20 Ιουλ 2026

Τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ- Ὁ αὐστηρὸς ἅγιος (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ

Ὁ αὐστηρὸς ἅγιος

«Ἕως πότε ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ᾿ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις;» (Γ΄ Βασ. 18,21)

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἑορτὴ καὶ πανήγυρις. Ἑορτάζει ἕνας ἅγιος ποὺ διαφέρει ἀ­πὸ τοὺς ἄλλους· εἶνε πολὺ αὐ­στηρός. Κρατάει στὰ ἅγιά του χέρια τσεκούρι καὶ χτυπάει κάθε ἁμαρτωλὸ καὶ ἀσεβῆ. Αὐστηρὸς ἅ­γι­ος. Ἐ­γὼ τὸν φοβᾶμαι, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Πέ­­φτω στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ λέω· Χριστέ, ἐλέησόν με· Χριστέ, «ἱ­λάσθητί μοι τῷ ἁ­μαρτωλῷ»· «μνήσθητί μου, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 18,13· 23,42).

Σεῖς ἴσως εἶστε –καὶ μακάρι νὰ εἶστε– ἅγιοι καὶ δὲν τὸν φοβᾶ­στε. Ἀλλὰ ἄνθρωποι μέσ᾽ στὴν κοινω­νία, στὸν ἀπατεῶνα τοῦ­τον αἰῶνα, εἴμαστε ὅ­λοι ἀνεξαιρέτως, κλη­ρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἄντρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἀκόμα, ἁ­μαρτωλοί. Καὶ τὸ χειρότερο, εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ ἀμετα­νόητοι. Γλεν­τᾶ­με, κάνουμε πρά­γματα ἀν­τί­θετα μὲ τὸ θέλημα τοῦ προφήτου Ἠλία. Τὰ θέλει αὐτὰ ἐκεῖνος; Μετρη­θῆ­τε πόσοι εἶστε στὴν ἐκκλησιά· παραπάνω ἀ­πὸ ἑκα­τὸ – διακό­σοι μεγάλοι καὶ μερικὰ παιδιὰ δὲν εἶ­στε. Οἱ ἄλλοι ποῦ εἶνε; Αὐτὸ δὲν εὐχαριστεῖ τὸν ἅ­γιο. Καὶ σᾶς εἶπα, ὁ προφή­της Ἠλίας εἶ­νε αὐ­­στηρός, ἔχει τσεκούρι, δὲν ἀστειεύεται.

Ἐγὼ ἕνα μόνο ἀπὸ τὰ ἐπεισόδια τῆς ζωῆς του θὰ σᾶς διηγηθῶ.

* * *

Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε ἐννιακόσα χρόνια πρὸ Χριστοῦ, σὲ ἐποχὴ πολὺ διεφθαρμένη, ποὺ ὁ λαὸς εἶχε φύγει ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Λάτρευαν εἴδωλα· ἔφτειαχναν ἀγάλματα ἀπὸ μάρμαρο, ξύλο, μπροῦντζο ἢ σίδερο· καὶ τὰ προσκυνοῦσαν γιὰ θεούς. Εἶχαν ἕνα ψεύτικο θεὸ ποὺ τὸν ἔλεγαν Βάαλ. Κοντὰ δὲ στὴν εἰδωλολατρία ἔπεφταν σὲ φοβερὰ ἁ­μαρ­τήματα. Ἁμάρτανε ὁ λαός, καὶ τὸ κακὸ πα­ράδειγμα τὸ ἔδιναν οἱ ἄρχοντες· ὁ βασιλιᾶς Ἀχαὰβ καὶ ἡ βασίλισσα Ἰεζάβελ. Αὐτοὶ ἔκαναν πολλὲς ἀδικίες· ἁρπαγές, κλεψιές, ἀ­τιμίες. Αὐτοὶ ἦταν εἰδωλολάτρες, ἦταν ἐναντί­ον τοῦ ἀ­λη­θινοῦ Θεοῦ καὶ τῶν προφητῶν του.

Ὁ προφή­της Ἠλίας εἶπε τὴν ἀλήθεια, ἤ­λεγ­ξε τὸ κακό, ἀπὸ τὰ παλάτια μέχρι τὶς καλύ­βες. Δὲν φοβήθηκε κανένα. Ἐσύ, εἶπε στὸν Ἀχαάβ, «διαστρέ­φεις τὸν Ἰσραήλ» (Γ΄ Βασ. 18,17). Στὸ λαὸ ποὺ παρασυρόταν καὶ στοὺς ἀ­σεβεῖς καὶ δι­εφθαρ­­μένους βασιλεῖς ὁ Ἠλίας εἶπε· Ξεκαθαρίστε τὴ θέσι σας, ἀ­κολουθῆστε ἢ τὸν Κύριο ἢ τὸ Βάαλ, μέση ὁδὸς δὲν ὑπάρχει. Ἔμεινα μόνος νὰ λατρεύω τὸν Κύριο τὸν ἀ­ληθινὸ Θεό, ἐνῷ οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων εἶνε πολ­λοί, συνολικὰ ὀχτακόσοι πενήντα (850).

Σᾶς προτείνω λοιπὸν τὸ ἑξῆς. Ν᾽ ἀνεβοῦμε στὸ βουνὸ τὸν Κάρμηλο ὅλοι. Φέρτε δύο μοσχάρια, καὶ ἂς διαλέξουν τὸ ἕνα αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὸν ψευτοθεό· ἂς τὸ σφάξουν, ἂς τὸ διαμελίσουν, ἂς τὸ βάλουν πά­νω στὰ ξύλα, καὶ φωτιὰ μὴν ἀνάψουν. Κ᾽ ἐ­γὼ θὰ ἑτοιμάσω τὸ ἄλλο μοσχάρι χωρὶς ν᾽ ἀ­νά­ψω φωτιά. Καὶ παρακαλεῖτε ἐσεῖς τὸ θεό σας, κ᾽ ἐγὼ θὰ ἐπικαλεστῶ τὸν Κύριο τὸ Θεό μου. Καὶ ὅποιος ἀπὸ τοὺς δύο στείλῃ φωτιὰ γιὰ τὴ θυσία, αὐτὸς θὰ εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός.

Συμφώνησαν μὲ τὴν πρότασί του. Προ­ηγήθηκαν οἱ «προφῆται τῆς αἰσχύνης». Ἀφοῦ ἑτοίμασαν τὸ σφάγιο ἄρχισαν ἀπ᾽ τὸ πρωὶ νὰ παρακαλοῦν· –Ἄ­κουσέ μας, Βάαλ, στεῖλε φωτιά!… Περνοῦσε ἡ ὥ­ρα, ἔγινε μεσημέρι, μὰ τίποτα, «οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις». Ὁ Ἠλίας τοὺς πείραξε· Φαίνεται ὁ θεός σας κοι­μᾶται, φωνάξτε πιὸ πολὺ νὰ ξυπνήσῃ. Φώναζαν δυνατά, ἔκαναν φασαρία, μὰ πάλι τίποτα. Ὅταν βράδιασε ἦρθε ἡ σειρὰ τοῦ Ἠ­λία. Πῆρε δώδεκα λιθάρια κ᾽ ἔχτισε ἄλλο θυσιαστήριο. Μάζεψε ξύλα, ἔσφαξε τὸ μοσχάρι του, τό ᾽βαλε πάνω στὰ ξύλα καὶ τοὺς εἶπε, νὰ τὰ καταβρέ­ξουν ὅλα τρεῖς φορές, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ σὲ κανέναν ἡ παραμικρὴ ὑποψία ὅτι ὑπῆρχε ἐκεῖ σπί­θα φωτιᾶς. Τότε ὁ προφήτης Ἠλί­ας φώναξε πρὸς τὸν οὐρανὸ λέγοντας· –Κύριε Θεὲ τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, ἄκουσέ με σήμερα καὶ ἂς μάθῃ ὅλος αὐτὸς ὁ λαὸς ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Κύ­ριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ κ᾽ ἐγὼ εἶμαι δοῦλος σου καὶ γιὰ σένα τό ᾽κανα αὐτό. Καὶ στὴ στιγμὴ –ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄ­πιστοι, ἐμεῖς πιστεύ­ουμε– φωτιὰ ἔπεσε ἀπ᾽ τὸν οὐρανό, τά ᾽καψε ὅλα, ὄχι μόνο τὸ σφάγιο· ἔγλειψε ἀκόμα καὶ τὸ χῶμα. Ὅλοι τότε ὡμολόγησαν· Πράγματι ὁ Κύριος, αὐτός εἶ­νε ὁ Θεός, αὐτὸς ποὺ λατρεύει ὁ Ἠλίας. Καὶ με­τὰ τί ἔκανε ὁ προφήτης μὲ τὸ τσεκούρι; Πῆρε ὅ­λους τοὺς ψευτοπαπᾶδες, ποὺ γλεντοκοποῦ­σαν στ᾽ ἀνάκτορα μαζὶ μὲ τοὺς βασιλιᾶ­δες, τοὺς κατέβασε στὸν χείμαρρο Κισσῶν καὶ ἐκεῖ τοὺς ἔσφαξε σὰν ἀρνιά (βλ. ἔ.ἀ. 18,19-40). Τρό­μος καὶ φόβος ἔπεσε.

Αὐτὸς εἶνε ὁ προφήτης Ἠλίας.

* * *

Ὅπως βλέπουμε, στὴν ἐποχή του ὑπῆρχαν τρεῖς κατηγορίες. Ἡ μία ἦταν οἱ ἄπιστοι. Πίστευαν ὄχι στὸ Θεὸ ἀλλὰ στὸν ψετοθεό· αὐ­τοὶ ἦταν ὁ βασιλιᾶς, ἡ βασίλισσα καὶ ὁ πολὺς κόσμος. Δεύτερη κατηγορία ἦταν οἱ ἀμφιβάλ­λοντες· αὐτοὶ οὔ­τε ἄπιστοι ἦταν οὔτε πιστοί. Ἆραγε, σκέπτονταν, αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Ἠλίας νά ᾽νε ἀληθινά; μήπως ἔ­χουν δίκιο οἱ ἄπιστοι; Ἔμοιαζαν μὲ ἄνθρωπο ποὺ κουτσαίνει κι ἀπὸ τὰ δύο πόδια· δὲν βαδίζει ἴσια τὸ δρόμο, γέρνει πότε δεξιά, πότε ἀριστερά. Τρίτη κατη­γορία ἦταν οἱ πιστοί. Πόσοι ἦταν; Λίγοι, τόσο λί­γοι, ὥστε ὁ προφήτης Ἠλίας ἀπελπίστηκε καὶ μιὰ μέρα εἶπε· –Θεέ μου, ἔμεινα μόνος στὸν κόσμο· δὲν ὑπάρχει πιὰ ἄλλος νὰ σ᾽ ἀγαπάῃ, ὅλοι σ᾽ ἀρνήθηκαν. Καὶ ὁ Κύριοις τοῦ εἶ­πε· –Λάθος κάνεις, δὲν εἶσαι μό­νος· μέσα στὸ λαὸ ὑπάρχουν ἑφτὰ χιλιάδες (7.000) ἄντρες ποὺ δὲν ἔκλιναν γόνυ στὸν Βάαλ, δὲν λάτρευ­σαν τὸν Βάαλ (βλ. Γ΄ Βασ. 19,18).

Ἀπὸ τότε, ἀγαπητοί μου, πέρασαν τρεῖς χιλιάδες περίπου χρόνια. Ἡ κατάστασι εἶνε ἴδια. Καὶ σήμερα στὸ λαό μας, ἂν πάρῃς κόσκι­νο καὶ κοσκινίσῃς, θὰ διακρίνῃς τρεῖς κατηγορίες, νούμερο ἕνα, νούμερο δύο, νούμερο τρία.

1.Πρῶτον εἶνε οἱ ἄπιστοι. Ἄλλοτε στὸν ἅγιο τοῦ­το τόπο οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν τηλεοράσεις, ῥαδιόφωνα, αὐτοκίνητα, ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα τῆς ἄνετης ζωῆς. Καλυβάκια εἶχαν. Ἀλλὰ μέσ᾽ στὶς καλύβες ζοῦσαν ἅγιοι ἄνθρωποι· τώ­ρα μέσ᾽ στὰ παλά­τια ζοῦν διεφθαρμένοι, καθάρματα. Φτωχὸς λαός, εὐλογημένος λαός. Οὔτε ἕνας ἄπιστος, βλάστημος, μοιχός, πόρνος, ψευδομάρτυρας, κλέφτης, ἄ­τιμος. ᾽Εργατικοὶ ἄνθρωποι, τσοπαναραῖοι, βοσκοί, ζοῦσαν μὲ τὸ Θεό. Τώρα!… Καὶ πρῶτοι-πρῶ­τοι ἄπιστοι εἶνε – ποιοί; οἱ δῆ­θεν γραμματισμένοι μας, ποὺ πῆγαν στὰ σχολειὰ καὶ πανεπιστήμια. Φουρνιὲς – φουρνιὲς βγαίνουν. Σπάνιο πρᾶγμα νὰ βρῇς νὰ πιστεύῃ στὸ Θεὸ γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός, ἐπιστήμονας. Τὸ τσιγαράκι τους, τὸ γλέν­τι, τὸ φαγητό, τὸ φλέρτ, τὴ διασκέδασι, τὰ λεφτά, τὸ μαμωνᾶ – τὸ θεό τους. Τίποτε ἄλλο. «Τὸ ψάρι βρω­­μάει ἀπὸ τὸ κεφάλι». Κ᾽ ἔρχονται αὐτοὶ στὰ εὐλογημένα χωριά μας καὶ σπέρνουν τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Τώρα ἄπιστοι δὲν εἶνε μόνο στὴν Ἀ­θήνα, στὴ Θεσσαλονίκη, στὴ Φλώρινα καὶ στὴν Κο­ζάνη, στὶς μεγάλες πολιτεῖες· ἄπιστοι εἶνε μέχρι τσοπα­ναραῖοι στὰ βουνά, γεωργοί, καὶ γριὲς ἀ­κόμα. Σ᾽ ἕ­να χωριὸ πέθανε μιὰ γριὰ ἐνενήντα χρο­νῶν. Πῆγε ὁ παπᾶς νὰ τὴν ἐξομολογήσῃ καὶ τοῦ λέει· –Ἄντε, ῥὲ παπᾶ, δὲν πιστεύω τίποτα, οὔτε κόλασι οὔτε παράδεισο. –Καὶ ποιός σοῦ τά ᾽πε αὐ­τά, γιαγιά; –Ἦρθε ὁ ἐγγονός μου ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, σπουδάζει μηχανικός, καὶ μοῦ εἶπε ὅτι δὲν ὑ­πάρχει Θεός… Ξερρίζωσε αὐτὸς μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῆς γριᾶς τὴν πίστι στὸ Θεό, πού ᾽ταν παρηγοριὰ τοῦ λαοῦ μας.

2. Δεύτερον ὑπάρχουν ἄλλοι, ποὺ οὔτε πιστεύ­ουν οὔτε δὲν πιστεύουν. Αὐτοὶ ἔρχονται στὴν ἐκ­κλησιά, ἀνάβουν κεράκι, ἀλλὰ μέσα τους λένε· Ἆ­ραγε αὐτὰ ποὺ λέει ὁ δεσπότης κ᾽ οἱ παπᾶδες νά ᾽νε ἀληθινά; νὰ ὑπάρχῃ παράδεισος, κόλασι, ψυχή; Μὰ ἐὰν αὐτὰ εἶνε μῦ­θος;… Ἕνα «ἐὰν» νὰ βά­λῃς, δὲν πιστεύεις πλέον. Αὐτοὶ λοιπὸν ἀμφιβάλλουν, κου­τσαίνουν στὴν πίστι. Λέει ἡ Ἀποκάλυψις (βλ. 16,13), ὅτι θά ᾽ρθουν χρόνια κατηραμένα ποὺ ἡ γῆ θὰ γεμίσῃ ἀπὸ «βατράχους». Τί ἐννοεῖ «βατράχους»; Ὁ βάτραχος δὲν μένει πάντα στὴν ξηρά, οὔτε στὴ θάλασσα· πηδάει μιά στὸ νερό, μιά στὸ βράχο. Ἔτσι εἶνε κι αὐτοί· καὶ στὴν ἐκκλησιὰ πᾶνε, καὶ τὴν ἀπιστία τὴν ἔχουν μέσ᾽ στὴν καρδιά τους.

3. Τρίτον. Πρώτη κατηγορία λοιπὸν οἱ ἄθεοι, δεύτερη οἱ δύσπιστοι Θωμᾶδες ποὺ πιστεύουν ἀλλὰ βάζουν κ᾽ ἕνα «ἐάν»· καὶ τέλος εἶνε οἱ πιστοί. Ὑ­πάρχουν πιστοί; Ὑπάρχουν. Ποῦ; ἐ­δῶ στὴν Ἑλ­λάδα; Ἐὰν κατεβῇ ἄγγελος καὶ μᾶς κοσκινίσῃ, ἀμ­φιβάλλω ἐὰν σὲ ὅλη τὴν πατρίδα μας βρεθοῦν χίλιοι ἄνθρωποι νὰ πιστεύουν στὸ Θεό.
Ποῦ ὑπάρχουν πιστοί; Πήγαινε στὴ ῾Ρωσία. Στὸ Στάλινγκραντ, στὴ Μόσχα, στὴ Σιβηρία ὑ­πάρχουν ἁπλοϊκοί, φτωχοὶ ἐργάτες, ποὺ δουλεύουν στὰ κολχὸζ καὶ πιστεύουν στὸ Θεό· πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, λένε ὅλοι τὸ «Πάτερ ἡμῶν…» τὸ «Πιστεύ­ω…» τὸ «Κύριε, ἐλέησον» καὶ προσεύχονται μὲ δάκρυα. Ἐδῶ δὲν ἔχουμε τὴν πίστι αὐτὴ στὸ Θεό.

* * *

Αὐτά, ἀδελφοί μου, εἶχα νὰ σᾶς πῶ σήμερα. Ὁ ἅγι­ος ποὺ ἑορτάζουμε τώρα εἶνε ξεχωριστός. Ποιό εἶ­νε τὸ ἰδίωμά του; Δὲν εἶνε ἐπιεικής, δὲν χωρατεύ­ει· εἶνε φωτιὰ καὶ τσεκούρι.

Ἐμεῖς λοιπὸν οὔτε ἄπιστοι, οὔτε ἀμφιβάλλον­τες, ἀλλὰ νὰ μένουμε πιστοί, κοντὰ στὸ Θεό. Πιστοί! Φράξτε τ᾽ αὐτιὰ στοὺς ἀθέους. Πῆγε κάποιος ἄπιστος καὶ ἄθεος –νὰ μὴν πῶ τὸ ὄνομά του– σ᾽ ἕνα χωριὸ καὶ τοῦ ἑτοίμασαν φαγητό. Πρὶν καθήσουν στὸ τραπέζι ὁ νοικοκύρης σηκώνεται ὄρ­θιος νὰ κάνῃ σταυρό. Γέλασε αὐτός· –Πιστεύεις ἀκόμα στὴν ἐ­ποχή μας αὐτὰ ποὺ λέει ὁ δεσπότης; Τοῦ λέει ὁ νοικοκύρης· –Φύγε, δὲν σ᾽ ἀνέχομαι μέσ᾽ στὸ σπίτι! ἄθεο ἄνθρωπο δὲν δέχομαι… Ἄνθρωπος ποὺ δὲν κάνει σταυρό, ποὺ δὲν πιστεύει στὸ Θεό, εἶνε ἱκανὸς νὰ κάνῃ τὸ πιὸ μεγάλο κακό.

Κλεῖστε, ἀδελφοί μου, τ᾽ αὐτιά σας στοὺς ἀθέους καὶ ἀπίστους, μὴ δημιουργεῖτε σχέσεις μαζί τους, μείνετε πιστοὶ στὸ Θεό. Καὶ τότε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, ὁ ἀληθινός, ὁ πραγματικὸς Θεός, θὰ εἶνε μαζί μας, γιὰ νὰ εὐλογῇ τὰ σπίτια, τὰ χωράφια, τὴ γῆ, τὰ ποτάμια, ὅλο τὸν κόσμο. Χωρὶς τὸ Θεὸ δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε. Αὐτὸ νὰ τὸ πιστέψουμε ὅλοι. Νὰ ἔχουμε πίστι καὶ ἀφοσίωσι στὸ Θεό· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Προφήτου Ἠλία Μελίτης – Φλωρίνης τὴν Τετάρτη 20-7-1977 πρ., μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 27-5-2026.

1 σχόλιο: