27 Φεβ 2016

Κυριακή του Ασώτου –«Ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε και απολωλώς ην και ευρέθη»



Απόστολος: Α΄ Κορ. στ΄ 12-20
Ευαγγέλιο: Λουκ. ιε΄ 11-32
     Η σημερινή παραβολή του ασώτου, είναι χωρίς αμφιβολία, η σημαντικότερη παραβολή του Κυρίου. Χαρακτηρίστηκε σαν η «παραβολή των παραβολών», γιατί μέσα από αυτήν προβάλλει η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο σαν κίνητρο για μετάνοια. Μια αγάπη που λειτουργεί λυτρωτικά και μέσα από την ελευθερία οδηγεί τον άνθρωπο στη μετάνοια. Μια αγάπη που ξέρει να συγχωρεί χωρίς να κλείνει την πόρτα της επιστροφής, περιμένει υπομονετικά ως την ώρα που ο άνθρωπος θα πάρει το δρόμο της επιστροφής. Μια αγάπη που αποδέχεται τον άνθρωπο, ανεξάρτητα από το μέγεθος και την έκταση των αμαρτιών του. Μια αγάπη που αναζητεί τον άνθρωπο μέσα από τη μετάνοια και την επιστροφή.
     Η αγάπη όμως του Θεού πατέρα δεν περιορίζεται μόνο στον αμαρτωλό γιο που μετανοεί και επιστρέφει, αλλά επεκτείνεται και στο μεγαλύτερο γιο, που υπήρξε μεν υπάκουος, αλλά έπρεπε να τον μιμηθεί και να αγκαλιάσει με αγάπη τον αδελφό του. Μέσα από την στάση και συμπεριφορά του τονίζει ότι όσο καταστροφική είναι η αποστασία και η αμαρτία χωρίς μετάνοια, άλλο τόσο καταστροφική είναι και η αυτοδικαίωση χωρίς αγάπη. Γιατί δεν επιτρέπει στον εαυτό του να διακρίνει τις δικές του ατέλειες και αδυναμίες.

     Όπως ο Φαρισαίος, με βάση το Ευαγγέλιο της περασμένης Κυριακής, αναγνώρισε στον εαυτό του πλήθος αρετών και καμιά ατέλεια – αμαρτία, έτσι και ο μεγαλύτερος γιος ομολογεί τη διαχρονική ευσέβεια του. Και οι δυο απορρίπτουν τον αμαρτωλό συνάνθρωπο ή και αδελφό όπως έγινε με την περίπτωση του τελώνη και σήμερα με τον μικρότερο αδελφό, τον άσωτο. Και οι δυο, Φαρισαίος και μεγαλύτερος γιος, διαχωρίζουν εγωιστικά τον εαυτό τους από τον Τελώνη και τον άσωτο αντίστοιχα.
    Ο μεγαλύτερος γιος δε διαχωρίζει μόνο τον εαυτό του, από τον μικρότερο γιο, τον άσωτο, αλλά και από τον ίδιο του τον πατέρα. Ακόμα τον καθιστά συνένοχο, αφού αναφέρεται στη συγχώρεση του αδελφού του, του λέει ότι όχι μόνο τον αδίκησε, αλλά ακόμα ότι ταυτίστηκε και με τον αμαρτωλό γιο του.
    Έντονη η κριτική που ασκεί ο μεγαλύτερος γιος στον πατέρα του. Μια κριτική που φανερώνει έλλειψη αυτογνωσίας. Ιδιαίτερα όμως αυτή στερείται του υπόβαθρου της αγάπης. Μπορεί να είναι κάπως δικαιολογημένη η απαίτηση του προς το Θεό να φέρεται με δικαιοσύνη, τιμωρώντας τον αμαρτωλό και επιβραβεύοντας τον ευσεβή και ενάρετο. Την ίδια όμως στιγμή βρίσκεται μακριά από τη θρησκεία της αγάπης, όπως την αποκάλυψε ο Ιησούς όχι μόνο μέσα από τη σημερινή παραβολή αλλά και μέσα από τη διδασκαλία του, όπου άφησε σαν παρακαταθήκη μια μόνο εντολή, την εντολή της αγάπης.
« Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς εγώ ηγάπησα υμάς ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάν. ιγ΄ 34). Αγάπη που ξέρει να συγχωρεί. Αγάπη που προσφέρει χωρίς να ζητά ανταλλάγματα. Αγάπη που θυσιάζεται ακόμα και για τον εχθρό.
     Αγάπη. Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα της σημερινής παραβολής. Αγάπη που προσφέρει ο Θεός στον αμαρτωλό άνθρωπο, που αποσκίρτησε μεν από την πατρική αγκαλιά, αλλά μέσα από τη μετάνοια του πήρε το δρόμο της επιστροφής. Αγάπη που προσφέρει και πάλι στον άνθρωπο «την στολήν την πρώτη» και με «δακτύλιον εις την χείρα» τον επαναφέρει στην προ της πτώσεως κατάσταση, αποδεχόμενος την ειλικρινή μετάνοια και επιστροφή του. Αγάπη που θυσιάζει «τον μόσχον τον σιτευτόν». Αγάπη του Θεού που θυσιάζει τον Υιόν του για χάρη της σωτηρίας των αμαρτωλών. Αγάπη που διακηρύσσει σήμερα με χαρά, κατά την επιστροφή του ασώτου «ότι ο υιός μου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».
    Αλήθεια, τι μεγαλειώδης αγάπη! Παρά το ότι ο ίδιος ο γιος του αναγνωρίζει ότι δεν είναι άξιος να ονομάζεται γιος του, γιατί αποσκίρτησε από την πατρική αγκαλιά και κατασπατάλησε την περιουσία του ζώντας άσωτη ζωή, εντούτοις εξακολουθεί να τον περιβάλλει με την ίδια αγάπη και να τον αποκαλεί γιο του. Μια αγάπη που δεν αποθαρρύνει την επιστροφή. Αντίθετα την ενθαρρύνει κατ’ αρχάς του θυμίζει ότι στο σπίτι του υπάρχει περισσή αγάπη όχι μόνο για τα παιδιά του, αλλά ακόμα και για τους εργάτες του. Ζώντας ο ίδιος στη στέρηση και ευρισκόμενος σε χειρότερη κατάσταση από τους δούλους μονολογεί: «Πόσοι εργάτες του πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί, κι εγώ εδώ πεθαίνω της πείνας». Στη συνέχεια αυτή η νοσταλγία της αγάπης τον κάνει να πάρει τη μεγάλη απόφαση: «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ». Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα αμάρτησα στο θεό και σε σένα δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου, κάνε με έναν από τους εργάτες σου.
    Σηκώθηκε, λοιπόν, και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Όση πίκρα ένιωσε, ζώντας μακριά από το πατρικό σπίτι και την πατρική στοργή, αυτή χάθηκε στο δρόμο της επιστροφής. Και όχι μόνον. Την πίκρα και τον πόνο διαδέχθηκε η χαρά, γιατί πριν ακόμα φτάσει είδε τον πατέρα του να τον περιμένει . Η συνάντηση που ακολούθησε δικαίωσε τις προσδοκίες του, δίνοντας ένα μήνυμα σε όλους, ότι ο Θεός πατέρας αγκαλιάζει τον μετανοημένο άνθρωπο και μέσα από τη συγχώρηση διαγράφει όλες του τις αμαρτίες.
    Αδελφοί μου, βαρυσήμαντα τα μηνύματα του σημερινού ευαγγελίου. Αμαρτία και αυτοδικαίωση οδηγούν τον άνθρωπο μακριά από το Θεό. Αντίθετα, η μετάνοια και η συγχώρηση φέρουν τον άνθρωπο κοντά στο Θεό. Ας ανταποκριθούμε στην πρόσκληση του Θεού για μετάνοια. Παράλληλα ας αποδεχθούμε την πρόσκληση Του για συμμετοχή στη χαρά της μετάνοιας και τα επιστροφής του συνανθρώπου μας. Αμήν.

Θεόδωρος Αντωνιάδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου