22 Ιουν 2026

Κάποτε, στην αυλή της «Παναγούδας», μαζί με έναν γιόγκι...

     Είχα την άνωθεν ευλογία να γνωρίσω τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, ήδη από το 1981. Τον συνάντησα πολλές φορές στην αυλή της Καλύβης του, της «Παναγούδας», άλλοτε με κόσμο, κατά το συνηθέστερο, άλλοτε όντας αυτός τελείως μόνος, αυτός και η ελαχιστότητά μου.

     Κάποτε, τελείως απροσδόκητα και ασχεδίαστα, βρέθηκα να κάνω τον …«διερμηνέα» ανάμεσα στον Άγιο Παΐσιο και σ’ έναν σκελετωμένο και κουρελιασμένο γιόγκι, με βαθουλωμένα γυάλινα μάτια, κυριολεκτικά αποστεωμένο από την πολλή ασιτία και άσκηση. Η όλη συνάντηση έγινε για μένα εμπειρία ανεπανάληπτη.

     Τον παράξενο αυτόν προσκυνητή τον είδα να κάθεται αμίλητο και σκεφτικό επάνω στο μεγάλο πλατύπετρο πεζούλι, που ήταν παραδίπλα στη συρμάτινη πόρτα της αυλής τής «Παναγούδας». Περίμενε πώς και πώς να εμφανιστεί ο Γέροντας και του μιλήσει. Πώς βρέθηκε αυτός εκεί ή ποιος του μίλησε για τον Γέροντα, δεν το γνωρίζω. Μόλις είδε εμένα αναθάρρησε, γιατί κατάλαβε ότι κατά κάποιο τρόπο «ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα», η ευλογημένη ώρα της συναντήσεώς του με τον μεγάλο Πατέρα και Ασκητή. Απ’ ότι φάνηκε και αργότερα, ο σκελετωμένος γιόγκι διψούσε πραγματικά να μάθει την αλήθεια, την Παναλήθεια της Ορθοδοξίας, καταλαβαίνοντας βαθιά μέσα του ότι με τον επιζήμιο πνευματισμό της αυτοθέωσής του δεν βρίσκεται καθόλου, μα καθόλου σε ορθό και θεάρεστο δρόμο.

     Χτύπησα, ελαφρά και χωρίς επιμονή, το κουδουνάκι της εξώπορτας. Μετά από λίγο, άνοιξε η πόρτα του Κελλιού και εμφανίστηκε ο Γέροντας. Μετά τις πρώτες εισαγωγικές κουβέντες με τον Γέροντα Παΐσιο («Τί έγινε παλλικάρι; Πώς από ’δω;»), μας πλησίασε δειλά-δειλά και ο γιόγκι. Αμέσως ο Γέροντας κατάλαβε περί τίνος πρόκειται. Ο αετήσια μάτια του «ακτινογράφησαν» πάραυτα την βαβελική κατάσταση στην οποία βρισκόταν στ’ αλήθεια ο παράξενος αυτός επισκέπτης.

     Ο φωτισμένος Γέροντας γύρισε προς τα μένα και μου ζήτησε να κάνω τον μεταφραστή των λόγων του προς τον γιόγκι. Το αίτημά του με αιφνιδίασε. Εκτός από τον γιόγκι και μένα, δεν υπήρχε κανείς άλλος στην αυλή της «Παναγούδας» εκείνη την ώρα. Αυτό που μου έλεγε ο Άγιος Παΐσιος, το μετέφερα στον γιόγκι στα αγγλικά. Και αυτό που απαντούσε ο γιόγκι, το μετέφερα στον Άγιο Παΐσιο στα ελληνικά. Στην αρχή είχα πολύ ενδοιασμό, το κοινώς λεγόμενο «τρακ». Αλλά το θέμα ποιο είναι; Δεν άργησα να διαπιστώσω ότι ο  Άγιος καταλάβαινε αμέσως (στο δευτερόλεπτο!) και τα δικά μου αγγλικά αλλά και του γιόγκι. Και, πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη μεταφορά των ερωτήσεων και των απαντήσεων, αυτός (ο Άγιος Παΐσιος) μ’ ένα του νεύμα, νεύμα συντονισμού, μού έδινε να καταλάβω ότι ήδη κατάλαβε, ότι συμφωνούσε με την απόδοση των λεγομένων του στα αγγλικά από μέρους μου και, προκειμένου να μη χάσουμε χρόνο, περνούσε ταχύτατα στη διατύπωση άλλων λεγομένων.

     Ο κατά τ’ άλλα ήσυχος και χαμογελαστός γιόγκι, μπορώ να πω, ότι είχε γίνει εμφανώς συνεπαρμένος από τη θεία Χάρη των λόγων και της παρουσίας του Αγίου Παϊσίου· κι εγώ, μετέφηβος τότε, παρά τον αρχικό δισταγμό μου, ήμουν βαθιά ικανοποιημένος που δεν «πήγαν στράφι» οι πάλαι ποτέ «κουτσοαριστεύσεις» μου στα εγγλέζικα!!

     Μετά από τόσα χρόνια όμως, τώρα δα καταλαβαίνω, όσο καταλαβαίνω, ότι εκείνο που έζησα, ήταν η αγνή και ανόθευτη δύναμη της Πεντηκοστής των εκλεκτών του Θεού, των ένθεων ανθρώπων του θείου Πνεύματος. Αυτή η αθόρυβη Πεντηκοστή μάλλον ήταν καλά «τυλιγμένη» στην απλότητα ιερών προσώπων, στον βίο τους που ήταν γεμάτος προσευχή και άσκηση, στα συμβάντα, τα γεγονότα και τις συναντήσεις που κινεί μυστικά η αγάπη του Θεού. Στην παραδόξως ήσυχη –για εκείνη τη μέρα– αυλή της «Παναγούδας», πλάϊ στον Άγιο Παΐσιο και στον ταλαιπωρημένο πνευματικά γιόγκι, με το σκελετωμένο σώμα, τα ρουφηχτά μάγουλα, τα ολοστρόγγυλα γυαλιστερά μάτια και τη μακριά αχτένιστη, μπερδεμένη, ξανθοκόκκινη γενειάδα, που έμοιαζε εκείνη την ώρα σαν ένα τσαλακωμένο συρματόσχοινο.

      Όταν μάλιστα γύρισε η κουβέντα για το «Άκτιστο Φως», για τα πλάνα φώτα του διαβόλου και για τα διάφορα σχήματα που παίρνει, προκειμένου αυτός να παραπλανήσει τον άνθρωπο, είπα μέσα μου για μια στιγμή: «Μα, πώς θα τα πω εγώ όλα αυτά τα “θεολογικά”; Πού θα βρω τις κατάλληλες λέξεις;». Εκεί, πάνω σ’ αυτή την κατάσταση δισταγμού και απορίας τού εαυτού μου, πιάνει ο Γέροντας με δύναμη τον βραχίονά μου και μου λέει: «Έλα, πες του τα!!...». Για όσους δεν ξέρουν ή δεν το θυμούνται, ο Γέροντας ήταν πολύ χειροδύναμος άνθρωπος. Μικρόσωμος μεν, αλλά χειροδύναμος. Όταν σ’ έπιανε, νόμιζες ότι κυριολεκτικά σε γράπωνε τανάλια! Μόνο που αυτό το πιάσιμο του Γέροντα, ήταν ενθαρρυντικό, προτρεπτικό, καρδιακά πατρικό και καθόλου έμπονο ή ενοχλητικό.

     Με το που πιάνει, λοιπόν, ο Γέροντας, τον βραχίονά μου, λες κι ένα αόρατο ρεύμα Χάριτος άρχισε να φορτίζει και να κυβερνά τον λόγο μου, άρχισα να μεταφράζω αβίαστα, χωρίς να κομπιάζω πουθενά και σε τίποτα! Κι αυτό δεν είναι ούτε υπερβολή ούτε καρύκευμα του λόγου. Μάλιστα, μέσα στην ιερή φόρτιση των λεγομένων (ο γιόγκι, όπως έγραψα και πιο πάνω, είχε αλλοιωθεί, είχε συγκινηθεί, είχε μεταρσιωθεί, είχε γίνει «θεομεθυσμένος» μπορώ να πω!), ένιωθα στην κυριολεξία πόσο αχρείαστος και περιττός ήμουν, γιατί καταλάβαινα μέσα μου ότι, ο Άγιος Παΐσιος καταλάβαινε αυτοστιγμεί τα αγγλικά μας (και τα δικά μου αλλά και του γιόγκι, ο οποίος ρωτούσε, όλος δίψα και όλος λαχτάρα να μάθει για την Ορθοδοξία μας και να γευτεί την Πνευματικότητά της).

     Η Πεντηκοστή τού αγαπημένου μας Γέροντα πλημμύρισε και τις δικές μας καρδιές, με αποτέλεσμα να είμαστε πεπεισμένοι ότι, πλέον, κάθε συμβατική μετάφραση και μεταφορά των όποιων ερωτοαπαντήσεων περίσσευε πέρα ως πέρα. Ο γιόγκι, επίσης, ήταν ενθουσιασμένος που βρήκε, επιτέλους, έναν θεοφώτιστο και πνευματέμφορο άνθρωπο επί της γης να τον καταλαβαίνει, να καταλαβαίνει την πνευματική του σύγχυση, την ένδοια, την αδυναμία και την αγωνία του, να διακρίνει το βασανιστικό χάος τής πνευματικής του πτώσης, χωρίς όμως, ούτε στο ελάχιστο, να τον μέμφεται, να τον επιτιμά, να τον επικρίνει και να τον εξουθενώνει.

     Εν κατακλείδι, ο Άγιος Γέροντας τού συνέστησε πού να πάει, ποιον Πνευματικό να δει (ο Πνευματικός αυτός έχει ήδη κοιμηθεί, ήταν όντως μεγάλος αγωνιστής και όσιος ανήρ εν τη Εκκλησία, ο οποίος είχε σε όλη του τη ζωή σύμβουλο, οδηγό και συμπορευτή τον Άγιο Παΐσιο), του μίλησε για την ειδοποιό και αγεφύρωτη διαφορά τού «Ακτίστου Φωτός» με εκείνο το επίπλαστο και μισόθεο φώς που στέλνει επίτηδες ο σατανάς, προκειμένου να ξεγελάσει τον άνθρωπο και δη τους μοναχούς. Επί λέξει, του είπε ο Γέροντας τα εξής: «Στέλνει και σ’ εμάς τέτοια φώτα ο διάβολος, αλλά, εμείς, ξέρεις τί του κάνουμε; Του γυρίζουμε την πλάτη σε όλα αυτά τα φώτα! Εσείς, πάλι, τι κάνετε; Τρίβετε με βία τα μάτια σας και τα διάφορα αστεράκια και φώτα που βλέπετε, τα περνάτε για το Άκτιστο Φως! Έτσι δεν είναι; Αυτό δεν κάνετε;..» [Εδώ, συμφώνησε απόλυτα ο γιόγκι.]). Με πατρικό τόνο αλλά και με αυθεντική πνευματική εμπειρία του είπε, ότι, όλο αυτό που του συμβαίνει ουσιαστικά είναι το πατρικό «τράβηγμα» του Θεού από τον «γιακά» της ύπαρξής του· του είπε, επίσης, «να μη στεναχωριέται», ότι ο Θεός δεν θα τον αφήσει έτσι, του συνέστησε να προσεύχεται και να λέει συνέχεια την «Ευχή».

     Σε αυτή την τρισευλογημένη συνάντηση ο γιόγκι κατάλαβε πολύ καλά μέσα του, ότι τόσα χρόνια, με τον πλανερό και ψυχόλεθρο πνευματισμό τής παράδοσής τους, το μόνο που κατάφερε είναι να κρατάει εντός του μανιωδώς ένα ασήμαντο σκουριασμένο μπακίρι· και, με τον φωτισμένο αλλά αφυπνιστικό λόγο του Αγίου, είδε, έστω μέσα στο μισάωρο της κουβέντας μας, τον άφθαρτο και υπερστίλβοντα χρυσό της Αγίας Ορθοδοξίας.

      Όλα αυτά θυμάμαι ότι έγιναν τον Σεπτέμβριο του 1990, μετά την εορτή του Τιμίου Σταυρού. Ένα μήνα αργότερα, κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου, πήγα να προσκυνήσω τη λάρνακα του Μυροβλύτου Αγίου. Πλησιάζοντας ανυποψίαστος το ιερό σκήνωμα, αισθάνομαι ένας να πέφτει με φόρα κατά πάνω μου και να με αγκαλιάζει σφικτά, με χαρά και με ενθουσιασμό: «My brother (είπε το όνομά μου)!...», «My brother!...». Όλοι, γυρίζανε απορημένοι να μας κοιτούν μέσα στην υποβλητική βασιλική του Αγίου Δημητρίου. Κι αυτός που φώναζε με τέτοιο ακράτητο ενθουσιασμό δεν ήταν άλλος από τον γιόγκι που είχα συναντήσει πριν ένα μήνα στη φιλόξενη αυλή της «Παναγούδας», ο οποίος αυτή τη φορά είχε έρθει σαν ταπεινός προσκυνητής του Αγίου Δημητρίου.

     Προσκυνήσαμε, καθίσαμε κάπου σε δύο καθίσματα εντός του μεγάλου προσκυνηματικού Ναού, και εκεί με ρώταγε συνεχώς για πάρα πολλά θέματα («Τι είναι η Λειτουργία;», «Τι είναι το Αντίδωρο;», κ.α.), έχοντας εκείνη την επίμονη εσωτερική δίψα να μάθει, να μάθει και να ζήσει, να ζήσει αυτό που εμείς πολλές φορές, δυστυχώς, ξεχνάμε, απαξιώνουμε, προσπερνάμε, διαστρεβλώνουμε, και, με τον ένα ή άλλον θλιβερό τρόπο, δυστυχώς, αφήνουμε να φύγει από εμάς κι εμείς να φεύγουμε από αυτό: ο γιόγκι ζητούσε να μάθει τα πάντα για την φιλτάτη Ορθοδοξία μας!

     Η θεία Πεντηκοστή των Αγίων καταργεί την πολυγλωσσία, την πολυφωνία, την κενολογία, την ασοφία και μωρία του εγκεφάλου, την ανεπάρκεια της νοησιαρχίας, το θεομάχο λάλημα, τη διάσπαση των λογισμών, τη σύγχυση των φρενών, τη διάσταση των γήινων αντιλήψεων· και, με τη μυστική επίσκεψη του Παναγίου Πνεύματος, στομώνει, ενώνει και ιθύνει τις καρδιές των πιστών και καλοπροαίρετων ανθρώπων προς τη σωτήρια Αγάπη και μόνη Αλήθεια του αγίου Τριαδικού Θεού.

     Έσχατος και έσχατος πάντων·

     † Αρχιμ. Δ.Α.Σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου