Ἡ ἑνότης δόγματος καὶ ἤθους εἰς τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας ὡς
θεμέλιον ἀληθοῦς παιδείας*
Τοῦ κ. Βασιλείου Ἰ.
Τουλουμτσή, ὑπ. δρ. Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Σεβασμιώτατε
Μητροπολίτα Κυθήρων,
Σεβαστοὶ πατέρες,
Σεβαστοὶ παιδαγωγοὶ ὅλων τῶν εἰδικοτήτων,
Ὁ μακαριστὸς π.
Γεώργιος Μεταλληνός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἕνα θεολογικὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὶς ἡμέρες
μας, ἀναφερόμενος στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες καὶ προκειμένου νὰ λάβει ἀφορμὴ νὰ
μιλήσει σχετικῶς, ἔθετε συχνὰ τὸ καίριο ἐρώτημα ἀναφορικὰ μὲ τὸ ποιᾶς ἀκριβῶς
παιδείας εἶναι προστάτες οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες. Στὸν τίτλο τῆς σημερινῆς ὁμιλίας ὑπάρχουν
δύο συγκεκριμένες ἔννοιες, οἱ ὁποῖες ὁρίζουν τὴ βάση τῆς ἀπάντησης τοῦ ἐν λόγῳ ἐρωτήματος:
Δόγμα καὶ ἦθος, ἔννοιες οἱ ὁποῖες ὁριοθετοῦν, ταυτόχρονα ὅμως καὶ διακρίνουν τὴν
ὄντως παιδεία ἀπὸ τὴν γενικοῦ τύπου ἐκπαίδευση.
Ἱστορικὰ εἶναι γνωστὸ
ὅτι ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς καὶ τῶν τριῶν ἁγίων ἱεραρχῶν τὴν ἴδια ἡμέρα, τοποθετεῖται
χρονικὰ στὰ τέλη τοῦ 11ου αἰώνα ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Εὐχαΐτων Ἰωάννη, ὡς προστατῶν
τῶν χριστιανικῶν γραμμάτων. Τὸ ἔτος 1826 ἑορτάζεται γιὰ πρώτη φορὰ ἡ μνήμη τῶν ἁγίων,
ὡς προστατῶν τῆς ἑλληνορθόδοξης παιδείας, στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία, ἵδρυμα ποὺ
λειτούργησε ὡς τὸ πρῶτο ἑλληνικὸ πανεπιστήμιο, ἐνῶ ἀργότερα, τὸ ἔτος 1842,
καθιερώνεται ἡ μνήμη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὸ Ὀθώνειο, τότε, Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν,
ὡς ἡ ἐπισήμως ὁρισθεῖσα ἑορτὴ πρὸς τιμὴν τῶν προστατῶν τῆς παιδείας.
Εἶναι ἀνάγκη νὰ
σημειωθεῖ ἐξαρχῆς ὅτι οἱ ἡμέρες μνήμης τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχουν
χαρακτήρα ἐπετειακοῦ ἑορτασμοῦ, ποὺ ἁπλῶς ἐπιβάλλονται ἐθιμοτυπικὰ ἀπὸ ἕνα, κενὸ
περιεχομένου καὶ σκοποῦ, πρωτόκολλο. Στὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων δὲν βλέπουμε ἁπλῶς
καλοὺς ἀνθρώπους, οὐσιαστικὰ ἀτενίζουμε «σαρκούμενο» τὸ ἴδιο τὸ εὐαγγέλιο, ὡς
βιωμένα ἀλήθεια καὶ ἦθος. Ὁ ἑορτασμὸς ὅλων τῶν ἁγίων ἀποτελεῖ, ἀφενὸς τιμὴ τῶν
συγκεκριμένων θεωμένων προσώπων ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀφετέρου
προβολὴ αὐτῶν ὡς παιδαγωγικῶν προτύπων μίμησης τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἐν Χριστῷ
βιοτής τους. Μάλιστα, τὸ τελευταῖο ἀποτελεῖ καὶ τὴν εὐκαιρία ὑπενθύμισης καὶ
συνεχοῦς νοεροῦ ἀναβαπτισμοῦ ὅλων τῶν βαπτισμένων χριστιανῶν, σὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἐπιγραμματικὰ
ὀνομάζεται ζῶσα πατερικὴ παράδοση.
Ἡ καθιέρωση τῆς ἑορτῆς
τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν κατὰ τὸν 11ο αἰώνα, φέρει ἐπιπρόσθετα καὶ τὸν χαρακτήρα τῆς ἐπισήμανσης
τῶν θεολογικῶν κριτηρίων τῆς ὀρθοδοξίας, ἀπέναντι σὲ μία δυτικὴ θεολογία, ἡ ὁποία
εἶχε ἀρχίσει, κάποια χρόνια πρίν, νὰ ἀποτελεῖ ἕνα κακέκτυπο ἐκφιλοσοφημένης ἐπανερμηνείας
τῆς πίστεως, ποὺ ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, τόσο ἐντονότερα φαινόταν ὁ
διαφορετικός, ἰδιότυπος δρόμος ποὺ χάραζε, ὡς πρὸς τὴν ἑδραίωση ἑνὸς “ἄλλου”, ἐντελῶς
διαφορετικοῦ χριστιανισμοῦ. Ἑνὸς χριστιανισμοῦ ποὺ δὲν θεολογεῖ μὲ βάση τὴν
ἄνωθεν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀντίθετα, ἑρμηνεύοντας ἐκ τῶν κάτω, δηλ. μὲ
κριτήρια ἀνθρωποκεντρικά, τὴν ἄνωθεν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, κατασκευάζει ἕνα
θρησκευτικὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο σὲ κάθε περίπτωση δημιουργεῖ καὶ τὸν ἀντίστοιχο ἄνθρωπο,
ἀλλὰ καὶ τὸν ἀντίστοιχο πολιτισμό.
Στὴν Ἐκκλησία ὅμως τὸ
κριτήριο αὐθεντικότητας εἶναι ἡ ἀκέραιη δογματικὴ διδασκαλία, ὅπως αὐτὴ ἀποκαλύφθηκε
ἄνωθεν, στὸ πλαίσιο τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τὸ ἐπίρρημα “ἀνωθεν”,
παρότι εἶναι τοπικὸ καὶ δηλώνει τὴν τοπικὴ προέλευση, στὴν θεολογία καθίσταται
συνάμα καὶ τροπικό, δηλώνοντας τὴν αὐθεντικότητα καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ
δόγματος, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ἀποκαλύφθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, κηρύχθηκε ἀπὸ
τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἑρμηνεύθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι καὶ
κατέθεσαν στὴν Ἐκκλησία τὴν ἀκρίβεια τῶν δογματικῶν
διατυπώσεων. Διότι ἡ ἀκρίβεια στὶς διατυπώσεις περὶ τὴν πίστη, εἶναι αὐτὴ ἡ ἀσφαλιστικὴ
δικλείδα ποὺ ἐγγυᾶται ὅτι ἡ προσφερόμενη διδασκαλία εἶναι ἡ ὄντως ἀλήθεια, ὡς
καθολικὸ μέγεθος, ποὺ περιλαμβάνει ἐντός της, τὸν αὐθεντικὸ λόγο περὶ Θεοῦ, περὶ
κόσμου καὶ περὶ ἀνθρώπου. Τὸ “μερικόν” τῆς ἀληθείας εἶναι ψεῦδος, τὸ ὁποῖο ἁπλὰ
“κτίστηκε” μὲ ὑλικὰ κατασκευῆς ποὺ νὰ θυμίζουν τὴν ἀλήθεια. Διαφοροποιεῖται ὅμως
οὐσιωδῶς ὡς πρὸς τὴν ἀλήθεια, ὅσο κι ἂν καπηλεύεται τὰ ἰδιώματά της. Ἐνδεικτικὰ
νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι τὸ ἐπίρρημα “ἄνωθεν” χρησιμοποιεῖται στὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς τῶν
ἁγίων Πατέρων, ἀλλὰ καὶ στὸ κοντάκιο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἑνὸς τῶν
ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν.
Στὴν μὲν πρώτη
περίπτωση ἀναφέρεται, «Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τὴ
Ἐκκλησία μίαν τὴν πίστιν ἐκράτυνεν· ἥ καὶ χιτώνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν
ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον», ἐνῶ
σὲ αὐτὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, «Θεολόγῳ γλώττῃ σου,[…], ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν
ἐξυφανθέντα τὴν Ἐκκλησίαν, ἐστόλισας…».
Ἡ χρήση τοῦ
συγκεκριμένου ἐπιρρήματος εἶναι προσεγμένη καὶ στοχευμένη ἀκριβῶς στὸ νὰ
καταδείξει καὶ νὰ διαφανεῖ ὅτι ὅλοι οἱ Πατέρες, κατεστάθησαν ὡς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας,
διότι γαλουχήθηκαν, ἀνδρώθηκαν καὶ τελειώθηκαν μέσα στὸν πλοῦτο τῆς ἀληθεύουσας
ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. τῶν δογμάτων καὶ τῶν μυστηρίων, γι’ αὐτὸ καὶ ἰκανώθηκαν
νὰ γεννοῦν ἀληθῆ τέκνα ἐν Χριστῷ, δηλ. ἀληθινοὺς ἀνθρώπους, ὡς ἀληθινοὶ Πατέρες
τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ καθιέρωση, ὡς
προστατῶν τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, τριῶν ἁγίων Ποιμένων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας,
καὶ ὄχι κάποιου ἢ κάποιων στοχαστῶν, φιλοσόφων ἢ διανοουμένων, προδίδει τὴν
πρόθεση τοῦ πανεπιστημιακοῦ ἱδρύματος νὰ θέσει σὲ ἐπίπεδο σύμπνοιας τὴν
παρεχόμενη παιδεία, μὲ τὴν παιδεία τῶν τριῶν αὐτῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν, καὶ μάλιστα
τὴν τελευταία ὡς τὴν πρότυπη. Ἡ ἐσωτερικὴ αὐτὴ σύμπνοια, τῆς παιδείας τῶν ἁγίων
καὶ τῆς παιδείας τῶν σχολείων, εἶναι ἀντίστοιχη, θὰ λέγαμε, μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἡ
Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καθιέρωσε ὡς “θεολογία τῆς εἰκόνας”, δηλ. ὡς τὴν ἐσωτερικὴ
σχέση ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ ἑνὸς ὑπαρκτοῦ πρωτοτύπου καὶ τῆς εἰκόνας του. Ἡ εἰκόνα
εἶναι εἰκόνα στὸ ἐπίπεδο ποὺ ἐξεικονίζει μὲ κάθε δυνατὴ ἀκρίβεια τὸ πρωτότυπό
της. Πρωτεύουσα θέση ἔχει τὸ πρωτότυπο, βάσει τοῦ ὁποίου κρίνεται καὶ ἡ ἀκρίβεια
ἀποτύπωσης αὐτοῦ στὴν εἰκόνα του. Κατὰ συνέπεια ἡ ἀκρίβεια αὐτῆς τῆς σχέσης
κρίνεται πάντοτε μὲ κριτήριο τὸ πρωτότυπο. Ἐκ τοῦ πρωτοτύπου κρίνεται ἡ εἰκόνα
καὶ ὄχι ἐκ τῆς εἰκόνας τὸ πρωτότυπο.
Ἑπομένως ἐὰν στὴ θέση
τοῦ πρωτοτύπου θέσουμε τὴν παιδεία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, καὶ στὴν θέση τῆς εἰκόνας
τῶν παρεχόμενη παιδεία τοῦ σύγχρονου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, μποροῦμε εὔκολα
νὰ κρίνουμε τὴν αὐθεντικότητα τῆς δεύτερης, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πρώτης.
Αὐτὸ αὐτομάτως
σημαίνει δύο πράγματα: α) ὅτι διαρκὲς μέλημα τῆς πολιτείας, ἐφόσον θέλει νὰ
μένει συνεπὴς σὲ αὐτὸ τὸ σχῆμα, θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ συνεχὴς ἐντρύφηση στὸ πνεῦμα
καὶ στὴν παιδεία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, προκειμένου ἡ πρότυπη αὐτὴ παιδεία νὰ
προβάλλεται ἀνόθευτη ὡς παιδαγωγικὸ πρότυπο, μὲ κέντρο τὴν ἐκζήτηση τῆς γνώσης
τοῦ Θεοῦ καὶ β) ὅτι ἀποτελεῖ ἀντιφατικὸ καὶ ὀξύμωρο σχῆμα, ποὺ μᾶλλον κακοποιεῖ
τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, ἡ ἀντίστροφη πορεία, δηλ. ἡ πορεία ἀπὸ μία ἐπιβαλλόμενη
παιδεία, κατὰ μίμηση ξένων προτύπων, ἡ ὁποία δὲν στοχεύει στὴν συγκρότηση ἀκέραιων,
συγκροτημένων καὶ ἀδούλωτων προσωπικοτήτων, καὶ στὴν ἐκζήτηση ἁπλῶς ἀντίστοιχων
στοιχείων ὑποστήριξης στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, ὡς μοντέλο δικαιολόγησης, ὡσὰν αὐτοὶ
νὰ ἦταν ἁπλῶς μορφωμένοι κοινωνικοὶ ἀκτιβιστές. Στὴν δεύτερη περίπτωση
κατασκευάζονται καὶ προβάλλονται κάποιοι ἄλλοι «τρεῖς ἱεράρχες» κατ’ εἰκόνα καὶ
καθ’ ὁμοίωσιν τῶν ἐμπαθῶν ἐπιθυμιῶν τῆς κοινωνίας καὶ τῶν θεσμικῶν της φορέων
ποὺ διαμορφώνουν τὶς δομὲς παιδείας, εἴτε αὐτοὶ λέγονται Παιδαγωγικὸ Ἰνστιτοῦτο,
εἴτε Ὑπουργεῖο Παιδείας κλπ. Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ δέον εἶναι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες νὰ
φωτίζουν τὴν παιδεία καὶ ὄχι ἡ σύγχρονη παιδεία νὰ ἀποτελεῖ ὀπτικὴ θέας καὶ ἑρμηνείας
τοῦ πνεύματος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο, σὲ κάθε περίπτωση, δὲν ἀποτελεῖ
τὴν ἑρμηνεία, ἀλλὰ τὴν παρερμηνεία αὐτῶν.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὑπῆρξαν
φορεῖς μεγάλης μόρφωσης, μὲ σπουδὲς στὰ γνωστότερα κέντρα παιδείας, ἐνῶ ὡς
τιτάνιο ἔργο τους χαρακτηρίζεται ἡ σύνθεση ἑλληνισμοῦ καὶ χριστιανισμοῦ,
σύνθεση ἡ ὁποία συνετέλεσε στὴν ὑπέρβαση τῶν ὑπαρχουσῶν ἀντιθέσεων, τῆς ἑλληνικῆς
πολυθεΐας καὶ τοῦ χριστιανικοῦ μονοθεϊσμοῦ. Τὸ διαρκὲς ἐρώτημα τῆς ἀναζήτησης
τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖο, σημειωτέον, πάντα
προσέκρουε στὸ ἀδιέξοδο καὶ ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο τοῦ θανάτου, ἀποτελοῦσε τὸν ἄξονα,
θὰ λέγαμε, τοῦ ἑλληνισμοῦ, στὰ διάφορα φιλοσοφικὰ ρεύματά του. Τὸ κενὸ αὐτὸ
πληρώνεται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἀποκαλυφθέντος Θεοῦ, τὸ ἐρώτημα καὶ τὸ ἀδιέξοδο
παύουν νὰ ὑφίστανται, ἐνῶ ὁ ἑλληνισμὸς λειτουργεῖ πλέον ὡς τὸ γλωσσικὸ ὄχημα τῆς
Καινῆς Διαθήκης τοῦ ἀποκαλυφθέντος, διὰ τῆς Σαρκώσεως, Θεοῦ.
Ἐπιπρόσθετα, μέσα σ’ ἕνα
σύντομο χρονικὸ διάστημα ἐπιτέλεσαν ἕνα, ὄχι ἁπλῶς τεράστιο, ἀλλὰ ἄφθαστο ἕως
καὶ σήμερα, κοινωνικό, φιλανθρωπικό, κατηχητικὸ καὶ ποιμαντικὸ ἔργο, ποὺ μέχρι
καὶ σήμερα προκαλεῖ θαυμασμὸ καὶ δέος. Ὅμως παρότι ἰσχύουν ὅλα αὐτά, καὶ
μάλιστα, καὶ ἀκόμη περισσότερα, δὲν ἀναφέρεται σχεδὸν ποτὲ ὅτι καὶ οἱ τρεῖς ἦταν
ἡσυχαστὲς μοναχοὶ καὶ νηπτικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ τὸ
στοιχεῖο ἐντοπίζεται ὁ κοινὸς παρονομαστὴς τοῦ ἔργου τῶν τριῶν αὐτῶν ἁγίων• ἡσυχία
καὶ νήψη. Ὁπότε τὸ ζήτημα παύει νὰ εἶναι ζήτημα κοινωνιολογικὸ ἀλλὰ ζήτημα ἀμιγῶς
ἀνθρωπολογικό. Τί εἴδους ἄνθρωποι ἦταν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καὶ πῶς ἐξηγεῖται ἡ
τεράστια προσφορά τους στὴν Ἐκκλησία, στὸν ἄνθρωπο, στὴν παιδεία;
Ὁ ἕνας ὀνομάζεται “Οὐρανοφάντωρ”,
ὁ ἕτερος “Θεολόγος” καὶ ὁ τρίτος “Χρυσόστομος”. Τὸ πολύπτυχο ἔργο τους ἑρμηνεύεται
καὶ κατανοεῖται μόνον θεολογικῶς, καὶ ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στὸ πρῶτο ἐσπέριο
στιχηρὸ τῆς ἑορτῆς: «Τὰ τῆς χάριτος ὄργανα, τὰς κιθάρας τοῦ Πνεύματος…». Ἀλλοιώθηκαν
τὴν καλὴ ἀλλοίωση, γενόμενοι σκεύη ἐκλογῆς. Ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ καὶ οἱ τρεῖς συνεργοῦν.
Τὸ ἦθος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
ἐκφράζεται ὡς ἡ πρὸς τὰ ἔξω ἔκφραση τῆς βίωσης τῶν δογματικῶν ἀληθειῶν τῆς
πίστεως τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας ὅτι καὶ οἱ τρεῖς ἅγιοι
συνέγραψαν τελετουργικὸ θείας Λειτουργίας, δηλ. τὴν ὕψιστη ἔκφραση λατρείας τοῦ
Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ κοινωνίας τῶν πιστῶν στὸ ἀδιαίρετο σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ,
δείχνοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὅτι κέντρο τῆς ἀναγέννησης καὶ τελείωσης τοῦ ἀνθρώπου
εἶναι τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κάποιος
ὡς καλὸς ἄνθρωπος στὸ ἐπίπεδο τῶν τρόπων καὶ τῆς συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ
νὰ ὑπάρξει ὡς αὐθεντικὸς ἄνθρωπος, ἔτσι ὅπως ἐξῆλθε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ δημιουργοῦ
Θεοῦ ὡς μέρος τῆς κτίσεως, ὡς καλὸς καὶ χρηστὸς οἰκονόμος τοῦ κόσμου. Ἡ πίστη, ἡ
λατρεία τοῦ Θεοῦ, ὁ ἰδιωτικὸς βίος καὶ ἡ κοινωνικὴ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἀποτελοῦν
αὐτοτελεῖς καὶ ἀκοινώνητες, μεταξύ τους, πτυχὲς τοῦ ἀνθρώπινου βίου. Γι’ αὐτὸ
καὶ ἡ κάθε μία προδίδει τὴν αὐθεντικότητα ἢ μή, τῆς ἄλλης. Ἡ αὐθεντικότητα τῆς
χριστιανικῆς ζωῆς, ἐκβάλλει σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τοῦ βίου. Ἡ ὑποκριτικὴ
θρησκευτικότητα ποὺ κάνει ἀλισβερίσια μὲ τὸν Θεό, ὁμοίως ἐκβάλλει καὶ ἐκφράζεται
ὡς μία ἀρρωστημένη καὶ ἰδιοτελὴς κοινωνικότητα. Ὑπάρχει ἑνότητα σὲ ὅλα τὰ
παραπάνω, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἑνότητα ψυχῆς καὶ σώματος εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὅ,τι εἶναι
ἐσωτερικά, αὐτὸ θὰ εἶναι καὶ ἐξωτερικά.
Ἡ ὀργανικὴ συναρμογὴ
πίστεως, βίου καὶ θεωρίας τοῦ Θεοῦ ἐκφράζεται ξεκάθαρα ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν
Θεολόγο: «Διὰ πολιτείας, ἄνελθε· διὰ καθάρσεως, κτῆσαι τὸ καθαρόν.[…] τὰς ἐντολάς
φύλασσε· διὰ τῶν προσταγμάτων ὄδευσον· πρᾶξις γὰρ ἐπίβασις θεωρίας· ἐκ τοῦ
σώματος τῇ ψυχῇ φιλοπόνησον». Τὸ καθένα ἀποτελεῖ προϋπόθεση καὶ σκαλοπάτι γιὰ τὸ
ἄλλο, καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ μία ἁρμονικὴ συναρμογὴ ἔμπρακτου λόγου καὶ ἔλλογης
πράξης, στὸν ἑνιαῖο καὶ ὅλο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος κοινωνεῖ ἑνιαίως μὲ τὸν τριαδικὸ
Θεό. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητὴς ἀναλύοντας τὴ σχέση τῆς ἀλήθειας μὲ τὴν ἀρετὴ θὰ
μᾶς πεῖ: «Ἀλήθειαν μὲν εἶναι λέγει, τὴν θείαν γνῶσιν· ἀρετὴν δέ, τοὺς ὑπὲρ ἀληθείας
τῶν ἐφιεμένων αὐτῆς ἀγῶνας». Ἡ ἀλήθεια ταυτίζεται μὲ τὴν θεία γνώση, δηλ. μὲ τὴν
γνώση καὶ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ἐνῶ ὁ ἀγώνας γι’ αὐτὴν τὴν γνώση εἶναι ἡ ἀρετή, ἡ ὁποία
ἔχει τὸν χαρακτήρα ἐνεργητικῆς ἐξωτερίκευσης τοῦ ἐσωτερικοῦ ἤθους καὶ τῆς
προαίρεσης, τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ διαχρονικὴ δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸ
κατ’ ἀλήθειαν ζῆν, ἐφόσον ὁ ἴδιος προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι
συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὡς πνοὴ ζῶσα.
Καὶ ἀκριβῶς γιὰ τὸν
λόγο αὐτό, οἱ τρεῖς ἅγιοι δὲν ἀρκέστηκαν ἁπλῶς σὲ ἔργα φιλανθρωπίας, ἀλλὰ ἀνάλωσαν
τὸν ἑαυτό τους, συνάμα, καὶ σὲ ἕνα τιτάνιο ἀντιαιρετικὸ ἀγώνα. Διότι στὶς αἱρέσεις
ποὺ ἔβλεπαν νὰ ἀναφύονται καὶ νὰ ἀπειλοῦν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἔβλεπαν
ἁπλῶς θεωρητικὰ συστήματα ποὺ ἀντιτίθεντο στὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας,
ἀλλὰ τρόπους ζωῆς ποὺ ἀπομάκρυναν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ἀκοινώνητες,
μεταξύ τους, σφαῖρες, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο θὰ εἶχε ἐν τέλει ὡς συνέπεια τὴν ἀπανθρωποποίηση
τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς σωτηρίας.
Ὁ ὅσιος Ἰουστῖνος
Πόποβιτς ἔλεγε τὴν χαρακτηριστικὴ διατύπωση, «στὴν ἀρχὴ ἡμιάνθρωπος καὶ μετὰ μὴ
ἄνθρωπος». Ἀρκεῖ νὰ δεῖ κανεὶς ἱστορικὰ τὴ σύνδεση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ οὑμανισμοῦ καὶ
τῆς ἀποχριστιανοποίησης τῆς Δύσης, γιὰ νὰ συλλάβει, δι’ ὁρατοῦ παραδείγματος, πῶς
τὰ συγκεκριμένα μεγέθη λειτουργοῦν ὡς συγκοινωνοῦντα δοχεῖα, καὶ τὸ πῶς ἡ
θεοκτονία καταλήγει ὡς ἀνθρώπινη αὐτοκτονία. Τὸ σχῆμα λειτουργεῖ ὡς ἑξῆς: α) ὁ ἄνθρωπος
διώχνει τὸν Θεὸ ὡς ἀχρείαστο μέγεθος καὶ στὴν θέση του βάζει τὸν ἄνθρωπο, β)
δημιουργεῖται ἡ ψευδαίσθηση τῆς ἀπόλυτης κυριαρχίας τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς ἐπιστήμης,
τῆς τεχνολογίας καὶ τῆς φιλοσοφίας, γ) ὁ ἄνθρωπος γίνεται δοῦλος τοῦ ὑλικοῦ
πολιτισμοῦ, ὑποτασσόμενος σὲ αὐτόν, δ) ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀξία μόνον στὸ ἐπίπεδο
ποὺ εἶναι χρήσιμος.
Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν
τρόπο ἀντιστρέφονται οἱ ὄροι, ἐνῶ ἀποκαλύπτεται καὶ ποιὰ εἶναι ἡ συνεπὴς
κατάληξη τοῦ ἀνθρώπου ὅταν ἐκζητᾶ τὴν αὐτονομία του ἀπὸ τὸν Θεό. «…Ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι,
ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμὸς οὐ χωρεῖ ἐν ὑμῖν» (Ἰω. 8, 37), λέει ὁ Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους.
Εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια πλοκή, ἐκτυλίσσεται τὸ ἴδιο σενάριο τῆς ματαιοδοξίας τῶν
πρωτοπλάστων, οἱ ὁποῖοι ἐκζήτησαν τὴν δουλικὴ ἐλευθερία καὶ τὴν ὑποτελῆ αὐτονομία
τους, ἐρήμην του Θεοῦ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, μία μονομερὴς ἀντιμετώπιση τοῦ ἀνθρώπου,
ἡ ὁποία ἐξαντλεῖται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στὴν πλευρὰ τῆς σωματικότητάς του, ἀφήνοντας
ἀτροφικὸ τὸ πνεῦμα, εἶναι ὀπτικὴ ποὺ πάσχει ἐκ θεμελίων, καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ
ὁδηγηθεῖ σὲ λανθασμένα συμπεράσματα καὶ ἀποτελέσματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν μία
τέτοια μυωπικὴ ὀπτικὴ νὰ χαρακτηρίζεται ὡς παιδεία.
Ὅταν ὁ Θεὸς καὶ ἡ ἀθανασία
παύουν νὰ ἀποτελοῦν τὸ ἀπόλυτο κέντρο ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τότε τὴν θέση αὐτὴ
καταλαμβάνει ὁ σχετικισμὸς καὶ ὁ μηδενισμός, ἰδεοληψίες οἱ ὁποῖες μισοῦν τὸν ἄνθρωπο,
καὶ αὐτὸ φαίνεται ἔκδηλα στὶς συνθῆκες ποὺ διαμορφώνονται γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅπου
καὶ ὅποτε ἐπικρατοῦν αὐτὰ τὰ δεδομένα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο, ἂν μὴ τί ἄλλο, ἀποδεικνύει
ὅτι ὁ ἄνθρωπος προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀπόλυτο, προορίζεται γιὰ τὴν ἕνωση μὲ τὸ ἀπόλυτο,
γι’ αὐτὸ καὶ διψᾶ γιὰ τὸ ἀπόλυτο. Οἱ σχετικότητες δὲν μποροῦν ἐκ τῶν πραγμάτων
νὰ τοῦ καλύψουν τὰ γνήσια ἐρωτήματα περὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἐν
γένει νὰ προβάλλουν μία ἀνθρωπολογία ποὺ τιμᾶ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν
καταδικάζει στὴν χρησιμοθηρικὴ ἐμπορευματοποίηση τῆς ἀπαξίας. Μία ἀλλοιωμένη
πίστη στὸν Θεὸ σημαίνει κατ’ ἀκολουθίαν καὶ τὴν ἀλλοιωμένη θεώρηση περὶ ἀνθρώπου.
Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ στρεβλὴ θεολογία, συνεπάγεται ἀσφαλῶς, καὶ ἐν τέλει, μία
στρεβλὴ σωτηριολογία. Ἐνδιάμεσα, ὅμως, παρεμβάλλεται ἀπαραιτήτως καὶ μία στρεβλὴ
ἀνθρωπολογία.
Μὲ ἄλλα λόγια, στὴν
δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ πηγάζει ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, πέριξ
τῶν δογμάτων περὶ Θεοῦ καὶ Ἐκκλησίας, ὑπάρχει καὶ τὸ κεφαλαιῶδες τμῆμα τῆς ἀνθρωπολογίας,
τοῦ τί εἶναι δηλ. ὁ ἄνθρωπος ὡς σταθερὴ καὶ ἀναλλοίωτη διδασκαλία καὶ ποιὸς ὁ
προορισμός του. Ἂν ὁ ἄνθρωπος ὑποβιβαστεῖ ἀπὸ τὴν θέση καὶ τὸν προορισμὸ ποὺ ἔχει
ὁρίσει ὁ δημιουργὸς Θεός, θεωρούμενος ἁπλῶς ὡς φορέας βιολογίας καὶ ἐνστίκτων,
τότε ὅλες οἱ δομὲς καὶ ὁ πολιτισμὸς ποὺ παράγεται, εἶναι ἀντίστοιχος καὶ ὁμόλογος
τῆς κατανόησης τοῦ ἀνθρώπου, δημιουργώντας φαύλους κύκλους, ἀδιέξοδων
καταστάσεων. Συναφῶς καὶ ἀναλόγως ὁρίζεται ὁ τρόπος καὶ ὁ χαρακτήρας τῆς
προσφερόμενης παιδείας. Δηλ. ἀντίστροφα, ἡ παρεχόμενη παιδεία, προδίδει τὸ πῶς
κατανοεῖται καὶ τὸ πῶς ὁρίζεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν τρέχουσα πολιτισμικὴ
περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὡς
ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξαν αὐθεντικοὶ ἄνθρωποι, καὶ ὡς αὐθεντικοὶ καὶ ἀκέραιοι
ἄνθρωποι προβάλλονται ὡς ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῆς ὁποίας καὶ ἐντός τῆς ὁποίας
ἀσκήθηκαν καὶ τελειώθηκαν στὰ μέτρα τῆς ἀρχικῆς τους δημιουργίας. Αὐτὸ ἄλλωστε ἀποτελεῖ
καὶ τὸν δείκτη ἁγιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, νὰ κινεῖται ὅλο καὶ πιὸ κοντά, μὲ συνεχῆ
προσπάθεια συγκατάθεσης στὸ σωτηριῶδες μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, στὸ πρωτότυπο τῆς
δημιουργίας του, ποὺ εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὁ Τριαδικὸς Θεὸς νὰ μᾶς
γνωρίζει, ὅπως Αὐτὸς μᾶς θέλει καὶ μᾶς δημιούργησε.
Στὴν ἀκολουθία τους,
οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἀναφέρονται ὡς “οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι”. Ἡ ἔννοια τῆς οἰκουμενικότητας
συνδέεται ὄχι τόσο μὲ τὴν τοπικὴ παγκοσμιότητα, ὅσο μὲ τὴν ἔννοια τῆς
καθολικότητας, ἡ ὁποία ἐκφράζει μία ἑνότητα, ἡ πηγὴ τῆς ὁποίας εἶναι ἐπέκεινα
τοῦ χρόνου. Μόνον ἡ καθολικὴ ἀλήθεια εἶναι ζωντανὴ καὶ παροῦσα διαχρονικά, σὲ ὅλες
τὶς χρονικὲς καὶ τοπικές της φανερώσεις, καὶ φυσικὰ ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει μόνον ὡς
καθολική. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἔζησαν, ἑνούμενοι μὲ τὴν ὑποστατικὴ ἀλήθεια, ποὺ εἶναι
ὁ Χριστός, καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ τὴν ὑπερασπίστηκαν στὶς δογματικὲς
διατυπώσεις τῆς Ἐκκλησίας, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει ὅτι ἡ δογματική, δὲν ἀποτελοῦσε
μία θεωρητικὴ ἐνασχόληση γιὰ τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ ζήτημα ζωῆς. «Ἐμελώδησαν, ἐν μέσῳ
τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον Θεολογίας», ἀναφέρεται στὸ ἐσπέριο Δοξαστικό
τους. Ἂν δὲν ζήσει κανεὶς τὴν Ἀλήθεια, δὲν ἐνδιαφέρεται οὔτε γιὰ τὴν διαφύλαξή
της ὡς τρόπου ζωῆς, οὔτε ὡς πάροχο τῆς ὄντως καὶ ἀληθοῦς παιδείας.
Ἡ παιδεία διαφέρει
ποιοτικὰ ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση καὶ δὲν ἀρκεῖται ἁπλῶς στὴν παροχὴ συγκεκριμένων
γνώσεων πρὸς ἐπιτέλεση κάποιας συγκεκριμένης ἀποστολῆς, ἐπὶ τὴ βάσει
συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Καὶ μάλιστα στὸ πλαίσιο ἑνὸς στυγνοῦ ἐξετασιοκεντρικοῦ
συστήματος. Μὴ ξεχνᾶμε ὅτι στὴν καθομιλουμένη γίνεται λόγος, ὄχι γιὰ παιδεία, ἀλλὰ
γιὰ ἐκπαίδευση τῶν ἀλόγων ζώων. Ἡ παιδεία, ὡς εὐρύτερος καὶ περιεκτικότερος ὅρος,
περιέχει ἀσφαλῶς καὶ τὴν ἐκπαίδευση, ὅμως δὲν ἰσχύει τὸ ἀντίστροφο. Ἡ ἐκπαίδευση
δὲν εἶναι παιδεία, καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτό, εἶναι δυνατὸν μία ἐκπαίδευση νὰ εἶναι
ἄρτια ὡς πρὸς τὶς τεχνικές της προδιαγραφὲς, ἀλλὰ νὰ μὴ καλλιεργεῖ στὸ ἐλάχιστο
τὸ ἦθος τοῦ ἀνθρώπου, νὰ μὴ προσφέρει δηλ. παιδεία. Ἡ παιδεία ἀντιμετωπίζει τὸν
ἄνθρωπο ὡς ἑνότητα ψυχῆς καὶ σώματος μὲ σκοπό, αὐτός, νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ἐκδίπλωση
τῶν ἰδιωμάτων τῆς διφυοῦς ἀνθρώπινης φύσης, στὸ ἐπίπεδo τοῦ ἤθους καὶ τῶν ἀρετῶν,
πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποτυπώνεται ἔκδηλα στὴν φιλοσοφικὴ καὶ πατερικὴ σκέψη, χωρὶς
βεβαίως νὰ ἀποκλείεται ἡ καλλιέργεια καὶ τῶν ἰδιαιτέρων χαρισμάτων τοῦ κάθε ἀνθρώπου.
Ὁ Μέγας Βασίλειος θὰ σημειώσει συναφῶς: «Ἔστι δὲ ἡ παιδεία ἀγωγὴ τις ὠφέλιμος τῇ
ψυχῇ, ἐπιπόνως πολλάκις τῶν ἀπὸ κακίας κηλίδων αὐτὴν ἐκκαθαίρουσα». Εἶναι ἐμφανὴς
ὁ ἠθικοπλαστικὸς χαρακτήρας τῆς παιδείας ὡς πρὸς τὴν παιδαγωγία τῶν ψυχικῶν
δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου αὐτὸς νὰ ἀποβαίνει συγκροτημένο καὶ χρήσιμο,
καλὸ κ’ ἀγαθό, κατὰ τοὺς ἀρχαίους, μέλος τῆς κοινωνίας.
Πρέπει βεβαίως νὰ
σημειωθεῖ ὅτι τὰ σχολεῖα, ὡς δομὲς παροχῆς παιδείας, δὲν ὑποκαθιστοῦν σὲ καμία
περίπτωση τὸν ἀναντικατάστατο ρόλο καὶ τὴν λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ὡς πρὸς τὸ
ἠθικοπλαστικὸ ρόλο ποὺ καὶ οἱ δύο χῶροι, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἐπιτελοῦν.
Μποροῦν ὅμως νὰ ἀποτελοῦν μία -τρόπον τινὰ- πνευματικὴ προπαιδεία τοῦ ἀνθρώπου,
κατὰ τὸ πρότυπο τῆς σκέψης τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁ ὁποῖος ἔκτιζε
ταυτόχρονα καὶ σχολεῖα καὶ ἐκκλησίες, προκειμένου οἱ ἄνθρωποι νὰ μαθαίνουν
χρηστὰ γράμματα καὶ νὰ κατανοοῦν καλύτερα τὸν λόγο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως
χαρακτηριστικὰ ἔλεγε. Γυμνάσιο τῶν ψυχῶν πρὸς ὑποδοχὴ τῆς θείας γνώσης.
Ἐδῶ ὅμως χρειάζεται
μία ἀπαραίτητη διευκρίνηση: Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει καὶ δὲν διδάσκει ἠθική, ὅπως αὐτὴ
κατανοεῖται ἀπὸ ἄλλους χώρους, ὅπως ἡ φιλοσοφία, ἡ νομική, ἡ πολιτικὴ κ.ἄ., στοὺς
ὁποίους, ἡ ἔννοια τῆς ἠθικῆς διαφέρει τόσο ἀπὸ χῶρο σὲ χῶρο, ὅσο καὶ κατὰ τὴν
πάροδο τοῦ χρόνου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα κάτι τὸ ὁποῖο θεωρεῖται ἠθικὸ
στὸν ἕνα χῶρο, νὰ θεωρεῖται ἀνήθικο στὸν ἄλλον. Καρπὸς τῶν «πολλῶν ἠθικῶν» εἶναι
τὰ ἀναρίθμητα σύγχρονα βιοηθικὰ προβλήματα ἢ διλήμματα. Ἐπὶ παραδείγματι, κάτι
τὸ ὁποῖο εἶναι ἠθικῶς ἀπαράδεκτο στὴν φιλοσοφία, δύναται νὰ εἶναι ἀποδεκτὸ στὴν
ἠθική τῆς ἰατρικῆς, ἢ τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Λέγοντας ὅμως ὅτι ἡ Ἐκκλησία
δὲν ἔχει ἠθική, δὲν σημαίνει ἀσφαλῶς ὅτι ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ἢ ἀνέχεται τὴν ἀνηθικότητα.
Ὑπάρχει ρητὴ διάκριση τοῦ ἤθους καὶ τῆς ἠθικῆς. Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει καὶ
προβάλλει τὸ ἦθος τῶν δογμάτων της, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι θεωρητικὲς ἀρχὲς ποὺ ἐξωτερικὰ
ἐπιβάλλονται, ἀλλὰ εἶναι ἀποκαλυφθεῖσα ζωὴ ποὺ ἔσωθεν ἐκφαίνεται στὸν κάθε ἄνθρωπο,
ὁ ὁποῖος μετέχει τῶν μυστηρίων καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ διάφορες κοσμικὲς
ἠθικὲς ἀρχές, ἀποτελώντας διάφορα “πρέπει”, κινοῦνται στὸ δίπολο καλοῦ-κακοῦ καὶ
ἀπαιτοῦν ἀνταπόκριση καὶ συμμόρφωση. Τὸ δίπολο ὅμως αὐτό, ὡς κτιστὸ καὶ ἀλλοιωτό,
δύναται νὰ διαφοροποιεῖται στὸ διάβα τοῦ χρόνου, καὶ κάτι τὸ ὁποῖο θεωρεῖται
σήμερα καλό, αὔριο νὰ ἀλλάζει πρόσημο καὶ νὰ θεωρεῖται κακό, ὅπως καὶ ἀντιστρόφως.
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως δὲν ἐνεργεῖ
κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, διότι τὸ ἦθος της, ὡς ἔνθεος τρόπος ὕπαρξης τῶν μελῶν
της, οὔτε ἐπιβάλλεται ἔξωθεν, οὔτε ἀλλοιώνεται κατὰ τὰ πρότυπα τῶν καιρῶν. Οἱ ἀρετὲς
δὲν ἐπιτυγχάνονται ὡς ἀξίες ἐξωτερικές τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἀποκαλύπτονται, διὰ τῆς
θεραπευτικῆς ὁδοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἔσωθεν τοῦ ἀνθρώπου, ὡς πλοῦτος ποὺ ὁ δημιουργὸς
Θεὸς ἔχει φυτεύσει μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση γενικῶς, καὶ ὡς ἰδιαίτερα χαρίσματα
εἰδικῶς. Ὅποτε ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ λόγο ἠθικό, τὸ πράττει ἀναγκαστικῶς καὶ συγκαταβατικῶς,
διότι ἀναφέρεται σὲ ἀνθρώπους διαφόρων πνευματικῶν καταστάσεων καὶ
προϋποθέσεων, κάποιοι ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν τὰ πράγματα, ἔξω
ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ σωστοῦ-λάθους, καὶ τοῦ καλοῦ-κακοῦ. Ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὲς τὶς
περιπτώσεις, ὅμως, ἡ προοπτική τοῦ συγκεκριμένου πλαισίου δὲν εἶναι μία στείρα
τήρηση ἐντολῶν, ἀλλὰ ἡ μετατροπὴ τῶν ἐντολῶν σὲ ζωὴ μὲ σκοπὸ τὴν ὑπέρβασή τους,
σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν στεῖρο κοσμικὸ ἠθικισμό, ὁ ὁποῖος ὁλοκληρώνεται σὲ αὐτὴν
καθαυτὴν τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ μὲν πρώτη περίπτωση ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωση
δηλ. στὴν γνώση τῶν περατῶν ὁρίων καὶ δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ
καὶ στὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ πράξει τὸ ὁ,τιδήποτε ἐρήμην τῆς χάριτος τοῦ
Θεοῦ, ἡ δὲ δεύτερη σὲ ἀλαζονεία, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς τήρησης τοῦ δικαιϊκοῦ ἠθικοῦ
κανόνα. Στὴ βάση τῶν ἀνωτέρω, παρατηροῦμε, ὄχι τυχαῖα, τὴν χρήση τοῦ ὅρου «ἤθη»
στὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Μ. Βασιλείου, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται, μεταξὺ ἄλλων, ὡς ἔργο τοῦ
καππαδόκη ἱεράρχη ὅτι «θεοπρεπῶς ἐδογμάτισε, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσε, τὰ τῶν
ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησε». Στὴν Ἐκκλησία τὸ ὑγιὲς πνεῦμα μαθητείας συνυπάρχει μὲ
τὸ πνεῦμα τῆς ταπείνωσης, τὸ ἕνα προϋποθέτει τὸ ἄλλο, σὲ μία ἑλικοειδῆ πορεία
πνευματικῆς ἀνόδου.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποτελεῖ
ὂν αὐτοαναφορικό, ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἡ ἀναφορὰ
του βρίσκεται πάντοτε στὴν δημιουργική του ἀρχή, δηλ. τὸν Θεό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι
ὁ ἄνθρωπος λειτουργεῖ φυσιολογικά, δηλ. σύμφωνα μὲ τοὺς ὅρους τῆς φύσεώς του,
δηλ. ὡς ἑνότητα σώματος καὶ ψυχῆς, μόνον ὅταν λειτουργεῖ σὲ κοινωνία μὲ τὸν
δημιουργό του. Ὄντας πλασμένος κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ, φέρει ἀμεταμέλητες
τὶς ἰδιότητες τοῦ αὐτεξουσίου, τοῦ δημιουργικοῦ καὶ τοῦ κυριαρχικοῦ. Οἱ ἰδιότητες
αὐτὲς ἐνυπάρχουν στὸ “κατ’ εἰκόνα”. Καὶ αὐτό, διότι, ὁ ἄνθρωπος, ὡς συμπερίληψη
ὅλης της κτίσεως, πλάστηκε ὡς βασιλέας καὶ ἱερέας τῆς κτίσεως, προκειμένου νὰ ἀναφέρει
ὅλη τὴν κτίση πρὸς τὸν Θεό.
Σύμφωνα μὲ τὸν Μ. Ἀθανάσιο,
ἀφοῦ τὰ πάντα δημιουργήθηκαν καὶ συντηροῦνται ἀπὸ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, εἶναι
φυσικὸ ἡ ὀρθὴ θεώρηση τῆς κτίσεως νὰ ὁδηγεῖ στὸν Θεό. Ἡ εἰρηνικὴ ὅμως αὐτὴ
κατάσταση τῆς ἡσυχίας, προϋποθέτει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει φωτισμὸ τοῦ νοός, νὰ ὁρᾶ
τὸν Θεό, ὥστε ὁ νοῦς νὰ κυριαρχεῖ ἐπὶ τοῦ παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς,
καθοδηγώντας τὸ θυμοειδὲς καὶ τὸ ἐπιθυμητικό. Εἰδάλλως συμβαίνει αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἡ
πτώση σηματοδοτεῖ, καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔκτοτε ζοῦμε ἐμπειρικά: Ὁ νοῦς, ἀπὸ
κυριαρχικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ὑποδουλώνεται καὶ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ παθητικὸ
μέρος τῶν ἐνστίκτων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν. Στὴν κατάσταση αὐτὴ ὅμως, τὸ κυριαρχικὸ
καὶ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου δὲν παύουν νὰ ὑφίστανται, ἀλλὰ κατευθύνονται, ὄχι ὡς
καθολικὴ ἀναφορὰ καὶ προσφορὰ πρὸς τὸν Θεὸ ἀλλὰ πρὸς τὴν κτίση. Ὁ ἄνθρωπος ἀντιστρέφει
τὴν ἀναφορικότητά του πρὸς τὸν Θεό, κατευθύνοντάς την πρὸς τὴν κτίση. Στὸ σημεῖο
καὶ στὰ πράγματα ποὺ θὰ στρέψει τὴν ἀναφορικότητά του, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ θὰ ὁρίζεται
πλέον.
Καὶ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος, ὄντας
ὁ ἴδιος ἀσθενὴς ὡς πρὸς τὶς λειτουργίες τῶν ψυχικῶν του δυνάμεων, παλεύει νὰ
κυριαρχήσει ἐπὶ τοῦ συνανθρώπου καὶ ἐπὶ τῆς κτίσεως, διότι συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα
θεοποιεῖ τὸν ἑαυτό του, θέτοντάς τον ὡς τὸ κέντρο τοῦ κόσμου. Καὶ ἀπὸ ἐδῶ
προκύπτει ἡ εἰδωλολατρία τῶν παθῶν, ἡ ὁποία στὴν οὐσία της ἀποτελεῖ ὑποδούλωση
στὶς ἐπιθυμίες, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος γίνεται αὐτὸ ποὺ πιστεύει καὶ θέλει. Ὁ ἄνθρωπος
ταυτίζεται, ὁρίζεται καὶ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὰ ἄλογα πάθη, τὰ ἔνστικτα καὶ τὶς ἀχόρταγες
ἐπιθυμίες, χαρακτηριστικὰ ὅμως τὰ ὁποῖα ἀνῆκαν ἀποκλειστικὰ μόνον στὰ ἄλογα ζῶα.
Ὁ ἄνθρωπος αὐτεξουσίως ὑποβιβάζεται, μὴ ὁδηγώντας τὶς ἐπιθυμίες του, ἀλλὰ ὁδηγούμενος
ἀπὸ αὐτές. Καὶ παρότι δημιουργήθηκε ὡς κυρίαρχος, καταντᾶ δοῦλος τῆς ὕλης.
Ὅλα αὐτὰ λέγονται γιὰ
νὰ γίνει κατανοητὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενής, καὶ ἡ ἀσθένεια δὲν θεραπεύεται
μὲ ἁπλὴ μετάδοση γνώσεων καὶ δεξιοτήτων, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται κάτι βαθύτερο• ὁ ὅρος
μόρφωση διακρίνεται ἀπὸ τὸν ὄρο μάθηση, καὶ δηλώνει αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σχηματισμὸ
μορφῆς, σὲ κάτι τὸ ὁποῖο προηγουμένως ἦταν ἀσχημάτιστο. Καὶ ἡ μόρφωση στοχεύει ἀκριβῶς
στὴν ἐπιτυχῆ μετάδοση μορφῆς ἐπὶ τὴ βάσει βέβαιων καὶ ἐγγυημένων προτύπων. Ἡ
μορφὴ ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες καὶ ἀποτελεῖ σκοπὸ τῆς παιδείας
τους, εἶναι ἡ χριστοειδὴς μόρφωση, δηλ. ὁ ἁγιασμὸς τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ κέντρο τὸν
Θεό, ὁ ὁποῖος δωρίζει στὸν κόσμο ὅλες τὶς ἐπιστῆμες, ἐπέλεγαν ὅλα τὰ χρήσιμα καὶ
ὠφέλιμα στοιχεῖα ποὺ ὑπῆρχαν στὴν θύραθεν παιδεία. Ὁ ἁγιασμὸς τοῦ ἀνθρώπου ὅμως
ἀποτελεῖ τὴν ἐμπροϋπόθετη κίνησή του πρὸς τὸν Θεό, καθὼς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἔρχεται,
ὅταν ζητεῖται καὶ παραμένει, ὅταν βρεῖ τόπο ἀνάπαυσης. «Εἰς γὰρ ἀκάθαρτον ψυχὴν
οὐκ εἰσελεύσεται παιδεία», διδάσκει ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος
εἶναι ἐσωτερικὰ ἀσχημάτιστος καὶ ἀσθενής, αὐτὸ ἐκβάλλει πρὸς ὅλες τὶς πτυχὲς τοῦ
ἰδιωτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου. Λειτουργεῖ ὄχι συνειδητὰ, ἀλλὰ ἀσυνείδητα καὶ ἐνστικτωδῶς,
ταυτιζόμενος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μὲ τὴν ἐνστικτώδη ἄλογη κτίση. Ἐνδιαφέρεται ἁπλῶς
γιὰ κάλυψη προσωπικῶν ἐπιθυμιῶν χωρὶς κανένα ἐνδιαφέρον γι’ αὐτὸν ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο
ὀνομάζει “πλησίον”.
Στὸν ἀντίποδα αὐτῆς τῆς
κατάστασης βλέπουμε τὸν Μ. Βασίλειο, παρότι εἶχε ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ νὰ κάνει
μία πολὺ ἐπιτυχημένη ἐπιστημονικὴ καριέρα καὶ νὰ πλουτίζει καὶ σὲ χρῆμα καὶ σὲ
δόξα, νὰ ἀναλώνεται ὁλοκληρωτικὰ στὴν προσφορὰ πρὸς τὴν κοινωνία καὶ στὴν ὑπηρεσία
τοῦ ἐμπερίστατου ἀδελφοῦ. Ἀναφέρεται στὸν βίο του ὅτι, ὄντας ὁ ἴδιος, μεταξὺ ἄλλων,
καὶ ἰατρός, βρισκόταν αὐτοπροσώπως στὴν γνωστὴ Βασιλειάδα, φροντίζοντας ἀρρώστους
καὶ τραυματισμένους, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ δογμάτιζε καὶ ἔδινε ὅλο του τὸν ἑαυτὸ
στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν αἱρέσεων. Καὶ αὐτὸ γινόταν, διότι ὁ κάθε ἐμπερίστατος ἄνθρωπος,
ἔχει ἀναφαίρετη καὶ ἀπόλυτη ἀξία, ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸν δημιούργησε ὁ Θεὸς κατὰ τὴν
εἰκόνα του. Αὐτὴ ὅμως ἡ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι κατανοητή, οὔτε κἄν
συλληπτή, στὸ πλαίσιο τοῦ τεχνοκρατικοῦ πολιτισμοῦ, ἐφόσον σ’ αὐτὸν
προτεραιότητα δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὸ πλαίσιο τῶν συναλλακτικῶν σχέσεων καὶ
ἡ “ὑπεραξία” τοῦ συμφέροντος. Ἡ ἀντινομία τοῦ ἀπάνθρωπου ὑλισμοῦ. Στὸν Μ.
Βασίλειο ὅμως συναντᾶται ἐκεῖνο τὸ ἐκκλησιολογικὸ φρόνημα ποὺ περιγράφεται στὴν
εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς της Κρίσεως: «ἐφ’ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν
ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε».
Ἡ Ἐκκλησία ὡς
κοινωνία κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου μετέχει τοῦ ἀπολύτου. Οἱ ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες δὲν
συμβιβάστηκαν στὶς μεριστὲς “ἀλήθειες” τοῦ κόσμου. Γνώρισαν τὴν ἀπόλυτη καὶ
μόνη ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, αὐτὴ τοὺς μόρφωσε καὶ τοὺς διαμόρφωσε ὡς ὁλόκληρους
καὶ ἀληθινοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, καὶ γι’ αὐτὴν τὴν ἀλήθεια ἔδωσαν τοὺς
τεράστιους ἀντιαιρετικούς τους ἀγῶνες. Τὸ κατ’ ἀλήθειαν ζῆν ταυτίζεται στὴν
σκέψη καὶ στὴν παιδεία τῶν ἁγίων μὲ τὸ ἐν Χριστῷ ζῆν καὶ πολιτεύεσθαι. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης
ὁ Χρυσόστομος τὸ διατυπώνει ξεκάθαρα: «ἡ παιδεία μετάληψις ἁγιότητός ἐστι». Οἱ
Τρεῖς Ἱεράρχες ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν ὡς ἑτερόφωτοι φωστῆρες τοῦ αὐτόφωτου θείου
φωτὸς τῆς τρισήλιας θεότητας, ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρει τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς. Ὑπάρχουν
ὡς μέγιστοι φωστῆρες ἐπειδὴ ἀκριβῶς μετέχουν τοῦ θείου φωτός. Δίνουν στὴν
παιδεία χαρακτήρα ἱερότητας, ἐπειδὴ ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ παιδεία
λειτουργεῖ ὡς κλίμακα ποὺ ἀνυψώνει καὶ καταξιώνει τὸν ἄνθρωπο στὰ μέτρα τοῦ
“κατ’ εἰκόνα”.
Ἔγινε λόγος πρωτύτερα
γιὰ τὴν θεολογία τῆς εἰκόνας, ἡ ὁποία ἔγκειται στὴν ἐσωτερικὴ σχέση καὶ
κοινωνία μίας εἰκόνας μὲ τὸ συγκεκριμένο ὑπαρκτὸ πρωτότυπό της. Ἡ ἔννοια τῆς εἰκονικότητας
σήμερα εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἀπὸ αὐτό. Γίνεται λόγος γιὰ εἰκονικὴ
πραγματικότητα, δηλ. γιὰ ἀνύπαρκτη πραγματικότητα. Ὅταν ἐκλείπει τὸ πρωτότυπο,
τότε καὶ ἡ εἰκόνα εἶναι μετέωρη.
Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ τὸ ἀνύπαρκτο,
τὸ οὐτοπικὸ καὶ τὸ φανταστικὸ ἀποτελοῦν, δυστυχῶς, πρότυπα μίμησης τῶν νέων
παιδιῶν, ποὺ διαλύουν προσωπικότητες καὶ ὑπερτρέφουν τὸ παθητικὸ τῶν ἐνστίκτων
τῆς ψυχῆς, οἱ ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες, ἐκφράζοντας τὴν ὑπαρκτὴ ἑνότητα δόγματος καὶ
ἤθους, ἀποτελοῦν κανόνα πίστης καὶ ζωῆς ἀληθινῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνοίξουν
δρόμους στὰ σημερινὰ παιδιά, ὡς αὐριανοὺς οἰκογενειάρχες, γονεῖς, δασκάλους, ἰατρούς,
καὶ ἐν γένει χρηστὰ μέλη τῆς κοινωνίας.
* Ὁμιλία πρὸς τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς
τῶν Κυθήρων. Ἐκδήλωσις πρὸς τιμὴν τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν,
29 – 01 – 2026 Ἱ. Μητρόπολη Κυθήρων καὶ Ἀντικυθήρων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου