Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Ιαν 2012

Εικόνα και συμπεριφορά κάποιων Επισκόπων που πειραματίζονται στις πλάτες του λαού


ΗΜΕΡΙΔΑ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΒΟΛΟΥ
ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΑΠΟΙΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ
ΠΟΥ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΕΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Ὅποιος τοὺς ὠνομάσει «Οἰκουμενιστές», κινδυνεύει νὰ τὸν σύρουν στὰ δικαστήρια (κατὰ δήλωση τοῦ μητροπολ. Σιατίστης Παύλου)
 Ἐδῶ καὶ μιὰ δεκαετία σὲ ἑκατοντάδες ἀριθμοῦνται τὰ κείμενα ποὺ ἔχουν γραφεῖ γιὰ τὶς μεταφράσεις τῶν ἱερῶν κειμένων (ἁγιογραφικῶν ἢ λειτουργικῶν), ἀρκετὲς δὲ εἶναι καὶ οἱ ὁμιλίες ἢ τὰ συνέδρια ποὺ ἔχουν διεξαχθεῖ γιὰ τὸ φλέγον αὐτὸ θέμα ποὺ ἀφορᾶ κυρίως τοὺς Ὀρθόδοξους Ἕλληνες. Γι’ αὐτὸ δὲν ἀποτέλεσε ἰδιαίτερη εἴδηση ἡ πραγματοποίηση ἑνὸς ἀκόμα συνεδρίου-Ἡμερίδας, τὸ ὁποῖο μάλιστα ἔγινε στὴν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου, τῆς ὁποίας οἱ θέσεις στὸ θέμα εἶναι γνωστές.

30 Οκτ 2011

Επιστολή διαμαρτυρίας ενοριτών προς την Μητροπολίτη Πρεβέζης για την χρήση της Δημοτικής Γλώσσας στα λατρευτικά κείμενα


[image[25].png]
Επιστολή προς τον Σεβ. Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. κ. ΜΕΛΕΤΙΟ έστειλαν ενορίτες του Αγ. Γεωργίου Φιλιππιάδος, με την οποία εκφράζουν την δυσαρέσκειά τους και τον προβληματισμό τους για την ανάγνωση των ευχών της θείας Λειτουργίας εις την Δημοτικήν.
Η επιστολή έχει ως εξής:
Άγιος Γεώργιος 15 Οκτωβρίου 2011
ΠΡΟΣ: Τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. κ. Μελέτιο.
Σεβασμιότατε!

28 Σεπ 2011

Δεν προσαρμόζεται η πυξίδα (Β)


Δείτε και: Δεν προσαρμόζεται η πυξίδα (A)

«Λέγουσι καί ού ποιούσι»
   Ή ασυνέπεια στην πνευματική ζωή, με τό πρόσχημα της προσαρμογής στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, αποτελεί ό,τι πιο αταίριαστο γιά έναν αληθινό Χριστιανό. Αυτό ακριβώς δεί­χνει μία παλαιά, άλλά πάντοτε επίκαιρη διαπί­στωση, καταδικαστική τής νοοτροπίας μερικών Χριστιανών: «Αγαπώ τόν Χριστό, άλλά δεν αγαπώ τούς Χριστιανούς, διότι δεν μοιάζουν με τόν Χριστό». Λόγια του Μαχάτμα Γκάντι πού υπο­γραμμίζουν τήν ευθύνη των Χριστιανών γιά τήν ασυνέπεια τους και τήν ηθική αντινομία τους.
«Δεν αγαπώ τούς Χριστιανούς, γιατί δεν μοιά­ζουν με τόν Χριστό». Φοβερή ή ανακολουθία και ασυνέπεια. Οι Χριστιανοί νά μη μοιάζουν με τό πρότυπο τους, τόν Αρχηγό τους. Νά είναι παρα­ποιημένες και παραχαραγμένες εικόνες, κακέκτυ­πα πού προκαλούν τήν απαξίωση και περιφρόνη­ση. Νά λησμονούν πώς σκοπός τής ζωής τους είναι νά μιμηθούν και νά ακολουθήσουν τό αιώνιο πρότυπο τους, τόν Σωτήρα και Λυτρωτή τους.
   «Δεν αγαπώ...» Και ποιος αγαπάει τα κίβδηλα νομίσματα, τις παραχαραγμένες αξίες, τις γελοιο-γραφικές απομιμήσεις; Ποιος αγαπάει τα ρολόγια πού χτυπούν οχτώ και δείχνουν μία; Ποιος εκτι­μάει τις απραγματοποίητες υποσχέσεις, τις μεγα­λόστομες διακηρύξεις, πού δεν έχουν κανένα αντίκρισμα; Με πόσο πόνο πρόφερε ο ίδιος ο Κύριος τήν αποδοκιμασία Του πού κατεδίκαζε τήν αντινομία και ασυνέπεια τής φαρισαϊκής υποκρι­σίας: «Λέγουσι και ού ποιούσι» (Ματθ. κγ' 3).
   Αυτός ήταν ανέκαθεν ο πιο μεγάλος εχθρός του Χριστιανισμού: ή ασυνέπεια των οπαδών του. Οι διώκτες και οι τύραννοι και οι δήμιοι θέριευαν τόν ενθουσιασμό, ρίζωναν τήν πίστη στις καρδιές, έκαναν τό φως του Χριστού νά ακτινοβολεί παντού. Πετύχαιναν τό αντίθετο αποτέλε­σμα από εκείνο πού επεδίωκαν. Ό κίνδυνος δεν ήταν οι άλλοι. Ήταν οι ίδιοι οι Χριστιανοί πού δυσφημούσαν με τήν ασυνεπή ζωή τους τήν πίστη τους. Τό παλαιό παράπονο του Θεού είναι δυστυχώς επίκαιρο και στις ήμερες μας: «Δι' υμάς διαπαντός τό όνομα μου βλασφημείται έν τοίς έθνεσι» (Ήσαίου νβ' 5).
Και τα πιο ισχυρά επιχειρήματα και ή πιο πειστική διδασκαλία γίνονται ανίσχυρα και απί­στευτα, όταν δεν συνοδεύονται από φωτεινά παραδείγματα και συνεπή ζωή. Μία ζωή με συν­έπεια είναι πάντα τό πιο δυνατό επιχείρημα και ή πιο πειστική απόδειξη.
   Πρόκειται γιά μία αρχή με γενικότερες εφαρ­μογές. Ή ασυνέπεια δεν καταρρακώνει τό κύρος του δασκάλου, των γονέων, του πολιτικού, κοι­νωνικού, πνευματικού ηγέτη; Υπάρχει και ή πα­ραμικρή αμφιβολία; Και από τήν άλλη μεριά, πόσο ισχυροποιεί τό κύρος του και αυξάνει την επιρροή του και κάνει δυνατό τό λόγο του και αποδεκτές τις συμβουλές του, ο ηγέτης εκείνος πού εναρμονίζει θεωρία και πράξη, λόγο και ζωή! Πίστη και έργα ή πηγαίνουν συντροφευμέ­να και οικοδομούν ή δεν συμπορεύονται και γκρε­μίζουν. Μία ιδέα, μία αλήθεια πρέπει νά είναι βιωματική, νά προέρχεται από άνθρωπο πού τήν πιστεύει και επηρεάζει τη ζωή του, γιά νά προκαλέσει δυνατές συγκινήσεις και αληθινές πνευ­ματικές μεταμορφώσεις.
   Πώς νά πείσει ο λόγος μας, όταν διαψεύδεται από τη ζωή μας; Αύτη ή έντονη ασυμφωνία είναι πού προκαλεί τήν αποστροφή και απομα­κρύνει από τήν σώζουσα πίστη και αλήθεια. Οι μεγάλες αλήθειες στα χείλη ανάξιων εκπροσώ­πων, φαίνονται ως αποκρουστική υποκρισία. Μαζί με τούς ανάξιους εκπροσώπους φθείρονται και περιφρονούνται τα ιδανικά, τα Ιερά και τα όσια. «Ό διδάσκων έτερον σεαυτόν ού διδάσκεις; Ό κηρύσσων μή κλέπτειν κλέπτεις; Ό λέγων μή μοιχεύειν μοιχεύεις; Ό βδελυσσόμενος τά εί­δωλα ίεροσυλείς; Ός έν νόμω καχαύσαι διά τής παραβάσεως του νόμου τόν Θεόν ατιμά­ζεις;» (Ρωμ. 6' 21-23), έγραφε σε παρόμοια περίπτωση ο απόστολος Παύλος.
   Όλα αυτά μάς υπογραμμίζουν τήν μεγάλη αλήθεια, ότι ή χριστιανική ζωή είναι σοβαρή και υπεύθυνη. Απαιτεί κόπο και αγώνα. Είναι όμως όμορφη και αξίζει νά τήν ζει ο άνθρωπος. Και όταν πάρει κανείς σοβαρά τη χριστιανική ζωή και ο ίδιος τήν απολαμβάνει, άλλά και τους άλλους οικοδομεί. Γίνεται πηγή θερμότητας και ζωής. Έχει και αυτός τις ελλείψεις του, τις αδυναμίες του. Άλλά αγωνίζεται και προσπαθεί και πέφτει και σηκώνεται και πάλι προχωρεί. Γι' αυτό διδάσκει όχι μόνο με τόν αγώνα του, με τήν αρετή του, άλλά και με τήν μετάνοια του. Και προπάντων με αυτή.
   Οι άγιοι και οι πιο μεγάλοι, πού κατέπληξαν με τούς αγώνες τους και τό ψυχικό μεγαλείο τους, δεν ήσαν άπτωτοι και αναμάρτητοι. Ήσαν αγωνιστές και γενναίοι άθληταί. Πρωταθληταί προπάντων στο στίβο τής αγάπης, της αύταπαρνήσεως, τής θυσίας. Δεν περιορίζονταν σε μία στείρα και άγονη θρησκευτικότητα Ζούσαν έντονη πνευματική ζωή πού συμβάδιζε με τήν ιεραπο­στολική φλόγα και τα έργα τής αγάπης! Δεν αίωρούντο μεταξύ γης και ουρανού. Πατούσαν γερά στη γη, ενώ συγχρόνως ατένιζαν τόν ου­ρανό και αγωνίζονταν γιά νά τόν κατακτήσουν. Γνώριζαν ότι «έκ του καρπού τό δένδρον γινώσκεται», γι' αυτό και φρόντιζαν νά «ποιώσι καρ­πούς άξιους τής μετανοίας» και νά εναρμονί­ζουν τη ζωή τους με τό θέλημα του Θεού. Αυτός ήταν ο καθημερινός αγώνας τους. Γι' αυτό και αναδείχθηκαν «άλας τής γης», «φώς του κόσμου» και «ζύμη πού όλον τό φύραμα ζυμοί» με τήν αγωνιστικότητα και συνέπεια τους.
«ΖΩΗ»

21 Σεπ 2011

Λήξη του ΙΓ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου. Δελτίο Τύπου της Ιεράς Συνόδου (21-09-2011)


Λήξη του ΙΓ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου
Συνεχίσθηκαν σήμερα 21 Σεπτεμβρίου οι εργασίες του ΙΓ’ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων, το οποίο διοργανώνει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού. Γενικό θέμα του Συμποσίου, το οποίο έχει θέσει υπό την αιγίδα του ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, είναι:
« Ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ »
Η πέμπτη συνεδρία πραγματοποιήθηκε με προεδρεύοντα τον Αιδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο κ. Βασίλειο Καλλιακμάνη, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Η πρώτη Εισήγηση είχε ως θέμα : «Η ποίησις νέων Ακολουθιών ως παραγωγή σύγχρονου λειτουργικού λόγου». Ο εισηγητής Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ. Ιωήλ, ο οποίος παρουσίασε πτυχές του θέματός του, επεσήμανε τα εξής:
«Η εισαγωγή ύμνων στη δημοτική θα προκαλέσει τριγμούς στη λατρεία της Εκκλησίας μας». Στην συνέχεια επεσήμανε πως: «Οι ειδικοί λέγουν πως «οι συγγραφείς των ευχών και οι ποιητές των ύμνων, δεν χρησιμοποίησαν απλώς τη γλώσσα της εποχής τους. Οι γλωσσικές τους διατυπώσεις προέρχονταν από την αγιοπνευματική τους εμπειρία, η δε γλώσσα τους υπήρξε η συμπύκνωση της εμπειρίας αυτής, ένα «δοχείο» της ψυχής και του πνεύματος». Τόνισε δε πως: «Άριστο μέσο κατανοήσως των διαφόρων ύμνων, ιδίως των πολύ γνωστών είναι η επεξήγηση τους σε ιδιαίτερα βιβλία και η κατ’ οίκον μελέτη τους από τούς πιστούς». Τέλος δε ανέφερε πώς: «Εάν ποτέ χρειαστεί να αλλάξει η γλώσσα, πράγμα που δεν το βλέπουμε τώρα κοντά, θα πρέπει να γίνουν ύμνοι σε άλλα μέλη, σε άλλα ποιητικά μέτρα και από αγίους, αποδεδειγμένα, ανθρώπους και όχι από ρομαντικούς ανθρώπους».
Ο δεύτερος εισηγητής Ελλογιμώτατος κ. Γρηγόριος Στάθης, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών ανέπτυξε το θέμα: «Θέματα μετάφρασης, υμνολογίας και μουσικής». Ο ομιλητής με γλαφυρότητα έκανε λόγο, για την “συνομοουσιότητα” λόγου και μέλους. Επίσης τόνισε ότι αυτό το συναμφότερο “λόγος και μέλος” είναι μία απ’ τις καλές τέχνες, η Ψαλτική τέχνη, που είναι ισόκυρη με τις άλλες καλές τέχνες που διακονούν και εκφράζουν την ορθόδοξη λατρεία.» Στη συνέχεια λέχθηκαν τα σχετικά με την μελοποιία των ποικίλων υμνογραφημάτων και κατεστάθη φανερή η συνύφανση λόγου και μέλους και η συνεκφορά τους κατά την ψαλμώδηση. Η οποιαδήποτε μετάφραση του υμνητικού λόγου, που οπωσδήποτε ανακαταστρώνει τα νοήματα, συμπαρασύρει σε αλλαγή και του ενδύματος του λόγου, δηλαδή του μέλους».
Ακολούθησε η Τρίτη εισήγηση της εισηγήτριας κ. Ελένης Κασάπη, Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με θέμα : «Η συγχρονία και η διαχρονία ως μηχανισμοί πρόσληψης των λειτουργικών κειμένων».
Η Εισηγήτρια μετά τη διατύπωση εμπεριστατωμένων επιστημονικών θέσεων τόνισε : «Η ερμηνευτική πρόσληψη των λειτουργικών κειμένων εξαρτάται από την «ανοιχτή» πρόσβασή μας στο δίκτυο σημείων των ίδιων των λειτουργικών κειμένων, το δίκτυο εννοείται με συστατικά τα εμβλήματα κινήσεων στη θέση λέξεων, την οπτική ουσία του λειτουργικού λόγου, την ακουστική και γραμματική ακολουθία λέξεων και φράσεων των κειμένων αυτών, την γραμματική των λειτουργικών κειμένων». Κατέληξε δε πως: «Ασφαλώς και χρειαζόμαστε μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων: για το ενδογλωσσικό αλλά και το διαγλωσσικό ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και για την ενίσχυση ιερέων και ψαλτών στην δική τους ατομική, νοερή μετάφραση των κειμενικών γεγονότων της θείας λειτουργίας, συστατικό που θα επιδράσει διαλεκτικά με την πρόσληψη της θείας λειτουργίας από τον συμμετέχοντα λαό».
Η τρίτη και τελευταία συνεδριακή ημέρα έκλεισε με την Προεδρία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ, Προέδρου της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Λειτουργικής Αναγεννήσεως και την διεξαγωγή γενικής συζητήσεως επί των αναπτυχθέντων θεμάτων, καθώς και την ανάγνωση των τελικών συμπερασμάτων από τον Σεβασμιώτατο Πρόεδρο.
Με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκαν επιτυχώς οι εργασίες του Συμποσίου.
Στη συνέχεια παρατέθηκε από την φιλοξενούσα Ιερά Μητρόπολη Σύρου, Τήνου, Κέας, Μήλου και Μυκόνου αποχαιρετιστήριο γεύμα προς τιμήν των εισηγητών και συνέδρων, διανεμήθηκαν τα σχετικά αναμνηστικά και οι εκπρόσωποι των Ιερών Μητροπόλεων ανεχώρησαν εις τα ίδια.
Τέλος, οι εργασίες και κατά την σημερινή τρίτη και τελευταία ημέρα του ΙΓ’ Λειτουργικού Συμποσίου καλύφθηκαν ζωντανά από το διαδικτυακό κανάλι intv.gr.
Εκ της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

Δείτε και:

-Έναρξη του ΙΓ’ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου (19 Σεπτεμβρίου 2011)

-Δελτίο Τύπου της Ιεράς Συνόδου περί του ΙΓ' Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων 16/9/2011

19 Σεπ 2011

Έναρξη του ΙΓ’ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου (19 Σεπτεμβρίου 2011)


Έναρξη του ΙΓ’ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου
Ξεκίνησαν χθες 19 Σεπτεμβρίου οι εργασίες του ΙΓ’ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων, το οποίο διοργανώνει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, με τη συμμετοχή 95 εκπροσώπων από 55 Ιερές Μητροπόλεις. Γενικό θέμα του Συμποσίου, το οποίο έχει θέσει υπό την αιγίδα του ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, είναι:
«Ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ»
Μετά την ανάγνωση του Μηνύματος του Μακαριωτάτου προσεφώνησαν τους Συνέδρους ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Μήλου, Κέας καί Μυκόνου κ. Δωρόθεος Β’ και ο Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ. Επίσης χαιρετισμούς απηύθυναν ο Αντιπεριφερειάρχης Nοτίου Aιγαίου κ. Γ. Πουσέος, ο εκπρόσωπος του Δημάρχου Τήνου κ. Παναγιώτη Κροντηρά, κ. Ιωάννης Σαλταμανίκας, πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, και ο Αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού κ. Σάββας Απέργης.
Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρία με προεδρεύοντα τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Μήλου, Κέας καί Μυκόνου κ. Δωρόθεο.
Η πρώτη Εισήγηση είχε ως θέμα : «Γλωσσολογική προσέγγιση της γλώσσας της λατρείας». Ο εισηγητής Ελλογιμώτατος κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος παρουσίασε πτυχές του θέματoς, τόνισε μεταξύ άλλων τα εξής: «ότι από κειμενογλωσσολογικής απόψεως τα κείμενα λατρείας υπάγονται σ’ έναν τύπο κειμένων που έχουν καθαρώς τελετουργικό και μυστηριακό χαρακτήρα με ύφος και ήθος που δεν συνάδουν με την τετριμμένη χρηστική γλώσσα της καθημερινότητας, η οποία θα χρησιμοποιούνταν στη μετάφραση. Συγχρόνως, από γλωσσο-ιστορικής απόψεως, τα κείμενα της λατρείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας συνεχίζουν μια γλωσσική παράδοση αιώνων η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί στο όνομα μιας χρηστικής αντίληψης που θα αντικαθιστούσε το πρωτότυπο κείμενο τής Θ. Λειτουργίας με μια μετάφρασή του. Πολύ περισσότερο –θα προσθέσουμε– που αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει με άλλες γλώσσες (τη Λατινική λ.χ. σε σχέση με τη Γαλλική, την Ισπανική, την Αγγλική ή τη Γερμανική), για λόγους που συνδέονται με την ιστορία της ελληνικής γλώσσας (αδιάσπαστη συνέχεια χρήσεως, επιβίωση και αναβίωση τού λεξιλογίου), η σχέση του σύγχρονου Έλληνα με τα παλαιότερα Ελληνικά μας είναι διαφορετική και, ως εκ τούτου, η γλώσσα του κειμένου είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κατανοητή.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως θεματοφύλακας της ορθόδοξης παράδοσης, είναι από τη φύση της συντηρητικός θεσμός με την έννοια όχι μιας έμμονης προσκόλλησης, αλλά μιας συνειδητής διαφύλαξης των συστατικών της ορθόδοξης παράδοσης, ιδιαίτερα στον καίριο χώρο της Θ. Λειτουργίας. Και δεν νοείται ορθόδοξη παράδοση στον χώρο τής λατρείας ερήμην της γλώσσας, στην οποία έχει διατυπωθεί και στην οποία εκφράζεται επί αιώνες ∙ ερήμην της ελληνικής γλώσσας, της γλώσσας του Ευαγγελίου, της γλώσσας των Πατέρων της Εκκλησίας, της γλώσσας της εκκλησιαστικής υμνογραφίας.».
Ο Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος κ. Κωνσταντίνος Καραϊσαρίδης, Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ανέπτυξε το θέμα : «Εισαγωγή στη συνάφεια θεολογίας και λειτουργικού λόγου (Βίβλος, Δόγμα, Ήθος)». Ο Εισηγητής μετά τη διατύπωση εμπεριστατωμένων επιστημονικών θέσεων τόνισε ότι : «η συνάφεια του βιβλικού λόγου με το λειτουργικό λόγο, δεν εξικνείται στο φραστικό πεδίο με την παράθεση παραλλαγμένων ή αυτούσιων παραθεμάτων βιβλικού λόγου, αλλά φτάνει μέχρι του σημείου να επαναλαμβάνονται, ή καλύτερα να επικαιροποιούνται τα υπό του βιβλικού λόγου σημαινόμενα (βλ. την ανάπτυξη του θέματος της δημιουργίας, του μυστηρίου του βαπτίσματος, της θείας ευχαριστίας, του γάμου κ.ά.) ».
Επίσης ανέφερε «ότι ο λειτουργικός λόγος έχει μία συνεκτικότητα, πλαστικότητα και ποιητικότητα που τον καθιστά άριστο μυσταγωγό στη δογματική διδασκαλία και ιδιαίτερα ως μέσο βιώσεώς της, αφού είναι κατεξοχήν βιωματικός, εμπειρικός λόγος».
Τέλος παρουσίασε με παραδείγματα τον παιδαγωγικό και ηθοπλαστικό χαρακτήρα του λειτουργικού λόγου.
Η Τρίτη Εισήγηση είχε ως θέμα: «Σύγχρονη προβληματική περί του λειτουργικού λόγου». Ο Εισηγητής, Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος κ. Δημήτριος Τζέρπος, Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπογράμμισε τα εξής: «ότι από την ιστορία της χριστιανικής λατρείας προκύπτει ότι ανέκαθεν η Εκκλησία είχε γλωσσικό πρόβλημα, το οποίο και αντιμετώπιζε κατά περίπτωση με αποκλειστικό κριτήριο το πνευματικό συμφέρον του λαού του Θεού. Αλλά σήμερα το πρόβλημα αυτό προσέλαβε μια πρωτοφανή οξύτητα, εξαιτίας της πρόσφατης γλωσσικής μεταρρύθμισης στην οποία προέβη η ελληνική πολιτεία με την πλημμελή πλέον διδασκαλία των κλασσικών ελληνικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα οι νεώτερες γενιές των νεοελλήνων να δυσκολεύονται στην κατανόηση του παραδοσιακού εκκλησιαστικού λόγου της Εκκλησίας, γεγονός που μειώνει τη συνειδητή συμμετοχή τους στη λειτουργική ζωή. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και για την αντιμετώπισή του η Εκκλησία έχει σήμερα ουσιαστικά μια και μόνη λύση, την εντατικοποίηση της λειτουργικής αγωγής του λαού, δίδοντας έμφαση στην ερμηνευτική απόδοση όλων των λειτουργικών κειμένων στα νέα ελληνικά».
Σ’ ότι δε αφορά το ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα της εισαγωγής νεοελληνικών μεταφράσεων λειτουργικών κειμένων στη λατρεία, ο ομιλητής τόνισε: «τις ιδιαίτερες δυσκολίες και τα προβλήματα που έχει ένα τέτοιο εγχείρημα, ιδιαίτερα στη υμνογραφία, η οποία εξαιτίας του ποιητικού χαρακτήρα και της συμφυούς ψαλτικής της έκφρασης είναι ουσιαστικά λόγος αμετάφραστος. Όμως κανείς δεν μπορεί να αποκλείση ότι στο μέλλον η «βιαία πνοή»του Αγίου Πνεύματος δεν θα εμπνεύση και νέους θεηγόρους άνδρες, θεολόγους, ποιητές και μουσικούς ισάξιους των μεγάλων υμνουργών και μελοποιών του παρελθόντος, οι οποίοι θα εκφράσουν με νέες δημιουργίες, ομοούσιες προς τις παραδοσιακές, την κοινή προσευχή της Εκκλησίας και στη νεοελληνική γλώσσα. Αποτελεί τούτο ένα όφλημα της Ορθοδόξου εκκλησίας προς κάθε λαό, όπως άριστα το περιέγραψε ο νεοφανής σέρβος άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, του οποίου η μετάφραση της Θείας Λειτουργίας από τα αρχαία σλαβωνικά στα σύγχρονα σερβικά χρησιμοποιείται σήμερα στη λατρεία. Όπως το νόημα της Εκκλησίας είναι ο κάθε λαός προσλαμβάνοντάς την, να πλουτίση με την πληρότητά της έτσι αυτή λειτουργεί και ως προς τη γλώσσα του συγκεκριμένου λαού· προσλαμβάνοντας τη γλώσσα του, ως δική της γλώσσα, με την οποία απευθύνεται στο Θεό. H Εκκλησία εμπνέει και εμπλουτίζει τον λαό με τους δικούς της πανανθρώπινους θησαυρούς, ενώ ταυτόχρονα του αναπτύσσει και τις δικές του θεόσδοτες δυνατότητες...››
Η πρώτη συνεδριακή ημέρα έκλεισε με γόνιμη συζήτηση στα αναπτυχθέντα θέματα. Στη συνέχεια παρατέθηκε από την φιλοξενούσα Ιερά Μητρόπολη Σύρου, Τήνου, Μήλου, Κέας καί Μυκόνου δείπνο προς τιμήν των εισηγητών και συνέδρων.
Σημειώνεται ότι, οι εργασίες του Λειτουργικού αυτού Συμποσίου καλύπτονται ζωντανά από το διαδυκτιακό κανάλι intv.gr.
Εκ της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

30 Ιουλ 2011

Μητροπολίτης Ηλείας , Και πάλιν το Βιβλίον του Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου "Μέθεξη ή Κατανόηση;"

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΗΛΕΙΑΣ

Πύργος 29 Ιουνίου 2011

Εορτή των Πρωτοκορυφαίων

Αποστόλων Πέτρου και Παύλου

Στην δική μου κριτική στο Βιβλίο του Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου με τον τίτλον «Μέθεξη ή Κατανόηση», έλαβα σύντομον επιστολήν του με τρισέλιδον απάντησι –διευκρινήσεις, ως ο ίδιος τις ονομάζει. Σ' αυτά θέλω να απαντήσω τα εξής•

  1. Την κριτική μου στο Βιβλίο του Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου εις ουδένα απέστειλα, ούτε εις τον «Ορθόδοξον Τύπον» ως ισχυρίζεται. Την απέστειλα ΜΟΝΟΝ εις τον άγιον Νικοπόλεως και την ανήρτησα στην ιστοσελίδα της Μητροπόλεώς μας.
  2. Με τις διευκρινήσεις του ο άγιος Νικοπόλεως δεν απαντά στα συγκεκριμένα καυτά ερωτήματά μου και δει στα ερωτήματα:
  1. Αν πρέπει να εισαχθή η μετάφρασις των εξ Καθηγητών στην Κοινή Λατρεία μας και
  2. Ποίον είναι το αρμόδιον όργανον δια τη έγκρισιν αυτών και την εισαγωγή τους στην Λατρεία.

3. Όμως ο άγιος Νικοπόλεως έχει δώσει παλαιότερα απάντησι σ' αυτά τα ερωτήματα. Έχει απαντήσει με εμπεριστατωμένη όντως εισήγησί του προς την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, όταν εις αυτήν είχεν υποβληθή προς έγκρισιν υπό των εξ Καθηγητών και της εν Ελλάδι Βιβλικής Εταιρείας η σχετική μετάφρασις. Την Εισήγησιν αυτήν ανεύρον με την βοήθεια Αδελφού Αρχιερέως εις τα Φύλλα του ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ της 31 Ιανουαρίου και 7 φεβρουαρίου 1986.

Παραθέτω ολόκληρη την Εισήγησι αυτή του αγίου Νικοπόλεως ως εδημοσιεύθη, γιατί πολλά όλοι μας θα ωφεληθούμε.

ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ.Δ

10 Ιουλ 2011

Βασίλειος Χ. Στεργιούλης, Πρωτότυπο κείμενο ή μετάφραση του Ευαγγελίου;

Πρωτότυπο κείμενο ή μετάφραση του Ευαγγελίου;

Του Βασιλείου Χ. Στεργιούλη, θεολόγου

Τις ημέρες αυτές είδαν το φως της δημοσιότητος από τις στήλες της αγαπητής «Ελευθερίας» κείμενα σχετικά με την ανάγνωση και την ψαλμωδία στους ναούς μας των αγιογραφικών και λατρευτικών κειμένων. Επειδή το θέμα είναι ιδιαίτερα λεπτό και σημαντικό, ας επιτραπεί η δική μας σύντομη συμμετοχή και συμβολή στο διάλογο.

Καταρχήν το γεγονός ότι το κείμενο του Ευαγγελίου και η περίλαμπρη βυζαντινή υμνωδία είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα αποτελούν τιμή και ευλογία Θεού για μας τους Ελληνες. Όχι με έννοια σοβινιστική και ανεδαφική, αλλά με ειλικρινή και αντικειμενική τοποθέτηση.

Ολοι οι διαπρεπείς μελετητές της ιστορίας και του πολιτισμού θαυμάζουν την Ελληνοβυζαντινή κληρονομιά μας. Από τον Βασίλιεφ και τον Φλωρόφσκι, ως τον Στήβεν Ράνσιμαν και την Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ. Ολοι δε οι λαοί μας σέβονταν και μας τιμούσαν ανέκαθεν τους Ελληνες για τον αρχαιοελληνικό και το βυζαντινό μας πολιτισμό. Και όχι για τη δική μας, τη σύγχρονη - εννοώ - ηθικοπνευματική κατάπτωση, που μας ευτέλισε στον κόσμο όλο. Ιδιαίτερα θαυμάζουν τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό οι Ρώσοι, οι αντιπρόσωποι των οποίων έμειναν άναυδοι όταν επισκέφτηκαν την Κωνσταντινούπολη και απήλαυσαν το μεγαλείο της ελληνορθοδόξου λατρείας μας. Γι΄ αυτό και προσπαθούσαν ως τις μέρες μας σε όλες τις εκδηλώσεις «της θρησκευτικής και πνευματικής ζωής των να μην απομακρύνονται από ελληνικά βυζαντινά μας πρότυπα».

Δεν θα υπεισέλθω στο θέμα εάν και κατά πόσο είναι δυνατή η απόδοση στη νεοελληνική των άφθαστων σε ποιητική έξαρση, λυρισμό και κατάνυξη λατρευτικών ύμνων και κειμένων, που υπομνηματίζουν και ερμηνεύουν αριστοτεχνικά την Αγία Γραφή και τη μεταβάλλουν, σε ποίηση και λατρεία, που αποδίδουν το δόγμα και μεταβάλλουν τα προσωπικά βιώματα των καθαρμένων από το Αγιο Πνεύμα καρδιών των δημιουργών τους σε οικουμενικά και πανανθρώπινα. Εχουν, άλλωστε, γραφεί πάμπολλα παλιότερα, αλλά και πρόσφατα. Θα επιμείνω κυρίως στο θέμα της ανάγνωσης των αγιογραφικών κειμένων στους ναούς μας σε νεοελληνική μετάφραση. Και ιδίως του Ευαγγελίου.

Ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι «το αιτιατόν της αιτίας». Για ποιο δηλαδή λόγο. Για ποιο αποτέλεσμα. Είναι ακατανόητο; Και σε ποιους; Ποιος δεν καταλαβαίνει σε γενικές γραμμές την απλή και επαγωγό διδασκαλία του Ιησού Χριστού, τα θαύματα ή τις παραβολές Του, εκφράσεις των οποίων χρησιμοποιούνται ακόμη και στην καθημερινή ζωή, όπως για παράδειγμα «αγρόν ηγόρασα» κ.λπ.; Σε ποιον είναι ακατανόητη η παραβολή του Ασώτου υιού, του Καλού Σαμαρείτη κ.ά.; Το Ευαγγέλιο αυτό, γραμμένο στην ελληνιστική κοινή, την απλοελληνική, θα λέγαμε σήμερα, δεν είναι κανένα αρχαΐζον και ακατάληπτο κείμενο. Με αυτό και τα λοιπά εκκλησιαστικά λατρευτικά βιβλία, όπως η Οκτώηχος, το Ψαλτήρι κ.ά., κρατήθηκε το υπόδουλο επί τετρακόσια χρόνια στους Τούρκους Γένος μας. Τότε, που φωτοσβέστες σουλτάνοι απαγόρευαν την ύπαρξη σχολείων. Με το Ευαγγέλιο, τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας και το Κρυφό Σχολειό, του οποίου από - απομυθοποίηση κάνει τελευταίως ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Φάνης Ι. Κακριδής, διατηρήθηκε η εθνική μας γλώσσα, η παράδοση και ο πολιτισμός μας. Αυτό, λοιπόν, που άντεξε στην μαύρη περίοδο της δουλείας, δεν αντέχει σήμερα και γι΄ αυτό ζητούμε την ανάγνωση του Ευαγγελίου στη νεοελληνική;

Υποστηρίζεται εσφαλμένως ότι την ως άνω αλλαγή επιβάλλει η σημερινή πνευματική υποβάθμιση και η λεξιπενία της νέας γενιάς. Δεν φαίνεται όμως να ευσταθεί ο ισχυρισμός αυτός, καθόσον υπάρχουν απλοί και αγράμματοι άνθρωποι και μάλιστα μεγάλης ηλικίας, οι οποίοι κατανοούν γενικά το πνεύμα του Ευαγγελίου και της λατρείας - πολλοί δε περισσότεροι και από επιστήμονες - και μετέχουν συνειδητά και ολοκληρωτικά στη θεία μυσταγωγία. Δεν είναι, λοιπόν, τόσο θέμα γραμματικών γνώσεων, όσο πνευματικής λαχτάρας, και θερμουργού πίστης.

Εξάλλου, και αν ακόμη υποτεθεί πως αυτό δεν συνέβαινε, δεν φαίνεται ευλογοφανής η πρόταση να αντικατασταθεί στην κοινή λατρεία η ανάγνωση του Ευαγγελίου στη νεοελληνική. Θυμίζει αυτή η πρόταση τον παράλογο συλλογισμό «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι»! Γιατί, δηλαδή, να προβούμε σ’ αυτή τη λύση και να μην λάβουμε δραστικά μέτρα ως οικογένεια, εκκλησία, παιδεία και κοινωνία για την πνευματική άνοδο και καλλιέργεια της νέας γενιάς. Αυτή είναι η υποχρέωση όλων μας και ιδίως των ιερωμένων και των θεολόγων. Αν εργαστούμε όλοι με ζήλο για την κατήχηση και την πνευματική, υποστήριξη των νέων μας, τότε θα κατανοούν αρκούντως τα αγιογραφικά και λατρευτικά κείμενα. Και θα σωθούν από πολλά δεινά της εποχής μας, ιδίως δε από τη μάστιγα των ναρκωτικών, του έιτζ, της βίας και εγκληματικότητας.

Συνεπώς το καθαρά θρησκευτικό θέμα της απόδοσης στη νεοελληνική των αγριογραφικών και λατρευτικών μας κειμένων είναι και κοινωνικό, αλλά και εθνικό θέμα για μας τους Ελληνες. Γιατί γράφηκε στη γλώσσα μας. Και έχουμε το μεγάλο προνόμιο να το διαβάζουμε από το πρωτότυπο. Είναι επιτρεπτό να το απεμπολήσουμε; Φτάνει που υποτιμούμε και εξοβελίζουμε από το Λύκειο τα μαθήματα ανθρωπιστικής παιδείας (Θρησκευτικά, Αρχαία Ελληνικά, Ιστορία), μην φτάσουμε σε αυτό το κατάντημα!

Πόσο μεγάλο είναι το προνόμιό μας αυτό, το κατανοούμε, αν λάβουμε υπόψη πως «παραμένει πάντοτε μέγα πρόβλημα η επιτυχία της μεταφράσεων». Της οποιασδήποτε μεταφράσεως, αφού και η πιο επιτυχημένη μετάφραση δεν μπορεί να υποκαταστήσει το πρωτότυπο! Όπως παρατηρεί ο καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ιω. Σταματάκος «η γλώσσα εκάστου συγγραφέως έχει την προσωπική του σφραγίδα, είναι μέρος του είναι του και δεν ημπορεί να αντικατασταθεί από οιονδήποτε άλλον (ακόμη και σύγχρονόν του), χωρίς να χάσει κάτι από την αρμονία της»!

Αν τα ανωτέρω ισχύουν για κάθε μετάφραση, πολύ περισσότερο ισχύουν προκειμένου περί της μεταφράσεως του Ευαγγελίου και των θεοπνεύστων κειμένων γενικά. Γιατί πρέπει να επιλυθούν ζητήματα και προβλήματα μεταφραστικά (όπως είναι η γλώσσα της μετάφρασης, η απόδοση ιδιωματισμών του πρωτοτύπου, που δεν κατανοούνται αν αποδοθούν κατά λέξη κ.ά.) γλωσσικά ερμηνευτικά (που αναφέρονται στην ακριβή κατανόηση του ιερού κειμένου) και θεολογικά ερμηνευτικά (που σχετίζονται με την εξακρίβωση και απόδοση των αληθειών και των δογμάτων του ιερού κειμένου)! Ετσι θα μπορέσει να αποδώσει ο μεταφραστής «αλώβητον και αναλλοίωτον την υπάρχουσαν θεοπνευστίαν». Και επειδή όλα αυτά είναι ίσως δυνατότητα, αναφέρουμε ως παράδειγμα το εδάφιο 8,25 του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου; «Την αρχήν ότι και λαλώ υμίν». Η κατά λέξιν απόδοσή του φαίνεται γρίφος. Ανόμως αποδοθεί με την έννοια «Είσθε ανάξιοι και μόνον να ομιλώ μαζί σας», τότε είναι εύκολη και η θεολογική του ερμηνεία και διατύπωση.

Πόσην αξία έχει το πρωτότυπο ενός κειμένου και μάλιστα ιερού, τι κινδύνους αντιμετωπίζει ο αντικειμενικός μελετητής και μεταφραστής του και ο αναγνώστης της μετάφρασης, φαίνεται από την ομολογία που έκανε προσφάτως η πρώτη Κινέζα Ορθόδοξη Χριστιανή Ιεράποστολος Πελαγία Yu η οποία ήταν προηγουμένως Προτεστάντισσα: Ερευνούσε, γράφει επί πέντε χρόνια «την αλήθεια, χρησιμοποιώντας περισσότερες από τριάντα διαφορετικές εκδόσεις της Αγίας Γραφής, οι οποίες δυστυχώς όλες τους είναι γεμάτες λάθη (μεταφρασμένες από ετεροδόξους»! Γι΄ αυτό μακαρίζει τους Ελληνες, που έχουμε την Αγία Γραφή στο πρωτότυπο. Και διακηρύσσει τον καημό, τη μεγάλη της επιθυμία: «Θα ήθελα να ήμουν Ελληνίδα, ώστε να μπορώ να διαβάζω την Καινή Διαθήκη στο πρωτότυπο!».

Θα ακούσουμε άραγε την κραυγή και τη λαχτάρα της εμείς οι Ελληνες, που τόσο πλούσια ευλογηθήκαμε από τον Θεό, αλλά δεν το καταλαβαίνουμε τελευταίως, γι΄ αυτό και γίναμε τόσο «προοδευτικοί»;

«Ελευθερία»10/07/2011

27 Απρ 2011

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Η σημερινή χρήση μεταφράσεων εις την λατρεία αποβλέπει εις μίαν "Νεοελληνικήν Εκκλησίαν";

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΑΠΟΒΛΕΠΕΙ ΕΙΣ ΜΙΑΝ «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ»;

1. Η Μετάφραση της Αγίας Γραφής στη Νεοελληνική έφερε στο φως, κατά την δεκαετία του 1830, όλα τα ακανθώδη προβλήματα του νεωτέρου Ελληνισμού, στο επίκεντρο των οποίων βρισκόταν η σχέση με την παράδοση και ο κίνδυνος αλλοτριώσεως της εθνικής ταυτότητας, στην ακατάσχετη μανία του εξευρωπαϊσμού. Μία πτυχή της προβληματικής ήταν ο λόγος «περί Νεοελληνικής Εκκλησίας». Ένας οξύτατος διάλογος αναπτύχθηκε μεταξύ των εγκριτοτέρων Θεολόγων της εποχής, διεξαγόμενος μέσω μαχητικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα όλη η ικμάδα των εθνικών δυνάμεων να δαπανηθεί σε αδιέξοδους αγώνες, σε εποχή ιδιαίτερα κρίσιμη για την οργάνωση και ευστάθεια του αδύνατου ελληνικού Κράτους. Θα παραθέσουμε, τα κύρια σημεία, μιας πρόσφατης μελέτης μας, διότι έχει άμεση σχέση με τις σημερινές καινοτομίες.

Ο ομόψυχος συνεργάτης και συναγωνιστής του Κ. Οικονόμου, ιεροκήρυξ Γερμανός, εκδότης της «Ευαγγελικής Σάλπιγγος», απάντησε σε δημοσίευμα του Φαρμακίδη, κατηγορώντας τον, μεταξύ άλλων, ότι τις απόψεις του για την Παλαιά Διαθήκη δεν τις στήριζε στο κανονικό και επίσημο κείμενο της μεταφράσεως των Ο’, αλλά στην πρόσφατη μετάφραση της βιβλικής Εταιρείας, στην οποία βασικός συνεργάτης ήταν και ο Νεόφυτος Βάμβας. Στο κείμενο του Γερμανού υπήρχε και η επισήμανση, ότι, η επιλογή του Φαρμακίδη, όπως και η νέα μετάφραση, έγιναν «επί χρησταίς ελπίσι διά μίαν Νεοελληνικήν Εκκλησίαν». Ο Φαρμακίδης θεωρώντας το κείμενο του Γερμανού γραμμένο από τον Οικονόμο, απάντησε το ίδιο έτος με το έργο του «Ο ψευδώνυμος Γερμανός», επιμένοντας στην χρήση, για επιστημονικούς λόγους, της μεταφράσεως από το εβραϊκό πρωτότυπο της Παλαιάς Διαθήκης. Ειδικά όμως τοποθετήθηκε στο θέμα της «Νεοελληνικής Εκκλησίας» ο Νεόφυτος Βάμβας. Το εξ 24 σελίδων κείμενό του τυπώθηκε «την 28ην Αυγούστου 1838». Ο Οικονόμος βρήκε την μοναδική ευκαιρία να ανασκευάσει το τευχίδιο του Βάμβα με ένα ογκώδες δικό του έργο 368 σελίδων με τον τίτλο: «Επίκρισις...», που τυπώθηκε στις αρχές του 1839. Το ίδιο έτος είδε το φως το έργο του Θ. Φαρμακίδη «Απολογία» (β’ έκδοση 1840), με εκτενή αναφορά στο θέμα «περί Νεοελληνικής Εκκλησίας».

2. Ο Οικονόμος στην «Επίκρισίν» του, απέκρουσε τον όρον «νεοελληνική». Το «άχαρι και κακόζηλον αυτό, επίθετον» αποδίδει στον Γερμανό, ο οποίος όμως το χρησιμοποίησε «ειρωνικώς», όπως λέγει. Θέλοντας όμως να δείξει την διαφορετική νοηματοδότηση του όρου από τους αντιπάλους του, μεταθέτει το πρόβλημα στην απέναντι πλευρά: «Πρώτος του κακεντρεχούς επιθέτου δημιουργός ανεφάνη πάλιν αυτή των νεωτεριστών και καινοτόμων συμμορία». Ο Οικονόμος στον νοηματικό του κώδικα προσέδιδε χρονική σημασία στον όρο, ενώ οι αντίπαλοί του -κατά την δική του κατανόηση- ποιοτική και εθνική, με συγκεκριμένη στοχοθεσία: «ίνα χωρίσωσι παντοιοτρόπως την λαλουμένην των Ελλήνων διάλεκτον από της εκκλησιαστικής διαλέκτου» και να επιτύχουν τελικά την κατάργησή της.

Ο Βάμβας κατηγορούσε τον Οικονόμο, ότι «δεν θέλει να αναγινώσκωνται εις την Νεοελληνικήν γλώσσαν» οι Γραφές. Ο όρος, έτσι, αυτόματα προσέλαβε τρεις χρήσεις: νεοελληνική μετάφραση -νεοελληνική γλώσσα— νεοελληνική Εκκλησία, σε άμεση συνάφεια μεταξύ τους. Ο Οικονόμος, αποκρούοντας τον όρο, τον χαρακτηρίζει άγνωστο στην ελληνική γλώσσα. Συνδέει μάλιστα, την χρήση του με την θεωρία του Φαλμεράϋερ. Ο Βάμβας, αντίθετα, δεχόταν ότι ο όρος ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, το υπαρκτό γλωσσικό πρόβλημα, και γι’ αυτό θεωρούσε την Μετάφραση αναγκαία. Για τον Οικονόμο όμως τέτοιο πρόβλημα δεν υφίστατο, στην ένταση τουλάχιστον, που νόμιζε ο Βάμβας.

Στο σημείο αυτό πρέπει να δηλωθεί η διαφορετική προοπτική των δύο κληρικών. Για τους έχοντες, υποτυπώδη έστω, σχολική παιδεία πρόβλημα οξύ στην προσέγγιση των Γραφών δεν υπήρχε (θέση του Οικονόμου). Ο Βάμβας όμως αναφερόταν στο ευρύ και απαίδευτο στρώμα του λαού. Λησμονούσε όμως, ότι βασικό πρόβλημα στην ανάγνωση των Γραφών δεν είναι η γλώσσα (τα «ρήματα»), αλλά τα «νοήματα», τα οποία χωρίς ερμηνευτικά σχόλια μένουν ακατανόητα ή παρανοούνται (θέση του Οικονόμου). Ας θυμηθούμε εδώ την καινοδιαθηκική ερμηνευτική αρχή: «αρά γε γινώσκεις α αναγινώσκεις;» (Πράξ. 8, 30). Διαπιστώνεται, συνεπώς, η διαμετρικά αντίθετη τοποθέτηση των δύο ανδρών.

3. Στην διαφορά της σύγχρονης γλώσσας από την αρχαία, έστω και την κοινή, τοποθετούσε ο Βάμβας την ανάγκη της Μεταφράσεως. Ο λαός, έλεγε, «έπαυσε να ομιλή την γλώσσαν των προγόνων του». Γιατί, λοιπόν, να «μένη στερημένος των ιερών Γραφών, δι’ έλλειψιν μεταφράσεως αυτών εις την σημερινή γλώσσαν;». Ο Οικονόμος αντέτασσε την δική του επιχειρηματολογία, στο πλαίσιο των δικών του προϋποθέσεων: «Οι Έλληνες υπάρχουσιν αείποτε Έλληνες, λαλούσι και πρεσβεύουσιν ορθόδοξα, ως μέλη αδιάσπαστα της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας». Η ενότητα εθνικότητας, γλώσσας και πίστεως ήταν για τον Οικονόμο αναμφισβήτητη. Γι’ αυτό δεν ήθελε να δει την προϊούσα χαλάρωσή της. Έτσι, φθάνει στο αφοριστικό συμπέρασμα: «Όστις λέγει και φρονεί σπουδαίως γλώσσαν νεοελληνικήν, ο τοιούτος υβρίζει (εις) το έθνος των Ελλήνων».

Στις σχοινοτενείς, ως συνήθως, αναλύσεις του φαίνεται και ο τρόπος, με τον οποίο ερμηνεύει ο Οικονόμος τον νουν των αντιπάλων του. Στην χρήση του επιθέτου «νεοελληνικός» εκείνοι, δεν περιορίζονται στην χρονική του σημασία («Έλληνας ουχί νεωτέρους, ως προς τους πάλαι προγόνους αυτών, κατά χρόνον σημαινομένους»). Αυτή την χρήση δέχεται και αυτός. Ο Βάμβας και ο Φαρμακίδης, όμως, κατά τον Οικονόμον, εννοούν «πάντη νέους και καινοφανείς, νεωστί βλαστήσαντας και εξ υπαρχής αναφανέντας εις την Ελληνικήν γην». Κατά τον Οικονόμο, στον γλωσσικό κώδικα των αντιπάλων του οι σύγχρονοι Έλληνες ήσαν «νεοπολίται», ξένοι δηλαδή και διάφοροι προς τους αρχαίους. Ο Οικονόμος πιστεύει ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι «γνήσιοι των πάλαι πατέρων αυτών απόγονοι κατ’ αδιάκοπον του γένους σειράν». Υπάρχει, δηλαδή, στον Ελληνισμό φυλετική και ιστορική συνέχεια, η δε γλώσσα των νεωτέρων (χρονικά) Ελλήνων «έστι και λέγεται και αυτή ελληνική», που σημαίνει ότι κοντά στην εθνική υπάρχει και γλωσσική συνέχεια. Από την «νεοελληνική γλώσσα» εύκολα γίνεται η μετάβαση σε «νεοελληνική Εκκλησία», που έχει ανάγκη αυτής της γλώσσας. Αυτό αποκρούει το γενικό -και αισιόδοξο- συμπέρασμα του Οικονόμου: «Όστις, λοιπόν, εισάγει νεοελ­ληνικήν γλώσσαν και φαντάζεται νεοελληνικήν Εκκλησίαν, εν σκότει διαπορεύεται και ιστόν αράχνης υφαίνει δειλαίως παραφρονών».

Ο Οικονόμος πίστευε ότι η εισαγωγή μιας νέας μορφής γλώσσας στην εκκλησιαστική χρήση θα είχε αναπόφευκτα συνέπειες και στην κατανόηση της Εκκλησίας. Κατ’ αυτόν ο λόγος περί «νεοελληνικής γλώσσης» επεκτεινόταν και στην αποδοχή «Νεοελληνικής Εκκλησίας», η οποία θα εκφραζόταν τελικά με την γλώσσα αυτή. Το σημαντικότερο δε, θεωρούσε ότι αυτή η πορεία ήταν προσχεδιασμένη. Μιλεί, έτσι, για «ονειροπολουμένην» νεοελληνικήν, ή μάλλον «διωρισμένην», δηλαδή σχεδιασμένη «νεόμορφον Ελληνικήν Εκκλησίαν». Αποκαλείται «νεόμορφος» ως σχετιζόμενη με τους «Αναμορφωτές» (Reformatores), τις καλβινικές ομάδες των μισσιοναρίων, που άρδευαν τον ιστορικό ελληνικό χώρο με τις ετεροδιδασκαλίες τους. Ο Οικονόμος θεωρούσε την «νεόμορφον Εκκλησίαν» πραγματοποιήσιμη, διότι μαζί με την γλώσσα απηλείτο και η παραδοσιακή λατρεία, η εσωτερική ζωή της Εκκλησίας. Με τη νέα Μετάφραση, το κύριο όργανο της «καινοτομίας», ραδιουργείται κατ’ αυτόν και η είσοδος στην Εκκλησία «νέων εις την χυδαίαν γλώσσαν προσευχών». Η πεποίθησή του δε αυτή ερειδόταν στην απροκάλυπτη προπαγάνδιση όλων αυτών από τους δυτικούς μισσιοναρίους.

Στην εικονική έκρηξη του Βάμβα: «Ποίοι διδάσκουν τα περί της Νεοελληνικής Εκκλησίας;», ο Οικονόμος απαντά: «Οι λεγόμενοι ιεραπόστολοι και οι τούτων συνεργοί», οι Έλληνες δηλαδή ομοϊδεάτες τους, όπως ο Βάμβας. «Νεοελληνική» είναι η «ραδιουργουμένη» Εκκλησία ως «διαφθειρομένη υπό των ψευδαποστόλων ελληνική Εκκλησία». Ήταν γνωστός, άλλωστε, ο σκοπός των δρώντων στην Ελλάδα μισσιοναρίων. Τα τεκμήρια, που προσάγει ο Οικονόμος, για μας σήμερα είναι αδιάψευστα: Το βιβλίο λ.χ. «Παλαιονομία» του Τιμοθέου (Ατιμοθέου κατά τον Οικονόμο) Κληροφίλου και στην πραγματικότητα του S.S. Wilson, που αναφέρεται ρητά στην αναμόρφωση της ορθόδοξης λατρείας ή τα κηρύγματα του αμερικανού Βούργες (Bourgues), που μιλούσε για «εντελή» μεταρρύθμιση της ελλαδικής Εκκλησίας μετά το πραξικοπηματικό αυτοκέφαλο του 1833. Ο Οικονόμος θαρραλέα κατακρίνει την σχέση των «καινοτόμων» με τον Κοραή και τα κηρύγματά του: «Έχοντες ως νέον ευαγγέλιον τα περί μεταρρυθμίσεως της Εκκλησίας ανόσια και κακόδοξα του Κοραή γνωματεύματα, εξ ων υμίν εν τοις πλείστοις η μεγάλη σοφία, μαθητεύετε τους Ορθοδόξους Έλληνας όλα τα λουθηροκαλβινικά φρονήματα». Και αυτό είναι ορθότατο. Με τις κινήσεις των ευρωπαϊστών ή εκσυγχρονιστών της τότε εποχής επιβαλλόταν, τελικά, ο Προτεσταντισμός, ως νοοτροπία και πρακτικές, η πλήρης δηλαδή αποσύνθεση της εκκλησιαστικής παραδόσεως και η πρόσδεση στο άρμα της Ευρώπης.

Άλλωστε, δεν γίνονταν αυτά για πρώτη φορά. Ο Οικονόμος υπενθυμίζει την ανάλογη διαδικασία επί Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως (17ος αι.). Και τότε οι «Αναμορφωταί» ανέμεναν την «εκ της χυδαίας των Γραφών μεταφράσεως... αναμόρφρωσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Απλή σύμπτωση; Τον 16ον αι. μεταφράστηκε στα ελληνικά και το προτεσταντικό «Ευχολόγιον ή τυπικόν της Λειτουργίας». Το ίδιο όμως βασικό για την λατρεία βιβλίο μετατυπώθηκε και τον 19ον αι., «επιδιορθωθέν και επεξεργασθέν προς το ελληνικώτερον» από τον Βάμβα! Στην «νεόμορφον Εκκλησίαν», κατά τον Οικονόμον, απέβλεπαν και όλες οι προτεσταντικές στην Ελλάδα εκδόσεις, με την καταβλασφήμηση των θείων μυστηρίων και τελετών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την σποράν των «ζιζανίων της κακοδοξίας» και την διαστροφή ή αθέτηση των ορθοδόξων δογμάτων. Ακόμη και νέα μουσικά, προτεσταντικής συλλήψεως, βιβλία τυπώνονταν για την αλλαγή και αυτών των «ακουσμάτων» της ορθόδοξης λατρείας. Σήμερα, άλλωστε, είναι πλέον βέβαιο, ότι «κύριος σκοπός της προτεσταντικής ιεραποστολής» ήταν «η μεταρρύθμισις της εν Ελλάδι Εκκλησίας βάσει των αρχών της μεταρρυθμίσεως», «ο εκπροτεσταντισμός» της, που συμβάδιζε με τον εξευρωπαϊσμό.

Ένα ακόμη σημείο των εύστοχων επισημάνσεων του Οικονόμου πρέπει να υπογραμμισθεί. Αρχή της Βιβλικής Εταιρείας ήταν «το ασχολίαστον και καθαρόν» κείμενο των Γραφών σ’ όλες τις μεταφράσεις. Για τους Ορθοδόξους όμως αυτό σήμαινε, κατά τον Οικονόμο, την αποβολή «του κύρους της ερμηνείας των θείων Πατέρων, καθώς οι Αναμορφωταί παραγγέλλουσι». Απώτερος δε στόχος ήταν «η διάκρισις του εκκλησιαστικού χριστιανισμού από του χριστιανισμού των Γραφών». Αυτό άλλωστε, είχε συμβεί στην προτεσταντική μεταρρύθμιση. Στην σημερινή θεολογική γλώσσα, θα λέγαμε, διάκριση του Χριστού της Γραφής από τον Χριστό της Εκκλησίας, κύριο πρόβλημα της προτεσταντικής θεολογίας τον 20ο αι. Είναι δυνατόν όμως να υπάρξει Ορθοδοξία χωρίς αγίους Πατέρες και την αυθεντία της αγιοπνευματικής εμπειρίας τους; Με την μετάφραση, συνεπώς, και τα παρεπόμενά της ανοιγόταν ο δρόμος προς μία «μεταρρυθμισμένη» Νεοελληνική Εκκλησία.

4. Ο Φαρμακίδης διατεινόταν ότι τα περί νεομόρφου Εκκλησίας ήσαν «φαντασία και δημιούργημα» του Οικονόμου, τον οποίο χαρακτηρίζει «τρελό». Ο Οικονόμος «έπλασε -γράφει- και νεόμορφον ή νεοελληνικήν Εκκλησίαν εν Ελλάδι παρ’ Ελλήνων ραδιουργουμένην». Ο Βάμβας, εξ άλλου, κατηγορούσε τον Οικονόμο ότι «εκφοβίζει τους Έλληνας με το πλαστόν φόβητρον της Νεοελληνικής Εκκλησίας». Οι φόβοι του Οικονόμου δεν ήσαν, δηλαδή, παρά τεχνητή κινδυνολογία.

Προκλητική ήταν οπωσδήποτε και η θέση του Βάμβα ότι «η μετάφρασις των ιερών Γραφών... εμπορεί να λέγεται ότι έγεινεν διά την νεοελληνικήν Εκκλησίαν, όχι την δεδουλωμένην, αλλά την ελευθέραν». Μολονότι ο Βάμβας ορθά δίνει εδώ χρονική σημασία στον όρο «νεοελληνική», εκτοξεύει βαρύτατο υπαινιγμό κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανανεώνοντας την κοραϊκή αντιπάθεια απέναντί του. Όλοι οι Κοραϊστές και συνάμα ευρωπαϊστές ταύτιζαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο με το καθεστώς της Οθωμανοκρατίας.

Ο Οικονόμος όμως με ευστροφία ξεσκεπάζει τον αντίπαλό του, τονίζοντας την προτεσταντίζουσα σκέψη του: Για «εύρεσιν της αρχαίας Εκκλησίας -απαντά- καυχώνται και οι Προτεστάνται». Ο δε «θεοσεβής και φιλόχριστος διδάσκαλος Βάμβας ποίαν αρχαίαν Εκκλησίαν ζητεί και ποίαν νεωτέραν βλέπει εις την ενότητα της Μιας, Αγίας και υποδουλωμένης Εκκλησίας;».

Ο Οικονόμος βρίσκει περαιτέρω την ευκαιρία να αποκαλύψει και το υπόβαθρο της σκέψης των αντιπάλων του. Η προσδοκία και ραδιουργία «νεομόρφου» Εκκλησίας γίνεται, διότι «παντοιοτρόπως» «σπουδάζουν απορρήξαι τον μεταξύ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και της εν τω Κράτει των Ελλήνων Ορθοδόξου θυγατρός αυτής πνευματικόν και αδιάρρηκτον σύνδεσμον». Η Μ. Εκκλησία κατηγορείται από αυτούς ως «ξένη» και «ασύμφυλος». Το τραγικό είναι ότι τότε το οικουμενικό Πατριαρχείο υποστηριζόταν από τους παραδοσιακούς διά την έμμονή του στην πατερική παράδοση. σήμερα το υποστηρίζουν ένθερμα οι υπονομευτές της παραδόσεως!

Υπήρχε όμως και κάτι βαρύτερο. Η αποστρεφομένη τον Οικονόμο ομάδα διέδιδε ότι ο Οικονόμος εργαζόταν για την επανυπαγωγή της «αυτοκέφαλης» Εκκλησίας της ελευθέρας Ελλάδος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Οικονόμος αποκρούει με αποτροπιασμό την σπερμολογία αυτή. Δεν διστάζει δε να χρησιμοποιήσει καυστική γλώσσα, αντεπιτιθέμενος και αποκαλύπτοντας τους αληθινούς σκοπούς και διαθέσεις των αντιπάλων του: «Αλλά τούτο προς υμάς αφόρητον φαίνεται και πικρόν, διότι θέλετε την Εκκλησίαν της Ελλάδος απεσχισμένην από της αγίας αυτής Μητρός, άσχετον προς τας λοιπάς αυτονόμους Εκκλησίας των Ορθοδόξων, ανάδελφον, αυθέκαστον, μεμονωμένην, έρημον πάσης προστασίας πνευματικής και επομένως ευάλωτον και ευχείρωτον εις τους καταθλίβοντας αυτήν πολεμίους της ευσεβείας και τόπον επιτήδειον εις κατασκευήν της ονειροπολουμένης Νεοελληνικής Εκκλησίας».

Η σημαντικότερη δε καινοτομία δεν ήταν άλλη από την αποξένωσή της από τα στοιχεία εκείνα, που την κρατούν ενωμένη με την αποστολική και πατερική Ορθοδοξία, ώστε να καταστεί πραγματικά «νεόμορφος» και «νεοελληνική». Σ’ αυτή την διαδικασία, ακριβώς μετείχαν ενσυνείδητα, κυριαρχούμενοι από το πνεύμα του εξευρωπαϊσμού ως δήθεν προόδου, ο Φαρμακίδης και ο Βάμβας. Δίκαια, λοιπόν, τους ερωτά: «Ταύτα δε ποιούντες ραδιουργείτε Νεοελληνικήν Εκκλησίαν ή ου;».

5. Συμπερασματικά: Η περί «Νεοελληνικής Εκκλησίας» διένεξη τον 19ο αι. επιβεβαιώνει, από την πλευρά της, την ύπαρξη δύο κόσμων στα σπλάγχνα του Ελληνισμού, το ασύμπτωτο μεταξύ τους και γι’ αυτό την αναπόφευκτη σύγκρουσή τους. Είναι η κορύφωση του ιδεολογικού διχασμού, που αρχίζει μετά το σχίσμα (1054) και κυρίως μετά την Σύνοδο της Φλωρεντίας (1439) και οδήγησε στη διαμόρφωση μιας ανατολικής και μιας δυτικής παρατάξεως. Οι πρωταγωνιστές των δύο μετώπων, των οποίων την σκέψη προσεγγίσαμε παραπάνω, με την σφοδρότητα, αλλά και απολυτότητά τους, φανερώνουν την ουσιαστική αποστασιοποίησή τους. Ανήκουν, όπως και οι ομόφρονές τους, σε δύο Ελληνισμούς, που δεν είναι πια δυνατόν να συνυπάρξουν.

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος κατηγορείτο ως υπερβολικός και φαντασιόπληκτος. Είχε όμως συλλάβει σε μεγάλο βάθος τα τεκταινόμενα εις βάρος της ελληνορθοδόξου παραδόσεως, μέσα στο νεωτεριστικό παραλήρημα των υπονομευτών της. Επισημάνσεις του Οικονόμου, αναπόδεικτες τότε, σήμερα επιβεβαιώνονται, διότι ο αντίκτυπος των τότε γεγονότων φθάνει μέχρι τις ημέρες μας, όπως αποδεικνύει λ.χ. η εξέλιξη και κατάληξη του γλωσσικού ζητήματος και στο χώρο της Εκκλησίας. Η προσπάθεια, στις τελευταίες δεκαετίες, της εισαγωγής μεταφράσεων στην λατρεία μας είναι επανέκφραση του πνεύματος του Φαρμακίδη και των συνεργών του.

Η σημερινή Ελλάδα κυοφορήθηκε από κάθε πλευρά τον 19ο (κυρίως) αιώνα. Η μανία του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού συνδέθηκε με την αποσύνδεση από την ελληνορθόδοξη παράδοση και όλα τα συστατικά της. Οι ευρωπαϊστές μας εύστοχα αντελήφθησαν ότι ο εξευρωπαϊσμός είναι ανεπίτευκτος χωρίς τον εκλατινισμό και εκπροτεσταντισμό της Εκκλησίας. Αυτό γνωρίζουν πολύ καλά και οι σημερινοί καινοτόμοι.(2010)

“ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ, ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ” ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

8 Απρ 2011

Πρωτοπρ. Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου ,To πνεύμα της Νέας Εποχής και οι αντιστάσεις μας

…Θα ήθελα λοιπόν πέρα από αυτά, πέρα από το βίο της Αγίας Φωτεινής να θέσω τρία σημεία, τα οποία θα μας συντροφεύσουν όλο αυτό το διάστημα της νέας «αιχμαλωσίας» του Έθνους μας. Το πρώτο που θα μας κρατήσει γερούς πνευματικά είναι να μην ξεκοπούμε από την Εκκλησία μας. Μπορεί να πάρουν την πατρίδα μας, εκείνο που δεν μπορούν να πάρουν είναι την πίστη μας. Και αυτό, αδελφοί μου, δεν καλλιεργείται εκτός Εκκλησίας. Μέσα στην Εκκλησία καλλιεργείται, εκείνο το οποίο θα κρατήσει μέσα στην ψυχή μας αδιάφθορη τη σχέση μας με το Θεό. Είναι αυτή η πίστις, η οποία πρέπει να καλλιεργηθεί.

Δεύτερο σημείο είναι η γλώσσα μας. Θα πρέπει να σταματήσουμε στα παιδιά μας όλες τις εκδηλώσεις, όσες έξτρα εκδηλώσεις κάνουν στη ζωή τους, είτε πιάνο είτε γήπεδα είτε χίλια δυο πράγματα και να ασχοληθούμε με τη γλώσσα μας, γιατί η γλώσσα θα φέρει την Ανάσταση του γένους. Εάν ξεκοπούμε από τη γλώσσα μας, που ήδη ξεκοβόμαστε, θα ξεκόψουμε τις ρίζες μας. Γιατί είδατε τώρα τελευταία ακούμε και φωνές να αλλάξει και η γλώσσα μέσα στην Εκκλησία. Ποια γλώσσα να αλλάξει; Αυτή που επί εικοσιένα αιώνες ολόκληρους η Εκκλησία μας λειτουργεί; Ποιός δεν μπορεί να καταλάβει τη γλώσσα της Εκκλησίας; Εκείνος ο οποίος έχει ξεκοπεί από τη μάνα του. Η μάνα μας είναι η ελληνική γλώσσα, γι’ αυτό και πολλοί από μας ντρεπόμαστε στα μπαλκόνια μας να κρεμάσουμε την ελληνική σημαία. Εξ αφορμής αυτού του γεγονότος, ότι ντρεπόμαστε να δηλώσουμε το ελληνικό μας έθνος και την ιδιότητά μας, ότι είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι και Έλληνες, βρίσκουν άλλοι αφορμές να πατήσουν τον τόπο μας. Γι’ αυτό, αδελφοί μου, μην ξεχνάμε ότι εμείς δεν είμαστε του πρώτου αιώνος και της Ευρώπης της σύγχρονου γόνοι. Είμαστε απόγονοι των Κολοκοτρωναίων. Αυτό πρέπει πολύ σωστά να το κατανοήσουμε, να το βάλουμε στην ψυχή μας. Οι μακεδονομάχοι δεν πολέμησαν, για να κρατήσουν τη Μακεδονία μη ελληνική, αλλά για την ελληνικότητά της αγωνιζόντουσαν.

Και το τρίτο σημείο που πρέπει να κρατήσουμε, για να έχουμε την αυτοσυνειδησία μας, είναι αυτό που λέμε την ιδιοπροσωπεία μας. Ενώ εξ αρχής ήταν εις την Ευρωβουλή ως προμετωπίδα ότι δεν θα πειράξουμε την ιδιοπροσωπεία κάποιου λαού, βλέπετε τώρα ότι γίνεται η αλλαγή και η αλλοίωση της φυλής μας. Βεβαίως δεν θα την πειράξουν την ιδιοπροσωπεία μας κι ούτε πήραν καμία απόφαση, αλλά μέσα εις την Ελλάδα γίνεται το αλαλούμ και δεν υπάρχουν σύνορα και δεν υπάρχουν κάποιοι, οι οποίοι να προσέχουν το έθνος μας, ποιο πρέπει να είναι και πώς πρέπει να κρατηθεί.. Ξέρετε, στην εξομολόγηση έρχονται τα παιδιά σας και μου λένε: «Εγώ γνώρισα τον Ιρακινό και θέλω να τον παντρευτώ και θέλω να με ευλογήσετε». Πώς θα ευλογήσει ένας παπάς να παντρευτεί ένας Ορθόδοξος με έναν μουσουλμάνο; Το ‘χουμε σκεφθεί; Και δεν είναι μία και δύο οι περιπτώσεις αυτές. Αύριο θα χτυπήσει τη δικιά μας πόρτα αυτή η κατάσταση. Σας ερωτώ λοιπόν, γιατί δανειζόμαστε όλοι από το πρωτόκολλο της τηλεόρασης, από τα κέντρα εκείνα τα οποία μας δίνουν έτοιμη την τροφή και μασημένη πώς πρέπει να ζήσουμε, σας ερωτώ λοιπόν: «Θα κρατήσουμε την πίστη μας ακέραια, όπως μας την παρέδωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ή θα την κάνουμε κουλουβάχατα και δεν θα ξέρουμε τι πιστεύουμε και πού πάμε;» Γιατί υπάρχουν διαφορές μεταξύ μας, οι οποίες λένε: «ας βάλει κι ο Παπάς λίγο νεράκι στο κρασί του». Ποιο είναι το κρασί και πώς έχει το δικαίωμα να βάζει νερό σ’ αυτό το κρασί, που είναι η Ορθόδοξη Παράδοσή μας; Γι’ αυτό λοιπόν το τρίτο σημείο που ήθελα να σταθώ και του οποίου η αλλοίωση φέρνει την καταστροφή μέσα στην ψυχή μας και βάζει μέσα στην καρδιά μας λύπη, στεναχώρια, το άγχος το τι θα γίνει αύριο, είναι να κρατήσουμε τα ήθη και τα έθιμά μας. Πρέπει να χαίρεστε σήμερα που έχετε τους παπάδες σας και κυκλοφορούν με τα ράσα τους μέσα στο δρόμο. Πρέπει να χαιρόμαστε, όταν ο παπάς είναι και δάσκαλος μέσα στο σχολείο. Γιατί; Γιατί δείχνει φανερά ότι αυτό το έθνος δεν είναι διαμορφωμένο με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι είναι η Εκκλησία. Είμαστε μαζί Εκκλησία, κράτος, έθνος, Ελλάδα, πατρίδα. Τι έλεγαν οι Κολοκοτρωναίοι και οι Μποτσαραίοι και οι Μακρυγιάννηδες, που μας άφησαν αυτά τα ωραία υπομνήματα των συγγραφικών τους έργων; Για του Χριστού την πίστη την αγίαν και την ελευθερία της πατρίδος. Μετά έβαζαν την ελευθερία. Και εμείς σήμερα δεν έχουμε κανέναν να μιλήσει για την πατρίδα, γιατί φαίνεται η οδηγία είναι ότι πρέπει να σβήσουν οι πατρίδες, πρέπει να σβήσουν τα έθνη. Κανείς δεν ομιλεί σήμερα για την Ελλάδα μας, για τις παραδόσεις μας. Ποιο σχολείο έχει σήμερα την εικόνα του Δεσπότη αναρτημένη επάνω στους τοίχους; Κανένα σχολείο. Ποιο σχολείο σήμερα μιλάει για την ορθόδοξη κατήχηση; Μιλάμε για θρησκειολογία, για το τι πιστεύει ο ένας και δεν πιστεύει ο άλλος. Μα τέλος πάντων, σ’ αυτόν τον τόπο δεν υπάρχει ένας εχέφρων άνθρωπος, που να μιλάει, να διαβάσει την ιστορία της Ελλάδος, να δει εκείνα τα μαρτυρικά παλικάρια, που έπεσαν επάνω στη Μακεδονία, στη Θράκη, στην Ήπειρο; Κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί αυτούς του ανθρώπους. Τρίζουν τα κόκαλά τους μέσα εις τους τάφους. Και αυτή η αγωνία βγαίνει. Είναι ένα καζάνι που βράζει από κάτω. Γιατί ο Θεός είδε, αδελφοί μου, ότι ξεφύγαμε από το δρόμο Του, είδε ότι ξεχάσαμε, ότι πρέπει να είμαστε οι Χριστιανοί οι Ορθόδοξοι, οι οποίοι έχουν αρχές, έχουν ήθη κι έχουν έθιμα. Μας άρεσε ο τρόπος της ξενόφερτης ζωής. Ξεχάσαμε όμως ένα πολύ σημαντικό πράγμα, ότι χωρίς το Χριστό, χωρίς την Εκκλησία τίποτα δεν μπορεί να σταθεί.

Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφοί μου, ως πνευματικός πατήρ, θα ήθελα να σας πω να κρατήσουμε αυτές τις τρεις αρχές. Δεν πειράζει. Ας χάσουμε ό,τι πρέπει να χάσουμε, γιατί πολλές φορές πρέπει να αναλογιστούμε και πώς τα αποκτήσαμε. Αλλά εκείνα τα τρία ας κρατήσουμε, να τα πάρετε κοντά σας και να τα γράψετε μέσα βαθειά στην καρδιά σας: την πίστη, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα. Επί ογδόντα και παραπάνω χρόνια στη Σοβιετική Ένωση η Εκκλησία ήταν υπό διωγμό, όμως η πίστη, τα ήθη και τα έθιμα, το κόκκινο αβγουλάκι που έβαφε η γιαγιά μετά στο σπίτι κι έπαιρνε η γιαγιά το παιδί και το πήγαινε και το βάφτιζε κρυφά στην Εκκλησία και μετά πήγαινε και η μητέρα το βάπτιζε και πήγαινε και ο πατέρας και το βάπτιζε κρυφά, γιατί δεν έπρεπε ο ένας με τον άλλον να ξέρουν τι πίστη έχουν. Αυτή η πίστη κράτησε. Και κράτησε αυτή η πίστη, γιατί «όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις». Κι αυτή είναι η νομοθεσία του Θεού μας. Εμείς δεν μπορούμε τίποτα να κάνουμε. Γι’ αυτό λοιπόν στηριχθείτε στο Θεό, στηριχθείτε στην πίστη, η οποία θα μας κρατήσει ακλόνητους, γερούς, τετελειωμένους. Πού; Όχι επάνω εις ό,τι αποκτά ο άνθρωπος αλλά εις ό,τι δίνει μόνον ο Θεός. Και η ευλογία του Θεού δεν θα είναι να αφελληνιστεί το έθνος, η πατρίδα μας. Τα σχέδια έχουν γίνει, έχουν μπει οι υπογραφές, έχει τελειώσει το θέμα.

Μα εκεί που τελειώνουν όλα τα πράγματα για τους ανθρώπους, ξεκινάει ο Θεός κι όπου έχει βάλει την υπογραφή του φαρδιά πλατιά για τη σωτηρία αυτού του έθνους πιστεύω, ως παπάς, δεν θα την πάρει πίσω ο Κύριός μας. Εύχομαι, αγαπητοί μου αδελφοί, ο Κύριος και Θεός μας να δώσει μέσα εις τα ζόφια των καρδιών μας να αποθηκευτούν αυτά τα τρία στοιχεία, τα οποία θα μας συμπορεύσουν όλο αυτό το διάστημα της ζωής μας, όσο ο Κύριος επιτρέψει και με τον τρόπο που θα επιτρέψει. Αμήν.

Ομιλία π. Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου στο Λειτουργικό Σεμινάριο στις 2-5-2010Ορθόδοξοι Ιεραπόστολοι

Κωνσταντίνος Χολέβας, Τα Αρχαία Ελληνικά, η Ευρώπη και Εμείς

Τα Αρχαία Ελληνικά, η Ευρώπη και Εμείς

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων

Ἕνα βιβλίο, τό ὁποῖο διάβασα προσφάτως, μοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση και θά ἤθελα νά τό συζητήσω μαζί σας, ἀγαπητοί ἀναγνῶστες. Ἔχει τίτλο «Ἀγαπᾶμε τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά» καί ἐξεδόθη τό 2002 ἀπό τίς ἐκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ. Ὡς συγγραφεῖς-ἐπιμελητές ἀναφέρονται ἡ γνωστή Γαλλίδα ἑλληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ, ἡ ὁποία ἐκοιμήθη προ ὀλίγων μηνῶν, καί ὁ συνάδελφός της Ζάν Πιέρ Βερνάν, οἱ ὁποῖοι συνέλεξαν κείμενα διαφόρων συγγραφέων σ’αὐτό τό συλλογικό ἔργο. Συγκεκριμένα οἱ συντάκτες τῶν κειμένων εἶναι ἐπιστήμονες, καλλιτέχνες, ἀκαδημαϊκοί ἀλλά καί φοιτητές διαφόρων ἐπιστημῶν καί εἰδικοτήτων. Κοινό σημεῖο ὅλων εἶναι τό γεγονός ὅτι στό Λύκειο εἶχαν τήν εὐκαιρία νά μελετήσουν Ἀρχαῖα Ἑλληνικά κείμενα ἀπό τό πρωτότυπο. Παρουσιάζει ὁ καθένας τό ἀρχαῖο κείμενο πού τόν ἐντυπωσίασε περισσότερο καί τό σχολιάζει μέσα σε δύο τρεῖς σελίδες. Ὁ ἐπιμελητής τῆς ἑλληνικῆς ἐκδόσεως Ἀθανάσιος Στέφος φρόντισε νά παραθέσει μαζί μέ τά πρωτότυπα ἀρχαῖα κείμενα καί μία δόκιμη νεοελληνική ἀπόδοση.

Ὁ Ἐτιέν-Ἐμίλ Μπωλιέ , καθηγητής στό Ἐθνικό Ἰνστιτοῦτο Ἰατρικῶν Ἐπιστημῶν καί Ἐρευνῶν παραθέτει καί σχολιάζει τόν Ὅρκο τοῦ Ἱπποκράτους. Αὐτόν τόν ὁποῖο δίδουν- ἤ μᾶλλον θά ἔπρεπε νά δίδουν χωρίς περικοπές καί παραλείψεις ὅλοι οἰ ἰατροί τοῦ κόσμου. Ὑπογραμμίζω δύο φράσεις πού ἀναφέρονται στήν εὐθανασία καί τήν ἔκτρωση:

Οὐ δώσω δέ οὐδέ φάρμακον οὐδενί αἰτηθείς θανάσιμον οὐδέ ὑφηγήσομαι συμβουλίην τοιήνδε. ὁμοίως δέ οὐδέ γυναικί πεσσόν φθόριον δώσω.

Δηλαδή: Καί νά μοῦ τό ζητήσουν, φάρμακο θανατηφόρο σέ κανέναν δέν θά δώσω, κι οὔτε θά βγεῖ ἀπό μένα μία τέτοια συμβουλή. Οὔτε θά δώσω σέ γυναῖκα φάρμακο νά καταστρέψει τόν βλαστό της. (σελ. 47, μετάφραση Δημήτρη Λυπουρλῆ).

Χρήσιμη ὑπενθύμιση τῆς ἰατρικῆς δεοντολογίας καί τῆς ἐπιστημονικῆς ἠθικῆς, ὅπως αὐτές οἱ ἀξίες εἶχαν καθιερωθεῖ ἀπό τήν ἐποχή τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων. Δυστυχῶς σήμερα ὁ ὅρκος αὐτός παραβιάζεται καί οἱ ἐκτρώσεις εἶναι σύνηθες φαινόμενο.

Ὁ Ζάκ Μπλαμόν, μέλος τῆς Ἁκαδημίας Ἐπιστημῶν, ἐπέλεξε ἕνα Χορικό ἀπό τήν Ἀντιγόνη τοῦ Σοφοκλέους. Στό δοκίμιό του μέ τίτλο «Ἀθήνα , πατρίδα μου!» τονίζει πόσο τόν βοήθησαν τά Αρχαῖα Ἑλληνικά κείμενα νά παραμείνει ὑπερεήφανος, ἀγωνιστικός καί ἀξιοπρεπής κατά τή διάρκεια τῆς γερμανικῆς ναζιστικῆς κατοχῆς στή Γαλλία. Ἐξηγεῖ ὅτι ὅταν στή χώρα του λειτουργοῦσαν οἱ κατοχικοί θεσμοί καί τά παράνομα δικαστήρια ἐκεῖνος καί οἱ συμμαθητές του ἔπαιρναν θάρρος ἀπό τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ Σωκράτους μπροστά στούς δικαστές του καί ἀπό τήν ἐπιμονή τῆς Ἀντιγόνης νά προτάσσει τούς ἄγραφους ἠθικούς νόμους ἔναντι τῶν ἄδικων γραπτῶν νόμων τοῦ Κρέοντος. Γράφει χαρακτηριστικά γιά τά διδάγματα πού ἔλαβε, ἀλλά καί γιά τή μείωση τῶν τμημάτων διδασκαλίας Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν στά σύγχρονα γαλλικά Λύκεια:

«Ἄν μπόρεσα νά κάνω κάτι καλό πού ἐλπίζω νά διατηρηθεῖ στό μέλλον, τό ὀφείλω στή δύναμη ψυχῆς πού ἄντλησα ἀπό τό ζωντανό παράδειγμα τοῦ Σωκράτους , τοῦ Σοφοκλέους, τοῦ Δημοσθένους. Σ’ αυτούς ὀφείλω τήν εὐθυτένεια τῆς σπονδυλικῆς μου στήλης. Τό ὅτι οἱ σημερινοί νέοι δέν βλέπουν πλέον νά τούς προσφέρεται ἡ δυνατότητα νά διαλέγονται στή γλῶσσα τους μέ τούς θεμελιωτές τῆς εὐρωπαϊκῆς σκέψης, μοῦ φαίνεται σάν τραγική ἀπώλεια, σάν ἔγκλημα ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ πνεύματος τῆς Γαλλίας, πού διαπλάστηκε σέ διάστημα τριῶν αἰώνων μέ τή διδασκαλία τῆς ἀρχαίας κληρονομιᾶς καί ἀπειλεῖται σήμερα ἀπό τήν πανταχοῦ παροῦσα ἐπίθεση τῆς εἰκόνας». ( σελ. 63-64).

Ὁ Βενσάν Μαχέ, Δικαστής στό Συμβούλιο τῆς Ἐπκρατείας, ἐπέλεξε ἕνα κείμενο ἀπό τό φιλοσοφικό ἔργο «Τά εἰς Ἑαυτόν» τοῦ Ρωμαίου Αὐτοκράτορος Μάρκου Αὐρηλίου, ὁ ὁποῖος ἔγραφε στά ἑλληνικά. Θυμίζοντας πῶς ἡ ἑλληνική γλῶσσα καί ὁ ἑλληνικός πολιτισμός κατέκτησαν τούς τραχεῖς καί πολεμοχαρεῖς Ρωμαίους ὁ συγγραφεύς σχολιάζει: «Πρώτη ἔκπληξη ἀνοίγοντας τό βιβλίο τοῦ Μάρκου Αὐρηλίου: εἶναι γραμμένο στά ἀρχαῖα ἑλληνικά. Περισσότερο ἀπό τριακόσια χρόνια μετά τήν πολιτική ἐξαφάνιση τῆς Ἑλλάδας, ἕνας Ρωμαῖος αὐτοκράτορας διαβάζει, σπουδάζει καί γράφει σ’ αὐτή τή γλῶσσα. Τό νά μιλᾶς ἀρχαῖα ἑλληνικά εἶναι παντελῶς ἄχρηστο στό μέτωπο τῆς Μοραβίας, δέν χρησιμεύει στή διακυβέρνηση τῆς Ρώμης..... Τό νά μιλᾶς ἀρχαῖα ἑλληνικά σημαίνει νά ἀνακαλύψεις πώς ἡ πιό τολμηρή πλοηγία εἶναι ἐκείνη τοῦ πνεύματος.... σημαίνει νά μεταχειρίζεσαι μιά γλῶσσα πού χρησιμεύει γιά νά μιλᾶς στόν ἑαυτό σου».

Ἀπό τό σχόλιο τοῦ Γάλλου νομικοῦ κρατῶ δύο σημεῖα. Πρτῶτον ὅτι ὁ Ἑλληνισμός εἶναι πνεῦμα καί πολιτισμός πού ἐπιζῆ ἀκόμη καί ὅταν ἡ κρατική του ὑπόσταση καταλύεται. Τό εἴδαμε στή Ρωμαιοκρατία, στή Φραγκοκρατία, στήν Τουρκοκρατία. Πόσο μᾶλλον ὅταν ἐδῶ καί δύο χιλιάδες χρόναι ἠ ἑλληνική ταυτότητα εἶναι πλέον ἑληνορθόδοξη, ἐμβαπτισμένη στήν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καί μεταμορφωμένη σέ Χριστιανικό Ἑλληνισμό, ὁπως παρατηρεῖ καί ὁ μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκι. Μέ αὐτά τά πνευματικά ἐφόδια μποροῦμε νά ξεπεράσουμε και τή σημερινή πολύμορφη κρίση. Ἡ ἑλληνική παιδεία κατέκτησε ξένους λαούς, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νά κατακτήσουν διά τῶν ὅπλων τούς προγόνους μας. Ἄς τήν διαφυλάξουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καί ἄς τήν μεταδώσουμε στά παιδιά μας μαζί μέ τήν Ὀρθόδοξη Πίστη γιά νά ἔχουν ἀλάνθαστο ὁδηγό πλεύσης στίς δυσκολίες τῆς ἐποχῆς μας.

Δεύτερον, τό σχόλιο τοῦ Γάλλου δικαστῆ ἀπαντᾶ στό ἐρώτημα πολλῶν νέων καί γονέων: Ποιά ἡ πρακτική ἀξία τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν πού διδασκόμαστε στά σχολεῖα; Θά κερδίσουμε περισσότερα χρήματα μέ αὐτή τή «νεκρή» γλῶσσα; Ναί, δυστυχῶς, ἀκούονται καί τέτοια ἐρωτήματα. Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι τά Ἁρχαῖα Ἑλληνικά εἶναι ἀπαραίτητο ἐφόδιο γιά νά ἀνέβει κάποιος σέ ἀνώτερες πνευματικές βαθμίδες. Αὐτό γνώριζαν καλῶς οἱ Πατέρες πού συνέταξαν τή Θεία Λειτουργία καί κατέγραψαν τά ὀρθά Δόγματα στό Σύμβολον τῆς Πίστεως. Γιά κάθε Χριστιανό καί Ἕλληνα ἡ γνώση τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν εἶναι «κτῆμα ἐς ἀεί», ἀπαραίτητο ἐφόδιο γιά τή μέθεξη στήν Πίστη και τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας και γιά τήν διαφύλαξη τῆς συνέχειας τοῦ Γένους μας. Γιά νά ἔχουν οἱ νέοι μας ἀξίες καί ἰδανικά. Γιά νά ζήσει αὐτός ὁ λαός ἐλεύθερος ἀπό κάθε δουλεία, ὑλική, στρατιωτική, πολιτιστική. Γιά νά παραμείνει ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση φάρος οἰκουμενικός καί πανανθρώπινος πού θά διδάσκει καί τήν Εὐρώπη καί ἐμᾶς.

Τό βιβλίο πού παρουσίασα καταδεικνύει τή δίψα πολλῶν Εὐρωπαίων γιά παιδεία ἑλληνική καί γιά ἀναβάσεις πνευματικές. Ἄς δώσουμε στους Εὐρωπαίους Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνικό πνεῦμα. Ἀρκεῖ πρῶτοι ἐμεῖς νά τά πιστέψουμε και νά τά ἐνστερνισθοῦμε!

Ζωηφόρος

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com