησία γέννησε την ΚΔ. Θα ήταν λίγο ακριβέστερο αν λέγαμε πως η Εκκλησία έγραψε τα κείμενα της ΚΔ, όχι την ΚΔ καθ’ εαυτήν. Θα το εξηγήσω σε λίγο. Αλλά η πλήρης ακρίβεια υπαγορεύει να πούμε κάτι άλλο. Όχι η Εκκλησία, γενικά και αόριστα, αλλά οι Απόστολοι, κυρίως, και οι πέριξ αυτών έγραψαν τα κείμενα της ΚΔ. Την Εκκλησία την γέννησε ο λόγος του Θεού. Την γέννησε η καθεαυτή Καινή Διαθήκη. Ο Θεός εν τω Χριστώ έκανε μια Καινούρια Διαθήκη με τον αμαρτωλό άνθρωπο, που λέει ότι όποιος πιστεύει πως το αίμα του Χριστού καλύπτει τις αμαρτίες του αλλά και τον καθαρίζει πλήρως από τον αμαρτωλό εαυτό του και εμπιστεύεται τον Σωτήρα Χριστό ως Κύριό του, αυτός σώζεται και γίνεται τέκνο του Θεού. Αυτός ο λόγος σώζει τον άνθρωπο και γεννά την Εκκλησία δια του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι αλήθεια λοιπόν αυτό που γράφουν Ορθόδοξοι θεολόγοι πως η Εκκλησία γέννησε την ΚΔ. Η ΚΔ γέννησε την Εκκλησία και οι Απόστολοι, ακριβέστερα, έγραψαν τα κείμενα της ΚΔ. Την ΚΔ την σύστησε ο ίδιος ο Θεός επάνω στο σταυρό του Γολγοθά. Το «τετέλεσται» του Χριστού σφράγισε την ΚΔ. Οι απόστολοι έγραψαν τον λόγο της ΚΔ. Η Διαθήκη είναι συμφωνία που συνάπτεται από τον ίδιο τον Θεό με βάση το δικό Του σωτήριο έργο. Αυτές οι αλήθειες είναι άκρως σοβαρές και δεν επιτρέπεται να παίζουμε με τις λέξεις. Ένα ενδεικτικό χωρίο:
«18 εἰδότες ὅτι οὐ φθαρτοῖς, ἀργυρίῳ ἢ χρυσίῳ, ἐλυτρώθητε ἐκ τῆς ματαίας ὑμῶν ἀναστροφῆς πατροπαραδότου 19 ἀλλὰ τιμίῳ αἵματι ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ, …  23 ἀναγεγεννημένοι οὐκ ἐκ σπορᾶς φθαρτῆς ἀλλὰ ἀφθάρτου διὰ λόγου ζῶντος θεοῦ καὶ μένοντος.» (Α΄Πέτ. 1:18-19, 23)
Η Εκκλησία μας πιστεύει ότι οι Απόστολοι ήσαν μοναδικοί. Δεν αντικαταστάθηκαν από άλλους, όσο πιστοί και ευσεβείς και αν ήσαν. Με άλλα λόγια, δεν πιστεύουμε στη λεγόμενη «διαδοχή των Αποστόλων». Ιστορικά, μετά τους Αποστόλους αλλά και όσο ζούσαν οι Απόστολοι, υπήρξαν πιστοί του Χριστού που παρέλαβαν από τους Αποστόλους την σώζουσα πίστη και κλήθηκαν να την κηρύξουν και βέβαια να ζήσουν ακριβώς σύμφωνα με αυτήν, αλλά οι άνθρωποι αυτοί, - όπως ο Τίτος, ο Τιμόθεος και όλοι οι συνεργάτες του Παύλου – δεν ήσαν απόστολοι. Πουθενά δεν αναφέρεται η ιδιότητά τους ως απόστολοι.
Τα μοναδικά χαρακτηριστικά των αποστόλων ήταν ότι (α) κλήθηκαν προσωπικά από τον Χριστό. Κατηγορούσαν διάφοροι τον Παύλο ότι δεν ήταν Απόστολος. Εκείνος απαντά: «…οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐχὶ Ἰησοῦν τὸν κύριον ἡμῶν ἑόρακα; …» (Α΄Κορ. 9:1). Ενώ απολογείται στον βασιλιά Αγρίππα του λέει, «… 13 ἡμέρας μέσης κατὰ τὴν ὁδὸν εἶδον, βασιλεῦ, οὐρανόθεν ὑπὲρ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν με φῶς καὶ τοὺς σὺν ἐμοὶ πορευομένους. 14 πάντων τε καταπεσόντων ἡμῶν εἰς τὴν γῆν ἤκουσα φωνὴν λέγουσαν πρός με τῇ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν. 15 ἐγὼ δὲ εἶπα· τίς εἶ, κύριε; ὁ δὲ κύριος εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις. 16 ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου· εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδές [με] ὧν τε ὀφθήσομαί σοι, 17 ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ τῶν ἐθνῶν εἰς οὓς ἐγὼ ἀποστέλλω σε 18 ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ σατανᾶ ἐπὶ τὸν θεόν, τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πίστει τῇ εἰς ἐμέ. 19 Ὅθεν, βασιλεῦ Ἀγρίππα, οὐκ ἐγενόμην ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ …» (Πρ. 26:13-19)
Ο απ. Πέτρος, μετά την ανάληψη και πριν την Πεντηκοστή, κρίνει ότι είναι αναγκαίο ν’ αντικατασταθεί ο Ιούδας. Για τον υποψήφιο απόστολο θέτει την εξής προϋπόθεση, «21 δεῖ οὖν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἀνδρῶν ἐν παντὶ χρόνῳ ᾧ εἰσῆλθεν καὶ ἐξῆλθεν ἐφ᾽ ἡμᾶς ὁ κύριος Ἰησοῦς, 22 ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος Ἰωάννου ἕως τῆς ἡμέρας ἧς ἀνελήμφθη ἀφ᾽ ἡμῶν, μάρτυρα τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ σὺν ἡμῖν γενέσθαι ἕνα τούτων.» (Πρ. 1:21-22) Έπρεπε λοιπόν ο απόστολος να είναι προσωπικός μάρτυρας (είδε και άκουσε) τα πάντα, σχετικά με το πρόσωπο και το έργο του ΙΧ. Όπως λοιπόν οι δώδεκα Απόστολοι κλήθηκαν προσωπικά από τον Ιησού Χριστό, έτσι ακριβώς κλήθηκε εκ των υστέρων ο Παύλος. Αλλά και (β) ότι οι Απόστολοι ενήργησαν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος «σημεία», δηλαδή θαύματα, τεράστια πράγματα που ο Θεός τα ενεργεί δια των ανθρώπων που Εκείνος έχει επιλέξει. Έτσι, γράφει ο Παύλος, «11 Γέγονα ἄφρων, ὑμεῖς με ἠναγκάσατε. ἐγὼ γὰρ ὤφειλον ὑφ᾽ ὑμῶν συνίστασθαι· οὐδὲν γὰρ ὑστέρησα τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων εἰ καὶ οὐδέν εἰμι. 12 τὰ μὲν σημεῖα τοῦ ἀποστόλου κατειργάσθη ἐν ὑμῖν ἐν πάσῃ ὑπομονῇ, σημείοις τε καὶ τέρασιν καὶ δυνάμεσιν.» (Β΄Κορ. 12:12). Από όλους όσους σήμερα πιστεύουν πως είναι διάδοχοι των Αποστόλων, (α) ποιος είδε προσωπικά τον ΚΙΧ και παρέλαβε την αλήθεια προσωπικά από Αυτόν και μόνο; (β) Ποιος από αυτούς ενεργεί τα «σημεία του αποστόλου»; Η απάντηση είναι προφανής – κανένας.
Η «διαδοχή των Αποστόλων» με αυτήν την έννοια δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ότι άνθρωποι πιστοί στο ευαγγέλιο αλλά και υπεύθυνοι και κατάλληλοι διαδέχθηκαν τους Αποστόλους για να ποιμάνουν τις εκκλησίες και να κηρύξουν τον λόγο του Θεού και να παραδώσουν τον θείο θησαυρό στους επόμενους. «1 Σὺ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, 2 καὶ ἃ ἤκουσας παρ᾽ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι.» (Β΄Τιμ. 2:1-2) Αυτό έκανε ο Τιμόθεος στην Έφεσο αλλά και όπου βρέθηκε και διακόνησε τον λόγο του Θεού, αυτό έκανε ο Τίτος στην Κρήτη και όπου αλλού διακόνησε και άλλοι πιστοί όπως αυτοί, άνθρωποι ικανοί να παραλάβουν, να διδάξουν και ποιμάνουν και να παραδώσουν σε άλλους σαν αυτούς.
Ενδεικτικά, ο Πολύκαρπος Σμύρνης υπήρξε μαθητής του αποστόλου Ιωάννη. Ο Πολύκαρπος δεν αναφέρεται στα κείμενα της ΚΔ. Έχουν όμως διασωθεί δικές του επιστολές. Στην επιστολή του προς τους Φιλιππήσιους χριστιανούς γράφει, «ούτε εγώ ο ίδιος, ούτε κάποιος άλλος όμοιός μου είναι ικανός να φτάσει τη σοφία του μακάριου και ένδοξου Παύλου, ο οποίος όταν ήταν ανάμεσά σας, στην παρουσία των τότε ανθρώπων, δίδαξε με ακρίβεια και με σταθερότητα τον λόγο της αλήθειας κι επίσης όταν απουσίαζε, σας έγραψε επιστολές κι αν τις μελετήσετε θα μπορέσετε να οικοδομηθείτε στην πίστη που σας παραδόθηκε…» (3:2) Επίσης, σε άλλο σημείο γράφει, «Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι είστε καλά μελετημένοι στις Άγιες Γραφές και από σας δεν υπάρχει τίποτε κρυμμένο.» (12:1)
Ποιες ήταν τότε οι Γραφές; Ήταν όλα τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης και όλα τα κείμενα των αποστόλων που είχαν φτάσει σ’ αυτούς. Ο κανόνας της ΚΔ δεν είχε ακόμη πάρει την τελική του μορφή αλλά η Εκκλησία διέκρινε τα κείμενα που είχαν θεία εξουσία και αποτελούσαν τον λόγο του Θεού.
Ο Ιούδας στην επιστολή του γράφει, «Ἀγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς ἡμῶν σωτηρίας ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει.» (χωρίο 3)
Ώστε, πρόκειται για την «άπαξ παραδοθείσα στους αγίους πίστη» η οποία είναι πλήρης και οριστική στον 1ο χριστιανικό αιώνα.
Αν τώρα μελετήσουμε τα κείμενα των «αποστολικών πατέρων», όπως προανέφερα τον Πολύκαρπο – δηλαδή των πατέρων του τέλους του πρώτου αιώνα και του δεύτερου – δεν συναντάμε καμία προτροπή ή εντολή προς προφορικές, μυστικές άγραφες παραδόσεις αλλά βλέπουμε με συνέπεια την προτροπή τους προς τις Γραφές. Αυτό συνεπάγεται πως όλα τα λόγια των πατέρων της Εκκλησίας, των διαφόρων ηγουμένων, μοναχών και λοιπών, είναι πάντοτε προς εξέταση και κρίση με βάση τις Άγιες Γραφές. Ό,τι πηγάζει από αυτές και τις εκφράζει, είναι αποδεκτό, ό,τι δεν ταιριάζει είναι προς απόρριψη. Ο κανόνας είναι ένας, οι άγιες γραφές.
Τώρα, σχετικά με αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. Οι Απόστολοι και οι μαθητές τους, που μόλις προανέφερα δεν ήσαν Ιερείς, με την έννοια του σημερινού Κλήρου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την γενική ιεροσύνη όλων των πιστών. Προσθέτει όμως την ειδική ιεροσύνη του γνωστού σε όλους μας Κλήρου. Αυτό δεν είναι αλήθεια σύμφωνα με την ΚΔ. Δεν υπάρχει «ειδική ιεροσύνη». Υπάρχουν πνευματικά «χαρίσματα» στην ΚΔ. Το να είναι κάποιος απόστολος, προφήτης, δάσκαλος, ευαγγελιστής ή κάτι άλλο είναι χάρισμα. Ο Θεός στον έναν πιστό δίνει το Α χάρισμα, σε άλλον το Β, σε άλλον το Γ κ.ο.κ. Όλοι όμως είναι ιερείς, που σημαίνει ότι όλοι μας, εφόσον είμαστε «εν Χριστώ» μέσω της μετάνοιας και της πίστης μας στον ΙΧ, έχουμε άμεση πρόσβαση στον Άγιο Θεό δια της μιας θυσίας του ΙΧ. Δεν χρειαζόμαστε άνθρωπο μεσολαβητή. Όπως ακριβώς, ζώντος του ΚΙΧ στη γη οι άνθρωποι πήγαιναν άμεσα σ’ Αυτόν και Του μιλούσαν και Του ζητούσαν αυτό που ήθελαν, χωρίς την μεσολάβηση κάποιου, είτε Αποστόλου είτε κάποιου άλλου, έτσι και σήμερα, ο καθένας που αποδέχεται το ευαγγέλιό Του, έχει άμεση πρόσβαση σ’ Αυτόν δια του Αγίου Πνεύματος. Ο δάσκαλος, ο ποιμένας θα με βοηθήσει, θα με στηρίξει και τον έχω ανάγκη αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι μεσολαβητής μεταξύ εμού και του Θεού προκειμένου να προσευχηθώ ή να λάβω άφεση αμαρτιών. Ο διάκονος Φίλιππος ευαγγελίζεται τον ευνούχο της Κανδάκης σ’ έναν έρημο δρόμο (Πρ. 8:26-39). Ο ευνούχος πιστεύει και ο Φίλιππος τον βαπτίζει. Ο Φίλιππος όμως ήταν απλά διάκονος. Δεν ήταν ούτε απόστολος ούτε ειδικός ιερέας με την σημερινή έννοια. Ο Φίλιππος δεν είπε, «ναι, βλέπω πως πιστεύεις αλλά ξέρεις, εγώ δεν έχω την εξουσία να σε βαπτίσω και να μεσολαβήσω για την συγχώρηση των αμαρτιών σου. Πρέπει να γυρίσουμε πίσω στην Ιερουσαλήμ, εκεί θα μιλήσεις με τους Αποστόλους ή τους Ιερείς της εκκλησίας, θα σε βαπτίσουν, θα σε εξομολογήσουν και θα γίνεις έτσι τέκνο του Θεού …»
Βλέπετε πως το ένα ζήτημα μετά το άλλο αναδεικνύουν τις διαφορές μεταξύ της Αποστολικής πίστης και αυτής της σημερινής Ορθόδοξης Εκκλησίας; Η εξομολόγηση των αμαρτιών δεν υπήρχε ως «μυστήριο» της Εκκλησίας όπως δεν υπήρχαν και ειδικοί Ιερείς. Αυτά φάνηκαν και ανέκυψαν τους επόμενους αιώνες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καλώς ανέκυψαν. Οι Απόστολοι δεν τα παρέδωσαν ώστε να τα παραλάβουμε εμείς. Αυτά είναι οι ανθρώπινες παραδόσεις που δεν συμβαδίζουν με την προφορική και γραπτή Αποστολική παράδοση. Ο Κυπριανός μιλάει πρώτος για ειδικό ιερατείο τον 3ο αιώνα. Στην Αποστολική εποχή και αντίληψη, οι όροι, «επίσκοπος» «ποιμήν» και «πρεσβύτερος» είναι ισότιμοι. Δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις μεταξύ των. Αναφέρονται στα ίδια πρόσωπα. Είναι σαν μια τριγωνική πυραμίδα. Είναι ένα σώμα αλλά έχει τρεις έδρες. Αυτό φαίνεται και προκύπτει από την ΚΔ. Ο Παύλος κάλεσε τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας της Εφέσου στην Μίλητο για να τους μιλήσει για τελευταία φορά και να τους αποχαιρετήσει. Καθώς ήρθαν και τους μιλάει, λέει, «28 προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ αἵματος τοῦ ἰδίου.» (Πρ. 20:28) Είναι λοιπόν πρεσβύτεροι, το Άγιο Πνεύμα τους κατέστησε επισκόπους για να ποιμαίνουν την εκκλησία του Θεού. Βλέπετε πως εναλλάσσονται οι όροι αυτοί; Αφήνει ο Παύλος τον Τίτο στην Κρήτη για να εγκαταστήσει πρεσβυτέρους σε κάθε πόλη όπου είχε δημιουργηθεί μια εκκλησία και του γράφει, «5 Τούτου χάριν ἀπέλιπόν σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα τὰ λείποντα ἐπιδιορθώσῃ καὶ καταστήσῃς κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους, ὡς ἐγώ σοι διεταξάμην, 6 εἴ τίς ἐστιν ἀνέγκλητος, μιᾶς γυναικὸς ἀνήρ, τέκνα ἔχων πιστά, μὴ ἐν κατηγορίᾳ ἀσωτίας ἢ ἀνυπότακτα. 7 δεῖ γὰρ τὸν ἐπίσκοπον ἀνέγκλητον εἶναι ὡς θεοῦ οἰκονόμον, μὴ αὐθάδη, μὴ ὀργίλον, μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ, 8 ἀλλὰ φιλόξενον φιλάγαθον σώφρονα δίκαιον ὅσιον ἐγκρατῆ, …» (Τίτ. 1:5-8) Βλέπετε πώς γράφει και τους δύο όρους «κατά πόλιν πρεσβυτέρους» και «δει γαρ τον επίσκοπον ανέγκλητον είναι …»
Το γεγονός ότι ο όρος «επίσκοπος» κυριάρχησε και έγινε αξίωμα ανώτερο του πρεσβυτέρου, δεν αποτελεί Αποστολική παράδοση και δεν πρέπει να την αποδεχθούμε. Εξ’ άλλου στην προαναφερθείσα περικοπή όπου ο Παύλος μιλάει στους πρεσβυτέρους της Εφέσου, παρακάτω προειδοποιεί για «λύκους βαρείς» οι οποίοι θα κάνουν ζημιά στην Εκκλησία του Χριστού και μάλιστα κάποιοι από αυτούς τους ίδιους τους πρεσβυτέρους θα εξελίσσονταν σε τέτοιους! Συνεπώς άλλο είναι η Αποστολική παράδοση και άλλο οι πολλές, στην ουσία αμέτρητες ανθρώπινες παραδόσεις και αλλοιώσεις που προστέθηκαν στο πέρασμα δύο χιλιάδων ετών.
Ο όρος «μυστήριο» έχει άλλη σημασία στην ΚΔ και άλλη σημασία στη θεολογία της σημερινής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στην ΚΔ σημαίνει μια αλήθεια που ήταν κρυμμένη από τους ανθρώπους του Θεού. Την γνώριζε ο Θεός μόνο διότι δεν την είχε ακόμη  αποκαλύψει. Για παράδειγμα, γράφει ο Παύλος:
«25 [Τῷ δὲ δυναμένῳ ὑμᾶς στηρίξαι κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου καὶ τὸ κήρυγμα Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατὰ ἀποκάλυψιν μυστηρίου χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένου,
26 φανερωθέντος δὲ νῦν διά τε γραφῶν προφητικῶν κατ᾽ ἐπιταγὴν τοῦ αἰωνίου θεοῦ εἰς ὑπακοὴν πίστεως εἰς πάντα τὰ ἔθνη γνωρισθέντος, 27 μόνῳ σοφῷ θεῷ, διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας, ἀμήν.]» (Ρωμ. 16:25-27)
Επίσης:
«1 Τούτου χάριν ἐγὼ Παῦλος ὁ δέσμιος τοῦ Χριστοῦ [Ἰησοῦ] ὑπὲρ ὑμῶν τῶν ἐθνῶν 2 – εἴ γε ἠκούσατε τὴν οἰκονομίαν τῆς χάριτος τοῦ θεοῦ τῆς δοθείσης μοι εἰς ὑμᾶς, 3 [ὅτι] κατὰ ἀποκάλυψιν ἐγνωρίσθη μοι τὸ μυστήριον, καθὼς προέγραψα ἐν ὀλίγῳ, 4 πρὸς ὃ δύνασθε ἀναγινώσκοντες νοῆσαι τὴν σύνεσίν μου ἐν τῷ μυστηρίῳ τοῦ Χριστοῦ, 5 ὃ ἑτέραις γενεαῖς οὐκ ἐγνωρίσθη τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ὡς νῦν ἀπεκαλύφθη τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις αὐτοῦ καὶ προφήταις ἐν πνεύματι, 6 εἶναι τὰ ἔθνη συγκληρονόμα καὶ σύσσωμα καὶ συμμέτοχα τῆς ἐπαγγελίας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου.» (Εφ. 3:1-6)
Είναι σαφής η έννοια του «μυστηρίου» στα παραπάνω χωρία. Πουθενά δεν φαίνεται στα κείμενά της ΚΔ ότι το βάπτισμα είναι μυστήριο ή ο γάμος κ.λπ. Στον γάμο αναφέρει ο Παύλος την λέξη μυστήριο για τη σχέση Χριστού-Εκκλησίας και όχι άνδρα-γυναίκας.
Εν ολίγοις, όταν κάποιος μελετήσει την ιστορική εξέλιξη των ιδεών και όρων θα διαπιστώσει άλλη σημασία και χρήση στην ΚΔ και άλλη στη σημερινή Ορθόδοξη Θεολογία.
Δύο λόγια για το «μυστήριο» της εξομολόγησης. Υποστηρίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία ότι ο Χριστός το συνέστησε με τα λόγια Του:
«ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας ἀφέωνται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηνται» (Ιν. 20:23)
Το θέμα αυτό είναι πολύ μεγάλο ως προς την ιστορική του πορεία και εξέλιξη. Σας συστήνω, αν έχετε ενδιαφέρον προς σοβαρή μελέτη να διαβάσετε το δίτομο, μεγάλο έργο του Σπύρου Φίλου, «Η ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ», Εκδόσεις ΠΕΡΓΑΜΟΣ. Ο Χριστός ποτέ δεν χρησιμοποίησε μεσάζοντες για να συγχωρήσει τις αμαρτίες των ανθρώπων. Οι άνθρωποι Τον πλησίαζαν απευθείας. Ο Χριστός ήταν Αυτός που συγχωρούσε αμαρτίες και όχι οι Απόστολοι. Ανέφερα ως ενδεικτικό παράδειγμα τον διάκονο Φίλιππο παραπάνω. Εδώ, σ’ αυτό το χωρίο ο Χριστός αναφέρεται σε «τινές», όχι όλους. Η πληρότητα της μελέτης αυτού του χωρίου οδηγεί στο συμπέρασμα πως εδώ αναφέρεται σε περιπτώσεις εκκλησιαστικής πειθαρχίας και αποκατάστασης. Αναφέρεται σε πιστούς που αμάρτησαν έτσι που ξέκλιναν από την Εκκλησία και θίγεται το ζήτημα της επιστροφής τους. Η Εκκλησία καλείται να διακρίνει αν η μετάνοιά τους είναι ειλικρινής. Λ.χ., ένας πόρνος υπήρχε στην Εκκλησία της Κορίνθου. Ο Παύλος καλεί την εκκλησία να τον παραδώσει στον Σατανά προκειμένου να σωθεί το πνεύμα του. Αν αυτός μετανοούσε, η Εκκλησία καλείτο να διακρίνει ότι η μετάνοια του ήταν γνήσια. Υπήρχε το δίλημμα αν πρέπει να τον δεχθεί ή όχι. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η Εκκλησία καλείται ν’ αντιληφθεί το τι κάνει ο Θεός. Πώς ο Θεός κρίνει αυτήν την περίπτωση; Αν ο Θεός τον έχει δεχθεί οφείλει και η Εκκλησία να τον δεχθεί. Αν ο Θεός τον απορρίπτει, έστω διότι αυτός υποκρίνεται, τότε και η Εκκλησία καλείται αυτό να το διακρίνει. Αν η Εκκλησία ενεργήσει σωστά και τον αποκαταστήσει, τότε ο άνθρωπος είναι πραγματικά συγχωρημένος.
Με λίγα λόγια – αν και αρκετά, εννιά σελίδες – προσπάθησα να δώσω μια εικόνα γιατί πιστεύουμε ως Ευαγγελική Εκκλησία ότι εκφράζουμε την πίστη του 1ου αιώνα, αν και το όνομα «Ευαγγελικός» δεν υπήρχε, όπως βέβαια και όλα τα άλλα. Επαναλαμβάνω όμως, δεν ισχυριζόμαστε ότι είμαστε αλάνθαστοι και ότι κατέχουμε εμείς και μόνο εμείς όλη την αλήθεια. Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Ερευνούμε συνεχώς. Αυτό ισχύει για κάθε Εκκλησία, όποιο όνομα και αν φέρει.
Κλείνοντας, παρακαλώ δέστε με προσοχή την εξής εικόνα που υπάρχει στις επτά εκκλησίες της Ασίας, που αναφέρει ο απόστολος Ιωάννης στο βιβλίο της Αποκάλυψης. Ο ΙΧ στέλνει μια επιστολή σε κάθε μία από αυτές τις εκκλησίες (βιβλίο Αποκάλυψης, κεφάλαια 2 και 3). Αν τις διαβάσετε προσεκτικά θα διαπιστώσετε τη μεγάλη ποικιλία που αυτές οι εκκλησίες παρουσιάζουν. Ενδεικτικά, η εκκλησία της Εφέσου μπόρεσε και διέκρινε ότι οι Νικολαΐτες διέπρατταν έναν βδελυρό συμβιβασμό και μισούσε τα έργα τους. Η εκκλησία της Περγάμου όμως τους ανεχόταν. Η εκκλησία της Σμύρνης είναι ευάρεστη στον Κύριο. Η εκκλησία της Λαοδίκειας όμως δεν έχει ούτε ένα καλό στοιχείο στο ενεργητικό της κ.ο.κ. Τι δείχνει αυτή η εικόνα; Πως ενώ μιλούμε για εκκλησίες του 1ου αιώνα, ενώ η πίστη τότε ήταν πραγματικά μία, ενώ δεν υπήρχαν οι σημερινοί πολλοί χωρισμοί και οι πολλές ταμπέλες, αυτή η μία Εκκλησία δεν ήταν και τόσο «μία» στην καθημερινή της πορεία. Βλέπουμε σημαντικές διαφορές από εκκλησία σε εκκλησία. Ποια από αυτές τις επτά εκκλησίες ήταν «Ορθόδοξη»; Αν όλες ήταν «Ορθόδοξες» - αφού δεν υπήρχαν Ευαγγελικές και Καθολικές ή όποιες άλλες, όπως νομίζετε – τι νόημα έχει να λέμε ότι η εκκλησία της Λαοδίκειας ήταν «Ορθόδοξη» τη στιγμή που έχει βγάλει τον Χριστό απέξω; Πόσο Ορθόδοξη μπορεί να είναι μια τέτοια εκκλησία; Και όμως αυτή ήταν η πραγματική της εικόνα. Αλλά αυτήν την εικόνα την έχει μόνο ο Χριστός. Εκείνοι έλεγαν πως είναι πλούσιοι αλλά ο Χριστός έβλεπε πως είναι γυμνοί. Εκείνοι έλεγαν πως βλέπουν αλλά ο Χριστός έβλεπε πως είναι τυφλοί!
Το συμπέρασμα είναι ότι η ταμπέλα, όσο ωραία και αν ακούγεται, δεν εγγυάται καθόλου τη γνησιότητα και την πιστότητα. Η Εκκλησία του Χριστού, η Μία γνήσια και αληθινή, δεν είναι η «Ορθόδοξη» ούτε η «Καθολική» ούτε η «Ευαγγελική». Είναι όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις της μαθητείας που ο Χριστός έκανε γνωστές στις ημέρες Του. Ποιοι είναι αυτοί; Μόνον ο Θεός τους γνωρίζει. Μπορούμε να το δεχθούμε αυτό;
Πιστεύω πως σε βασικές γραμμές απαντήσαμε στα ερωτήματά σας. Είμαστε στη διάθεση για κάτι παραπάνω αν εσείς το κρίνετε. Σας προτρέπουμε να μελετήσετε προσεκτικά και με συνέπεια την Αγία Γραφή. Εκεί βρίσκεται ο μοναδικός Σωτήρας Ιησούς Χριστός. Αυτός που σώζει κάθε αμαρτωλό με μετανοεί για την αμαρτωλή του ζωή και Τον εμπιστεύεται ως Σωτήρα και Κύριο της ζωής του. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ασφυκτικά γεμίσει με «καλές» διδασκαλίες αμέτρητων δασκάλων (πατέρων, μοναχών, ηγουμένων, οσίων, ασκητών, …) που έχουν κρύψει το λαμπρό και μοναδικό πρόσωπο του μοναδικού Σωτήρα και μοναδικού Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτό το μοναδικό πρόσωπο σκιαγραφεί με κάθε σαφήνεια και λαμπρότητα η ΚΔ.
Με αγάπη και εκτίμηση για την Ευαγγελική Εκκλησία Κομοτηνής,
Το Πρεσβυτέριο της Ελεύθερης Ευαγγελικής Εκκλησίας
……………………………………………………………………………….
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΕΕΚ
Αγαπητό «Πρεσβυτέριο» της λεγομένης «Ελεύθερης Ευαγγελικής Εκκλησίας»,
     Σας ευχαριστώ, που κάνατε τον κόπο να απαντήσετε στις δικαιολογημένες απορίες μου. Γράψατε πολλά, κι έτσι θα ήθελα με τη σειρά μου, να ξεκινήσω ένα μικρό σχολιασμό, βήμα-βήμα, στα γραφόμενά σας. Θα προσπαθήσω να γράψω απλά, κατανοητά, με επιχειρήματα και αποδείξεις και όσο μπορώ συνοπτικά. Βέβαια, όπως κι εσείς καταλαβαίνετε, σε μια 9σέλιδη επιστολή η απάντηση θα είναι αρκετά μεγάλη και κουραστική, γι’ αυτό σας παρακαλώ, να κάνετε υπομονή και να τη διαβάσετε με προσοχή έως τέλους, και, φυσικά, εάν θέλετε, μπορείτε κι εσείς να ανταπαντήσετε, με επιχειρήματα και αποδείξεις, πράγμα που δεν διέκρινα στο πρώτο γράμμα σας. (Για να γίνει το κείμενο ευκολοδιάβαστο, θα το χωρίσω σε κεφάλαια).
1.                  Η αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας και ο κίνδυνος των αιρέσεων
    Γράφετε: «Οι πρώτοι χριστιανοί (1ος αιώνας) δεν ονομάζονταν με κάποιο από τα σημερινά γνωστά ονόματα, Ορθόδοξοι, Καθολικοί ή Διαμαρτυρόμενοι με όλα τα παρακλάδια τους».
    Όντως αυτό, που ισχυρίζεστε, είναι σωστό. Σας διαφεύγει, όμως, το γεγογόνος ότι τους αδελφούς, μαθητές ή πιστούς, τούς διέκρινε κάτι κοινό, δηλ. το Ποτήριο της Ζωής: «Ἦσαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς» (Πράξ. 2, 42). Με άλλα λόγια : η κοινή Πίστη! Σας διαφεύγει, επίσης, το γεγονός ότι η μεν αποκοπή της αιρέσεως του Παπισμού, με το μεγάλο Σχίσμα, που προκάλεσε στην Εκκλησία, έγινε το 1054, τον 11ο αιώνα και όχι τον 1ο, και από τότε ονομάστηκαν Λατίνοι ή Φράγκοι ή Παπικοί, επειδή ακολούθησαν τον αιρεσιάρχη Πάπα Ρώμης. Κάκιστα ονομάζετε Παπικούς «Καθολικούς», διότι «Καθολικός» σημαίνει αυτός, πού κατέχει ολόκληρη την πίστη, η οποία έχει απλωθεί σ’ολόκληρο τον κόσμο. Οι Παπικοί δεν είναι «Καθολικοί», αλλά αιρετικοί, διότι διαστρέβλωσαν με τις ποικίλες αιρέσεις τους την πίστη. Καθολικοί είμαστε εμείς οι Ορθόδοξοι και Καθολική είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι πιστεύουμε εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Η δε αποκοπή της αιρέσεως του Προτεσταντισμού από τον Παπισμό έγινε πολύ αργότερα, τον 16ο αιώνα και όχι τον 1ο. Επομένως, τον 1ο αιώνα ήταν πολύ φυσικό να μην υπάρχουν αυτά τά ονόματα. Όταν, όμως, συνέβησαν τα ανωτέρω σχίσματα, ήταν πολύ φυσικό να διακριθούν οι κατέχοντες την ορθή πίστη, δηλ. Ορθόδοξοι, από τους αιρετικούς Παπικούς και Προτεστάντες.        
    Ο καθένας, βεβαίως, έχει δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται, όπως θέλει· αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται ότι αυτομάτως συμβαίνει αυτό που πιστεύει, εάν δεν πληροί κάποιες προϋποθέσεις. Νομίζω ότι αυτό είναι κατανοητό και απλό και δεν χρειάζεται περαιτέρω επεξήγηση ή τεκμηρίωση. Άλλωστε, ήδη από τον 1οαιώνα εμφανίστηκαν πλανεμένες διδασκαλίες, αιρέσεις δηλαδή, (π.χ. γνωστικιστές, ημεροβαπτιστές), ψευδοπροφήτες και ψευτοδιδάσκαλοι, λύκοι βαρείς με προσωπείο προβάτου. Όλοι αυτοί διαστρέβλωναν την ορθή διδασκαλία, που παρέδωσε ο Ιησούς Χριστός και οι Άγιοι Απόστολοι.
    Το αποτέλεσμα της εν γνώσει πλανεμένης διδασκαλίας δεν οδηγεί στον αγιασμό, δηλαδή στην σωτηρία του ανθρώπου. Γι’ αυτό τονίζει και ο Απόστολος Παύλος το επικίνδυνο ζήτημα της ετεροδοδασκαλίας: «Θαυμάζω ὅτι οὕτως ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον, ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μή τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. ὡς προειρήκαμεν καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾽ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω». (Γαλ. 1, 6-9). Με το «ανάθεμα», στοχεύει και ο Απόστολος των Εθνών, αλλά και οι άγιοι Πατέρες και οι Άγιες και Οικουμενικές  Σύνοδοι, οι οποίες αναθεμάτιζαν τους αιρετικούς, στην προφύλαξη του ποιμνίου από τους ανθρώπους που κηρύσσουν έτερο ευαγγέλιο.
    Επομένως, συμφωνώ, όπως τόνισα και παραπάνω, ότι «Αυτά τα λόγια μεταξύ άλλων δείχνουν ότι, (α) είναι τόσο εύκολο, ακόμη και στις ημέρες του Παύλου, να αποκλίνει κάποιος από το αληθές μήνυμα του ευαγγελίου». Αυτό ισχύει πάντοτε, διότι η θεόπνευστη Επιστολή του Απ. Παύλου, δεν απευθύνεται μόνο στους Γαλάτες, αλλά σε όλους τους μαθητές του Κυρίου μας διαχρονικά. (Αυτό σας το γράφω και γι’ αυτό, που λέτε ότι «Η Ορθόδοξη Εκκλησία παίρνει το χωρίο του Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς και το εφαρμόζει για όλη την περίοδο των δύο χιλιάδων ετών». Αυτό το σχολιάζω και αλλού). Όλοι όσοι είμαστε Χριστιανοί, είμαστε μαθητές του Κυρίου, και έχουμε εντολή «μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη».
    Συμφωνώ, επίσης, με το γραφόμενό σας ότι το «(β) ότι το ευαγγέλιο που κήρυττε ο Παύλος ήταν οριστικό και πλήρες στο περιεχόμενό του. Δεν χρειαζόταν κάποιος να προσθέσει ή αφαιρέσει κάτι». Με την διαφορά, όμως, ότι ο Απ. Παύλος δεν κήρυττε κάτι δικό του, αλλά το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Αυτό δε, το να μην προστεθεί ή να αφαιρεθεί κάτι από την διδασκαλία Του, το τονίζει ο ίδιος ο Κύριός μας, όπως άλλωστε και όλοι οι Άγιοι Απόστολοι, οι Αποστολικοί Πατέρες, οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας και όλοι οι Άγιοι. «Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 18-19). Εδώ σας θυμίζω ότι η μεν αίρεση του Παπισμού έχει προσθέσει πολλά κακόδοξα δόγματα, η δε αίρεση του Προτεσταντισμού τα αφαίρεσε όλα και έγινε αδογματική. Όμως, η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντα πορεύεται την μέση και βασιλική οδό. Ούτε προσέθεσε, ούτε αφαίρεσε κάτι. Μόνο αποσαφήνισε, όπως και αλλού τονίζω, τις αποκεκαλυμένες από τον Θεό αλήθειες, οι οποίες παρερμηνεύτηκαν από πλανεμένους ανθρώπους.
    Διαφωνώ με το τρίτο σκέλος, όπου γράφετε: «(γ) Συνεπώς, αρκεί κάποιος να μελετήσει τα κείμενα της ΚΔ για να διαπιστώσει ποιο ακριβώς είναι το ευαγγέλιο ως μήνυμα, το μοναδικό μήνυμα που μπορεί να συνδέσει τον αμαρτωλό άνθρωπο με τον Θεό δια του Ιησού Χριστού». Κι αυτό διότι, όπως έχει ξανατονιστεί, από το ίδιο το Ευαγγέλιο έχουν προκύψει πολλές και διαφορετικές πίστεις, που η κάθε μία έχει παρερμηνεύσει το μήνυμά του. Εσείς πώς εξηγείτε αυτό το φαινόμενο; Την Καινή Διαθήκη δεν μελετούν όλοι οι ετερόδοξοι, δηλ. αιρετικοί; Γιατί τότε δεν υπάρχει κοινή πίστη; Άρα, κάτι άλλο συμβαίνει! Παρακάτω αναλύεται περισσότερο το θέμα αυτό.

    Πιο κάτω γράφετε: «Τρεις φορές αναφέρεται η λέξη «χριστιανός». Συνεπώς για όλους μας – όχι μόνο για μας τους Ευαγγελικούς – ο προβληματισμός είναι κατά πόσον η δική «μας» πίστη ταυτίζεται με την πρώτη χριστιανική πίστη». Προβληματισμός για εμάς τους Ορθοδόξους, για το αν και κατά πόσο η πίστη μας ταυτίζεται με την πρώτη χριστιανική πίστη δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο βεβαιότητα! Τέτοιος προβληματισμός θα έπρεπε να υπάρχει από μέρους σας, καθότι τα πράγματα είναι πολύ απλά. Αρκεί μόνο η απαραίτητη, για όλους μας, ταπείνωση, καθαρή ζωή, προσευχή και έρευνα.
2.                  Αποδείξεις περί Ορθοδόξου Πίστεως
α) Η Αποστολική Πίστη και Διαδοχή
    Αποστολική πίστη είναι η πίστη, που μας παρέδωσαν ως παρακαταθήκη οι άγιοι ένδοξοι Απόστολοι, την οποία κληρονόμησαν από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό, ως αυτήκοοι και αυτόπτες του ιδίου του Θεού Λόγου. Επομένως, η αποστολική πίστη είναι η πίστη του Χριστού και κατ'επέκτασιν είναι η πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον καθηγητή της Δογματικής του ΑΠΘ κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, «ἡ πίστη αὐτή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θεόπνευστη καί ἀδιαπραγμάτευτη. Ἡ ἔνταξη καί ἡ παραμονή στό μυστηριακό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, δέν εἶναι ἀπροϋπόθετη. Προϋποθέτει ὁπωσδήποτε τήν ἄνευ ὅρων ἀποδοχή καί ὁμολογία τῆς Ἀποστολικῆς πίστεως, ὅπως αὐτή ἑρμηνεύθηκε καί ὁριοθετήθηκε ἀπό τίς ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
    Μέ τήν Ἀποστολική πίστη συνδέεται ἀδιαίρετα καί ἡ Ἀποστολική διαδοχή. Ἡ Ἀποστολική διαδοχή ἔχει οὐσιαστικό περιεχόμενο μόνο μέσα στό Σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί προϋποθέτει ὁπωσδήποτε τήν Ἀποστολική πίστη. Λέγοντας Ἀποστολική διαδοχή ἐννοοῦμε τήν ἀδιάκοπη συνέχεια τῆς ἡγεσίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἡ συνέχεια αὐτή ἔχει χαρισματικό χαρακτήρα καί διασφαλίζεται μέ τή μετάδοση τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων στούς Ἐπισκόπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί δι'αὐτῶν στούς ἱερεῖς. Οὐσιαστικά, λέγοντας Ἀποστολική διαδοχή ἐννοοῦμε πρωτίστως τήν διαδοχή τῆς Ἀποστολικῆς πίστεως καί ἔπειτα τήν διαδοχή τῶν πατριαρχικῶν, ἀρχιεπισκοπικῶν, μητροπολιτικῶν καί ἐπισκοπικῶν θρόνων καί ὄχι τήν διαδοχή τῶν θρόνων χωρίς τήν διαδοχή τῆς Ἀποστολικῆς πίστεως.
    Ὁ τρόπος μεταδόσεως τῆς πνευματικῆς, ἀποστολικῆς ἐξουσίας στούς Ἐπισκόπους γίνεται μέ τήνχειροτονία, τήν ὁποία ὁ Ἐπίσκοπος λαμβάνει μέ κανονικό, ἐκκλησιαστικό τρόπο. Ἡ Ἀποστολική διαδοχή ἔχει νόημα μόνο μέσα στό μυστηριακό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
    Μέ τήν Ἀποστολική διαδοχή συνδέεται καί ἡ ἱερωσύνη. Ἡ ἱερωσύνη προϋποθέτει τήν ἀδιάκοπη συνέχειά της ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους, προϋποθέτει δηλ. τήν Ἀποστολική διαδοχή. Πρωτίστως, ὅμως, ἡ ἱερωσύνη προϋποθέτει τόν Θεάνθρωπο Χριστό ὡς ἱερουργό στό μυστηριακό Σῶμα Του, τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Σέ τελευταῖα ἀνάλυση, ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ ὑφίσταται στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καί παρέχεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό διά τῆς Ἐκκλησίας Του καί γιά τήν Ἐκκλησία Του. Αὐτονομημένη ἱερωσύνη καί αὐτονομημένα ἀπό τήν Ἐκκλησία μυστήρια δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν. Ἡ ἱερωσύνη, ὅπως ἄλλωστε καί ὅλα τά ἱερά μυστήρια, ἀποτελεῖ λειτουργική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις», κατά τόν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα. Αὐτό σημαίνει ὅτι, γιά νά ὑπάρχουνμυστήρια, πρέπει προηγουμένως νά ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία. Τά μυστήρια εἶναι σάν τά κλαδιά ἑνός δένδρου. Ζωντανά κλαδιά, πού ἀνθοῦν καί καρποφοροῦν, μποροῦν νά ὑπάρχουν μόνο ὅταν αὐτά εἶναι ὀργανική προέκταση τοῦ δένδρου, ὅταν δηλ. εἶναι ὀντολογικά συνδεδεμένα μέ τόν κορμό τοῦ δένδρου. (Δ. Τσελεγγίδης, «Εἶναι οἱ ἑτερόδοξοι μέλη τῆς Ἐκκλησίας»;  Ἐν Συνειδήσει, Οἰκουμενισμός, Ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, έκδ. Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα (Ἰούνιος 2009) 78-83)
    Επομένως, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική Εκκλησία, που έχει Αποστολική Διαδοχή, πράγμα που σημαίνει ότι, εάν πάρουμε κάποιον Ορθόδοξο κληρικό και γυρίσουμε προς τα πίσω, θα δούμε ότι ο δεσμός χειροτονίας του φθάνει στους Αποστόλους! Βέβαια, αυτό εσείς δεν το παραδέχεστε, αλλά υπάρχει ένας πολύ εύκολος τρόπος εξακρίβωσης, που θα διαβάσετε παρακάτω, και δεν είναι άλλος από τα αποτελέσματα της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος!
    Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφύλαξε την παρακαταθήκη της Πίστεως. «῏Ω Τιμόθεε, τὴν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περὶ τὴν πίστιν ἠστόχησαν» (Τιμ. Α΄, 6, 20-21). «Τὴν καλὴν παραθήκην φύλαξον διὰ Πνεύματος ῾Αγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν» (Τιμ. Β΄, 1, 14). Όπως ήδη έγραψα, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν άλλαξε το παραμικρό από την διδασκαλία Της, μάλιστα δε, αποσαφήνισε, μέσω των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων, τις αποκεκαλυμένες αλήθειες Της, καταδίκασε τις διδασκαλίες των αιρετικών, αλλά και τους ίδιους τους αιρετικούς χριστιανούς, όταν επέμεναν στην πλάνη τους.
    Ισχυρίζεστε, επίσης, ότι «Τα μοναδικά χαρακτηριστικά των αποστόλων ήταν ότι (α) κλήθηκαν προσωπικά από τον Χριστό». Οι απορίες μου στο σκεπτικό σας είναι οι εξής: α) Ο Χριστός μετά την αποστολική εποχή, έπαυσε να υπάρχει; Μάλλον, θα ήταν βλασφημία να σκεφτούμε κάτι τέτοιο. Και β) όλους τους Αγίους Αποστόλους τούς κάλεσε ο Χριστός μόνο κατά την διάρκεια του επίγειου βίου Του; Όχι, φυσικά, εάν κρίνουμε και από την κλήση του Αποστόλου Παύλου. Επομένως, συμπεραίνουμε ότι ο Χριστός και Θεός μας είναι ο Ίδιος εις τους αιώνας, δεν σταμάτησε να καλεί Αποστόλους, έχει διαφορετικούς τρόπους κλήσης, δεν μπορούμε να Τον περιορίσουμε, ούτε φυσικά να Του υποδείξουμε και να αποφασίσουμε εμείς τι να κάνει!
    Γράφετε: «Έπρεπε λοιπόν ο απόστολος να είναι προσωπικός μάρτυρας (είδε και άκουσε) τα πάντα, σχετικά με το πρόσωπο και το έργο του ΙΧ. Όπως λοιπόν οι δώδεκα Απόστολοι κλήθηκαν προσωπικά από τον Ιησού Χριστό, έτσι ακριβώς κλήθηκε εκ των υστέρων ο Παύλος». Με την τοποθέτησή σας στο πρώτο σκέλος, αναιρείτε το δεύτερο σκέλος και πέφτετε σε κραυγαλέες αντιφάσεις. Ο Απόστολος Παύλος δεν κλήθηκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, διότι ο Χριστός δεν διήγε πλέον τον επίγειο βίο Του!
    Πιο κάτω λέτε: «Αλλά και (β) ότι οι Απόστολοι ενήργησαν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος «σημεία», δηλαδή θαύματα, τεράστια πράγματα που ο Θεός τα ενεργεί δια των ανθρώπων που Εκείνος έχει επιλέξει». Αυτό θα αποδειχτεί, κατά την άποψή μου, επαρκώς παρακάτω. Τα θαύματα, που επιτελούσε ο Κύριος, δεν σταμάτησαν ποτέ να επιτελούνται, και είναι χιλιάδες και ποικίλα. Σημειώνω δε, ότι το κορυφαίο θαύμα που επιτελεί ο Χριστός, μέσω, βεβαίως, των κανονικών Ορθοδόξων κληρικών, είναι η μεταβολή των Τιμίων Δώρων, σε Τίμιο και Πανάγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
β) Παραγωγή Αγίων
    Απόδειξη της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος είναι ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, που είναι αποκλειστικά και μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι η μοναδική, που παράγει Αγίους, οι οποίοι επιτελούν, δια του Ιησού Χριστού, πράγματα και θαύματα, σημεία και τέρατα! Φυσικά, εσείς δεν παραδέχεστε ούτε τους Αγίους, πράγμα το οποίο δεν διευκρινίσατε στην απάντησή σας στην πρώτη μου επιστολή. Οι Άγιοι δεν σκοπεύουν να παραδώσουν κάτι δικό τους. Απλώς, εφαρμόζοντας τον λόγο του Θεού, το Ευαγγέλιο δηλαδή, στην πράξη, καθαρίζονται από τα πάθη τους, φωτίζονται από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο φωλιάζει στην καρδιά τους, και τον «Θεόν ὁρῶσι», κατά το «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8).
    Σας προτρέπω να μελετήσετε, εάν θέλετε, τη ζωή των συγχρόνων Αγίων, του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, που έζησε στα χρόνια μας, και του Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου. Θα μείνετε άναυδοι! Υπάρχουν σήμερα πνευματικά παιδιά τους, που έζησαν και ζουν υπερκόσμιες εμπειρίες. (Ακούστε π.χ., την κυρία Αθηνά Σιδέρη στο youtube, πνευματικοπαίδι του Αγίου Πορφυρίου και θα καταλάβετε τι εννοώ). Η Ορθόδοξη Πίστη είναι κυρίως βίωμα και όχι μόνο θεωρία. «Ἔρχου καί ἴδε». Γι’ αυτό σας αναφέρω πραγματικά παραδείγματα και όχι θεωρίες. Διαβάστε για τον Άγιο Ραφαήλ, τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Νικόλαο, την Αγία Παρασκευή (είναι ατελείωτη η θαυματουργή χορεία των Αγίων), τι θαύματα κάνουν!
    Αποδείξεις πολλές και πρακτικές είναι τα άφθαρτα Ιερά σκηνώματα, τα άγια λείψανα, που ευωδιάζουν (όχι σε όλους. Μπορεί σε μια παρέα κάποιοι να αισθάνονται την ευωδία και κάποιοι όχι, πράγμα που αποκλείει τις παρερμηνείες), οι θεραπείες ανίατων ασθενειών, οι αμέτρητες μαρτυρίες θαυμαστών γεγονότων.
γ) Το Άγιο Φως
    Ένα από αυτά είναι και το Άγιο Φως, το οποίο ανάβει κατά θαυματουργικό τρόπο μόνο στον Ορθόδοξο Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Είναι τεκμηριωμένο γεγονός από ιστορικές μαρτυρίες ετεροδόξων, δηλ. αιρετικών, ακόμη και μουσουλμάνων! Στο παρελθόν έχουν επιχειρήσει να το σφετεριστούν ετερόδοξοι και αλλόδοξοι, ανεπιτυχώς όμως. Το Άγιο Φως δεν άναβε σ’αυτούς. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα πρώτα λεπτά το Άγιο Φως δεν καίει, είναι μόνο Φως, το Άκτιστο Φως της Θεότητος του Χριστού. Γι’ αυτό οι πιστοί το περνούν από τα χέρια και τα γένια τους και δεν καίγονται. (Αυτό είναι απάντηση σε κάποιους «επιστήμονες», που υποστηρίζουν ότι δήθεν το Άγιο Φως είναι υγρός φωσφόρος και διάφορα τέτοια τεχνάσματα).

    Επίσης, δεν ανάβει μόνο τα κεριά του Ορθοδόξου Πατριάρχη Ιεροσολύμων, αλλά και κάποια κεριά πιστών! Μια απλή παρουσία σας στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως θα σας πείσει. Κάποιοι, βλέποντας με ταπείνωση το θαύμα, ενδύθηκαν το ράσο. (Για περισσότερα βλέπετε ενδεικτικά: α) Βιβλίο «Άγιον Φως - Εβδομήντα ιστορικές μαρτυρίες» (4ος-16ος αι.) (Νέα έκδοση - επηυξημένη), Χάρη Σκαρλακίδη, β) «Λατίνος (Ρωμαιοκαθολικός) αυτόπτης μάρτυρας του Αγίου Φωτός»,
 http://www.impantokratoros.gr/439E44EE.el.aspx, γ) «Ιστορική Μελέτη για το Άγιο Φως»,http://www.impantokratoros.gr/7F53C195.el.aspx, δ) Η συγκλονιστική μαρτυρία του Αγαρηνού Εμίρη: «Ξαφνικά η κολώνα σχίστηκε και βγήκε το Άγιο Φως», http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2017/04/blog-post_244.html#more), ε) Orthodox Church - The Miracle of Holy Fire, Jerusalem 2017,https://www.youtube.com/watch?v=qLKeutIO7Nc.
δ) Ο Αγιασμός
    Άλλη απόδειξη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική Εκκλησία, στην οποία υπάρχει η Χάρις του Χριστού μας, είναι η πιστοποίηση με τα Ιερά Μυστήριά Της. Παίρνει ο κανονικός Ορθόδοξος Ιερέας λίγο νερό και, δια του Αγίου Πνεύματος, με την επίκληση της Αγίας Τριάδος, και όχι με μαγικά κόλπα, το αγιάζει και παραμένει αγιασμός. Δεν χαλάει για αιώνες. Σημειωτέον ότι οι αιρετικοί Παπικοί, όταν κάνουν «αγιασμό», προσθέτουν αλάτι, για να τον διατηρήσουν.
    Εάν θέλετε μπορούμε να κάνουμε κι ένα πείραμα, για να αποδείξουμε ο καθένας την πίστη του. Να βάλουμε εμείς οι Ορθόδοξοι νερό σε ένα δοχείο και εσείς οι Ελεύθεροι Ευαγγελικοί να βάλλετε νερό σε ένα άλλο δοχείο. Στο δικό μας δοχείο να τελέσει ο κανονικός Ορθόδοξος Ιερέας την ακολουθία του Μικρού Αγιασμού, και εσείς, με την γενική σας ιερωσύνη, να κάνετε αυτό, που νομίζετε. Μετά την παρέλευση μισού ή ενός ή πέντε ή δέκα ή όσων θέλετε χρόνων, να πιούμε ο καθένας το νερό του δοχείου του. Θα πίνατε το νερό μετά από δέκα χρόνια; Εμείς θα πίναμε τον Αγιασμό, χωρίς δεύτερη σκέψη! Είμαστε στην διάθεσή σας, όποτε θέλετε. Αυτή είναι μία από τις πολλές αποδείξεις για τις ενστάσεις σας περί μυστηριακής (ειδικής) ιερωσύνης. Τί περισσότερο υπάρχει από μια βιωματική εμπειρία; Πόσο μάλλον από πολλές παρόμοιες;
ε) Το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως
    Παρομοίως και η Ιερά Εξομολόγηση, την οποία δεν παραδέχεστε ως Μυστήριο. Γράφετε: «Βλέπετε πως το ένα ζήτημα μετά το άλλο αναδεικνύουν τις διαφορές μεταξύ της Αποστολικής πίστης και αυτής της σημερινής Ορθόδοξης Εκκλησίας; Η εξομολόγηση των αμαρτιών δεν υπήρχε ως «μυστήριο» της Εκκλησίας όπως δεν υπήρχαν και ειδικοί Ιερείς. Αυτά φάνηκαν και ανέκυψαν τους επόμενους αιώνες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καλώς ανέκυψαν. Οι Απόστολοι δεν τα παρέδωσαν ώστε να τα παραλάβουμε εμείς. Αυτά είναι οι ανθρώπινες παραδόσεις που δεν συμβαδίζουν με την προφορική και γραπτή Αποστολική παράδοση» και«Δύο λόγια για το «μυστήριο» της εξομολόγησης. Υποστηρίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία ότι ο Χριστός το συνέστησε με τα λόγια Του: «ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας ἀφέωνται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηνται» (Ιν. 20:23)»
    Όπως έγραψα την προηγούμενη φορά, τα ακριβή και σαφέστατα λόγια του Χριστού, την ημέρα της Αναστάσεώς Του προς τους Αγίους Αποστόλους, είναι: «καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον·  ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται».(Ιω. κ΄, 22-23). Ο Κύριος, δηλαδή, ενεφύσησε στους μαθητές Του, στους Αγίους Αποστόλους, όχι γενικά και αόριστα, Άγιο Πνεύμα, τούς έδωσε την εξουσία του δεσμείν και λύειν τις αμαρτίες. Ο Κύριος ίδρυσε κι αυτό το Μυστήριο. Εσείς, όμως, παραθέτετε μόνο το δεύτερο σκέλος, ενώ παραλείπετε το πρώτο. Είναι συνήθης αυτή η τακτική σε αιρετικούς.
    Πέρα, όμως, από αυτό το βασικό, εμείς, επειδή δεν μένουμε μόνο στην θεωρία, αλλά βιώνουμε το γεγονός στην πράξη, γνωρίζουμε ότι είναι πέρα για πέρα πραγματικότητα.
    Προσωπικά το έχω εξακριβώσει με δικά μου βιώματα και με βιώματα συγγενών και φίλων. Ενδεικτικά σας αναφέρω ένα περιστατικό, που διηγείται ο πατήρ Σάββας Αγιορείτης:
    «Θά σᾶς πῶ ἕνα περιστατικό, γιατί τά περιστατικά μένουν. Τό ἄκουσα καί ἐγώ ἀπό ἕναν ἀγαπητό φίλο ἱερομόναχο, ὁ ὁποῖος τό ἔζησε ὁ ἴδιος, ὁπότε εἶναι ἐγγυημένο καί πραγματικό   καί   εἶναι   τῆς   ἐποχῆς   μας.   Εἶχε   πάει   σέ   ἕνα   νοσοκομεῖο   καί   ἐκεῖ συνάντησε ἕναν φίλο του ἱερέα πολύ λυπημένο. Τοῦ λέει: – Πάτερ τί συμβαίνει;
    – Νά, λέει, ἔχω ἐδῶ τόν νεωκόρο, πού εἶχα στήν ἐκκλησία μου πάρα πολλά χρόνια, πνευματικό μου παιδί, ὁ ὁποῖος εἶναι στά τελευταῖα του -αὐτό δέν εἶναι λυπηρό, εἶναι ἀναμενόμενο,  ὅλοι  θά ἔρθουμε  κάποια στιγμή σ’  αὐτή τήν  κατάσταση-  καί τό λυπηρό εἶναι ὅτι σ’ αὐτή τήν τελική φάση τῆς ζωῆς του βλέπει δαίμονες.
    Ὅταν κανείς φτάνει στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἐπειδή πέφτει τό καταπέτασμα, θά λέγαμε, βλέπει τόν πνευματικό κόσμο καί βλέπει, ἀνάλογα μέ τήν ζωή, πού ἔχει κάνει, εἴτε τούς ἀγγέλους, πού ἔρχονται νά παραλάβουν τήν ψυχή του, εἴτε τούς δαίμονες. Τό ὅτι, λοιπόν, ἔβλεπε τούς δαίμονες δέν ἦταν καθόλου καλό πράγμα.
    Πῆγαν μαζί νά τόν δοῦνε καί τοῦ λένε: – Τί βλέπεις; – Νά, λέει, βλέπω δίπλα μου κάποιους μαύρους ἄγριους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά μέ ἁρπάξουν καί μέ περιγελοῦν κιόλας, γιατί βλέπουν κάτι κολλημένο στήν πλάτη μου, ἕνα χαρτί, τό ὁποῖο διαβάζουν καί γελᾶνε. Εἶναι, λέει, καί οἱ ἄγγελοι, ἀλλά δέν τολμοῦν νά μποῦν μέσα στό δωμάτιο καί στέκονται στήν πόρτα πολύ στενοχωρημένοι. Τότε φώτισε ὁ Θεός τόν ἱερέα καί λέει :
    – Μπορεῖς νά πεῖς στούς ἀγγέλους νά διαβάσουν τί λέει αὐτό τό χαρτί, πού εἶναι καρφιτσωμένο στήν πλάτη σου; Αὐτός σάν να χάθηκε λίγο... βυθίστηκε, ἔχασε τήν ἐπαφή μέ τό περιβάλλον καί κάτι σάν νά μουρμούριζε. Μετά ἀπό λίγο ἐπανῆλθε καί λέει: – Πάτερ, μοῦ εἶπαν τί γράφει. Εἶναι μιά ἁμαρτία, πού εἶχα κάνει στά νιάτα μου, καί εἶχα ντραπεῖ τότε νά τήν ἐξομολογηθῶ καί μετά τήν ξέχασα. Μιά βαριά σαρκική ἁμαρτία.

    Ὁπότε λέει ὁ ἱερέας βγεῖτε ὅλοι ἔξω, γιά νά μοῦ πεῖ τήν ἁμαρτία. Ἦταν πνευματικός. Πράγματι ὁ ἄνθρωπος εἶπε τήν ἁμαρτία καί ἀμέσως ἠρέμησε, ἄλλαξαν ὅλα. Τοῦ λένε: – Τώρα τί βλέπεις; Λέει: – Οἱ δαίμονες ἔφυγαν, γρυλίζοντας, πολύ ἀγριεμένοι γιατί εἶπα τήν ἁμαρτία, καί ἦρθαν μέσα οἱ ἄγγελοι πολύ χαρούμενοι. Καί τό χαρτί αὐτό, πού ἦταν καρφιτσωμένο στήν πλάτη μου, τώρα τό βλέπω καρφιτσωμένο στό πετραχήλι σου.
    Καταλάβατε τί σημαίνει νά λυθοῦν τά δικαιώματα τοῦ διαβόλου; Μέ τήν ἐξομολόγηση λύνονται τά δικαιώματα. Μιά ἁμαρτία δέν εἶχε πεῖ ὁ ἄνθρωπος καί οἱ δαίμονες ἦταν ἔτοιμοι νά τόν ἁρπάξουν. Νά πῶς δεσμευόμαστε! Γι’ αὐτό μήν ἀφήνετε ἀνεξομολόγητες ἁμαρτίες γιά πιό μετά».(http://www.hristospanagia.gr/wp-content/uploads/2017/01/344109793-1o.pdf)
    Αγαπητό «Πρεσβυτέριο»,
    την βεβαιότητα μιας εμπειρίας, δεν μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει, είναι σαν κάποιος να προσπαθεί να αμφισβητήσει, πως το όνομά σας δεν είναι αυτό το οποίο αναγράφεται στην ταυτότητά σας. Έτσι αισθανόμαστε εμείς οι αμαρτωλοί, κατά τα άλλα, Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπροστά στο απέραντο έλεος του Θεού μας, με αυτές τις εμπειρίες, που ζούμε! Δεν μπορείτε καν να τις φανταστείτε! Η πίστη σας είναι μια νεκρή πίστη, καθώς δεν βιώνετε όλα αυτά τα σημεία, που εποίησε και ποιεί διαρκώς ο Κύριός μας, δια μέσω των Αγίων Του!
στ) Το Ιερό Μυστήριο του Γάμου
    Γράφετε: «Πουθενά δεν φαίνεται στα κείμενά της ΚΔ ότι το βάπτισμα είναι μυστήριο ή ο γάμος κ.λπ. Στον γάμο αναφέρει ο Παύλος την λέξη μυστήριο για τη σχέση Χριστού-Εκκλησίας και όχι άνδρα-γυναίκας».
    Αυτό το αναφέρετε, χωρίς να αναγράψετε τα σχετικά χωρία από την προς Εφεσίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου (Εφεσ. 5, 22-33), όπου φαίνεται ότι ο Απόστολος των Εθνών κάνει μια συσχέτιση του Μυστηρίου του Γάμου μεταξύ ανδρός και γυναικός και της σχέσεως του Χριστού με την Εκκλησία. Κάνει, θα λέγαμε, παραλληλισμό και ανάγει την σχέση του ανδρογύνου στην πνευματική σχέση Χριστού και Εκκλησίας. Γι’αυτό και υπάρχει μια συνεχής εναλλαγή των δύο σχέσεων.  «Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ, ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. ἀλλ' ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ἐν παντί. οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ρήματι, ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ' ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος. οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα. ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ· οὐδεὶς γάρ ποτε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ' ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν, καθὼς καὶ ὁ Κύριος τὴν ἐκκλησίαν· ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ· ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν. πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ' ἕνα ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα». Πιο σαφές δεν γίνεται! «...καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν...». Πραγματικά, μέγα το μυστήριο, με το οποίο τα δύο σώματα, γίνονται ένα!
ζ) Η Θεία Ευχαριστία
    Για το κορυφαίο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όπου ο Ορθόδοξος μεταλαμβάνει πραγματικά και όχι συμβολικά το Τίμιο και Πανάγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, δεν πρόκειται να προσπαθήσω να σας το εξηγήσω, όχι διότι σας υποτιμώ, το αντίθετο μάλιστα, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι δεν είστε σε θέση να το καταλάβετε. Δυστυχώς, ούτε και μερικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν μπορούν να το εννοήσουν, επειδή είναι επηρεασμένοι από το κοσμικό πνεύμα της εποχής μας, πνεύμα γενικής αποστασίας από τον Άγιο Τριαδικό Θεό, και θεωρούν ότι συμβολίζει, αλλά δεν είναι πραγματικά το Σώμα και το Αίμα Κυρίου, διαψεύδοντας ταυτόχρονα και την ορθόδοξη εμπειρία και τα λόγια του Ευαγγελίου, και ουσιαστικά τον ίδιο τον Χριστό. Ατυχώς, τα πιστεύω τους συμπίπτουν, χωρίς να το καταλαβαίνουν, με τα πιστεύω της δικής σας πίστης, υποπίπτοντας σε αίρεση.
    Ίσως, όμως, θα θέλατε κι εδώ να κάνουμε ένα πείραμα (για εσάς, διότι για εμάς είναι αδιαμφισβήτητο βίωμα), το οποίο και θα αποδείξει του λόγου το ασφαλές και για το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, αλλά και γι’ αυτό της Ιερωσύνης. Θα μοιάζει μάλιστα με αυτό, που έκανε ο Προφήτης Ηλίας, όταν έβαλε φωτιά στα βρεγμένα ξύλα με την προσευχή του.
    Να τελέσουμε, λοιπόν, εμείς, οι Ορθόδοξοι, με κανονικό Ορθόδοξο Ιερέα το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και, δια του Αγίου Πνεύματος, να μεταβληθεί ο Άρτος και ο Οίνος σε Σώμα και Αίμα Χριστού, και εσείς, οι Ελεύθεροι Ευαγγελικοί, με την γενική ιερωσύνη σας, να προσευχηθείτε σ’ αυτόν που νομίζετε για Χριστό, και να κάνετε ό,τι άλλο νομίζετε. Τώρα, θα ρωτήσετε πώς θα καταλάβουμε, εάν συμβαίνουν αυτά που υποστηρίζει ο καθένας μας. Πολύ απλά! Αφού ο κανονικός Ορθόδοξος Ιερέας μεταλάβει έναν λεπρό ή κάποιον, που έχει το μεταδοτικότερο, θανατηφόρο νόσημα, και αφού πράξετε κι εσείς το ίδιο με τα δικά σας αναμνηστικά και συμβολικά «δώρα», τότε θα μεταλάβουμε οι δυο μας, ο καθένας φυσικά από τα δικά του, και θα καταλάβουμε από το αποτέλεσμα ποιός κατέχει την Αλήθεια! Δεν νομίζω να χρειαστείτε άλλη απόδειξη! Ιδού, λοιπόν, η Ρόδος...
η) Άλλα θαυμαστά γεγονότα
    Σας συνιστώ να πάτε την ημέρα των Θεοφανείων, στους Αγίους Τόπους, όπου τελείται η Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία, για να δείτε τον Ιορδάνη ποταμό να στρέφεται προς τα πίσω, όπως όταν βαπτίστηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός! Κάθε χρόνο γίνεται το ίδιο θαύμα, την ίδια μέρα! Επίσης, σας προτρέπω να πάτε την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, 6 Αυγούστου, στο Θαβώρ, για να δείτε να παρουσιάζεται από το πουθενά η Αγία Νεφέλη και να ευωδιάζει. Κάθε χρόνο γίνεται το ίδιο θαύμα την ίδια μέρα!
    Επίσης, σας ενθαρρύνω να πάτε στην Ιερά Λαύρα του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου στα Ιεροσόλυμα, να ζητήσετε να μπείτε στο υπόγειο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής, και θα μείνετε έκθαμβοι, καθώς οι κεκοιμημένοι δεν καλύπτονται με χώμα, αλλά λιώνουν αργά, χωρίς να μυρίζουν! Είναι κάτι, που ζήτησε ο Άγιος Σάββας από τον Θεό. Επισκέφθηκαν το κοιμητήριο και κάποιοι αμερικανοί γιατροί και φυσικά δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν το γεγονός.
    Μπορείτε, επίσης, να πάτε στην Θεσσαλονίκη, στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, για να δείτε να ρέει ο μύρος και να ευωδιάζει από τον άγιο τάφο του. Έρχου και ίδε, λοιπόν. Όποιος προσέρχεται, ανακαλύπτει βιωματικά πλέον την Αλήθεια, χωρίς πολλά και κούφια λόγια.
    Τέλος, κάνετε τον κόπο να πάτε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται στα Πριγκηπόννησα. Θαυματουργεί συνεχώς! Οι χιλιάδες μουσουλμάνοι, που το επισκέπτονται, έχουν γεμίσει με κλωστές - τάματα τον ανηφορικό δρόμο προς το μοναστήρι και, κατά τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες τους, ο Άγιος τούς δίνει αυτό, που ζητούν, όπως τεκνοποίηση, ίαση, επίλυση προβλημάτων, κ.ά. Μία απλή εκδρομή θα βεβαιώσει του λόγου το αληθές. Θα δείτε και θα ρωτήσετε, όχι Χριστιανούς, που ενδεχομένως να μεροληπτούν, αλλά αλλοθρήσκους!
    Με λίγα λόγια, οι αποδείξεις είναι αμέτρητες και θα μπορούσα να γράφω επί ώρες. Αποδείξεις απτές και πραγματικές για όσους έχουν «μάτια» και βλέπουν, «ὦτα» και ακουν. Νομίζω ότι, εάν έχετε καλή προαίρεση, που θεωρώ, κρίνοντας από την ευγένειά σας, ότι έχετε, δεν χρειάζονται περισσότερες. Η Ορθοδοξία είναι πλούτος αστείρευτος. Ακόμη και εάν δεν είχα κατασταλάξει και έψαχνα να βρω ποιά πίστη από τις δυο με αγγίζει, ποιά με αναπαύει, θα επέλεγα τον πλούτο της Ορθοδοξίας από την απογυμνωμένη φτώχεια, μια και δεν σας έχει μείνει τίποτε, αφού ηθελημένα τα πετάξατε και το κλαδί σας εξηράνθη! Θα διάλεγα την ζώσα Πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας!
    Γράφετε: «Δεν λέμε για την Ευαγγελική Εκκλησία αυτό που εσείς λέτε για την Ορθόδοξη. Πως, δηλαδή, εμείς οι Ευαγγελικοί δεν παρεκκλίνουμε στο ελάχιστο από τον αλάνθαστο λόγο του Θεού που παραδόθηκε στους πιστούς του Χριστού δια των αποστόλων τον 1ο αιώνα».
    Νομίζω ότι καλά κάνετε και δεν το λέτε, διότι αλλιώς θα ήσασταν τελείως παράλογοι. Ούτως ή άλλως δεν μπορείτε να το αποδείξετε. Η πίστη σας, θα λέγαμε, ότι είναι εγκεφαλική, ορθολογιστική, θεωρητική και νεκρή.
    Ισχυρίζεστε, όμως, ότι «Πιστεύουμε όμως ότι είμαστε αρκετά πιο κοντά στη σώζουσα αλήθεια του ευαγγελίου απ’ ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό φαίνεται σε πολλά επιμέρους θέματα».
    Συγχωρέστε με, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω, ποιά είναι τα επιμέρους θέματα, που αποδεικνύουν ότι είστε αρκετά κοντά στη σώζουσα αλήθεια; Δεν αναφέρετε κάτι σχετικό! Ίσως είναι δικό μου πρόβλημα και δεν μπορώ να διακρίνω κάτι τέτοιο. Βοηθήστε με, παρακαλώ.
    Εδώ, βεβαίως, εντοπίζεται μια βασική διαφορά. Πιστεύετε ότι είστε αρκετά κοντά στη σώζουσα αλήθεια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει ολόκληρη την σώζουσα Αλήθεια, γι’ αυτό είναι Καθολική!
    Λέτε, επίσης, ότι «Ως Ευαγγελική Εκκλησία λοιπόν ερευνούμε τις Γραφές αλλά και την εκκλησιαστική Ιστορία ώστε να γνωρίσουμε καλύτερα και τις δύο».
    Αφού παραδέχεστε ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη, πώς μπορείτε να την ερμηνεύετε; Με ποιό τρόπο γίνεται η έρευνα; Μήπως με επιστημονικό, του γραφείου; Η Αγία Γραφή ερμηνεύεται μόνο από τους Θεόπνευστους Αγίους, από αυτούς, που είναι δοχεία του Αγίου Πνεύματος, από αυτούς, που έχουν διαφυλάξει την Παρακαταθήκη της Πίστεως, πράγμα που το γνωρίζουμε από την θαυμαστή ζωή και διδασκαλία τους.
    Στο Άγιον Όρος βρίσκεται η κάρα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Στην κάρα του υπάρχει και ολόκληρο το αυτί του αγίου, το οποίο θα έπρεπε να έχει λιώσει, επειδή, ως γνωστόν, δεν έχει οστό. Αυτό, όμως, διατηρείται άφθαρτο εις τους αιώνας, ως μάρτυρας, διότι είναι το αυτί, στο οποίο ψιθύριζε ο Απόστολος Παύλος την ερμηνεία των Επιστολών του!
3.                  Σύντομη Εκκλησιαστική Ιστορία (προέλευση των Ευαγγελικών)
    Επειδή, όμως, αναφερθήκατε και στην Εκκλησιαστική Ιστορία, να σας θυμίσω με συντομία την ιστορία των «Ευαγγελικών». Μέχρι τον 11ο αιώνα οι πρόγονοι των «Ευαγγελικών» βρίσκονταν εντός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού. Αυτή, δηλαδή, που σήμερα ονομάζεται Ορθόδοξη. Επομένως, δεν υπήρχε, δεν είχε γεννηθεί ακόμη αυτή η νέα πίστη των «Ευαγγελικών». Άρα, μέχρι τότε οι σημερινοί «Ευαγγελικοί» είχαν κοινή πίστη, κοινή παράδοση, κοινά Μυστήρια, κοινούς Αγίους με τους Ορθοδόξους. Όλα κοινά!
    Αυτός είναι ένας λόγος, για τον οποίο απορούμε εμείς οι Ορθόδοξοι, διότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε όλα αυτά, που λέτε για τους πρώτους αιώνες και γενικά, και «ξαφνικά» δεν παραδέχεστε τίποτα, τα ξεχάσατε όλα! Ούτε Αγίους, ούτε Ιερά Παράδοση, ούτε Ιερά Μυστήρια, τίποτα. Δεν είναι παράξενα όλα αυτά που γράφετε παρακάτω στο γράμμα σας, δείχνοντας ότι δεν κατανοείτε την Ορθόδοξη Παράδοση και σβήνοντάς τα όλα; Πώς το εξηγείτε;
    Από τότε αποκόπηκαν από την Εκκλησία οι Λατίνοι ή Φράγκοι ή Παπικοί, οι οποίοι έκαναν δική τους αίρεση, διότι ο αιρεσιάρχης Πάπας, προσέθεσε πολλές κακοδοξίες, οι οποίες σήμερα έχουν πολλαπλασιαστεί (πρωτείο, αλάθητο, μαριολατρία, φιλιόκβε, κοσμικό κράτος, καθαρτήριον πυρ, και άλλα πολλά). Ούτε τότε δεν υπήρχε η δική σας πίστη, διότι συμβαδίζατε με την πίστη των Παπικών, οι οποίοι ως γνωστόν έχουν καταδικαστεί από Άγιες Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους και από Πατέρες ως αιρετικοί, και εσείς το ίδιο τούς θεωρείτε.
    Συνεχίζοντας τα αδιάψευστα ιστορικά γεγονότα, βλέπουμε ότι ο αιρεσιάρχης Λούθηρος, γύρω στο 1500 μ.Χ., παρατηρώντας τα έκτροπα και γενικά την εκκοσμίκευση του Παπισμού, αντέδρασε και, αντί να γυρίσει πίσω στην Εκκλησία, απ’όπου απεσκίρτησε, έκανε κι αυτός τη δική του αίρεση. Είναι ο Προτεσταντισμός ή Διαμαρτύρηση. Με αυτόν τον τρόπο,  προσπαθώντας να κάνει καλό, με αυξημένο, όμως, εγωισμό, αυτός και οι οπαδοί του, πέρασαν στο άλλο άκρο. Έτσι, διέγραψαν 10 βιβλία από την Αγία Γραφή, καθώς και οτιδήποτε δίδασκε ο Παπισμός για τους αγίους, την Παναγία, τα Μυστήρια και γενικά ό,τι τους φαίνονταν ξένο από την Αγία Γραφή. Επομένως, η ονομασία «Ευαγγελικοί» προέρχεται από το ότι δέχεστε το Ευαγγέλιο ως τη μόνη πηγή πίστεως.
    Οι Προτεστάντες δέχονται μία μόνο πηγή της θείας Αποκαλύψεως, την Αγία Γραφή (sola scriptura). Απορρίπτοντας την Ιερά Παράδοση θεωρούν την Αγία Γραφή πλήρη και αυτάρκη κώδικα της πίστεως, πού περιέχει όλες τις αναγκαίες αλήθειες για την σωτηρία του ανθρώπου. Η Αγία Γραφή αποτελεί γι’αυτούς το ύψιστο κριτήριο κάθε δογματικής αλήθειας. Γι’αυτούς η Αγία Γραφή είναι σαφής, καταληπτή και ερμηνεύει η ίδια τον εαυτό της. Έτσι μπορεί να την ερμηνεύσει κάθε χριστιανός, φωτιζόμενος απ’ευθείας από το Άγιο Πνεύμα. Όμως, η γνώμη αυτή των Προτεσταντών ότι η Αγία Γραφή είναι σαφής, δεν είναι σωστή. Η Αγία Γραφή σε πολλά και μάλιστα δογματικά χωρία της είναι ασαφής και δυσνόητη. Αυτό βεβαιώνει ο ίδιος ο Απόστολος Πέτρος, αναφερόμενος στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου και γενικότερα στην Αγία Γραφή. «Ἐν αἶς (ἐπιστολαῖς) ἐστίν δυσνόητά τινα, ἅ οἱ ἀμαθεῖς καί ἀστήρικτοι στρεβλοῦσιν, ὡς καί τάς λοιπάς γραφάς πρός ἰδίαν αὐτῶν ἀπώλειαν» (Β΄ Πέτρ. 3, 16). Άλλωστε οι Προτεστάντες εμφανίζουν ριζικές διαφωνίες στα δυσνόητα κυρίως χωρία της Αγίας Γραφής. Έτσι υπάρχουν τόσες ερμηνείες όσοι και οι ερμηνευτές. Η άποψη για εσωτερικό φωτισμό κάθε πιστού κατά την ερμηνεία της Αγίας Γραφής οδήγησε σε άκρατο υποκειμενισμό και στον γνωστό προτεσταντικό ορθολογισμό. Έτσι εξηγούνται οι πολλές και διάφορες παραφυάδες και αιρέσεις, στις οποίες δεν λείπουν οι προλήψεις ούτε και αυτή η απιστία (Δ. Τσελεγγίδης, Δυτική Θεολογία και Πνευματικότητα, εκδ. Υπηρεσία Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, σσ. 16-18)   
4.                  Η Παρουσία των «Ευαγγελικών» στην Ελλάδα
    Ερευνώντας, εν συνεχεία, πώς βρέθηκαν οι «Ευαγγελικοί» στην Πατρίδα μας, την Ελλάδα, ντρέπομαι να το γράψω, θα το γράψω, όμως, σε περίπτωση, που δεν το γνωρίζετε. Εκμεταλλευόμενοι την εξαθλίωση της πατρίδος μας στην μαύρη περίοδο της Τουρκοκρατίας, ήρθαν να «κηρύξουν» τον Χριστό, όχι στους μουσουλμάνους, αλλά στους Χριστιανούς(!) στις αρχές του 19ου αιώνα. Τότε, που οι πρόγονοί μας πολεμούσαν, για να ελευθερωθούν από τον τουρκικό ζυγό. Αμερικανοί, κυρίως, αλλά και Άγγλοι, Ελβετοί και Γερμανοί, με επικεφαλής τον Ιωνά Κίνγκ, ήρθαν να κηρύξουν το έτερο ευαγγέλιό τους.
    Ο προσηλυτισμός συνεχίστηκε και μετά την κατοχή των Τούρκων. Το 1874, με αρωγό τον Μιχαήλ Καλαποθάκη, ίδρυσαν την «Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία» στην Αθήνα. Το 1891 η Εκκλησία της Ελλάδος αντέδρασε δυναμικά και εξέδωσε εγκύκλιο, που καυτηρίαζε τη νεοϊδρυθείσα πίστη, με λόγους σκληρούς, κατηγορώντας τους για δολιότητα, κακοδοξία, βλασφημία, απάτη, κ.ά.
    Την «Ελευθέρα Ευαγγελική Εκκλησία» την ίδρυσε το 1910 ο Έλληνας Κωνσταντίνος Μεταλληνός, συνταξιούχος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών, μαζί με τέσσερις άλλους, τους Αθ. Κατσάρκα, Γ. Καρβούνη, Θεοφ. Ζαφειρόπουλο και Ι. Δημόπουλο. Η «ΕΕΕ» παραδέχεται ότι α) το Άγιο Πνεύμα φωτίζει το πενταμελές Συμβούλιο-Πρεσβυτέριο, πού διοικεί την «Εκκλησία», β) ο Χριστός θα έλθει πάνω σε σύννεφα, για να παραλάβει την «Εκκλησία» του, και γ) θα ιδρύσει πάνω στη γη τη χιλιετή βασιλεία του. Η «ΕΕΕ» απορρίπτει την Ιερά Παράδοση, την Ιερωσύνη και τα Μυστήρια. Το Βάπτισμα, τη Θ. Ευχαριστία και τον Γάμο τα δέχεται όχι σαν Μυστήρια, αλλά σαν απλές τελετές. (Σχ. βλ. Τί πρέπει να γνωρίζουμε για τις αιρέσεις στην Ελλάδα, έκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος)
    Το συμπέρασμα από τα παρατεθέντα ιστορικά στοιχεία είναι ότι δεν προέρχεσθε από «παρθενογένεση» και, ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν έχετε απαντήσει και σ’ αυτό το ερώτημά μου, θέτοντάς το στην σωστή ιστορική του βάση. Σε περίπτωση, που υπάρχει κάποια αμφισβήτηση των ιστορικών στοιχείων από μέρους σας, μπορώ να τα τεκμηριώσω με επαρκείς παραπομπές, τις οποίες αποφεύγω στο παρόν κείμενο, για να μην το βαρύνω περισσότερο.
    Αλλά, ας δώσουμε τον λόγο στον μακαριστό π. Αντώνιο Αλεβιζόπουλο, ο οποίος μας παρουσιάζει την διδασκαλία της «Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας» και την κονιορτοποιεί με βάση την Ορθόδοξη Διδασκαλία, Πίστη και Ζωή. Λέει ο μακαριστός σχετικά με την διδασκαλία της:
    «Η κίνηση κηρύττει την ελευθερία των επί μέρους κοινοτήτων από κάθε εξάρτηση, τόσο από την πολιτεία, όσο και από υπερκοινοτικές δομές δεν δέχεται καμία υπερκοινοτική ιεραρχία. Η ΕΕΕ ισχυρίζεται πώς «δεν επιβάλλει κανένα τύπο οργάνωσης και λειτουργίας της εκκλησιαστικής τάξης», δεν δέχεται εσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας του πρεσβυτερίου και κηρύττει την αυτονομία της κοινότητας (Η Κοινωνία, 19). Απορρίπτεται «παν καταστατικό εκκλησιαστικής τάξεως και πορείας, ‘Σύμβολον Πίστεως', θεσπίσματα ή κανόνες των Συνόδων, ‘Δόγματα' εκκλησιαστικών ‘πατέρων' και Δασκάλων ανθρώπων» (Κατσάρκα, Η Εκκλησία, 115).
    Όλα αυτά, λέγει, εισήχθησαν στην Εκκλησία μετά το θάνατο των αποστόλων και την οδήγησαν σε αποστασία, μετέβαλαν την Εκκλησία του Χριστού σε «κατ' όνομα εκκλησία». Έτσι η Εκκλησία ζει «επί χίλια και πλέον έτη» σε «πυκνό πνευματικό σκότος» (Κατσάρκα, Η Εκκλησία 5-6).
    Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει «εξωβιβλικές προσθήκες», πού «συσκοτίζουν» και «υποβαθμίζουν» σε τέτοιο βαθμό το πρόσωπο και το έργο του Χριστού, ώστε «να υπάρξει πλήρης σύγχυση και αλλοτρίωση στο σπουδαιότερο θέμα του τρόπου σωτηρίας του ανθρώπου» (Σύντομη ομολογία πίστης, 5). Ακόμη και το κίνημα των διαμαρτυρομένων κατέληξε να γίνει κλάδος της Xριστιανικής θρησκείας, παρ' όλο πού ο Λούθηρος θεωρείται «όργανο του Θεού» (ΕΠ 104/1986,5).
    Οι διαμαρτυρόμενες Εκκλησίες δεν μπόρεσαν να αποκαταστήσουν πλήρως την ευαγγελική αλήθεια (Κατσάρκα, Η Εκκλησία, 132). Αυτή η «αποκατάσταση της αληθείας» έγινε τον περασμένο αιώνα. Εδώ υπάρχει διάσταση με την άπoψη του Κ. Μεταλληνού πού διακήρυττε πώς το κήρυγμά του «είχε τις ρίζες του στο κήρυγμα της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων»(Ζερβόπουλου, Έπεσε 194) και επομένως πίστευε πώς η «απoστασία» άρχισε μετά τον Γ αιώνα και όχι μετά τον θάνατο των απoστόλων.
    Κατά την διδασκαλία της ΕΕΕ η αληθινή Εκκλησία είναι αόρατη, «δεν περιορίζεται σε ... ονόματα δογμάτων», αποτελεί «μία παγκόσμια κοινωνία πιστών», είναι η εκκλησία των «αναγεννημένων» (Ζερβόπουλου, Έπεσε, 141.177). Η οικοδομή της «μιας αόρατης Εκκλησίας» είναι πράγμα «ανέφικτον» (Κοτσάρκα, Η Εκκλησία, 118). Γι' αυτό η κίνηση δέχεται σε ευχαριστιακή κοινωνία όλους τούς «αναγεννημένους», ανεξάρτητα σε ποια ομολογία ανήκουν, αρκεί να έχουν αγία ζωή και να μη ακολουθούν «διδασκαλία πεπλανημένη» (Κατσάρκα, Η Εκκλησία, 118).
    Η αγία Γραφή είναι ο «μοναδικός γνώμονας πίστης και ζωής», «η μόνη πηγή πνευματικής πληροφόρησης». Εδώ δεν γίνεται λόγος για «κατά λέξη θεoπνευστία», όμως χρησιμοποιείται ο όρος «πλήρης θεoπνευστία» ή και «ολοκληρωτική θεoπνευστία» (Σύντομη Ομολογία 7.15. Η κοινωνία 13).
    Η κίνηση πρεσβεύει πώς ο άνθρωπος μετά την πτώση έγινε «πνευματικά νεκρός και ανίκανος να πραγματοποιήσει μόνος, χωρίς τη χάρη, τη σωτηρία του» (Η κοινωνία 10).
    Ενώ βρίσκεται δουλωμένος στην αμαρτία, δεν μπορεί «να κάμει οποιοδήποτε έργο αρεστό στο Θεό» (Σύντομη Ομολογία 11).
    Ο Κ. Μεταλληνός δίδασκε πώς ο υιός του Θεού «εκένωσεν Εαυτόν από την θείαν μορφήν Του, δηλαδή από τας ιδιότητας της θείας φύσεώς Του». Με τη θέλησή Του δηλαδή «στερήθηκε από τις θείες Του ιδιότητες και τελειότητες» (παντοδυναμία, παντογνωσία, πανταχού παρουσία), τις όποιες απέκτησε και πάλι μετά την ανάσταση (Ζερβόπουλου, Έπεσε 99.101.187).
    Οι κοινότητες των Χανίων και της Θεσσαλονίκης απέρριψαν τη διδαχή αυτή. Mάλιστα η κοινότητα των Χανίων αποσπάσθηκε, ενώ άλλες κοινότητες συμφώνησαν να μη κάνουν λόγο για το χριστoλoγικό αυτό ζήτημα.
    Όμως ο Γ. Ζερβόπουλος, στο βιβλίο του «Ο λόγος έγινε σάρκα», επανέρχεται σ' αυτή τη διδαχή και απορρίπτει το δόγμα των δύο φύσεων του Xριστoύ (δόγμα Χαλκηδόνος). Υπογραμμίζει πώς ο Κύριος, χωρίς να χάσει την ταυτότητά του, έγινε με την ενσάρκωσή του μόνο άνθρωπος, για να ξαναλάβει και πάλι μετά την ανάσταση τη θεία Φύση, «εξεντύθηκε τη φύση του τελείου Θεού και εντύθηκε τη φύση του τελείου και αναμάρτητου ανθρώπου» (Ζερβόπουλου, Ο Λόγος 61).
    Άλλο βασικό σημείο, πού έγινε «πέτρα σκανδάλου» ήταν η σχέση μεταξύ της παντογνωσίας του Θεού και της ελευθερίας του ανθρώπου. Ο Κ. Μεταλληνός περιόριζε την παντογνωσία του Θεού. Ο Θεός, έλεγε, περίμενε τρόπον τινά εναγωνίως την έκβαση της μάχης μεταξύ του Σατανά και του Αδάμ. Τη διδαχή αυτή, την ασπάζονται μέχρι σήμερα οι οπαδοί του Κ. Μεταλληνού. Άλλες κοινότητες (Χανίων, Θεσσαλονίκης, Πατρών) κηρύττουν πώς η ελευθερία του ανθρώπου δεν ήταν απόλυτη, αλλά εξηρτημένη από τη βούληση του Θεού, πού είναι απόλυτη. Την πρωτοπορία, λένε, έχει πάντοτε το «θέλω» του Θεού. 
    Ο Μεταλληνός έλεγε: «‘Πρόγνωσις' κι ‘Ελευθερία' είναι δύο όροι ασυμβίβαστoι, επειδή εκείνο πού για το Θεό είναι βέβαιο δεν ημπορεί να είναι για τον άνθρωπο αντικείμενο ελεύθερης εκλογής. Θεία πρόγνωσις της πτώσεως του Αδάμ θα έκανε τον Θεό συνεργό στον ξεπεσμό του πρωτόπλαστoυ, συνεπώς και στην κοτάπτωση της ανθρωπότητας». «Υπάρχει λοιπόν περιορισμός της προγνώσεως του Θεού ως προς την κατεύθυνση της ηθικής ελευθερίας του ανθρώπου». Επομένως κατά τον Κ. Μεταλληνό δεν υπάρχει απόλυτος προορισμός, αλλά ούτε και πρόγνωσις ως προς την ηθική εκλογή του ανθρώπου (Ζερβόπουλου, Έπεσε 94-96).
    Η κίνηση πιστεύει στον αντιπροσωπευτικό εξιλαστήριo θάνατο του Xριστoύ. Ο άνθρωπος αμάρτησε και η τιμωρία του ήταν ο θάνατος, λέγει ο Μεταλληνός. Έτσι θα ετακτοποιείτο το «ποινικό ζήτημα», εκτός εάν βρισκόταν αντικαταστάτης να «πληρώσει» αντί για τον άνθρωπο. Ο θάνατος του Χριστού λοιπόν, ήταν η «πληρωμή του χρέους ημών προς τον Θεόν» και η ανάστασή του η εξόφληση «Κατόπιν καταβολής του χρέους» (Μεταλληνού, Ανάλυση και απολογητική της επιστολής προς Ρωμαίους, 68.100.129.195. Του ίδιου, Έτι λαλείν 135-136). Ο Μεταλληνός πήρε τη διδαχή αυτή από τον F. Godet, πού υποστήριζε πώς υπήρχε ανάγκη κάποιας «μεγάλης επανόρθωσης» (Godet 24).
    Αυτή λοιπόν τη σωτηρία, πού συντελέσθηκε με την «ποινική τιμωρία» την οποία υπέστη ο Χριστός αντιπροσωπευτικά, μπορεί να την λάβει ο κάθε άνθρωπος με τη μετάνοια και την πίστη. Πρόκειται για την πίστη «ότι ο Χριστός με το αίμα του πού έχυσε στο σταυρό έκανε λύτρωση για μας, επειδή ήταν αντικαταστάτης μας τιμωρήθηκε Αυτός για μας» (Μεταλληνού, Ο ιστορικός Ιησούς 98-106, βλ και Spurgeoη, Χάρις 44-87).
    Με την μετάνοια και την πίστη στο ευαγγέλιο και με την αποδοχή του Χριστού σαν «προσωπικού Σωτήρα» παίρνει κανείς «άφεση αμαρτιών», αναγνωρίζεται δίκαιος από τον Θεό (δικαιώνεται) και αναγεννάται (Η κοινωνία 10, Spurgeoη, Χάρις 88-120). Η αποφασιστική πράξη από μέρους του ανθρώπου είναι να δεχθεί να πει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, αν και ένοχος, χαμένος αμαρτωλός, όμως πιστεύοντας ότι συ βάσταξες στο δικό Σου Σώμα τις αμαρτίες μου... εμπιστεύομαι τελείως στο τέλειο και έτοιμο τούτο έργο Σου και Σε δέχομαι σαν προσωπικό Σωτήρα» (Μάθημα 8 δι' αλληλογραφίας).
    Η αναγέννηση πραγματοποιείται εκείνη τη στιγμή. «Όλοι εκείνοι πού ακούν τον υιό του Θεού, δέχονται το λόγο Του και Τον πιστεύουν σαν προσωπικό τους Σωτήρα, αναγεννώνται» (Μαθήματα δι' αλληλογραφίας, άσκηση 6 περί αναγεννήσεως, βλ και Spurgeoη, Όλα με τη χάρη 17-148).
    «Ακριβώς τη στιγμή πού ένας ένοχος αμαρτωλός πιστέψει στη διακήρυξη του Ευαγγελίου, ότι ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες του, και οριστικά Τον δεχθεί σαν δικό του Σωτήρα, παίρνει πνευματική η αιώνια Ζωή... και μ' αυτό τον τρόπο αναγεννάται. Η αναγέννηση πραγματοποιείται τη στιγμή ακριβώς πού ο ένοχος αμαρτωλός θα ατενίσει με πίστη στον Χριστό, δεχόμενος Αυτόν προσωπικό του Κύριο και Σωτήρα» (Μάθημα 7 δι' αλληλογραφίας αναγέννηση. Βλ. καί Μπούσιου 31).
    «Αυτός πού μετανόησε και πίστευε στον Χριστό σαν Σωτήρα του, λαμβάνει αμέσως τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, σφραγίζεται με το Άγιο Πνεύμα» (Καρμπόνη, Η πεντηκοστή 12). Το «βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος» δεν είναι «πρόσθετη χάρη», όπως υποστηρίζουν οι πεντηκοστιανοί. Ούτε ταυτίζεται με το βάπτισμα με νερό. Συντελείται στον κάθε πιστό «Κατά την αναγέννησή του, όταν το Πνεύμα τον βαπτίζει (ενώνει) στο σώμα του Χριστού» (Η κοινωνία 12. Μεταλληνού, Ο άνθρωπος 93-100).
    Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο για τη σωτήρια του, δεν είναι ικανός να δείξει έμπρακτα την επιθυμία του για σωτηρία. «Πρέπει πρώτα να σωθείς κι έπειτα να φέρεις έργο», λέγει ο Μεταλληνός (Μεταλληνού, Χωρίς αλυσίδες 18).
    Στην εκκλησία λοιπόν δεν προσλαμβάνεται κανείς με το βάπτισμα με νερό στο όνομα της Αγίας Τριάδος, αλλά «με την αναγέννηση», πού είναι κάτι ξέχωρο από το βάπτισμα με νερό και προηγείται! Το βάπτισμα με νερό είναι «σύμβολο, τύπος... απόφασις της ελευθέρας θελήσεως, συγκατάβασις προς το νόημα του συμβόλου να αποφύγομε την αμαρτία και να βαδίσωμεν εν πίστει» (Κ. Μεταλληνού, βλ Γ. Ζερβόπουλου, Έπεσε 153).
    Το βάπτισμα αποτελεί δημόσια ομολογία της σωτηρίας, πού έχει ήδη συντελεσθεί. Τω «ύδωρ» του Ιω. γ' 5 είναι σύμβολο του «λόγου του Θεού», λέγει η κίνηση (Μάθημα 7 δι' αλληλογραφίας αναγέννηση). Ο νηπιοβαπτισμός απορρίπτεται σαν «μη Γραφικός» (Β. Κατσάρκα, Η Εκκλησία 117-118).
    Το «Δείπνο του Κυρίου» (ευχαριστία) λογίζεται «ανάμνηση της εξιλαστηρίου θυσίας του Κυρίου», «αναγνώριση του ενός σώματος» όλων των «αναγεννημένων», υπόμνηση της «έλευσης του Κυρίου», «αγωγός θείων ευλογιών στην ψυχή και στο σώμα για τούς άξια μετέχοντες» και «κρίση» για όσους κοινωνούν ανάξια (Η κοινωνία 13).
    Η ειδική ιεροσύνη δεν γίνεται δεκτή, «κάθε πιστός είναι κι ένας ιερεύς, μάλιστα χωρίς διαφορά αν είναι άνδρας ή γυναίκα» (Θ.Μ. Μηνιάτης, Σάλπισμα 3-4λ1980,55).
    Η κίνηση διακρίνει μεταξύ του «πρεσβυτερίου», των «διακονιών» και των «Χαρισμάτων». Οι πρεσβύτεροι ονομάζονται και ποιμένες, επίσκοποι, προϊστάμενοι, ηγούμενοι και εγκαθίστανται με «επίθεση των Χειρών» (Η κοινωνία 20-22).
    Η εξομολόγηση ενώπιον του πνευματικού απορρίπτεται και κηρύττεται η «απ' ευθείας προσέλευση του ανθρώπου στον Θεό» (Σύντομη ομολογία 12-13). Στις εκκλησίες αυτές υπάρχει είδος ευχελαίου «ευχή της πίστης με άλειψη ελαίου» (Η κοινωνία 24). Ο γάμος θεωρείται «ιερός και αδιάλυτος δεσμός» και τελείται με ειδική ιεροτελεστία, πού αποτελεί «το τυπικό του γάμου». Όμως γάμος με «μη αναγεννημένο» δεν ευλογείται. (Η κοινωνία 13-14).
    Στην «Ομολογία πίστης» αναφέρεται πώς οι εκκλησίες αυτές δεν δέχονται την προσκύνηση των αγίων και δεν καταφεύγουν σ' αυτούς «για βοήθεια». Απορρίπτεται επίσης η τιμή των εικόνων και των αγίων λειψάνων (Η κοινωνία 6-7. Η Πίστις 10-19).
    Στο θέμα της εσχατολογίας υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Ο Β. Κατσάρκας εισήγαγε την άποψη του C. Scofield (The Scofield Τeference Bibιe, Ηev. York 1909), οπαδού του J. Ηeison Darby, σύμφωνα με την οποία οι δώδεκα απόστολοι αστόχησαν να εννοήσουν το μυστήριο της 'Εκκλησίας, το οποίο αποκαλύφθηκε κατ' αποκλειστικότητα δια του αποστόλου Παύλου (Β. Κατσάρκα, Η Εκκλησία 37.54).
    Η κίνηση κάνει διάκριση μεταξύ του «ευαγγελίου της βασιλείας» και του «ευαγγελίου της χάρητος». Το ευαγγέλιο της βασιλείας εκηρύττετο στο Ισραήλ Όμως λόγω της πωρώσεως του λαού αυτού σταμάτησε κατά την πεντηκοστή να κηρύττεται. Τότε άρχισε η οικονομία της χάρητος, με σκοπό την συγκρότηση της Εκκλησίας. Ή «οικονομία» αυτή θα λήξει με την ανάσταση των δικαίων και την «αρπαγή» των αναγεννημένων. Τότε θα αρχίσει και πάλι να κηρύττεται το «ευαγγέλιο της βασιλείας» κατά το Ματθ. κδ' 14 από τους πιστούς Ισραηλίτες, πού θα αναγγέλλουν την έλευση του Μεσσία.
    Θα εμφανισθεί ο Αντίχριστος και θα επακoλoυθήσει θλίψη επτά ετών για τούς Εβραίους και για τα έθνη. Ό Σατανάς θα δεθεί και ο Κύριος θα ξαναέλθει μαζί με την Εκκλησία στο όρος των ελαιών, πού θα μεταβληθεί σε πεδιάδα. Θα ιδρυθεί η χιλιετής βασιλεία του Χριστού στη γη με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Στο τέλος της χιλιετίας θα λυθεί ο Σατανάς και θα επιτεθεί μαζί με τα έθνη εναντίον της Ιερουσαλήμ. Όμως θα καταστραφεί με θεία επέμβαση.
    Θα ακολουθήσει η ανάσταση των αδίκων και η τελική κρίση, η αιώνια κόλαση και η αιώνια βασιλεία στη γη με το Ισραήλ και με όσους από τα έθνη πιστέψουν κατά την εποχή εκείνη (Β. Κατσάρκα, Η Εκκλησία 24, βλ και Μεταλληνού, Ό άνθρωπος 152-156).
    Ο Κ. Μεταλληνός δίδασκε μια δεύτερη ευκαιρία μετά θάνατο για όσους δεν άκουσαν το ευαγγέλιο, για τούς διανοητικά ανάπηρους και για τα μικρά παιδιά (Γ. Ζερβόπουλου, Έπεσε 103). Η άποψη αυτή δεν γίνεται δεκτή σήμερα από όλους».
    Στη συνέχεια ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος ασκεί κριτική με βάση τις θέσεις της Ορθοδοξίας και επισημαίνει:
    «Κατ' αρχήν παρατηρούμε πώς η ομάδα αυτή δεν παρουσιάζει πάντοτε την ταυτότητα της. Και κρύπτεται πίσω από «υπερδογματικό» προσωπείο. Αυτό παρατηρούμε στα τηλεμηνύματα και στις δραστηριότητες των διαφόρων οργανώσεών της. Λόγου χάρη ο Ημεροδείκτης της οργάνωσης «Λόγοι Zωής», περιλαμβάνει και το εορτολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στο οποίο αναφέρονται ονόματα αγίων και της περιόδου της «αποστασίας», ακόμη και προερχόμενα από την τάξη των μονάχων, την οποία η κίνηση απορρίπτει. Έτσι στις 5 Ιουλίου σημειώνει: «Αθανασίου του εν Άθω»!
    Γενικά παρατηρούμε πώς η διδαχή της ΕΕΕ ταυτίζεται σχεδόν με τη διδασκαλία των «Χριστιανών Αδελφών», γι' αυτό και παραπέμπουμε στα όσα εκεί εκθέσαμε σχετικά με τις ορθόδοξες θέσεις. Υπογραμμίζουμε όμως πώς οι άνθρωποι της ΕΕΕ υψώνουν τον εαυτό τους πάνω και από αυτούς τούς αποστόλους, αφού υπογραμμίζουν πώς οι 12 απόστολοι δεν γνώριζαν το μυστήριο της Εκκλησίας, το οποίο κηρύττει σήμερα η ομάδα αυτή.
    Σχετικά με την αποστασία μερικοί υποστηρίζουν πώς έγινε αμέσως μετά το θάνατο των αποστόλων, ενώ άλλοι την μεταθέτουν για τον Γ' αιώνα. Όμως όλοι συμφωνούν: η «αποστασία» έληξε με τη δημιουργία των «Ελευθέρων Ευαγγελικών Εκκλησιών» κατά τον περασμένο αιώνα!
Η ομάδα αυτή συνδέει την «αποστασία» με το ότι οι εκκλησιαστικές κοινότητες έπαυσαν να είναι αυτόνομες, δημιουργήθησαν ιεραρχικές και υπερκοινοτικές δομές, συνεκλήθησαν Οικουμενικές Σύνοδοι, πού διετύπωσαν δογματικούς όρους, Σύμβολα Πίστεως, Κανόνες εκκλησιαστικής ζωής.
    Όμως μ' αυτό το «μέτρο» αποδεικνύεται πώς και η ίδια η κίνηση των «Ελευθέρων Ευαγγελικών Εκκλησιών» βαδίζει σήμερα στο δρόμο της «αποστασίας», γιατί και η ίδια δημιουργεί υπερκοινοτικούς οργανισμούς, διατυπώνει ομολογίες πίστεως και κανόνες εκκλησιαστικής ζωής. Οι επί μέρους κοινότητες δεν φαίνονται να έχουν την αυτονομία την οποία διακηρύσσει η κίνηση.
    Η «Κοινωνία των Ελευθέρων Ευαγγελικών Εκκλησιών» είναι ήδη υπερκοινοτικός οργανισμός, με καταστατικό και «εσωτερικούς κανονισμούς». Έχει την ευθύνη για τη «διατήρηση, ευόδωση και κατά Χριστόν αύξηση» των εκκλησιών αυτών, «ώστε να είναι και να παραμένουν Εκκλησίες της Kαινής Διαθήκης» (Ή κοινωνία 5-6).
    Μήπως αυτός δεν ήταν και ο ρόλος των Οικουμενικών Συνόδων, τις οποίες η κίνηση απορρίπτει σαν «αποστασία»; Δεν συγκροτήθηκαν με τη φροντίδα, να περιφρουρήσουν την καθαρότητα της πίστης, ώστε η Εκκλησία να παραμείνει παρθένος αγνή, όπως στην αποστολική εποχή; Ή κίνηση απορρίπτει τις αποφάσεις των οικουμενικών Συνόδων σαν κριτήρια για το αν και πότε μία κοινότητα είναι Εκκλησία της Καινής Διαθήκης, και βάζει στη θέση τους τις αποφάσεις της «Κοινωνίας των Ελευθέρων Ευαγγελικών Εκκλησιών» και την «Ομολογία πίστεως των Ελευθέρων Ευαγγελικών Εκκλησιών»! Έχει ακόμη «Eκτελεστική Διακονία» (όρος ανύπαρκτος στην Καινή Διαθήκη, την οποία η κίνηση επικαλείται) και δύο ειδικούς κανονισμούς για τη λειτουργία της «Γενικής Συνελεύσεως» και της «Eκτελεστικής διακονίας» (Η κοινωνία 26). Προφανώς η Γραφή δεν επαρκεί και σ' αυτό το σημείο!
    Αλλά η «Κοινωνία των Ελευθέρων Ευαγγελικών Εκκλησιών» δεν είναι ο μόνος υπερκοινοτικός οργανισμός. Είναι και ο «Σύνδεσμος Μελών της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας» (Αθήνα), ο «Παγκρήτιος Ευαγγελικός Σύνδεσμος» και ο «Σύνδεσμος Μελών της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης». Λειτουργούν με Kαταστατικά σαν «υπηρεσιακά όργανα των Εκκλησιών της Κοινωνίας» (Η κοινωνία 27). Όλα αυτά είναι ξένα προς το γράμμα της Καινής Διαθήκης, το οποίο επικαλoύνται οι ομάδες αυτές, μία και διακηρύττουν την «ολοκληρωτική θεoπνευστία» και δέχoνται τη Γραφή σαν την «μόνη πηγή πνευματικής πληροφόρησης».
    Αλλά και η θέση του πρεσβυτερίου, όσον αφορά την πράξη, δεν φαίνεται να είναι εκείνη πού διακηρύττει η κίνηση. Αυτό το έχουν επισημάνει και διακεκριμένοι ποιμένες της. Ο Β. Κατσάρκας, σε μια πολύ έντιμη αυτοκριτική παρατηρεί:
    «ούτω πολλοί, εκ των αναδειχθέντων εις τας Εκκλησίας μας Πρεσβυτέρων, εξέλαβαν την ιδιότητα του Πρεσβυτέρου ώς ‘αξίωμα', πού τούς έδινε κυριαρχικά επί του Ποιμνίου δικαιώματα. Εδημιουργήθη ούτω, ένας στεγανός χώρος του Πρεσβυτερίου απρoσπέλαστoς εις τά μέλη της Εκκλησίας. Οι ολίγοι σιγά-σιγά συνεκέντρωσαν εις χείρας των κάθε δραστηριότητα των λοιπών Μελών της Εκκλησίας, αποκλείσαντες αυτά πάσης συνεισφοράς πνευματικής εν τη Εσωτερική Λειτουργία του σώματος. Ούτω εσβέσθη η φλόγα του πολυτιμωτέρου προνομίου του πιστoύ, ήτοι ο πόθος του να συμμετάσχη εις την αγωνίαν του Έργου» (Κατσάρκα, Η Εκκλησία 38).
    Κατά την ομολογία του ίδιου ποιμένος οι χώροι συναθροίσεων μεταβλήθηκαν σε «αιθούσας διαλέξεων» και το «χάρισμα του διδασκάλου» καταργήθηκε σε όλες τις Κοινότητες τα μέλη «κατήντησαν 'νωθροί τας ακοάς' και δεν είναι δεκτικοί 'στερεάς τροφής'» (Κατσάρκα, Η Εκκλησία 136-137).
    Οι ποιμένες των εκκλησιών αυτών απορρίπτουν συνειδητά κάθε σύνδεσμο με την ενιαία παράδοση της Eκκλησίας. Με την αποστολική διαδοχή απορρίπτουν και την αποστολική διδαχή. Χωρίς σταθερό «μέτρο» για τη γνησιότητα της διδαχής των, είναι φυσικό να εξυψώνουν τούς εαυτούς των σε υπέρτατες αυθεντίες για την ορθή ερμηνεία της Γραφής. Η ΕΕΕ, θέλοντας να υπoστηρίζει τις δοξασίες της για την απόρριψη της ειδικής ιεροσύνης, κηρύττει πώς η ιεραρχία στην Εκκλησία είναι καρπός «αλαζονείας», ακόμη κι αν την κηρύττουν οι μαθητές των αποστόλων. Εδώ γίνεται αναφορά στον Κλήμη Ρώμης και στον Ιγνάτιο Αντιοχείας, μαθητή του αποστόλου Iωάννη, πού κατά την αντίληψη της ΕΕΕ βρίσκεται σε αντίθεση με τη Γραφή (Κατσάρκα, Η Εκκλησία 6.128).
    Η απόρριψη της εκκλησιαστικής αυθεντίας και των αποστολικών πατέρων δεν σημαίνει πώς οι άνθρωποι της ΕΕΕ απορρίπτουν και άλλες «αυθεντίες» και νεώτερες παραδόσεις, ξένες προς την αποστολική παράδοση της Εκκλησίας. Έτσι ο Γ. Ζερβόπουλος γράφει για τον Κ. Μεταλληνό : «Πάντοτε ανανέωνε τη διδασκαλία του επιζητώντας να στερεώσει ασφαλέστερα το οικοδόμημα της δογματικής του. Εις αυτό έλαβε ανυπολόγιστη βοήθεια από τα συγγράμματα δύο Ελβετών θεολόγων του περασμένου αιώνα», του F. Godet (1812-1900) και του Αυγουστίνου Γκρεπγιά. Μάλιστα έλεγε πώς είναι ευγνώμων στον Θεό, «πρώτα γιατί μου αποκάλυψε τον Υιόν Του και ύστερα τα έργα του Γκωντέ και του Γκρεπγιά». Οι Ελβετοί θεολόγοι «τον επήραν από το χέρι και του έδειξαν πόσα πλούτη σοφίας και γνώσεως είναι κρυμμένα εν τω Χριστω... Από εκεί έπαιρνε το υλικό, το δούλευε, το μετέπλαθε με κόπο και με προσευχή, το φορμάριζε και ύστερα το σερβίριζε με το δικό του αμίμητο «Μεταλληνέικον τρόπον» (Ζερβόπουλου, Έπεσε 172). Φυσικά πάνω από την αυθεντία των Ελβετών θεολόγων ο Κ. Μεταλληνός έβαζε τη δική του προσωπική αυθεντία. «Αυτό ζητούσε πάντα, να ‘μαγειρεύσει' ο ίδιος κάθε συνηθισμένη θεολογική άποψη πού δεν ικανοποιούσε αρκετά τη συνείδησή του...» (Ζερβόπουλου, Έπεσε 189).
    Για την ΕΕΕ δεν έχει προφανώς μεγάλη σημασία αν κανείς διαφωνεί σε βασικά δογματικά ζητήματα, όπως είναι τό χριστολογικό δόγμα ή το ζήτημα της παντογνωσίας του Θεού. Όμως για την Ορθόδοξη Εκκλησία το ζήτημα είναι βασικό, γιατί αν ο Χριστός δεν ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, δεν συντελέσθηκε στο πρόσωπό του η σωτηρία. Το ζήτημα της παντογνωσίας του Θεού δεν επηρεάζει τήν προαίρεση του ανθρώπου, γιατί ο Θεός «βλέπει» αυτό πού ο άνθρωπος επιλέγει και δεν γίνεται το αντίθετο, στον Θεό δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον, αλλά αιώνιο παρόν. Ό Θεός προγνωρίζει αυτό πού ο άνθρωπος, με την ελεύθερη προαίρεσή του πράττει!
    «Yψίστη υποχρέωση της Εκκλησίας του Χριστού», λέγει ο Ζερβόπουλος είναι «να ελέγχει συνεχώς την παράδοσή της από την Αγία Γραφή, να συμμορφώνει διαρκώς τη Ζωή και τα δόγματά της με τον γραπτό Λόγο του Θεού» (Ζερβόπουλου, Ο Λόγος 59). Έτσι ο Ζερβόπουλος γράφει χωρίς δισταγμό: «ελέγξαμε την εκκλησιαστική παράδοσιν των Συνόδων με το Φως των Γραφών» (Ζερβόπουλου, Ο Λόγος 61).
    Με βάση όμως την «υψίστη υποχρέωση της Εκκλησίας του Χριστού» κατά τον Ζερβόπουλο, άλλοι «ποιμένες» της ΕΕΕ «ελέγχουν από την αγία Γραφή» τα δικά του δόγματα, όπως το χριστολογικό δόγμα, και τα βρίσκουν βλάσφημα. Προφανώς η αλήθεια δεν παραδόθηκε «άπαξ» (Ιούδα 3), αλλά παραδίδεται συνεχώς!
    Η «Κοινωνία Ελευθέρων Ευαγγελικών Εκκλησιών» δηλώνει: «Αγαπούμε τούς Ορθοδόξους συμπατριώτες μας και προσευχόμαστε ο Κύριος να φωτίσει τούς πνευματικούς ηγέτες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έτσι πού να νιώσουν την ανάγκη μιας βαθιάς Εκκλησιαστικής Μεταρρύθμισης, πού θα φέρει στη χώρα μας, και θα κάμει κτήμα του λαού μας, τη διδασκαλία και λατρεία της Αποστολικής Εκκλησίας» (Σύντομη Ομολογία 15).
    Όμως οι άνθρωποι της ΕΕΕ αγνοούν εκείνο πού επιθυμούν να «μεταρρυθμίσουν». Πολλές φορές, όχι μόνο το απορρίπτουν, αλλά και το συκοφαντούν, το χλευάζουν!
    Η ορθόδοξη διδαχή, όπως κατοχυρώθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους, καταδικάζει τη λατρεία κτισμάτων και την τιμή των ειδώλων, δηλαδή εικόνων ψευδών και ανύπαρκτων θεών. Γι' αυτό και οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν αποδίδουν λατρεία σε κτίσματα, όπως στους Αγίους, ούτε τιμή σε είδωλα και εικόνες ψευδών θεών. Αποδίδουν τιμή στους Αγίους του Θεού, στις ιερές εικόνες και στα άγια λείψανα. Όμως τίποτε από αυτά δεν ταυτίζουν με τον Άγιο Θεό. Δεν αποδίδουν στους αγίους λατρεία, αλλά αγάπη και τιμή.
    Οι ορθόδοξοι χριστιανοί αγαπούν και τιμούν με κάθε τρόπο, κάθε τι πού αγάπησε και τίμησε ο Θεός, και κάθε τι πού έχει σχέση με τούς αγαπητούς του Θεού. Εάν στη συνείδησή τους δεν υπήρχε αυτή η διάκριση, αν ταύτιζαν τη Θεοτόκο, τούς Αγίους, τις εικόνες, τα λείψανα, με τον Θεό ή αν τα θεοποιούσαν (ειδωλοποιούσαν), τότε ασφαλώς η τιμή πού αποδίδουν σ' αυτά θα ήταν λατρεία, και οι ίδιοι θα ήσαν ειδωλολάτρες. Όμως τέτοια ταύτιση δεν υπάρχει στη συνείδηση των πιστών.
    Παρ' όλα αυτά μερικοί απόστολοι της «Κοινωνίας Ελευθέρων Ευαγγελικών Εκκλησιών» διακηρύττουν με απόλυτο τρόπο, πώς γνωρίζουν καλύτερα από μας τη δική μας συνείδηση! Έτσι Ο Γ. Ζερβόπουλος και άλλοι συνάδελφοί του, χαρακτηρίζουν την τιμή πού εμείς αποδίδουμε στην παρθένο Μαρία «μαριολατρεία» και την τιμή των Ιέρων εικόνων και των αγίων λειψάνων «ειδωλολατρία» (Ζερβόπουλου, Η παρθένος Μαρία 19.59. Κατσάρκα, Η Εκκλησία 130-131. Επιστροφή 7). Προσθέτουν ακόμη πώς τα θαύματα πού ο Θεός επιτελεί μέσω των αγίων και της Θεοτόκου αποτελούν «ενέργεια του Σατανά» (Ζερβόπουλου, Η παρθένος Μαρία 35. Έπεσε 177).
    Από άγνοια η ΕΕΕ παρερμηνεύει τον αγιασμό των υδάτων στην Εκκλησία μας, και με πνεύμα ειρωνείας και χλευασμού διακηρύττει: «Αρκεί, δηλαδή, μια λεκάνη νερό, ένα κλωνάρι βασιλικός, ένα ομοίωμα σταυρού, η ψαλμωδία κάποιου θρησκευτικού κειμένου, η απαγγελία μιας προσευχής, ο ραντισμός του νερού και ο αγιασμός... συντελείται και παίρνει τέλος» (Μ.Θ., Σάλπισμα 2λ1978, σ. 26).
    Κάθε ορθόδοξος πιστός πού είναι ορθά κατηχημένος και ζει την πίστη του, γνωρίζει πώς παθητική συμμετοχή στην ιερά ακολουθία του αγιασμού, χωρίς ταπείνωση και διάθεση υποταγής στο θέλημα του Κυρίου, δεν φέρει καρπούς. Όμως οι άνθρωποι των ομάδων αυτών, αγνοούν πώς ο Θεός μπορεί και με υλικά στοιχεία να θαυματουργήσει (βλ. σελ. 69). Αγνοούν ακόμη πώς με τον αγιασμό των υδάτων και με τα ιερά αντικείμενα πού χρησιμοποιούνται στον Ορθόδοξο λατρευτικό χώρο, διακηρύσσεται η πίστη στην ελευθερία της κτίσης από τη δουλεία της φθοράς (Ρωμ. η' 20-21). Όταν θέλει κανείς να κρίνει κάποιον, πρέπει πρώτα κατά το δυνατόν να τον γνωρίσει. Να μελετήσει προσεκτικά την πίστη του, το βάθος της, τι κρύπτεται πίσω από τα φαινόμενα. Προ παντός δεν επιτρέπεται να βάλει στον άλλο σκέψεις και πεποιθήσεις πού εκείνος ποτέ δεν διανοήθηκε, και να ερμηνεύσει τον τρόπο της ζωής του με τα δικά του μέτρα.
    Πολλοί από τούς ποιμένες των ομάδων αυτών επιτίθενται με σφοδρότητα εναντίον του ορθόδοξου τρόπου πνευματικής ζωής, χωρίς να κάνουν τον κόπο να τον γνωρίσουν ή να τον μελετήσουν. Τούτο παρατηρούμε ιδιαίτερα στην προπαγάνδα μεταξύ των Ελλήνων του εξωτερικού. Έτσι φυλλάδιο, πού κυκλοφορεί το «Ελληνικό Χριστιανικό Πρόγραμμα» για την περιοχή Σικάγου - Βοστόνης - Γκέρυ (ομιλητής Γ. Ζερβόπουλος), καταφέρεται με σφοδρότητα και με φθηνά επιχειρήματα εναντίον της νηστείας στην Ορθόδοξη Εκκλησία:
    «Ο πολυφαγάς πού τρώει μισή λεκάνη ταραμοσαλάτα κι ένα καρβέλι ψωμί, καμαρώνει ότι νηστεύει, κάποιος άλλος πού πίνει μισό ποτήρι γάλα για το άρρωστο στομάχι του, αυτός αμαρτάνει... Τρώει κάποιος τη σαρακοστή ένα ψαράκι, αυτός αμαρτάνει και θα πάει στην Κόλαση, ο άλλος τρώει ένα κιλό αυγοτάραχο, πού βγαίνει από το ψάρι κι αυτός θεωρείται αξιέπαινος χριστιανός, γιατί νηστεύει... Δεν δίνουμε μεγάλη σημασία αν τη σαρακοστή βγάζουμε από το στόμα μας κακολογίες, βρισιές, βλαστήμιες, κουτσομπολιά και συκοφαντίες. Αυτά, λέμε, δεν πειράζουν. Αν όμως βάλωμε στο στόμα μας λιγάκι γάλα ή ένα αυγό, λέμε, θα μας λερώσουν την ψυχή και θα μας στείλουν στην κόλαση» (Τα παράξενα της νηστείας).
    Ο συγγραφέας του φυλλαδίου αγνοεί ή αποκρύπτει το γεγονός ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συμμερίζεται την άποψη του διαχωρισμού της νηστείας του σώματος και της νηστείας από την αμαρτία. Αφήνει σκόπιμα την Εκκλησία μας εκτεθειμένη στους ακροατές και στους αναγνώστες του. Δεν φροντίζει να υπενθυμίσει πώς το κήρυγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τη νηστεία ταυτίζεται με τη διδαχή των Πατέρων της Εκκλησίας. Ό Μ. Βασίλειος στους λόγους περί νηστείας ή ο άγιος Iωάννης ο Χρυσόστομος, ταυτίζουν τη νηστεία με την εγκράτεια και με την υπέρβαση του δικού μας θελήματος, δηλαδή με την ταπείνωση, πού οδηγεί στη χάρη του Θεού (Ιακ. δ' 6. Α' Πέτρ. ε' 5). Η σωματική νηστεία δεν είναι το όλο, είναι μόνο μέρος της νηστείας για την οποία μιλούν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
    Μία άλλη κακοδοξία της ΕΕΕ είναι η διδαχή πώς ο άνθρωπος μετά την πτώση δεν μπορεί να κάνει οποιοδήποτε έργο αρεστό στον Θεό. Και μόνη η φωνή του Θεού στον Αδάμ μετά την πτώση μαρτυρεί πώς ήταν σε θέση να συναισθανθεί την κατάστασή του και να επιστρέψει: «Αδάμ, που εί;» (Γέν. γ' 9). Στην προς Εβραίους επιστολή αναφέρεται ολόκληρη σειρά δικαίων ανθρώπων, πού ευαρέστησαν τον Θεό, γιατί απέδειξαν γνήσια πίστη: Ο Άβελ, ο Ενώχ, ο Νώε, ο Αβραάμ, η Σάρα, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωϋσής και ολόκληρο «νέφος μαρτύρων» (Έβρ. ια' 4-ιβ' 1).
    Κλείνοντας παρατηρούμε ότι τον ορθόδοξο Χριστιανό δεν τον ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο κάποιος σημερινός ποιμένας, οποιασδήποτε ομάδας, ερμηνεύει την αγία Γραφή, αλλά τι διδάσκει η Εκκλησία πού στηρίζει την αγία Γραφή (Ματθ. ιστ' 18. Α' Τιμ. γ' 15. Ιούδα 3). Θέλει να είναι ενωμένος με την πίστη της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δηλαδή με την πίστη της Εκκλησίας, πού αποδεδειγμένα υπάρχει δια μέσου των αιώνων, και δεν καταλύθηκε ποτέ, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου (Ματθ. ιστ' 18, κη' 20. Ιω. ιδ' 16.26. ιστ' 12-14).
    Η Εκκλησία μας κηρύττει την κοινωνία «μετά πάντων των αγίων», και εννοεί εδώ κοινωνία πίστεως και ζωής. Μέτρο της δεν είναι η οποιαδήποτε σημερινή διδαχή, άγνωστη στην Εκκλησία δια μέσου των αιώνων, ακόμη και αν οι κήρυκές της ισχυρίζονται πώς την ανακάλυψαν στη Γραφή.
    Αυτό ισχύει και όταν νεοφανείς διδαχές κηρυχθούν από άτομα πού ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Όπως είναι γνωστό, ακόμη και ποιμένες της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποστάτησαν από την υγιαίνουσα διδασκαλία, καταδικάσθηκαν από Συνόδους, και αποβλήθηκαν από το σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
    Το να υπoστηρίζει κανείς σήμερα, πώς αυτός ο ίδιος βρήκε μόνος του «την αλήθεια», από τη Γραφή, και πώς η διδαχή της Εκκλησίας των πρωτoχριστιανικών χρόνων και των Οικουμενικών Συνόδων είναι πλάνη, αυτό είναι επικίνδυνο και αποδεικνύει πώς ο άνθρωπος αυτός δεν διαθέτει ταπεινό φρόνημα και δεν έχει τη χάρη του Θεού.
    Μια τέτοια εγωιστική στάση απέναντι στη διδαχή της Μιας Αγίας Καθολικής και Απoστoλικής Εκκλησίας πιστεύoυμε πώς δεν έχει την πηγή της στο Πνεύμα του Θεού.
    Γι' αυτούς τους λόγους είμαστε βέβαιοι πως η διάδοση της διδαχής που φέρει η «Κοινωνία Ελευθέρων Ευαγγελικών Εκκλησιών» στη χώρα μας, όχι μόνο δεν οδηγεί «στη διδασκαλία και στη λατρεία της Αποστολικής Εκκλησίας», αλλά αντίθετα, μας απομακρύνει από αυτή».
    (π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, Εγχειρίδιο αιρέσεων και Παραχριστιανικών Ομάδων, έκδ. Γ΄, Αθήνα 1994,http://aktines.blogspot.gr/2012/12/blog-post_13.html)
    Επίσης, ο θεολόγος Γ. Ψαλτάκης, γράφει για τους Ευαγγελικούς, ότι και σήμερα χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο: «Η δε μέθοδος και η τακτική, που εχρησιμοποίησαν εξ αρχής, ήτο η απάτη των αμαθών, των αφελών και αστηρίκτων. ... Στις επιγραφές ωρισμένων ευκτηρίων οίκων τους, όπως επί παραδείγματι, στις λεγόμενες δηλαδή «Εκκλησίες» τους, όπως και σε μερικά έντυπά τους γράφουν: «Ουδεμίαν σχέσιν έχομεν με τους Μάρτυρας του Ιεχωβά ή άλλη αίρεση». Επειδή δηλαδή ο λαός μας αποφεύγει κατά μέγα μέρος τους «Μάρτυρας του Ιεχωβά» και κάθε αιρετικόν, γράφουν αυτοί ότι δεν είναι αιρετικοί και Μάρτυρες του Ιεχωβά, για να παραπλανήσουν τον κόσμο και να τον κάνουν να πιστεύση ότι είναι Ορθόδοξοι...» (Γ. Ψαλτάκης, Απειλή για την Ορθοδοξία μας, εκδ. Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ»)
5. Αίρεση ή όχι;
    Ελπίζω πώς, με όλα τα παραπάνω, να έγινε κατανοητό ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία κρατάει τον δεσμό της με την πρώτη Εκκλησία του Χριστού και ότι όλα όσα αναφέρετε, ακόμη και ιστορικά εάν το πάρουμε, δεν στέκουν. Ένα άλλο σημείο, στο οποίο θα ήθελα να σταθώ, και το οποίο με ξένισε και μου δημιούργησε παράξενα συναισθήματα, είναι αυτό, που έγραψε ο μακαριστός Γ. Ψαλτάκης, και που σας είχα θέσει ως απορία, που βεβαίως έμεινε αναπάντητη και ασχολίαστη. Γιατί, κι εσείς δηλώνετε ότι δεν έχετε «καμία σχέση με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά ή Χιλιαστές, με τους Μορμόνους, με τους Μασόνους, με τη Νέα Εποχή και με άλλες γνωστές ή άγνωστες αιρέσεις»; Την στιγμή μάλιστα, που η Εκκλησία μας θεωρεί την «Ἐλευθέρα Εὐαγγελική Ἐκκλησία (ΕΕΕ)» ως αίρεση και την τοποθετεί στον κατάλογο με τις «ΟΜΑΔΕΣ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ - Χριστιανικές αἱρέσεις καί παραχριστιανικές ὁμάδες»;
    Είναι απόδειξη της καταγωγής σας από την πρώτη «Ἑλληνική Ευαγγελική Εκκλησία», μια και ακολουθείτε την ίδια «μέθοδο και τακτική, που εχρησιμοποίησε εξ αρχής»; Μήπως δεν απευθύνεστε στους Ορθοδόξους της Κομοτηνής, αλλά στους μουσουλμάνους;
6. Περί Παραδόσεως
    Γράφετε: «Το κυρίαρχο σε σπουδαιότητα ζήτημα είναι αυτό της Παράδοσης και των παραδόσεων. Πιστεύουμε στην Αποστολική Παράδοση. Είναι ό,τι ο Κύριος Ιησούς Χριστός και το Άγιο Πνεύμα παρέδωσαν στους Αποστόλους και Προφήτες της ΚΔ. Προσοχή όμως. Η Παράδοση δεν είναι Πηγή πίστης. Είναι ο τρόπος. Ο λόγος του Θεού παραδόθηκε στους Αποστόλους και τους Προφήτες. Δια της πράξης της Παραδόσεως ο λόγος του Θεού ήρθε σε μας τους ανθρώπους. Η Παράδοση ήταν προφορική και γραπτή και ήταν ισότιμη καθώς ήταν μία στο περιεχόμενό της. Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούν Ευαγγελική και Ορθόδοξη Εκκλησία. Όταν λοιπόν ο απ. Παύλος γράφει στους Θεσσαλονικείς χριστιανούς να τηρούν τις παραδόσεις που παρέλαβαν είτε δια λόγου είτε δια επιστολής, αυτό σημαίνει ότι ο λόγος του και τα γραπτά του μετέδωσαν ένα μήνυμα, το ευαγγέλιο του ΙΧ και τη σημασία του για τη ζωή μας».
    Εδώ ομολογώ ότι δεν πολυκαταλαβαίνω τί λέτε, αλλά θεωρώ ότι απάντησα προηγουμένως. Ωστόσο, νομίζω ότι θέτετε τα πράγματα σε τελείως διαφορετική βάση. Η αποστολική παράδοση δεν είναι διαφορετική από την πατερική παράδοση και δεν διαφέρουν και οι δύο από την παραδεδομένη πίστη του Χριστού την οποία παρέδωσε ο Ίδιος.
    Τί σημαίνει «Η Παράδοση δεν είναι Πηγή πίστης»; Το Ευαγγέλιο είναι πηγή Πίστης; Πώς γίνεται με το ίδιο Ευαγγέλιο να υπάρχουν πολλές και διαφορετικές πίστεις; Μπορεί όλες να είναι ορθές; Η Πίστη είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος: «Ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23).
    Το δε Άγιο Πνεύμα χαριτώνει μόνο όσους είναι στην Εκκλησία, πράγμα που θα σας εξηγήσει ο μακαριστός πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης, ο οποίος θα σας απαντήσει και για τα σχετικά με την Ιερά Παράδοση:
    «Ο Απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο παραγγέλλει: ‘‘Ω, Τιμόθεε, την παρακαταθήκην φύλαξον’’ (Α' Τιμ. στ', 20). Και σε άλλο σημείο προτρέπει: ‘‘την καλήν παραθήκην φύλαξον δια Πνεύματος Αγίου του ενοικούντος εν ημίν’’ (Β΄ Τιμόθεον α', 14). Εφ’ όσον η Παρακαταθήκη διαφυλάσσεται δια του Αγίου Πνεύματος, που ενοικεί στον άνθρωπο, σημαίνει ότι πρόκειται για μυστήριο της πίστεως και όχι για θεωρητικές αλήθειες.
    ‘‘Η Παρακαταθήκη είναι η έκφανση της Ακτίστου Χάριτος και ενεργείας του Θεού και της υποστατικής εν Χριστώ ενώσεως θείας και ανθρώπινης φύσεως, που είναι έργο της αλαθήτου ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, που φωτίζει τους Προφήτες, Αποστόλους και Αγίους στην καθοδήγηση των πιστών στην τήρηση του θελήματος του Θεού και της μεθέξεως της δόξης του Χριστού’’.
    Στην ουσία η Παρακαταθήκη είναι το μυστήριο της πίστεως, που αποκαλύπτεται στους Αγίους, και παραδίδεται από αυτούς στα πνευματικά τους παιδιά.
    ‘‘Η Παρακαταθήκη της Παραδόσεως υπάρχει προ της κτίσεως του κόσμου, φανερώνεται στους Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, ολοκληρώνεται δια της ενσαρκώσεως του Λόγου και ενεργεί την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση των πιστών στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ότι η Παρακαταθήκη της πίστεως, ήτοι η Ιερά Παράδοση, δεν είναι διαφορετική από την Αγία Γραφή, αλλά εμπεριέχεται σε αυτήν. Ενώ δεν είναι διάφορη από την Αγία Γραφή, εν τούτοις δεν είναι η ίδια, διότι η Παρακαταθήκη-παράδοση ταυτίζεται με την Εκκλησία. Επίσης, η Παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως υπάρχει στην Αγία Γραφή, όταν αναγινώσκεται και ερμηνεύεται στην Εκκλησία’’.
    Έτσι, η Παρακαταθήκη της πίστεως-Ιερά Παράδοση είναι ευρύτερη της Αγίας Γραφής και βιώνεται μέσα στην Εκκλησία. Πρόκειται για την δωρεά του Αγίου Πνεύματος.
    ‘‘Η Παρακαταθήκη της πίστεως είναι το κέντρο και η μορφοποιός δύναμη της Ιεράς Παραδόσεως που προϋποθέτει δοτήρα, που είναι ο Τριαδικός Θεός, δωρεά της μεθέξεως της δόξης του Θεού, του ασάρκου Λόγου στην Παλαιά Διαθήκη και του σεσαρκωμένου Λόγου στην Καινή Διαθήκη και δέκτες, φύλακες και μεταδότες της θείας δωρεάς, που είναι ο Προφήτης, ο Απόστολος και ο άγιος της Εκκλησίας’’.
    Η Ιερά Παράδοση-παρακαταθήκη, που είναι το μυστήριο του άσαρκου και σεσαρκωμένου Λόγου, βρίσκεται στην Εκκλησία, αποθησαυρίζεται εν μέρει στην Αγία Γραφή και εμπεριέχεται σε όλη την λυτρωτική και συνοδική λειτουργία του Σώματος του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία. Ερμηνεύεται από τους Αγίους, αλλά συγχρόνως παραμένει μυστήριο.

    ‘‘Παραμένει μυστήριο, διότι η θεία δόξα, όπως και η μέθεξη αυτής, υπερβαίνει και την νόηση και την αίσθηση, αν και ολόκληρος ο άνθρωπος δοξάζεται-θεούται εν Θεώ’’.
    Ο Χριστός είναι η Παρακαταθήκη, την οποία παραδίδει η Εκκλησία δια της Ιεραρχίας δια μέσου των αιώνων, ‘‘κατά την θεία ευχαριστία στους Επισκόπους και τους Πρεσβυτέρους κατά την ημέρα της χειροτονίας τους, ώστε δια των Επισκόπων και Πρεσβυτέρων να φυλαχθή και μεταδοθή προς αγιασμό και θέωση των πιστών. Όμως, Αυτός ο ίδιος ο Χριστός φυλάττει, μεταδίδει και παραδίδει την Παρακαταθήκη, δηλαδή τον Εαυτό Του, με τους φίλους Του’’. Όποιος αποκόπτεται από την Εκκλησία ‘‘παύει να είναι φορεύς της Παρακαταθήκης’’. 
    Έτσι, συνδέονται στενότατα η Εκκλησία με την Παρακαταθήκη-παράδοση και την Αγία Γραφή. Η ‘‘Παρακαταθήκη της πίστεως’’ είναι η αποκάλυψη του Θεού, που δόθηκε από τον άσαρκο και σεσαρκωμένο Λόγο στους φίλους Του, τους Προφήτες, και Αποστόλους και έπειτα στους Πατέρες, και παραμένει ως πολύτιμος θησαυρός στην Εκκλησία. Αυτή η ‘‘Παρακαταθήκη της πίστεως’’ καταγράφεται στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση». (http://www.oodegr.com/oode/dogma/ennoies/parakata8hkh_1.htm)
7. Η Αγία Γραφή
    Για την Αγία Γραφή λέγει ο πατήρ Ιωάννης: «Η Αγία Γραφή είναι οδηγός προς τον Θεόν, αλλά δεν έχει η περιγραφή του Θεού στην Αγία Γραφή καμμία ομοιότητα με τον Θεόν. Μιλά για τον Θεόν, μιλά για την Αλήθεια, αλλά δεν είναι η Αλήθεια. Είναι οδηγός προς την Αλήθειαν και την Οδόν, που είναι ο Χριστός. Διότι, οι λέξεις στην Αγία Γραφή είναι απλώς σύμβολα, τα οποία περιέχουν ωρισμένα νοήματα. Αυτά τα νοήματα είναι όλα ανθρώπινα και οδηγούν προς τον Θεόν, προς τον Χριστόν και τίποτε άλλο.
    Οπότε, διαβάζοντας απλώς κανείς την Αγία Γραφή, δεν μπορεί να θεολογή σωστά μόνο βάσει της Αγίας Γραφής. Αν αυτό το κάνη, δεν μπορεί παρά να γίνη αιρετικός. Διότι, σωστή ερμηνεία της Αγίας Γραφής μπορεί να γίνη μόνον, όταν η μελέτη ή η ανάγνωσις της Αγίας Γραφής συνοδεύεται από την εμπειρία του φωτισμού ή της θεώσεως. Χωρίς φωτισμό ή θέωσι δεν μπορεί η Αγία Γραφή να ερμηνευθή σωστά.
    Όπως, διαβάζοντας απλώς κάποιος βιβλία χειρουργικής, δεν μπορεί να γίνη χειρουργός, αν δεν παρακολουθήση μαθήματα στην Ιατρική Σχολή και δεν εξασκηθή στην χειρουργική κοντά σε έμπειρο καθηγητή, έτσι και σε οποιαδήποτε άλλη θετική επιστήμη πρέπει κανείς να εξασκηθή, για να μπορή από την άσκηση και την εμπειρία να προχωρήση στην επαλήθευσι και διαπίστωσι της θεωρίας. Δηλαδή η θεωρία διαπιστώνεται, αν είναι αληθινή, από την εμπειρική πράξι, από την εμπειρική γνώσι.
    Κατά τον ίδιο τρόπο, ένας, ο οποίος δεν προσεγγίζει την Αγία Γραφή μέσω εμπειρογνωμόνων, δηλαδή μέσω ανθρώπων, που έχουν την ίδια εμπειρία με τους Προφήτες ή τους Αποστόλους, που είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας, δεν μπορεί να βεβαιωθή για την αλήθεια της Αγίας Γραφής. Η βάσις, το θεμέλιο της εμπειρίας αυτής είναι ο φωτισμός και η θέωσις, δηλαδή ο δοξασμός. (http://www.paterikiorthodoxia.com/2012/11/2950.html).
    Το παραπάνω, αλλά και τα προηγούμενα, θεωρώ ότι απαντούν και στην προτροπή σας: «Σας προτρέπουμε να μελετήσετε προσεκτικά και με συνέπεια την Αγία Γραφή».
8. Κοινή πίστη;
    Κάπου αλλού, λέτε: «Είναι καλό που μπορούμε να συζητήσουμε για το ζήτημα της κοινής μας πίστης, της χριστιανικής», και «Από εδώ και πέρα όμως αρχίζουν οι διαφορές μας».
    Την Ορθόδοξη Πίστη, όπως θα καταλάβατε, την χωρίζει χάσμα μέγα από τις ετεροδοξίες και αλλοδοξίες και επομένως και από την δική σας πίστη. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι δεν πρόκειται περί εγωιστικού παιχνιδιού, «ποιός θα κερδίσει και ποιός θα χάσει», αλλά είναι ζήτημα «ζωής και θανάτου», είναι θέμα σωτηριολογικό, που άπτεται της σωτηρίας! Έστω και ένα γιώτα ή μια κεραία να αλλάξει κάποιος, λόγου χάριν, από «ομοούσιος» σε «ομοιούσιος», η διαφορά είναι τεράστια, διότι δεν πρόκειται για ένα απλό γιώτα, που προστίθεται σε μια λέξη και δεν έγινε τίποτα, αλλά πρόκειται για σοβαρό σωτηριολογικό ζήτημα. Εάν ο Κύριός μας δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Θεός δηλαδή, και είναι όμοιος, τουτέστιν κτίσμα του Θεού, τότε όχι εμάς δεν μπορεί να σώσει, αλλά ούτε τον εαυτό του!

    Εδώ βλέπουμε και την αγωνία των Αγίων Πατέρων για τη σύγκληση των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων και την ανάγκη τους να εξηγήσουν, να αποσαφηνίσουν, να οριοθετήσουν την πίστη, για να μην πλανιούνται οι αδελφοί και χάνουν τις ψυχές τους. Και το κατόρθωναν αυτό, διότι οι Άγιοι Πατέρες ήταν αγιασμένοι, θεωμένοι, έβλεπαν και ζούσαν τον Θεό και έτσι μπορούσαν να αποδώσουν, κατά το ανθρωπίνως δυνατόν, τα του Θεού, τα γνωστά δόγματα της Πίστεως.
9. Οι Επτά Εκκλησίες της Αποκάλυψης
    Σε άλλο σημείο γράφετε: «Κλείνοντας, παρακαλώ δέστε με προσοχή την εξής εικόνα που υπάρχει στις επτά εκκλησίες της Ασίας, που αναφέρει ο απόστολος Ιωάννης στο βιβλίο της Αποκάλυψης. Ο ΙΧ στέλνει μια επιστολή σε κάθε μία από αυτές τις εκκλησίες (βιβλίο Αποκάλυψης, κεφάλαια 2 και 3). Αν τις διαβάσετε προσεκτικά θα διαπιστώσετε τη μεγάλη ποικιλία που αυτές οι εκκλησίες παρουσιάζουν. Ενδεικτικά, η εκκλησία της Εφέσου μπόρεσε και διέκρινε ότι οι Νικολαΐτες διέπρατταν έναν βδελυρό συμβιβασμό και μισούσε τα έργα τους. Η εκκλησία της Περγάμου όμως τους ανεχόταν. Η εκκλησία της Σμύρνης είναι ευάρεστη στον Κύριο. Η εκκλησία της Λαοδίκειας όμως δεν έχει ούτε ένα καλό στοιχείο στο ενεργητικό της κ.ο.κ. Τι δείχνει αυτή η εικόνα; Πως ενώ μιλούμε για εκκλησίες του 1ου αιώνα, ενώ η πίστη τότε ήταν πραγματικά μία, ενώ δεν υπήρχαν οι σημερινοί πολλοί χωρισμοί και οι πολλές ταμπέλες, αυτή η μία Εκκλησία δεν ήταν και τόσο «μία» στην καθημερινή της πορεία. Βλέπουμε σημαντικές διαφορές από εκκλησία σε εκκλησία. Ποια από αυτές τις επτά εκκλησίες ήταν «Ορθόδοξη»; Αν όλες ήταν «Ορθόδοξες» - αφού δεν υπήρχαν Ευαγγελικές και Καθολικές ή όποιες άλλες, όπως νομίζετε – τι νόημα έχει να λέμε ότι η εκκλησία της Λαοδίκειας ήταν «Ορθόδοξη» τη στιγμή που έχει βγάλει τον Χριστό απέξω; Πόσο Ορθόδοξη μπορεί να είναι μια τέτοια εκκλησία; Και όμως αυτή ήταν η πραγματική της εικόνα. Αλλά αυτήν την εικόνα την έχει μόνο ο Χριστός. Εκείνοι έλεγαν πως είναι πλούσιοι αλλά ο Χριστός έβλεπε πως είναι γυμνοί. Εκείνοι έλεγαν πως βλέπουν αλλά ο Χριστός έβλεπε πως είναι τυφλοί!».

    Εδώ θα ήθελα να ξεκαθαρίσω μία, ενδεχομένως, σύγχυση. Θα χρησιμοποιήσω ένα απλό παράδειγμα. Υπάρχει στην Ελλάδα ο Οργανισμός της Εθνικής Τράπεζας, η οποία έχει στην Αθήνα το κεντρικό κατάστημα και σε κάθε πόλη και χωριό τα υποκαταστήματά της. Έτσι, υπάρχει η Εθνική Τράπεζα Κομοτηνής, Ρόδου, Δράμας κ.ο.κ., τα κατά τόπους δηλαδή, υποκαταστήματά της. Πρόκειται για διαφορετικές Τράπεζες; Φυσικά και όχι. Σε όποια τράπεζα, ακόμη και του πιο απομακρυσμένου χωριού, κι αν πάει κανείς, βρίσκεται στην Εθνική Τράπεζα. Έτσι, λοιπόν, τηρουμένων των αναλογιών, λέμε και για την Εκκλησία της Ρωσίας, της Ελλάδος, των Ιεροσολύμων, της Κομοτηνής, κ.ο.κ. Δεν πρόκειται για διαφορετικές Εκκλησίες όσον αφορά το δόγμα και την πίστη, αλλά για την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Η διαφορά είναι μόνο τοπική και γεωγραφική.

    Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος, παρατηρούμε ότι σε οποιαδήποτε τοπική Εκκλησία, μπορεί να έχει υποπέσει, λόγου χάριν ο Πατριάρχης Της ή ο Αρχιεπίσκοπός Της, σε κάποια αμαρτήματα, να έχει χάσει τη πρώτη ζέση της πίστεώς του ή ακόμη να υπέπεσε και σε κάποια πλάνη ή αίρεση, όπως την παναίρεση του Οικουμενισμού, που υπάρχει στις μέρες μας. Γι’ αυτούς, λοιπόν, τα λέει ο Χριστός διαχρονικά, διότι ο λόγος του Θεού είναι διαχρονικός, όπως είναι ο ίδιος Χριστός εις τους αιώνες. Άρα λοιπόν, βλέπουμε ότι ούτε για πολλές πίστεις επρόκειτο, ούτε για πολλές «εκκλησίες».
10. Ο επίλογός σας
    Στον επίλογό σας γράφετε: «Με λίγα λόγια – αν και αρκετά, εννιά σελίδες – προσπάθησα να δώσω μια εικόνα γιατί πιστεύουμε ως Ευαγγελική Εκκλησία ότι εκφράζουμε την πίστη του 1ου αιώνα, αν και το όνομα «Ευαγγελικός» δεν υπήρχε, όπως βέβαια και όλα τα άλλα. Επαναλαμβάνω όμως, δεν ισχυριζόμαστε ότι είμαστε αλάνθαστοι και ότι κατέχουμε εμείς και μόνο εμείς όλη την αλήθεια. Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Ερευνούμε συνεχώς».
    Ελπίζουμε να έγινε κατανοητό, μέσα από την Εκκλησιαστική Ιστορία, αλλά και από τις απτές και όχι θεωρητικές αποδείξεις, ότι δεν εκφράζετε σε καμία περίπτωση την πίστη του 1ου αιώνα, διότι α) έχετε φύγει από την Εκκλησία, που εξέφραζε την πίστη αυτή, και β) έχετε σβήσει και διαγράψει όλες τις παραδόσεις και όλη την πίστη, που εξέφραζε αυτή η Εκκλησία, καθώς οι «Ευαγγελικοί» είστε καινούργια πίστη με διαφορετικά «πιστεύω», όπως αποδείχτηκε επαρκώς παραπάνω, από αυτά της Εκκλησίας των 10 πρώτων αιώνων, στην οποία ανήκαν οι πρόγονοί σας. Το ευχάριστο, παρήγορο και ελπιδοφόρο είναι ότι δεν ισχυρίζεστε ότι κατέχετε την αλήθεια και ότι ερευνάτε συνεχώς.
    Γενικότερα, θα λέγαμε ότι σκέπτεστε ψυχρά ορθολογιστικά, δικανικά, όπως και οι Παπικοί άλλωστε, από τους οποίους ιστορικά προέρχεστε. Φαίνεται αυτό καθαρά, και από τη διδασκαλία σας, αλλά και από τα γραφόμενά σας. Παράδειγμα: «Εν ολίγοις, όταν κάποιος μελετήσει την ιστορική εξέλιξη των ιδεών και όρων θα διαπιστώσει άλλη σημασία και χρήση στην ΚΔ και άλλη στη σημερινή Ορθόδοξη Θεολογία»! Εάν μελετήσει κανείς την Καινή Διαθήκη, θα βρει πολλές ομοιότητες, όχι μόνο λεκτικές, αλλά και ουσιαστικές, με την σημερινή Εκκλησία. Όπως ο Χριστός έκανε αμέτρητα θαύματα, που, όπως λέει ο Ευαγελιστής Ιωάννης, αν γράφονταν όλα όσα έκανε ο Ιησούς, ο κόσμος δεν θα χωρούσε τα γραφόμενα βιβλία (Ιω. κα΄, 25), έτσι αμέτρητα θαύματα γίνονται αιώνες τώρα από τους αγίους της Ορθοδοξίας, καταδεικνύοντας την άρρηκτη σχέση της πρώτης Εκκλησίας με την σημερινή.
    Ένα πολύ απλό παράδειγμα από τα πάμπολλα: Ο Κύριος επιτιμά τα δαιμόνια και τα εκδιώκει. Αυτά φεύγουν τρομαγμένα, γνωρίζουν τον Κύριο τον Παντοκράτορα και φρίττουν! Το ίδιο συμβαίνει αιώνες τώρα ανελλιπώς στην Ορθοδοξία μας. Άγιοι και απλοί Ιερείς επιτιμούν τα δαιμόνια και αυτά, ακούγοντας το όνομα του Κυρίου, με τους γνωστούς εξορκισμούς, λακίζουν! Έχετε παρακολουθήσει ζωντανά ή έστω βιντεοσκοπημένα, εξορκισμό; Έχετε δει δαιμονισμένο να βρυχάται, να μουγκρίζει, να ίπταται, να φέρεται αλλόκοτα, να χτυπιέται και να κάνει πράγματα τρομακτικά και υπερφυσικά; Θα ανατριχιάσετε από τον φόβο σας και θα μείνετε έκπληκτος από την κατάληξη, διότι έρχεται ο ιερέας και επιτιμά το δαιμόνιο, το εκδιώκει, και ο άνθρωπος ηρεμεί, σωφρονίζεται, όπως ακριβώς στην εποχή του Χριστού. Έρχου και ίδε! Αυτή είναι η Ορθοδοξία και γι’ αυτό αποτελεί την συνέχεια της πρώτης Εκκλησίας.
    Γράφετε: «Το συμπέρασμα είναι ότι η ταμπέλα, όσο ωραία και αν ακούγεται, δεν εγγυάται καθόλου τη γνησιότητα και την πιστότητα. Η Εκκλησία του Χριστού, η Μία γνήσια και αληθινή, δεν είναι η «Ορθόδοξη» ούτε η «Καθολική» ούτε η «Ευαγγελική». Είναι όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις της μαθητείας που ο Χριστός έκανε γνωστές στις ημέρες Του. Ποιοι είναι αυτοί; Μόνον ο Θεός τους γνωρίζει. Μπορούμε να το δεχθούμε αυτό;».
    Θεωρώ ότι αυτό έχει απαντηθεί επαρκώς. Έχει αποδειχθεί με επιχειρήματα ότι η Εκκλησία του Χριστού, η Μία γνήσια και αληθινή, αυτή που πληροί όλες τις προϋποθέσεις, είναι η Ορθόδοξη. Επομένως, δεν ισχύει το προαναφερθέν, ούτε ότι «Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ασφυκτικά γεμίσει με «καλές» διδασκαλίες αμέτρητων δασκάλων (πατέρων, μοναχών, ηγουμένων, οσίων, ασκητών, …) που έχουν κρύψει το λαμπρό και μοναδικό πρόσωπο του μοναδικού Σωτήρα και μοναδικού Κυρίου Ιησού Χριστού». Όλα αυτά τα θαύματα, που γίνονται από πατέρες, μοναχούς, ηγούμενους, οσίους, ασκητές, αγίους, γίνονται με επίγνωση των Αγίων ότι δεν επιτελούνται από τους ίδιους, αλλά εις το όνομα του Χριστού και δια του Χριστού!
11. Συμπέρασμα
    Συμπερασματικά και με απλά λόγια θα λέγαμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μοναδική Εκκλησία του Ιησού Χριστού, και αυτό αποδεικνύεται τόσο ιστορικά, όσο και εμπειρικά. Ο αγράμματος παππούς και η αγράμματη γιαγιούλα, που δεν γνωρίζουν να διαβάζουν ούτε το Ευαγγέλιο, πάνε χαμένοι; Όχι φυσικά, αλλά ζουν και βιώνουν εμπειρικά το Ευαγγέλιο, μετέχοντας στα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, «διαβάζοντας» τις ιερές εικόνες (τις οποίες και αυτές καταργήσατε), τις επονομαζόμενες και «Ευαγγέλιο των αγραμμάτων», καθαρίζουν τα πάθη τους με την συνεχή άσκηση, ταπείνωση, προσευχή, αγρυπνία, νηστεία, μετάνοια-εξομομολόγηση και Θεία Κοινωνία και χαριτώνονται από το Άγιο Πνεύμα.
    Η απόδειξη αυτού είναι η θαυματουργία, η προόραση, η διόραση, το προφητικό χάρισμα, κλπ. Έχουν γραφτεί  χιλιάδες βιβλία με πολλαπλάσια θαύματα (διαπιστωμένα και επιστημονικώς. Μπορείτε να τα διαπιστώσετε και εσείς. Εάν θέλετε, έχω ντοκουμέντα) και εκατομμύρια Αγίους. Οι Άγιοι δεν θα εκλείψουν ποτέ, έως της συντελείας του αιώνος.
    Τέλος, λέτε: «Ως Ευαγγελικοί δεχόμαστε το ερώτημά σας και θ’ απαντήσουμε αλλά εξίσου και με τους ίδιους ακριβώς όρους ισχύει και για σας. Αυτό που θεωρείτε δεδομένο για την σημερινή Ορθόδοξη Εκκλησία – πώς ταυτίζεται με την Αποστολική πίστη – χρειάζεται να το αποδείξετε. Βλέπετε, με όλες τις Εκκλησιαστικές Αποχρώσεις ισχύει τούτο. Θεωρούμε την πίστη «μας» ως αυθεντική και αμφισβητούμε την πίστη των άλλων. Συνεπώς όλοι μας ανεξαιρέτως οφείλουμε να τεκμηριώσουμε τις απόψεις μας και όχι δογματικά να τις θεωρούμε σωστές ωσάν ν’ αποτελούν ένα αξίωμα».
    Ζητήσατε αποδείξεις και σας παρουσίασα αποδείξεις. Θεωρώ ότι τεκμηρίωσα επαρκώς και σφαιρικά αυτό, που μου ζητήσατε. Εσείς τι αποδείξεις έχετε να μας παρουσιάσετε; Ο Προτεσταντισμός έχει γίνει χιλιάδες κομμάτια, καθώς «ξεπήδησε» μέσα από τον, αποσχισθέντα από το Σώμα της Εκκλησίας, Παπισμό. Εξηράνθησαν τα κλήματα, καθώς απεκόπησαν από την Άμπελο.
    Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος καθιστά την Ορθόδοξη Εκκλησία την Μοναδική Εκκλησία και καταδεικνύει ότι Αυτή αποτελεί την ζωντανή συνέχεια της Πρώτης Εκκλησίας. Τολμήστε να γευτείτε την μεγαλύτερη και καταλληλότερη απόδειξη, με τα δυο πειράματα, που σας πρότεινα. Πιστεύω, θα συμφωνείτε και εσείς, ότι είναι ένας απτός, εμπειρικός και πρακτικός τρόπος, χωρίς πολλά λόγια και φανφάρες! Διότι, αυτό που βιώνουμε, όσο και να προσπαθεί κάποιος να το αμφισβητήσει, δεν μπορεί να τα καταφέρει, επειδή η εμπειρία βιώνεται με όλες τις αισθήσεις και γίνεται σφραγίδα βεβαιότητας.
    Ελπίζω, επομένως, και προσεύχομαι να βρείτε και εσείς την σώζουσα Αλήθεια, τον Χριστό δηλαδή, αφού ακόμη την ψάχνετε, η Οποία βρίσκεται στην Μία, Αγία, Καθολική (περιέχει όλη την Αλήθεια και απευθύνεται σε όλη την ανθρωπότητα) και Αποστολική Εκκλησία, από την Οποία αποκόπηκε το κομμάτι, που ονομάζεται Παπισμός, και κατόπιν ο Προτεσταντισμός, κι εσείς οι «Ευαγγελικοί».
    Και δεν το λέω αυτό με έπαρση, με αλαζονεία ή οτιδήποτε άλλο. Έχω επίγνωση του εαυτού μου. Είμαι αμαρτωλός, ανάξιος και τιποτένιος, αλλά όχι αιρετικός. Είμαι Ορθόδοξος Χριστιανός, δεν έχω χωριστεί από τον Άγιο Τριαδικό Θεό και την Εκκλησία Του και ας Τον στεναχωρώ με τα πάθη και τις αμαρτίες μου, για τις οποίες μετανοώ καθημερινώς, εξομολογούμενος στον πνευματικό μου πατέρα.
Σας έγραψα με πόνο ψυχής και με την αγάπη του Ζώντος Χριστού!
Με εκτίμηση,
Πορφυρίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου